ΤΙ ΧΑΡΑΜΑ ΚΙ ΑΥΤΟ

Καλημέρα κύριε Φυλλόπουλε
Τὶ χάραμα κι αὐτὸ
Ἡ αὐγὴ ἐνέσκηψε ἀπὸ λάθος δρόμο
Ἡ βροχὴ πέρασε μὲ κλαδευτήρια ἀπὸ ἀτσάλι
Ἡ μέρα κατάπιε σύννεφα καὶ φυλλωσιὲς
Κι ἐσὺ ἀμήχανος πῆρες τὶς ἀνηφόρες τῆς ὁμίχλης
Ἐπιπλέοντας πάνω σὲ βαρέλια καὶ παλιὰ τελάρα
Μʼ ἀκοῦτε κύριε Φυλλόπουλε;
Βρέχει ἀκόμα κύριε Φυλλόπουλε;
Εἶστε ἤ δὲν εἶστε ἄνθρωπος, πιὰ, δύστροπε γείτονα;

Αὐτὸ τὸ πρωινὸ δὲν ἀπαντάει σὲ κανένα.

ΠΡΟΤΡΕΧΟΝΤΑΣ

Κοντὰ σὲ δέντρα θέλω νʼ ἀποκοιμηθῶ: ἄς ποῦμε
ἰτιὲς μὲ ὑπόγεια νερὰ καὶ ἀγκιστρωμένες φωνὲς
προαπελθόντων. Βέβαια
λέω γιὰ τὴ μέρα ποὺ οἱ φίλοι
θὰ πάψουν πιὰ νὰ μʼ ἀγαποῦν
(πῶς νʼ ἀγαπᾶς μιὰ χούφτα ἀέρα;)
καὶ ἡ μόνη τιμὴ θὰ εἶναι νὰ μὲ θυμοῦνται.

ΙΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Ἔχει καιρὸ νὰ βρέξει. Τὸ χῶμα στέγνωσε.
Τὰ φύλλα ἐκλιπαροῦν τὴν κίτρινη φωταύγεια.
Καὶ ὁ ἄνεμος θερμὸς μᾶς ψιθυρίζει
Εἰδήσεις ἀπὸ μακρινὰ ναυάγια.
Μὰ ποιὸς ἀκόμα τὰ νομίζει μακρινά;
Γιʼ αὐτὸ σὲ θέλω τώρα. Αὐτὴν τὴν κρίσιμη
Στιγμὴ ἀκριβῶς, χωρὶς ἀναβολή. Τώρα.
Κρυφὴ κι ἀμίλητη νὰ κυριεύσεις τὴ ζωή μου.
Ὅπως ἱέρεια τοῦ φθινοπώρου
Ποὺ βάζει τάξη στὸ ρίγος καὶ τὴν ἔξαρση τῆς γῆς.
Πέσε –κρυφὴ- σὰν ξαφνική βροχὴ στὴν ξηρασία μου
Ἐπιθυμημένη βαθιὰ καὶ ἀξόδευτη ἀπὸ αἰῶνες.
Ἱέρεια σεπτὴ μὲ ὅλους τοὺς ἀνέμους
Νʼ ἀναστατώνουν τὰ μακριὰ μαλλιά σου.
Καὶ μὲ τὴν ὄψιμη εὐωδιὰ τῶν λουλουδιῶν
Στὰ ἰαματικά σου δάκρυα νὰ ἀντιλάμπεις.
Ἀμίαντη ὅπως πάντα νὰ προσέρχεσαι
Ἐντός μου.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Δὲν ὑπάρχει βαθύτερο πηγάδι ἀπὸ τὴ λησμονιά.
Δὲν ὑπάρχει ἀποδεκτὴ παρηγοριὰ
Χωρὶς μιὰ χάρη δωρεᾶς στὸν ἑαυτό μας.
Οἱ στίχοι τὶ εὔκολα ποὺ γράφονται
Καὶ οἱ στίχοι τὶ εὔκολα ποὺ σβήνουν.
Τὰ ποιήματα καὶ οἱ ποιητὲς
Θὰ φύγουν σὰν τὸ γοργὸ νερὸ.
Ἡ ποίηση θὰ μείνει. Λοιπὸν,
Ἡ ποίηση θὰ μείνει, εὐνόητο.
Ἀλλά, γιὰ κέρδος ἄν τὸ περνᾶς αὐτὸ
Ἔλα νὰ μοῦ τὸ πεῖς.

ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Σιωπὲς, κίτρινα φύλλα καὶ στάσιμα νερὰ
ναρκώνουν τὸν κάμπο.
Οἱ δρόμοι ἔρημοι.
Στὶς ἐσοχὲς τοῦ ὕπνου τὰ πουλιὰ
κρύβουν τὸν φόβο τους.
Ἄνθρωποι κουρασμένοι
δοκιμάζουν τὶς ἀντοχές τους
μέσα σὲ φευγαλέα ὄνειρα.

Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Τὰ χρόνια πάντα στὸν κατήφορο κυλοῦν.
Περπάτησα καὶ ξαναπερπάτησα
χωρὶς νὰ φτάσω πουθενά.
Τόσο μόνος μέσα σὲ μιὰν ἀπέραντη ἐπικράτεια
ἀπὸ μεγάλες σιωπές,
κίτρινα φύλλα
καὶ στάσιμα νερά.

Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Σὲ λίγο θὰ εἶναι μόνο βράδυ.

ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΜΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ ΜΟΥ

Μὲς στὴν ἀκμὴ τῆς θλίψης μου
Γέρνει σὰν μαῦρο νούφαρο
Ἡ ἐκλεκτή μου.
Μὲ ἀστροφώτιστα ἔρχεται πετράδια στὸ λαιμὸ
Καὶ μυστικὰ φανάρια κάτω ἀπὸ τὴ γλώσσα.
Βγαίνει ἀπʼ τὴ μνήμη μέσα τοῦ βουνοῦ
Καὶ τὶς βεντάλιες τῆς στυφῆς πεδιάδας.
Χαῖρε – φωνάζω – ἀψεγάδιαστη
Πριγκίπισσα τοῦ ποταμοῦ
Κρυφὲ μαγνήτη τοῦ ἄγριου δάσους.
Φέρε τὰ κατευναστικὰ τὰ λόγια σου
Καὶ τὴν ἰκμάδα τῶν ματιῶν σου
Φέρε τὶς μεταξένιες ἴνες σου
Καὶ ὕφανε τὴν ἀπόκοσμη αἰώρα.
Σʼ αὐτὴν μονάχα θέλω τώρα νὰ ἀποκοιμηθῶ.
Σʼ αὐτήν νὰ δῶ τὸ ὂνειρο ποὺ διηγοῦμαι κιόλας.
Κι ὅσοι μʼ ἀκοῦτε νὰ θαυμάσετε
Τὴ μαγεμένη ὑφάντρα τῆς ζωῆς μου
Ποὺ μὲ χλωρὸ σκοινὶ κληματαριᾶς μʼ ἀργοκουνάει
Πέρα ἀπʼ τὸν ὕπνο.

Ο ΜΟΝΟΧΕΙΡ

Μὲ τὸ ἐλλεῖπον χέρι πίνει τὸν καφέ του
ὁ μονόχειρας. Μὲ ἀπέριττες φασματικὲς
κινήσεις πιάνει τὸ φλυτζάνι
ἀνασηκώνει τὸ βλέμμα
ἐποπτεύει ἐνδοσκοπικὰ τὸν χῶρο.
Ἄψογος ἀπαλείφει κάθε αὐταπάτη
καὶ ἀμφιβολία τοῦ μικρόκοσμου.
Σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ αἰχμαλωτίζει τοὺς καθρέφτες
ἀπρόσιτος συμπεριφέρεται
μὲ αὐτὸ τὸ μέλος-φάντασμα νὰ καταστρώνει
χτυπήματα στὴν καθημερινότητα
δηλώνοντας ταυτόχρονα παρὼν – ἀπὼν
σʼ ὅλα τὰ πεπραγμένα της.