ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ

Να θυσιάσω θέλω εκατόμβες σε βωμούς,
πάνω από τάφους αληθινούς
και όχι άλλα κενοτάφια
και τιμές ν’ αποδώσω σε νεκρούς,
πείτε μου μόνο
ποιοι είναι οι ήρωες μου.

1. ΠΡΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ

ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ (στον ηρωομάρτυρα του 1996)

1.Προς Σολωμό Σολωμού:
Πού τα βρήκες αυτά τα σκονισμένα λάβαρα,
σε ποια χρονοντούλαπα της ιστορίας και τα ξέθαψες,
κι ανηλεώς καπηλεύτηκες τον πατριωτισμό μας;

2.Σολωμός:
«Σήμερα μπορώ να κοιτάζω
τον ήλιο κατάματα,
ν’ αντικρίζω κατάματα το φως
κι ας έχει φανεί ο Εφιάλτης
κι ας έχουν επί τέλους
οι Μήδοι διαβεί»

4. ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΚΟΥ
Τα μοιρολόγια της μάνας του αγνοούμενου

Η θλίψη μες τα μάτια σου σημάδι ήταν του χάρου,
που ήρθε γιε μου μιαν αυγή το νήμα να σου κόψει,
γιατί τη θλίψη όσ’ έχουνε στα μάτια, μου το λέγαν,
πως είναι ολιγόζωοι και νέοι θα πεθάνουν.

Τα μάτια εκείνα τα μελιά που αγνάντευαν τον κόσμο,
σαν δυο καράβια στο νοτιά σφυρίζανε και φεύγαν,
και γω το μάντευα, θαρρείς και μάγισσες μου το ’παν,
πως μαύρα θ’ άνοιγες πανιά γι’ αλαργινό ταξίδι.

Μέσα στα μάτια σου η αυγή, το φως μες την καρδιά σου
και μες στα χέρια σου η στραπή, το άδικο να καίει
και γω φωτιά πυρούμενη π’ ανάβει και θεριεύει,
γιατί το ’ξερα σπλάχνο μου, το τέλος σου ποιο θα ταν.

5.
Ξύπνα αϊτέ μου, πώς μπορείς στο χώμα να κοιμάσαι,
πώς τις πλατιές φτερούγες σου τις άφησες να λιώνουν,
πώς τα μελιά τα μάτια σου δίχα το φως να σβήνουν;
Ξύπνα κι ήρθαν οι φίλοι σου να σε ποχαιρετήσουν
κι ήρθαν λεβέντες της φωτιάς στεφάνια να σου πλέξουν
κι ήρθαν οι δυο σου οι αδελφές γαμπρό να σε στολίσουν
και τα πουλιά στο μνήμα σου νερό να πιουν της δόξας,
αθάνατα να μείνουνε, τραγούδι για να λένε,
για παλικάρια ολόλαμπρα και άντρες τιμημένους.

. ΕΝΔΗΜΙΚΟ *

Μέσα μου ο τρόμος δεν πεθαίνει
κάποτε αναρωτιέμαι αν η σάρκα
τρέφεται απ’ την ψυχή, ή το ανάποδο.
Μέσα μου τα τέρατα επιβιώνουν.
Κάποιων ανθρώπων τα πρόσωπα
είναι φρικτά
κι αναζητούν τα είδωλα τους
στην ψυχή μου.
Περιφέρω το μισό μου σώμα
σ’ αίθουσες και διαδρόμους
ασφυκτικά γεμάτους από φίλους.
Στ’ άλλο μισό ενδημεί ο τρόμος
μέσα σε τζάμια
και σπασμένες γέφυρες,
μέσα σε φίλους νεκρούς
που μου τους πήρε ως λάφυρα,
μέσα σε τερατόμορφους ανθρώπους
που μου θυμίζουν πράγματα
που προσπαθώ να θάψω.

* Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Άνευ, Άνοιξη 2010

Ούλον θωρείς την θάλασσαν

Ούλον θωρείς την θάλασσαν τζαι τάσσεις της πετράθκια,
το τζύμμαν της το άγριον νάκκον για να μερώσει
τζαι της ψυσιής σου της φτωσιής συνάεις τα κομμάθκια,
πέτραν να σύρει πίσω της τζι άσπρον παννίν ν’ απλώσει.

