Στη μνήμη
του Τάσου
I
Με το μέτωπο της νύχτας να πλένεται
σε μιας σελήνης το φως που έτρεμε
την αντοχή της θάλασσας
ήρθε χθες ένας φίλος έγνεψε
ενώ τα χείλη του αρχαίες
καλούσαν καταιγίδες
το σκοτάδι αντιστρέφαν
καιρό τώρα χαμένος στην αλμύρα της γης
ώσπου την παλιά του ξέβρασε φωνή
για ν’ απομείνουν σκιές
λέξεις κρεμασμένες
στην άκρη της μνήμης
…τις φωνές των άλλων κρατάμε
άλλο τίποτα ίσως
ακόμη ένα δυο βλέμματα είναι
ό, τι διαιρούμε απ’ τον κόσμο
όμως δες πως κοιμάται το πράσινο των λόφων
γύρω απ’ αυτή τη τρυφερή μουσική
των μάταιων ορισμών των πραγμάτων
καθώς πασχίζω να θυμηθώ
τα βότσαλα που διάλεγα μικρός
είναι ο αιώνας μου σκυμμένος
πάνω απ’ ένα λαμπρό αντίο…
αν έγινα βάρκα του χρόνου χαμόγελο
των άστρων που λιώνουν
ασύλληπτος παραμένει ο κόπος
να λογαριάζεις τη νεκρότητα
…δες τώρα αυτό το λευκό των λέξεων
την ανταύγεια της σιωπής
όσο το αλφάβητο θρηνεί
και στα χέρια σβήνουν οι στίχοι
όνειρα μιας ανεκπλήρωτης εποχής
αγκαλιές από βάσανα
…ο θρήνος των δέντρων
δε μ’ αφήνει πια να κοιμηθώ
και κουβαλώ τούτα δω τα βράχια
μέχρι να χασμουρηθεί ο ήλιος
με βρει να μετρώ κύματα
ως ν’ ανέβει η θάλασσα ψηλά
στα σύννεφα και γίνει ουρανός
φωνή μικρού παιδιού και άρνηση
στους μάταιους ορισμούς των πραγμάτων
γιατί κανένα αλφάβητο
δεν χωρά τα φωνήεντα της γης…
είναι ο αιώνας μου σκυμμένος
πάνω απ’ ένα λαμπρό αντίο
οι φίλοι μου πέτρινοι
ψίθυροι μου χαϊδεύουν
το πρόσωπο ριγμένο
σ’ ένα δοχείο από στιγμές
που κατάπιε ο χρόνος
όμορφα όνειρα θα δούμε απόψε
…είναι πάλι φορές που κλείνω τα μάτια
και βλέπω ότι ζω μα όταν τ’ ανοίγω
νιώθω έναν πόνο στο στήθος
μια ανάσα να λιγοστεύει
ώσπου οι χτύποι της καρδιάς
γίνουν κρύες λεπίδες δάκρυα
στα έρημα χέρια της νύχτας
…δεν περιμένω άλλα χρώματα
καπνούς ανάσανα ήλιους αντίκρισα
λόγια χάραξα στην ομίχλη
αλλά ακόμα θυμάμαι να σφίγγω
τη ματιά ενός κοριτσιού που φεύγει
ύστερα βλέπω να φεύγουν οι εποχές
άνεμοι να φυσούν επίμονες συνήθειες
κι ανήμπορος να κοιτάξω κατάματα
τις φλόγες που σκάβουν
τους κροτάφους της θλίψης
βλέπω…τον αιώνα μου σκυμμένο
πάνω απ’ ένα λαμπρό αστείο
ΙΙ
Όταν χάσω τη σκιά μου
θα σ’ ακολουθήσω
θα ‘ναι τότε οι λέξεις
περήφανες τροχιές
από ηφαίστεια φωνές
να κερνούν το μέλλον
θάλασσες σκέψεις
μακρινές θ’ αγρυπνούν
σε κήπους παιδικούς
με γέλια δούρεια
αλογάκια του χρόνου
μες τους ιδρώτες
του μεσημεριού
θα λάμπει το κρασί
παρέα με τους φίλους
όταν χάσω τη σκιά μου
θα σ’ ακολουθήσω
μέχρι την άνοιξη
και τα κυκλάμινα
πέρα απ’ τα ζώδια
πέρα απ’ τη νύχτα
της ελπίδας











Ένας μοναχικός θρήνος που απλώνεται σε όλες τις ευαίσθητες συχνότητες της ανθρωπιάς. Με όλη την τραγική αίσθηση, όλη την επίγνωση της ματαιότητας αυτού του κόσμου, που γίνεται κόσμος μόνο μέσα στα μάτια μας, μόνο μέσα στον πόνο μας, μόνο μέσα στη βαθιά σχέση μας με τους άλλους.
kai h skia apo thn plateia attikhs apanthse
mh fovhtheis ola ta soyrgela ta noymera kai toys apatewnes
stis geitonies koitoyn apegnwsmena ta pshfiaka noymera kai karteroyn ta vivlia ths ergatikhs estias apo ta programmatismena vivliopolia kai toys progammatismenoys nekroys. apo ta programmatismena kentra toy ote twn programmatismenwn onomatwn kai toys programmatismenoys hthopoioys ths tv.
manos stefanidis, otan o karagatshs psonise apo to bed kai path h wra htan 9.
