Νανούρισμα

νάνι νάνι το βρεφούδιʼμ νάνι
κι όπου του πονεί να γιάνει

κι αν τα ματούδια του πονούν
να βρεις χελδόνα να τακούσει
άνοιξη να τους κρούσει

κι αν τα χερούδια του πονούν
ταξιδευτή θαλασσινού να πεις
ανάσα να τους πέμψει

κι αν κείνοι οι ώμοι του πονούν
ήλιο κουβαλητή να στείλεις του
μʼαχτίδες το φορτιό να του ζεστάνει

κι αν αδακά καημός δονεί του
το στηθάκι
μανούλα να πλεχτείς του
στεφανάκι
μυριόφορο του ύπνου καραβάκι

νάνι νάνι το βρεφούδιʼμ νάνι
κι όπου του πονεί να γιάνει

Μωρουδιακή αποθυμιά

Για δυο μονάχα
μόνο δυο
στιγμούλες φτερωτές
από μια μονάχα
μόνο μια
μωρουδιακή αποθυμιά

σκόρπισε η υπομονή
χέρια να θυσιάζει
σε στέρφας πόλης το κορμί
που την αυγή εξουσιάζει

εσκύλιασέ μου τόνειρο
κι εκδίκηση ζητάει
σʼότι απ των ανθρώπων
τόσονα στη θάλασσα μιλάει

Μα λίγεψάν μας τα νερά
απόνερα ξεβράζουν
κιοτήδων σπόρο μουχλιακό
που έλλογα σπαράζουν

Κουλουριαστήκαν τα μωρά
τρώνε απ το γέννημά τους
κι η αποθυμιά αγριεύτηκε
απ το περίσσεμά της
κινά και πνίγει τʼάλογο
στο βαριανάθεμά της

για δυο μονάχα
μόνο δυο γαλήνης
υποψίες
από μια μονάχα
μόνο μια
πατρίδας εξορία

Γλειψιό εν άλω

Άι μαρή φουφούκα
μεγαλοκοπέλιασες
κι άρπαξες ντουντούκα
για όσα παραμέριασες

και κεινα αφηνίασαν
τσιτάτα δεν ακούγαν
για υπόγειους άλλους θησαυρούς
βήτα απόδρασης προορισμούς

Πήρες το δρόμο το δρομί
με μια λιγούρα ω τι ορμή
μην τʼ αρνηθεις να, μαρτυράς μου η οσμή
άσε το σάλιο που φιλάει καθʼ αρχή

Και που αλλού έρμη φουφού
είπες στη θάλασσα να ρίξεις
ότι του καθρέφτη σου πολύ
ανέβαλλες να φτύσεις

και να σου εκείνος να γελά
κάθε βραδιά και μʼάλλο
ψαροκεφάλι που επιπιλάς
σα ναν γλειψιό εν άλω

Κράτα απ τους λυγμούς μου

και στήσου επιτέλους
στήσου μουνούχικο ηλεκτρονικό περίττωμα
πάρε πίσω τʼαρχίδια σου απ τα κεφάλια μας
βαρέθηκα να τα γλύφω
μαζί μʼόλα τʼ ανεκδίηγητα τα δίποδα τα χαλασμένα
τη γλώσσα μου βρωμίζουν
πάρτα και χώσε τα στο στόμα μου βαθιά
κάνε με να έχω άδικο
κάνε με να το βουλώσω
γίνε μου άδικος χώρισέ μας, …χω ρε σε με
κράτα απ τους λυγμούς μου
εδώ στην τελευταία ξέρα
σβέρκος γίνε σου λύκου γκιαούρη
σβήσε, σβήσε τʼ άνδρόγυνα λόγια μου
κανκάγιες άσκημες γριές
ανάξιες κι ανάπυρους να μας μεγαλώσουν
και προπάντων άρπαξε απ τα χέρια τους το γόνο σου
το θεό μας δευτέρωσε αδακά
στον πάτο της εθιμικά κληρονομημένης συναλλαγής
παγώσαμε…τώρα
φύσηχτον ξανά στα στήθια μας
να τον κοιμήσουμε… μαζί για λίγο
για λίγο μʼέναν ύπνο κουρνιαχτό
που θα ξεθάψει τʼ όνειρο
όπου όλα τα στήθια θα βάνουν πλάτη για τα νώτα
για λίγο, για λίγο… κουκούλι μεταξένιο να ντυθούμε
για κειο τʼαθερινάκι που τη λαχτάρα αρνήθηκε
τόσα χρόνια στο πευκί παρατημένο κάμπιες να μας ζωγραφίζει

