<>
Δεν ήταν αόρατος, ήταν διάφανος.
Η ύπαρξη του μόλις που άγγιζε την καθημερινότητα, γλιστρούσε ανάμεσα της πετούσε από πάνω της. Την παρακολουθούσε να ξετυλίγεται καρέ καρέ μπροστά στα σε κόκκινο θλιμμένο μάτια του, δίχως την θέληση να αλληλεπιδράσει, αδιάφορος για ότι προβαλλόταν γύρω του. Οι στιγμές σέρνονταν η μια πίσω από την άλλη λουσμένες σε φως παγερό, απαισιόδοξα πρωινά μοναχικές νύχτες κι ανάμεσα τους σφηνάκια λήθης που ενέτειναν την μοναξιά την ξεχείλωναν την προέκτειναν προς το άπειρο
σιωπές αδυσώπητες γεμάτες από σκέψεις που δονούνταν μέσα στο σκοτάδι
εικόνες που αλλοιώνονταν από την σκουριά της ακινησίας τους
στρώματα συναισθημάτων που ξεφλουδίζονταν σταδιακά για νʼ αποκαλύψουν την τρυφερή καρδιά να την αφήσουν εκτεθειμένη σʼ έναν πόνο που δεν της άρμοζε αλλά σαν παράσιτο είχε φωλιάσει πάνω της, την πίεζε ώστε ή να πάψει να νοιάζεται ή να πάψει να χτυπά.

Από μικρός ονειρευόταν εκείνη, την μεγάλη στιγμή, το ένα και μοναδικό κρεσέντο της ζωής του που θα επιβράβευε πανηγυρικά το πέρασμα του στην ωριμότητα.
Δόξα και χρήμα και φήμη δεν τον συγκινούσαν, έλεγε, αν και ήταν καλοδεχούμενα… εάν κι εφόσον,
αντίθετα, το ένα και μοναδικό του κρεσέντο, έλεγε, θα είχε να κάνει με μια γενναία πράξη έναν μεγάλο έρωτα μια πορεία εκθαμβωτικά σεμνή στο καλλιτεχνικό στερέωμα ή στις κλίκες των διανοούμενων
«μα τι λέτε τώρα (μικρή παύση για μια γουλιά ουίσκι σφηνάκι)… όλες αυτές οι κοσμικότητες μʼ απωθούν αλλά δεν θέλω να με χαρακτηρίσουν και ακατάδεκτο ή ερημίτη (μικρή παύση για μια ακόμη γουλιά από το σφηνάκι)… αυτά τα πάρτι είναι για τα μπάζα, εγώ είμαι άνθρωπος του δρόμου…»
Μπορεί να ονειρευόταν ότι ήθελε αλλά οι κραιπάλες του «άστα γι αύριο» η αναβλητικότητα γενικώς και ο εφησυχασμός μπλόκαραν τα ταλέντα που αναμφισβήτητα κι αντικειμενικά αποτελούσαν φυσική του προέκταση θα μπορούσε νʼ αγγίξει και νʼ αγγιχτεί εφόσον το προσπαθούσε.
Τα χρόνια περνούσαν με κινήσεις παγιδευμένες σʼ ένα φαύλο κύκλο προσμονής για την έλευση ενός από μηχανής θεού μιας θείας έμπνευσης
αναζητούσε την δική του καιόμενη βάτο
Και συνάντησε την κόλαση.
Ήρθε από το πουθενά για να ξεσηκώσει την καρδιά του να την στείλει πάνω απʼ το στερέωμα και να την βουλιάξει στα έγκατα του μικρόκοσμου του εκεί που κατοικούσαν οι χειρότεροι του εφιάλτες ναρκωμένοι επιφανειακά σε εγρήγορση στην πραγματικότητα επίμονοι και απειλητικοί όσο και την πρώτη φορά που ενσαρκώθηκαν στις σκιές του μυαλού του.