Ένα δυνατό ανδρικό μοιρολόι
γύρω από τον φίλο
γύρω απ΄τον αιώνα (του).
Τα “Σημάδια από κύμα” είναι ποιήματα που “προκύπτουν” απ’ τον θάνατο ενός οικείου. Ο δημιουργός τους διέπεται απ’ την τραγική αίσθηση της απώλειας και του αμετάκλητου θανάτου του φίλου, ωστόσο την επεξεργάζεται γυρνώντας στα παιδικά του χρόνια και στους πρώτους έρωτες και ταυτιζόμενος μερικώς με τη φύση, προτάσσει την τρυφερότητα και τη στωικότητα ως τη δυνατή στάση του πάσχοντας ανθρώπου. Αναζητά τον πραγματικό Άλλο στο συνάνθρωπο του, όπως και στο “χαμένο” φίλο, αλλά όταν δεν το κατορθώνει γυρνά στην πέτρα, στη φύση, στην ιστορία, στις μνήμες και στην αίσθηση του κόσμου.
Σπαρακτικός ο Ν. Βουτυρόπουλος όταν μας λέει
“οι φίλοι μου πέτρινοι/ψίθυροι μου χαϊδεύουν/το πρόσωπο ριγμένο/σ’ ένα δοχείο από στιγμές/που κατάπιε ο χρόνος”, και τρυφερός διατηρώντας την απόσταση της γνώσης και της επίγνωσης, προσπαθώντας να υπερβεί την τραγική μας μοίρα βρίσκοντας συμμετρίες και καθαρότητα στα παιδικά του βότσαλα: “όμως δες πως κοιμάται το πράσινο των λόφων/γύρω απ’ αυτή τη τρυφερή μουσική/των μάταιων ορισμών των πραγμάτων/καθώς πασχίζω να θυμηθώ/τα βότσαλα που διάλεγα μικρός”. Βέβαια “ασύλληπτος παραμένει ο κόπος/να λογαριάζεις τη νεκρότητα/ δες τώρα αυτό το λευκό των λέξεων/
την ανταύγεια της σιωπής/όσο το αλφάβητο θρηνεί/
και στα χέρια σβήνουν οι στίχοι”. Εξ’ αρχής γνωρίζει το μάταιο της δημιουργικής προσπάθειας του ανθρώπου και της καταγραφής των αποχρώσεων και των δυνατών σχέσεων, και έτσι καταλήγει να προτάσσει την ανθρώπινη σχέση, τον φίλο που προτιμά από το έργο.
“άρνηση
στους μάταιους ορισμούς των πραγμάτων
γιατί κανένα αλφάβητο
δεν χωρά τα φωνήεντα της γης…
είναι ο αιώνας μου σκυμμένος
πάνω απ’ ένα λαμπρό αντίο
οι φίλοι μου πέτρινοι
ψίθυροι μου χαϊδεύουν
το πρόσωπο ριγμένο
σ’ ένα δοχείο από στιγμές
που κατάπιε ο χρόνος”
“θυμάμαι να σφίγγω
τη ματιά ενός κοριτσιού που φεύγει
ύστερα βλέπω να φεύγουν οι εποχές
άνεμοι να φυσούν επίμονες συνήθειες
κι ανήμπορος να κοιτάξω κατάματα
τις φλόγες που σκάβουν
τους κροτάφους της θλίψης
βλέπω…τον αιώνα μου σκυμμένο
πάνω απ’ ένα λαμπρό αστείο”
Όταν μιλάει το κύμα, ακούμε τη ζωή!
«Όταν χάσω τη σκιά μου
θα σʼ ακολουθήσω»
Λίγα λόγια όσο αυτά μπορούν να περιγράψουν τη μοναξιά που βιώνουμε απέναντι στον «αιώνα μας το σκυμμένο πάνω από το λαμπρό αντίο». Τα υπόλοιπα περνούν ως ταινία όπου «θυμόμαστε να ζούμε» στιγμές «που φεύγουν»…
Ένας θρήνος που ηχεί χωρίς λέξεις στη καρδιά του καθ’ ενός, κι ο άξιος ποιητής τον κάνει ποίημα.
Για μιά κοινή θνητή σαν εμένα, τα λόγια του έχουν την παγωνιά ενός μαχαιριού χωμένου σιωπηλά κι ανύποπτα μα με μεγάλη τέχνη ανάμεσα στα παϊδια της μνήμης. Που οδυνηρα εκεί μένει, χωρις ποτέ να ενσωματώνεται, χωρίς ποτέ να βγαίνει.
Δεν χάνεις αίμα, δεν θα πεθάνεις. Θα ζεις με μιά λάμα αμείλικτη μέσα σου, που η κορφή της θα δείχνει, σαν δάκτυλο, το τέλος.
Μέσα σου κι αυτό.
Ευχαριστώ, Νίκο!
Οι λέξεις με οδήγησαν σε μια ακόμα πτώση… πτώση σαν αυτή που ξεκολλά το μυτίκι του βράχου και βρίσκεσαι στο κενό. Ενα κενό που ξέρεις θα το σταματήσει το σχοινί αλλά κατά βαθος θάθελες να μην είχε τέλος.
ευχαριστώ νικο