Ο φοβερός φονιάς Τζων Μπολ
Αλλά και αν έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε
είναι γιατί το βλέμμα ήμουν
που μετατόπιζε μέσα σας φωνές πνιγμένων.
Κι αν πικρός μονίμως γυρνούσα
είναι γιατί μια καρδιά είχα σαν το θηρίο τρομαγμένη
που, ενώ το περίμενες πρηνής,
αυτό από την πίσω ήδη μεριά του θάμνου
αναγκασμένο ήταν να φύγει.
Όσο γι’ αυτά που έκανα τα πλήρωσα όλα,
πιστέψτε με, ακριβά, μια ζωή μένοντας μόνος.
Σαν το κερί που ξέχασε ο καντηλανάφτης στο μανουάλι
και σαν το κρασί που δεν ήπιε, στο τραπέζι,
ο αλκοολικός, γιατί τον προσέβαλαν.
Σαν τη ζυγαριά
σε αποβάθρα σταθμού χρόνια καταργημένου
και σαν το κλειδί που μήνες το βλέπαμε στην άκρη του δρόμου,
πλήν όμως κανείς δεν το έπαιρνε
γιατί κανένας δεν ήξερε,
γιατί κανένας δεν ήξερε την πόρτα του.
Γι’ αυτό και έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε.
Διότι το λάδι μπορεί να ήμουν
που γιάτρευε την πληγή σας, αλλά και ο καρπός
που τον πάτησε το ζώο ήμουν, και την τελευταία στιγμή
σωριάστηκαν, τσακίστηκαν όλα στον γκρεμό,
το φορτίο μαζί με το κάρο.
Ο άνεμος ακόμη που έδενε το στάρι σας,
αλλά κι αυτός που ρίξατε
όταν κάνατε την πιο μεγάλη στον κόσμο
της ευτυχίας μοιρασιά ήμουν,
δεν είπα τίποτα σε κανέναν σας τότε,
πλην όμως, αιώνια ορκίστηκα, σαν το κατάλαβα, εκδίκηση
και άκτιστη έμεινε η ψυχή μου σαν ένα σπίτι, μισή έμεινε
και σαν την εκκλησία που την γκρέμισε ο σεισμός
και στάθηκε το καμπαναριό άθικτο,
η φωλιά του πελαργού στάθηκε,
η φωλιά του πελαργού και η καμπάνα.
Σύλβια Πλαθ
Με χέρι στιβαρό και γενναία καρδιά
αποκαλύπτει τη φθορά απʼ τις φόδρες της.
Ο λόγος της πουλί μαύρο που χέρι απρόβλεπτο
ψάχνοντας για κάτι άλλο το ξεβόλεψε απʼ τη φωλιά του•
αψύς και θερμός λόγος, νήπιο κλάμα μωρού
και πρώτο δόντι βγαλμένο παιδιού
σε πετσέτα λευκή βαπτίσεως, κόκκινο, ματωμένο.
Φωνή λέαινας αλλά και παράπονο γυναίκας
που ξεντύνεται στο άλλο δωμάτιο
ύστερα από ματαίωση πολυπόθητης εξόδου.
Ήχοι βημάτων ακαθόριστων, επισκέψεων θανάτου.
Μουσική κλαγγή ξύλου, ομιλίες σιωπών, χάσματα κενών
και μπαρούτη λαχανιασμένη σε κοιλώματα βροχής.
Προαίσθημα φόβου ακόμη και φθινόπωρο, θάλασσα,
εξοχή, δάκρυα, παρελθόν, ενάργεια, μοναξιά
και στο βάθος της λίμνης
το δαχτυλίδι της μνήμης να λάμπει.
Οι παλαιοί εαυτοί μου
Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν;
Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,
το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,
ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,
ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος,
των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,
πού πήγαν, πού χάθηκαν;
Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε.
Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία,
ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους
κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.
Σκύλε
Σκύλε που πας πίσω από το άλογο
και σκύλε που φυλάς το καπέλο του αφέντη.
Οδηγείς μεσʼ απʼ την πάχνη νομάδες
που αθόρυβα σε εμπιστεύονται.