όμως εσύ σήκω κράτα απ τους λυγμούς μου και σήκω
εγώ θα του νανουρίζω τη συγγνώμη μας
σήκω να χωματιάσεις ξανά τα νύχια σου
να ιδρωθείς χέρια κουπιά, ασβεστωμένα
που σκάβουνε στα πίσω νερό να φέρουνε
κράτα απʼ τους λυγμούς μου
εδώ στην τελευταία ξέρα

όμως πρώτα σύμμασε όλες τούτες
πάνω πάνω είναι,πάνω μας
μας γελάνε τρώγοντας μας
μια μια τις υποθήκες του αέρα μας
που σκούζουνε κι άλλο κι άλλο
πουληθείτε οι σκρόφες
όλες οι γρήγορες εύκολες αυτόματες απεριόριστες
πλαστικές αλμπενίδικες δανεισμένες ανίδρωτες
φιάκικες αρυμαλλούσες ευκαιρίες μας
όλες τις αποδείξεις της συνενοχής μας
πέτα τες έξω
καθάρισε το σπίτι μας
κράτα σου λέω απ τους λυγμούς μου
εδώ στην τελευταία ξέρα
να θυμηθούμε ουρανό κι αέρα
και σφάξε τες στο γόνατο
αίμα απενοχής να τρέξει
να μας πιστέψει το ψαρόπουλο
να ματασπαρταρήσει
κύμα ορεγόμενο
ευλαβικός οδηγητής στα μέσα μας τραγούδια
κόκκινους από την τελευταία ξέρα
στα νερά μας, γέννα να μας κλέψει

άριμες επιθυμίες

σα στην πλατεία, στα τελειώματα
μιας εθνικής γιορτής
με μιαν ανάσα ναι, μιαν όχι
της δασκαλίτσας που δεν προκάμει
σειρά να βάνει μετά το μπισκοτολούκουμο
στα άρτι παρελαύνοντα ιδρωμένα μέτωπα
καθώς, με μια ξεκαρδισμένη αγωνία
πηλαλάνε για τη βρύση
που ταϊζει το κακό…να πάει καλιά του
έτσι ρίμα να φτιάεις
να λέεις μου να τραγουδάω
άμαν οξωνοιαστείς
και στην τρεχάλα παραβγείς
τʼοφτό ξεδιαλεγούδι
που έρχεται πάντα σε στιγμή
που απαρατά σου το τραγούδι

εσύ για σε
ιδιότροπέ μου εαυτέ
μπάλα κι ανασταρούδι

Ωραία μας κάποτε, εσώρουχα

πόσο ζωένια
στα μπούτια απέραντη
ανάσα στη σέλα έχω χύσει
να στανιάρω μυρωδάκι
απʼαλώνι αζύγιαστο
μονονταούλικο μαχόνι
στου βρακιού μου το καθημερνό
εν μύδρω μαρκόνι
που στʼάλογα ρυθμεί
επιστροφή

πουλάκια σε ναμάζηδες

τίπι τίπι ταπ
πουλάκια
μες στη ναιρημιά
βιολάκια

ζουρ και φουρ και βουρ
ρωτάνε
χόρτο για νάνθεί
για να ʽναι

άκρων που δε φτάνε
νάμα της οριάς
Θύτης ο βοριάς
κλωτσάει
της παραφωνιάς
να πάει

πα σε ρέκλες και βιτρίνες
σε σκουπίδια σε πλακάκια
σα λουμίνια τραπεζάκια
ξομπλιασμένες μας μυρσίνες

φαπ και μπαπ και γκνταπ
να βάνει
πα στην ασχημιά
χαρμάνι
χώμα νʼαλυχτά
να γιάνει
νόχι μια στριγκλιά
να ράνει
το μαράγκιο το γεράνι

Βούι βούι βαπ
γεράκι
μπι κεράς γιαπί
βάμμα ανθρωπινό
στης ληθιάς μας το κοράκι

κι όμως αντηχεί
τίπι τίπι ταπ
δε το και παραπατεί
αχ νά κει
τίπι τίπι ταπ
λαφράκι
τίπι τίπι ταπ
φοβιάκι
τρεις βολές μπουρδουκλωϊσιες
τσόφλιες προσευχές πλαϊσιες
τίπι τίπι ταπ
γλυτώνει
τούτου του καιρού
κι ορθώνει
κλάμμα τʼαγεριού
να σώνει
κόντρα άλλο μη ζαλώνει