Ὁ Δοῦλος
Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.










Καβαφικό στυλ απ’ ότι βλέπω.
Γεμάτο συμβολισμούς και εικόνες γεμάτες νοήματα.
Αυτό το στυλ του Καβάφη επανεμφανίζεται σήμερα σε πολλούς ποιητές και είναι ένας πετυχημένος τρόπος έκφρασης.
Αν κάνω λάθος διορθώστε με.
Χαίρομαι που δε βάλατε καμία ημερομηνία.
Δεν την χρειαζόταν.
Γράφτηκε πριν εκατό χρόνια
Γράφτηκε σήμερα το πρωί
Θα ματαγραφεί σε άλλα εκατό.
ΥΓ. Μια ενδεικτική λίστα των σημαντικότερων παρουσιάσεων του στο διαδίκτυο:
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=222
http://www.poiein.gr/archives/3171/index.html
http://www.sarantakos.com/kibwtos/elgr/katsaros_bgeniw.htm
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/mixalhs_katsaros_poems.htm
όσον αφορά το σχόλιο του ξέφωτου μια καλή παραπομπή είναι εδώ
http://www.kavafis.gr/kavafology/articles/content.asp?id=11
Διαβάζοντας τούτο το ποίημα του Κατσαρού, αναρωτιέσαι τι έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα και οι ποιητές κλείστηκαν μέσα στον μικροβιόκοσμο (και μικρός και γεμάτος μικρόβια) του εαυτού τους, τρέμοντας και δίνοντας εξετάσεις στους σνομπ φιλοσοφικοαισθητικοψιττακούς; Και προσοχή όταν σας απονέμουν την εύνοιά τους. Φυλαχτείτε.
Τουλάχιστον υπάρχουν κι αυτοί που μας ξυπνάν εδώ κει, με την ανάρτηση τέτοιων ποιημάτων. Τους ευχαριστώ.
φιλοσοφικοαισθητικοψιττακός γίνεσαι κι εσύ όταν απονέμεις την εύνοιά σου Σκληβανιώτη?
Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X. /Καβάφης
Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ’ όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
…προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.
Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μʼ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.
Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.
Στέκομουν κʼ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κʼ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ’ αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και νʼ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.
Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τʼ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσʼ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κʼ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).
Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κʼ εμάς.
Aπʼ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μʼ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απʼ τον κύκλο μας, κʼ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».
Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κʼ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απʼ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απʼ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.
Ένας είναι ο κόσμος κύριε Σκληβανιώτη. Τα στεγανά είναι απλές οφθαλμαπάτες.
Αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας, δεν έχει ποιοτικές μεταβολές…
Γιώργο, το θέμα είναι ο Καβάφης από που άντλησε… Κι εδώ υπάρχει θέμα όχι για άρθρο ή άρθρα, αλλά για τόμους…
Οι πύργοι ποτέ δεν είναι ”ατίθασοι”…Ούτε καν αυτός της Βαβέλ…
Εδώ θέλω να πιστεύω πως γίνεται ένας φυσιολογικός διάλογος μεταξύ ανθρώπων που μελετούν ποίηση. Δεν καταλαβαίνω φράσεις όπως “απονέμεις την εύνοια σου”.
Οπωσδήποτε τα πάντα όσα γράφονται έχουν και αρνητικά και θετικά στοιχεία. Η άκρως αρνητική – απορριπτική στάση δεν είναι φυσιολογικός διάλογος, παρά επίθεση, που τις περισσότερες φορές στο χώρο των γραμμάτων, γίνεται δυστυχώς για αλλότριους λόγους.
(χωρίς βέβαια να αναφέρομαι στα οιαδήποτε σχόλια επισκεπτών υπάρχουν σ’ αυτή τη σελίδα, αλλά μιλώντας γενικά για τον χώρο των γραμμάτων και τεχνών)
Φίλε Γιώργο και παρθενογένεση δεν υπάρχει αλλά και οι πύργοι κάποτε θα πέσουν.
Το θέμα όμως είναι αν ο ποιητής και ο καλλιτέχνης που θέλουν να εκφράσουν την απέχθεια τους για το πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον τους μπορούν να το κάνουν χωρίς να υπονοείται καταστροφή. Η ποιοτική διαφορά, επί του περιεχομένου, ανάμεσα στο παρόν ποίημα και στο κείμενο για το ψαράκι της γυάλας είναι τεράστια (την οποία αναφέρω λόγω του πρόσφατου γιατί θεματικά δεν είναι η μόνη που κινείται πάνω κάτω στην ίδια λογική).