Ιδού, μαζί περπατάτε,
σας βλέπω στα βάθη της πεδιάδας ατμώδεις,
έτσι πως πάτε να χτυπήσετε την πόρτα της μοίρας και πάλι.
Σκύλε, είσαι αμέριμνος,
πλην όμως οσμίζεσαι το θάνατο και κλαις στα πηγάδια.
Σκύλε, κεφάλι κρουστό και κρανίο σε φεγγάρια σεληνιασμένο.
Είσαι αδερφός πλην όμως ασθμαίνεις σαν πατέρας.
Το σούρουπο απʼ το ρύγχος σου κατεβαίνει
κι απʼ τα μάτια σου σπίθες ξεφεύγουν παλιάς πυρκαγιάς.
Στέλνεις τη φωνή σου στο υπερπέραν
και ύστερα έκθαμβος σαν ξένη κάθεσαι και την ακούς.
Σκύλε που τρως, σκύλε που τρως σύννεφα.
Αέναη εναλλαγή
Ι
Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο
Ίσκιος το μαβί μας τύλιγε στους δρόμους το Μάρτη
ενώ λαούτο έπαιζε ο μικρός καθολικός στις γωνίες το Πάσχα
και τα μάτια του ήσαν πιο κόκκινα
και από τη θρησκεία, τα μάτια του ήσαν.
Οστά στο νεκροταφείο που τα ʽβγαλε η πλημμύρα
κι ο ανθοπώλης «τον νεκρό δεν γνωρίζω,
πλην όμως σέβομαι το πένθος»,
στον περίβολο συνέχιζε τον Απρίλη μονάχος να λέει.
«Ένα χρώμα έχετε στο δέρμα
πουη πάνω του σκοντάφτει το βράδυ ω γέροι,
και στο πρόσωπο ένα τέλος πολέμου
φωνούλες ακούγονται στα στήθια σας
παιδιών ονείρων πνιγμένων
και στο σύθαμπο του ορίζοντα πέρα μακριά
νοσταλγικές φέγγουν αχνά
φωτογραφίες μέσα στα μάτια σας, παλαιών νεονύμφων»,
έπαιζε το ξεχαμε΄νο, το Μάη, στο πιάνο κοριτσάκι
ενώ μυτερά της νεαρής τσιγγάνας τα στήθη
σαν τσαντίρια υψώνονταν τον Ιούλιο
και στα χείλη του αιδοίου της ένα λαϊκό,
χορεύοντας, στηνότανε πανηγύρι.
Οράματα αιωρούμενα τον Αύγουστο στον αέρα,
είτε «πενήντα χρόνια γιατί είμαι μόνος πίνω,
και γυρίζω τα βράδια στα μπαρ και βγαίνω απʼ τις ταβέρνες
και τραγουδάω σε όσες μου φαίνεται πως μʼ αγαπούν κοπέλες,
και φέγγε μου για τούτο, συκώτι, σε παρακαλώ,
στον ουρανό το μαύρο φέγγε μου,
της πυρκαγιάς μου εσύ γαλακτερό,
της πυρκαγιάς μου εσύ γαλακτερό φεγγάρι»
έψαλλε στο δρόμο ο τρελός, το Νοέμβρη, ο πότης.
Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.
Καράβια μές στην ομίχλη το φθινόπωρο πνιγμένα,
άχυρο κίτρινο καλοκαιριού βλέμμα,
ακινησία σκιερή Απριλίου
και γυάλινη, γυάλινη θλίψη Μαϊου
που μόνο εγώ λιαζόμουν στου κήπου τη μάντρα το απόγευμα,
μόνο εγώ και τα φίδια.
O Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951 και από το 1965 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά.
Έχει κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές, μία με πεζά, δύο τόμους με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δυο μονογραφίες (για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη), ενώ έχει επιμεληθεί βιβλία γύρω από την ποίηση.
Το 1966 του απονεμήθηκε το «Βραβείο Καβάφη» στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998), ενώ σε μετάφραση Michael Volkovitch εκδόθηκε στα γαλλικά μια επιλογή από όλες τις ποιητικές συλλογές του με τον γενικό τίτλο Ne recouvre pas la rivière (Desmos / «Cahiers grecs» – Paris 2000).