Γιατί τ’ αμμάθκια σου τα δκυο, λαλούν πως εν καθρέφτης
τζαι μέσα τους πως φαίνουνται τζαι θάλασσες τζαι ξέρη,
τζι αν έσιει πλάσμαν ποννα πει τ’ ανάποδον, εν ψεύτης
τζαι την αλήθκειαν πούποτε, με γνώρισεν με ξέρει.

Άννοιξες όπως τα φτερά τ’ άσπρα τα δκυο σου σιέρκα,
μέσα εις τες αγκάλες σου να με ποσιαιρετίσεις,
τζαι μες τα στήθη τα φτωχά μού εκάρφωσες μασιαίρκα,
τζι έγειρα όπως το πουλλίν να με ποτζιεφαλίσεις.

Μανούλλα μου, τ’ αμμάθκια μου δκυο ποταμοί που τρέχουν,
τζι απού τον αναστεναμόν ραΐζουσιν τα όρη,
αντάν να δω στον ύπνον μου πλεούμενα να φεύκουν
τζι εσέναν πάνω να πετάς τζαι να μου φεύκεις, κόρη.

Το ποίημα «ούλον θωρείς την θάλασσαν» πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Άνευ» , Καλοκαίρι 2009


Το βιβλίο αφιερώνεται:
Στη μνήμη του πατέρα μου, Κυριάκου Μαγγανή, που έφυγε την Άνοιξη ..
Είχε λάβει μέρος στην αντίσταση κατά του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974 και συνελήφθη από τους πραξικοπηματίες μπροστά στα μάτια της οικογένειας μας και φυλακίστηκε.

Στη μνήμη του θείου μου, Αντρέα Χατζηχριστοδούλου του Πέτρου, που εκτελέστηκε από τους Αττίλες το 1974 εν ψυχρώ, αφού πιάστηκε αιχμάλωτος, ενώ πολεμούσε εναντίον των εισβολέων. Παρέμενε αγνοούμενος μέχρι πρόσφατα. Τα οστά του βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο στην Κερύνεια και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA. Ακόμα βρέθηκε ένα κομμάτι απ’ το θαλασσί πουκάμισο που του είχε ράψει η μητέρα μου, η αδελφή του, όπως και μια μαύρη κάλτσα που φορούσε.

Σε όλους τους καλούς ανθρώπους, των οποίων τη μεγαλοψυχία μαρτυρούν τα ίδια τους τα μάτια.
«Το είπεν ένας γέροντας και δεν εβγήκε ψεύτης,
ότι τα μάτια είν’ της καρδιάς αλάνθαστος καθρέφτης»
(το δίστιχο από τη μάνα μου, που θυμάται πως το απάγγελλε ο πατέρας της).


ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ

ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μέσα στον κόσμο
το κοράκι είναι ο πόνος
και το δέντρο ο ποιητής
και μέσα στον ποιητή
κοιμάται ένα κρυφό ποτάμι.
Πετάει το κοράκι, αναδιπλώνεται,
πιάνει κορφές εκεί ψηλά
μέσα στο δάσος,
βρίσκει τροφή και γυρνάει στο χώμα,
βρίσκει νερό στο μυστικό ποτάμι, ξεδιψά.
Τις νύχτες γυρνάει ξανά στο δέντρο
και γίνονται οι κραυγές του ποίημα
και γίνεται ο κόσμος πιο πλατύς
κι ο χρόνος γίνεται βαθύτερος.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Κλειδώσαμε τις πόρτες με λουκέτο
και τα παράθυρα σφαλίσαμε
με σιδερένιο σύρτη.
Δε χρειάζονται πια άλλοι μαντατοφόροι,
άλλοι ταχυδρόμοι,
άλλα πουλιά να προμηνύσουν
καποιανού την έλευση.
Δεν περιμένουμε πια κανέναν.
Το τελευταίο χελιδόνι
γύρισε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα
κλεισμένο σ’ ένα ξύλινο οστεοφυλάκιο.

Στη μνήμη του έως προσφάτως αγνοούμενου.

Η ΝΙΚΗ

Μια νίκη μετριέται πάντοτε
από τα λάφυρα που περιφέρει
ο νικητής, τρανά μες
του θριάμβου τις αψίδες.
Μα πιότερο μετριέται
από τα δάκρυα, που έχει αδειάσει
ο ηττημένος
στα ποτάμια του κόσμου.
Τότε τα ποτάμια
στέκουν πικραμένα στα βουνά,
αρμύρα γεμισμένα
και μένουν διψασμένοι μες τη γη
κι οι πιο τρανοί στρατηλάτες.