Γιώργου Χαριτωνίδη εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ» 2008
«Με την κίνηση των υαλοκαθαριστήρων»

54

Βιογραφικό μη μου ζητάτε.
Δεν γεννήθηκα.
Πέθανα απευθείας στη Λάπηθο.
(παρθενογένεσις, αντίθετη έννοια).
Ως σκόνη μόνο υπάρχω.
Μετά, που με ξεσκόνισαν
απ’ το βορινό παράθυρο του σπιτιού μου,
ως προσφυγόσκονη κατακαθήμενη
ζω στην Αθήνα.

Συχνά οι νοικοκυρές με καθαρίζουν
απ’ τα τζάμια τους.

1

Γύρω στις έντεκα με δώδεκα τη νύχτα,
την ώρα που νυστάζω,
μαζεύω τα στρατεύματα.
Γύρω στις έντεκα με δώδεκα τη νύχτα,
την ώρα που νυστάζω,
ανακαταλαμβάνω το κάστρο της Κερύνειας .

7

Με την κίνηση των υαλοκαθαριστήρων,
σχήμα ελλειπτικό σκηνής θεάτρου.
Προβάλλουν εικόνες καθαρές,
ψιλή βροχή θολώνει,
διαγράφει το ρυθμικό
τρίξιμο στο τζάμι.
Άλλες εμφανίζονται,
για να διωχτούν και αυτές
στο πλάι,
σαν δακρύων γραμμή
στο οδόστρωμα.
Στο πιτσίλισμα των τροχών
σπαράζουν φωνές,
δυναμώνει η βροχή,
αναβοσβήνει το φλας,
προς το οδόφραγμα.

24

Ο υαλοκαθαριστήρας,
ματαίως προσπαθούσε να διαγράψει
των είκοσί μου χρόνων την εικόνα
στο πίσω τζάμι.
Το νεανικό πρόσωπό μου
κοιτούσα από το καθρεφτάκι του οδηγού
να τρέχει με προσπάθεια αγωνιώδη
ανάμεσα σε βόμβες ναπάλμ.
Ίσως προφτάσει το αυτοκίνητο μου
καθώς προχωρούσε μέσα στο ψιλόβροχο
από Κερύνεια προς Λάπηθο.

10

Αν έπρεπε να αφανιστούμε,
αν έπρεπε να χάσουμε σπίτια και περιουσίες,
υπήρχαν πολλές καταστροφές.
οι σεισμοί,
οι πλημμύρες,
οι πυρκαγιές.

8

Φαντάροι,
λίγες μέρες πριν απ’ το κακό,
ζητήσαμε έξοδο,
να επισκεφτούμε το ναυάγιο.
Το χαϊδέψαμε με το βλέμμα ώρα πολλή,
σε μια αίθουσα του κάστρου.
Δεν ήτανε άγονη η γραμμή,
τέταρτο προ χριστού αιώνα,
Σάμος-Ρόδος-Νίσυρος-Κύπρος.
Δεν ήταν άγονη γραμμή
για το τελευταίο,
στην Κερύνεια,
πλοίο που είδαμε
ελληνικό.

12

Και την όψη
και την κόψη
γνωρίσαμε
Αττίλα τρομερού.

22
Στο Πέντε Μίλι στην ακτή,
σκοτωμένα σώματα του Ιούλη,
ανάσκελα μπρούμυτα,
αγνοούμενα έμειναν εκεί.
Στο Πέντε Μίλι στην ακτή,
τώρα σώματα στην ίδια θέση
Αγγλοσαξόνων,
στην ίδια στάση,
ρουφούν σε τιμή ευκαιρίας
της Κερύνειας
τον ήλιο.

9

Στο βομβαρδισμένο σπίτι,
μια κάμαρη μόνο ορθή.
Κοτέτσι σήμερα έποικου,
στη θέση τους τα έπιπλα.
Μόνο η βιβλιοθήκη μπρούμυτα
κάτω πεσμένη,
νεκρός από πισώπλατη σφαίρα.
Τα βιβλία σκόρπια πτώματα,
τυμπανισμένα.
Στις λέξεις τους,
πατούν και κουτσουλούν οι κότες.
Το σύρμα την είσοδο κόβει,
τίτλους δεν ξεχωρίζω βιβλίων.
Ο κόκορας μετακινήθηκε,
τα μαλλιά ενός σκίτσου
στο εξώφυλλο προβάλλουν.
Διονυσίου Σολωμού
«Ύμνος εις την Ελευθερία».

48

Ο πλανόδιος διαλαλούσε τα καρπούζια του.
Με μια κίνηση
μοίρασε ένα μπροστά μας.
Η γλυκάδα, η δροσιά αναδύθηκαν
και απ τα δυο του μέρη.
Καλό παράδειγμα
για μοιρασμένη πόλη.
Εκείνη τη μέρα φυσούσε βοριαδάκι
στη Λευκωσία.