Πρώτη φορά τον διαβάζω. Αυτός ο εξομολογητικός τόνος όταν όλα μοιάζουν να χουν τελειώσει, αυτή η μετέωρη αίσθηση ματαιότητας του αξιοπρεπούς ηττημένου που σπαράζει στην ευαισθησία του μου είναι πολύ οικεία. Νομίζω πως έρχεται απ’ την ποίηση του Λειβαδίτη.
Αν όντως ισχύει πως ποίηση είναι η εναλλαγή μακρινών και κοντινών διαφορετικών ματιών πάνω στα ίδια πράγματα,τότε νομίζω πως ο Γιώργος Μαρκόπουλος επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό στο έργο του.
Σημαντικότατη παρουσία στο χώρο της νέας ελληνικής ποίησης .
Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας ή του από πάνω ορόφου ο θόρυβος ή της από λάθος ζωής που τελικά ταυτίστηκε μαζί της ,είναι σημεία που πανε και έρχονται συνεχώς μέσα στην ποίηση του..
Σαν σεσημασμένος να κουβαλά την ισοπεδωτική ορμή της πλημμύρας που ποτέ δεν θα την αφήσει να βγει προς τα έξω μοιάζει ,έστω κι αν καλά πλέον δείχνει να το γνωρίζει ότι και η επανάσταση κρυώνει όταν βρίσκεται για πολύ καιρό έξω από τα μέσα μας..
Δείχνει να βρίσκεται “βελούδινα φυλακισμένος” μέσα σε ένα σύνθετο παρών που το εμπλουτίζουν συνεχώς τα πριονίδια των αγαπημένων αλλά πεπερασμένων πια δέντρων της νεότερης ηλικίας του ,καθώς και η επιταχτική του ανάγκη να συντηρήσει οπωσδήποτε κάτι αντιστρόφως ανάλογο με την καθημερινή ήπια χρήση των δεδομένων της τωρινής υπαρξής του, χωρίς να μπορεί όμως ποτέ να προσδιορίσει.
Ετσι..”ανάμεσα στο τελευταίο τσιγάρο και τη νύχτα
η μνήμη παλιώνει
η φωνή του φίλου χάνεται
και η παρεξήγηση παιρνει κι αυτή ένα τέλος”
Ας με συγχωρεί ο κύριος Μαρκόπουλος αλλά πρωτεύει:
Αντιδράσεις συγγραφέων για το «λουκέτο» στα «Ελληνικά Γράμματα»
Δεν τα κατάφεραν τα «Ελληνικά Γράμματα». Ένας από τους ιστορικούς ελληνικούς εκδοτικούς οίκους «έπεσε» στο όνομα της οικονομικής κρίσης, μετά 53 χρόνια ζωηρής παρουσίας στον χώρο του βιβλίου.
Τα «Ελληνικά Γράμματα» ξεκίνησαν το 1957 ως προσωπική επιχείρηση του Δημήτρη Παπαχριστοφίλου, που πέρασε στον γιο του, Παύλο, οπότε «άνοιξε» μία νέα περίοδος για την επιχείρηση, που επεκτάθηκε και σε άλλους τομείς, όπως το παιδικό βιβλίο, την ελληνική και ξένη λογοτεχνία και το non fiction.
To 1990 τα «Ελληνικά Γράμματα» εντάχθηκαν στη λίστα των δέκα πιο παραγωγικών ελληνικών εκδοτικών οίκων. Το 2001 ξεκίνησαν συνεργασία με τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, που απέκτησε το 51% της εταιρείας και τον Μάρτιο του 2007 το 100%.
Σημαντικοί Έλληνες συγγραφείς, από τον Ευγένιο Τριβιζά, τον Σωτήρη Δημητρίου, τον Γιάννη Ξανθούλη, αλλά και μεγάλα ονόματα της ξένης λογοτεχνίας, όπως Εκο, Μπόρχες, Κάρεϊ, Ουϊλιαμ Τρέβορ φιγουράριζαν, πολλά χρόνια στις προθήκες του εκδοτικού οίκου.