Κατ΄ εμέ είναι αδύνατο.
[Τονίζω το υπονοείται γιατί ο κίνδυνος να αμβλυνθούν τα πάντα σε τέχνη είναι τεράστιος. Όπως, ας πούμε, η δήλωση του Στοκχάουζεν ότι η επίθεση στους δίδυμους πύργους είναι το κορυφαίο έργο τέχνης είναι λάθος, γιατί πρώτον επιδιώχθηκε να υπάρχουν νεκροί – κάτι αδιανόητο για ένα έργο τέχνης που βέβαια είναι τελείως άλλο το τι θα συμβεί από ένα ξέσπασμα που υποδαυλίστηκε από ένα έργο τέχνης ή από την όποια εικονική αναπαράσταση – και δεύτερον γιατί δεν έγινε στο όνομα του ανθρώπου.]
Ωχ κύριε Πρίμπα, με την παρένθεσή σας
ανοίγετε θέμα και για τον δικό μας τον “Τσόφλη” (όπως τον είχε σκιαγραφήσει κάποτε ο Ακριθάκης) και θα χυθεί πολύ πλήκτρο μού φαίνεται…
Οι πύργοι θα πέσουν; Αα μπα, έχουν πέσει προ πολλού στο optimo statu reipublicae deque nova insula Utopia.
Θα μου επιτρέψετε μιαν άλλη ακόμη «φρέσκια» παραπομπή που έβαλα λίγο κι εγώ τα χεράκια μου…
https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/09/08/katsaros-ammon-temenos/
από το “Οροπέδιο”
Δεν ήρθα να ξαφνιάσω τις μέρες σας –
δεν κρατώ τη ρομφαία.
Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στο πλήθος σας
μαζεύοντας σκόρπιους σπόρους.
Δεν ήρθα να σταματήσω τους ποταμούς τα νερά
τους καρπούς – δεν ήρθα.
Κυκλοφορούσα μέσα στους στίχους σας –
τόσους αιώνες
Ανέμιζα μαύρα λάβαρα στις αρτηρίες των δρόμων
με την καρδιά μου καρφωμένη στο φοβερό πάσσαλο
σας καλούσα –
Δεν ήρθα να καταργήσω το νόμο.
Ανεβαίνω εδώ σ΄αυτή την αγχόνη –
αυτή τη στιγμή
σας δίνω το σχήμα σας – σας καλώ.
Δεν ήρθα σας ξένος – δεν ήρθα.
Είμαι ο άνεμος η βροχή τα έρημα δάση
είμαι ο καταράχτης το νερό το πουλί
αυτή η πόλη και η άλλη –
είμαι ο δρόμος η αυγή το τελευταίο λιμάνι
η καρδιά μου
το πρόσωπό μου και το δικό σας
είμαι εδώ και αλλού και παντού
μέσα στ΄αγέρι – μέσα στις παλιές ημερομηνίες
μέσα στα πλοία- στους ήχους – στους αγρούς
στα εργοστάσια είμαι – στις σκοτεινές αίθουσες
στ΄άδεια δωμάτια – στους εραστές – στα ερείπια
στις καμπάνες
μόνος μόνος μόνος
απ΄την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου,
Και τώρα εδώ πάνω σ΄αυτό το οροπέδιο σας καλώ
τώρα που θα βυθίσω το μαχαίρι στο στήθος
να σας δώσω το αίμα μου –
άνθη τεράστιες πόρτες ουρανοί τρέμουν κυλάνε
μπροστά στα πόδια σας στα όνειρα σας στο ψωμί
κρότοι καταστροφή και νέα αυγή κατεβαίνει.
Ο άνεμος μου κάθε νύχτα με παγώνει.
ΕΡΩΤΗΜΑ Α΄
Και γιατί να θεωρείται ”κατάπτυστος” ή ”ανάξιος” όποιος δανείζεται ή θυμίζει κάτι απ΄ τον Καβάφη, ενώ αντιθέτως να θεωρείται σχεδόν πρωτοπόρος όποιος δανείζεται απ΄ τον Καριωτάκη, τον Λαπαθιώτη ή τον Λαμαρτίνο;
Στα χέρια της διαδικτυακής Κίρκης, ποιητή του απείρου και της καθολικής αναρχίας, με δεσμά από δίκτυο λέξεων, απόπειρες φίμωσης με ριπές από ιστορίες λογοτεχνίας, ολολύζω: “Αντισταθήτε/ σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι/ και λέει: Καλά είμαι εδώ”…