Απογοητευμένος από την εξέλιξη και συνάμα αισιόδοξος για το μέλλον, εμφανίστηκε ο Παύλος Παπαχριστοφίλου. «Κάποτε εξαναγκάστηκα να πουλήσω την επιχείρηση και ομολογώ πως, σήμερα, έχω οργή για την εξέλιξη. Θεωρώ, όμως, ότι τα «Ελληνικά Γράμματα» δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη. Δεν μπορώ ακόμη να σας πω κάτι συγκεκριμένο. Πέρα από το επιχειρηματικό κομμάτι και το συναισθητικό, καθώς επρόκειτο για δημιούργημα του πατέρα μου, αυτό που κυρίως με απασχολεί είναι το μέλλον των εργαζομένων», είπε.
«Είναι γνωστό πως υπήρχε μια κρίση στα «Ελληνικά Γράμματα», αλλά ήρθε το μεγάλο κύμα της γενικότερης κρίσης και παρέσυρε και τον εκδοτικό οίκο. Τα «Ελληνικά Γράμματα» ήταν από τα πρώτα θύματα αυτής της κρίσης, και για μένα είναι ιδιαίτερα λυπηρό. Η συνεργασία μου με όλους τους ανθρώπους εκεί, υπήρξε θερμή, γενναιόδωρη και με μεγάλο σεβασμό και ελπίζω αυτοί οι άνθρωποι να αποκατασταθούν γρήγορα. Εκείνο, όμως, που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι ίσως ήρθε ο καιρός να αλλάξει η σπάταλη υπερπαραγωγή τίτλων και οι εκδόσεις να περιοριστούν σε βιβλία, που πραγματικά αξίζει να εκδοθούν», δήλωσε από τη Θεσσαλονίκη ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης.
Ο Γιώργος Μανιώτης, που δεν είχε πληροφορηθεί την είδηση, δήλωσε σοκαρισμένος.
Από την πλευρά του ο Γιάννης Ξανθούλης διατύπωσε την εκτίμηση ότι είναι νωρίς για συμπεράσματα οποιουδήποτε τύπου και ότι οι συγγραφείς δεν έχουν επίσημη ενημέρωση για το τι θα συμβεί στο μέλλον. «Γνωρίζω ότι τα οικονομικά προβλήματα στα «Ελληνικά Γράμματα» ήταν αρκετά παλιά. Προφανώς, επρόκειτο για πολύ σοβαρή κατάσταση, που οδήγησε σε αυτήν την εξέλιξη», δήλωσε ο συγγραφέας των μεγάλων επιτυχιών και συμπλήρωσε: «Από την άλλη, ας μην ξεχνάμε ότι τα Ελληνικά Γράμματα συνεργάζονται με συγγραφείς, από τον Ουμπέρτο Εκο μέχρι τον Μπαμπινιώτη και τον Πελεγρίνη. Σε κάθε περίπτωση είναι νωρίς για συμπεράσματα, αλλά αυτό που με λυπεί πάνω από όλα, είναι ότι περίπου 100 άνθρωποι από το διοικητικό προσωπικό είναι χωρίς δουλειά».
Ο Κώστας Μουρσελάς δήλωσε: «Τι να πει ένας συγγραφέας; Λυπάται και ντρέπεται αφάνταστα για την κατάντια της χώρας μας. Θα ήθελα να ακούσω τι λένε οι υπεύθυνοι. Κάθε βιβλιοπωλείο ή εκδοτικός οίκος, που κλείνει, βυθίζει στην πνευματική άβυσσο τον τόπο μας. Το δυστύχημα είναι ότι αυτή η κατάντια μας δεν αφορά ποτέ τους υπεύθυνους».
Σημειώνεται ότι πολλοί από τους συγγραφείς τους οίκου δεν έχουν ακόμη ενημερωθεί για την εξέλιξη και μόλις χθες κοινοποιήθηκε στους εργαζόμενους της επιχείρησης, οι οποίοι, όπως δήλωσαν, ύστερα από εργασία 20 χρόνων και διαβεβαιώσεις για έξοδο από την κρίση -για την οποία ήταν ενημερωμένοι- νιώθουν τώρα απογοήτευση.
http://www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ – ΜΠΕ
“Στέλνεις τη φωνή σου στο υπερπέραν/
και ύστερα έκθαμβος σαν ξένη κάθεσαι και την ακούς.//Σκύλε που τρως, σκύλε που τρως σύννεφα.”
Η είδηση που μεταφέρει ο Σ. Αραβανής με βρίσκει να συσχετίζω δύο βίντεο:
το RSA Animate – Crises of Capitalism στο http://www.youtube.com/watch?v=qOP2V_np2c0
και το Symphony No. 5, Adagietto, F major του Gustav Mahler
http://www.youtube.com/watch?v=i8XJGCPl-ro
Προτείνω το συνδυασμό τους.
Την ώρα που οι κ.κ. Σισέ και Ριέρα λαμβάνουν πέραν των 2 εκ. ευρώ το χρόνο για να μας αποχαυνώνουν, εκδοτικοί οίκοι κλείνουν οι φθίνουν ο ένας μετά τον άλλο.
Ας αποδεχτούμε λοιπόν ότι προτεραιότητα μας είναι η ικανοποίηση των χαμηλών ενστίκτων και όχι η καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος. Δεν κάνω δίδαγμα αφ’ υψήλου. Μ’ αρέσει το ποδόσφαιρο, αλλά τα χάσματα και οι αντιθέσεις είναι πια χαώδη.
Οσο για την ποίηση του κ. Μαρκόπουλου “γιατί το βλέμμα ήμουν που μετατόπιζε μέσα σας φωνές πνιγμένων” και άλλοι ευφυείς στίχοι, δείχνουν πραγματικό ποιητή που ως συνήθως, που έρχεται και επιστρέφει μέσα στην αφάνεια.
Χρειάζεται δύναμη να συντηρείς το ποταμό που ξεχειλίζει εντός σου έστω κι αν κανείς δεν το βλέπει.
το κρυφός
> κυνηγός είναι εκτός ίσως των
> άλλων και ποδοσφαιρικός όρος.
> Αυτός που παίζει πίσω απο τον
> σέντερ φορ. Σε έναν του ποίημα ο
> Ανέστης Ευαγγέλου από αποκαλεί
> τον Τόλη Καζαντζή “Πρωταθλητή
> των πόνων, σέντερ φορ”. Ο Γιώργος
> έχει συμπεριλάβει αυτό το ποίημα
> σε μια ανθολογία που έβγαλε
> πρόσφατα μαζί με τον Κώστα
> Νικολάκη και σχολιάζει “προφανώς
> ο Ευαγγέλου υπαινίσσεται εδώ όχι
> κάτι σχετικό με το ποδόσφαιρο,
> αλλά την κοινή τους μοίρα, όσον
> αφορά το τέλος της ζωής τους,
> αφού
> και οι δύο αποχώρησαν από τον
> κόσμο αυτό, προσβεβλημένοι από
> νεοπλασία”. Το κρυφός κυνηγός να
> λέει ότι έβλεπε τον εαυτό του
> στην ίδια “ομάδα” με τον
> Ευαγγέλου και τον Καζαντζή;
Κύριε Μίχο, ο λαϊκισμός σας μας έχει κουράσει. Λυπηθείτε μας. Κύριε Αραβανή είστε νέος και σας δικαιολογώ.
Σ’ αυτή την …εκδρομή στην άλλη ζωή
ο Γιώργος Μαρκόπουλος μοναδικός και μόνος εν τη συμπαρουσία,
με όλους τους φίλους συνδιαλέγεται
και με τους κρουνούς της αγάπης και της έγνοιας του μάς ξεδιψά!
Και μας χαμογελά, όταν -παραπονεμένα παιδιά- ζητάμε να δραπετεύσουμε στις άλλες πόλεις:
“Ω πεδιάδες, της Ολλανδίας πεδιάδες
όπου το μαύρο μετατράπηκε αενάως σε πράσινο
είτε σε κόκκινο της φωτιάς,
και ω καπνοδόχες απογευματινές, τέλος,
του Άαχεν, του Μπόχουμ και της Φρανκφούρτης, ω καπνοδόχες,
αλεξικέραυυνα εσείς, αλεξικέραυνα του θανάτου.
Γ. Μαρκόπουλος, Πόλεις