Ο ερχομός της ήταν αναπάντεχος και όλες του οι άμυνες έπεσαν μονομιάς στο κέντρο της σκηνής μόνο οι δυο τους και η γύρω πραγματικότητα το ξεθωριασμένο μουντό σκηνικό της δικής τους πολύχρωμης λαμπερής αυτόφωτης παράστασης.
Δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του, τα πρόσφερε όλα στο βωμό της θεότητας που λάτρευε δίχως όρους και όρια και πίστεψε τυφλά σε ληγμένες υποσχέσεις αφού προέρχονταν από χείλη υγρά σαν το φθινόπωρο μάτια θάλασσες αγριεμένες και λιμάνια απάνεμα. Αφού προέρχονταν από εκείνη.
Ένα βροχερό πρωινό παγωμένο σαν το βλέμμα της εκείνες τις τελευταίες μέρες του χειμώνα ένοιωσε ότι την έχανε
παντού συννεφιά και μόνο πάνω σπʼ την κορφή του βουνού εκρήξεις χρωμάτων η ανατολή του ήλιου προσπαθούσε να διαπεράσει τον γρανιτένιο θόλο που στεκόταν πάνω από την πόλη μάταια όμως κι εκείνη έφευγε σιωπηλή κι απόμακρη και πίσω της παρέμενε εγκλωβισμένος σʼ ένα δωμάτιο που για πάντα θα στοίχειωνε η παρουσία της.
Μάζεψε ότι μπορούσε και μια φωτογραφία της κατρακύλησε σε πέντε έξι μπαρ άλλαξε δυο αεροπλάνα ανέβηκε σε ένα τραίνο κοιμήθηκε σε παγκάκια αεροδρόμια σταθμούς πριν καταλήξει μοιάζοντας με διάθλαση του εαυτού του στο άδειο εδώ και χρόνια πατρικό του.
Αμίλητος περιπλανιόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο καθόταν μπροστά στην κλειστή τηλεόραση πάνω στα πλαστικά καλύμματα των σκληρών καναπέδων η υγρασία έρεε πάνω του σαν υδράργυρος έσταζε στο πάτωμα ασημί δάκρυα απόνερα της έλλειψης της.
Με το βλέμμα καρφωμένο σʼ εκείνη την φωτογραφία παρακολουθούσε τον εαυτό του να ξεθωριάζει σαν να έχανε κάτι από την υλική του υπόσταση σαν να γινόταν διάφανος.
Κι ένα πρωινό απαισιόδοξο και μουντό με την βροχή να πέφτει ασταμάτητα μάζεψε ξανά ότι μπορούσε και την φωτογραφία της
έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι που ακόμη εξέπεμπε στοργή θαλπωρή ασφάλεια και τώρα θα συνέχιζε να ρημάζει παρατημένο
στάθηκε για λίγο ακίνητος στην αρχή του Δρόμου, που από δω και πέρα θα διέσχιζε απʼ άκρη σʼ άκρη, αναπνέοντας το άγνωστο που απλωνόταν μπρος του
και ο Δρόμος ορμούσε προς τον ορίζοντα μαρσάροντας χαμηλά σύννεφα σκιές στην βρεγμένη άσφαλτο σκόρπιες ηλιαχτίδες έβαφαν χρυσαφί τις σταγόνες της βροχής μικρά ουράνια τόξα που έσκαγαν με δύναμη πάνω της.
Έφυγε δίχως να ρίξει άλλη ματιά πίσω του…

<>
Τα άστρα χόρευαν μπρος στα μάτια του διάττοντες καίγονταν διαγράφοντας πύρινες τροχιές νεφελώματα λαμπύριζαν όλο χάρη ανάμεσα στο κενό του άπειρου με χρώματα που πάλλονταν έξω και μέσα απʼ την ψυχή στον ρυθμό της καρδιάς
Σαν να είχε διασχίσει κάποιο όριο
έτσι τουλάχιστον αισθανόταν
ίσως και να ʽταν άλλη μια ψευδαίσθηση γεννημένη από το πυκνό σύμπλεγμα σκέψεων και σεναρίων που σαν μεμβράνη κάλυπτε το μυαλό του μια οφθαλμαπάτη γεννημένη από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ
Ψευδαίσθηση οφθαλμαπάτη ή πραγματικότητα αυτό που αισθανόταν έμοιαζε αληθινό
είχε σχεδόν ακούσει το εκκωφαντικό κρατς καθώς πίσω άφηνε κάτι άλλο και μπρος ατένιζε κάτι τελείως διαφορετικό
Συμβαίνει καμιά φορά όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν
Προηγείται μια μέρα απόλυτης κραιπάλης με τις μπύρες και τα σφηνάκια τεκίλας να χορεύουν πάνω σε ξύλινους πάγκους ποτισμένους από μοναξιά και αδιέξοδα Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ Η Επόμενη Μέρα παραμένει για λίγο θολή και απαισιόδοξη ο αποπροσανατολισμός η μαυρίλα του κενού της μνήμης είναι εκεί και ξάφνου ένα όλο λάμψη λευκό πυροτέχνημα σκάει το ωστικό κύμα του φέρνει δάκρυα στα μάτια
σαν ξέσπασμα ακολουθούν ώρες σιωπής και άγρια χτυπήματα στο μαύρο πληκτρολόγιο λέξεις κλειδιά ελίσσονται ανάμεσα σε δίχως νόημα αποσπασματικές προτάσεις όλα μαζί ένα κουβάρι με τις τύψεις και τις ενοχές να κυριαρχούν τον πανικό να γυροφέρνει την καθημερινότητα να παραμένει λαμπερή αλλά δυσδιάκριτη πίσω από τα θολά τζάμια του προσωπικού μικρόκοσμου
ξεθωριασμένα φαντάζουν γιατί δεν είναι τα χρώματα
ο ήλιος μια μακρινή πηγή φωτός έτοιμη να βουλιάξει μέσα στον ίδιο της τον εαυτό
Ο καφές μυρίζει όμορφα και μαζί με το ζεστό άρωμα του εισβάλλει μέσα σταδιακά η καθημερινότητα παίρνει να βραδιάσει και στις κουζίνες ανάβουν οι κυκλικές λάμπες φθορίου
σε κάποιο σκοτεινό σαλόνι το φως της τηλεόρασης τρεμοπαίζει γέλια ακούγονται κι ένα μωρό που κλαίει για να σωπάσει γρήγορα κουρνιάζοντας σʼ ασφαλή αγκαλιά απέναντι κάτω στον δρόμο σε μια γωνία αμυδρά φωτισμένη ένα ζευγάρι αγκαλιάζεται και φιλιέται με πάθος
ο ψιλικατζής κοιτάει τα μπούτια της κοντούλας κομμώτριας τον φραπέ της απολαμβάνει καθισμένη στο πεζούλι κάτω από την νέον πινακίδα που με μπλε και κόκκινο εναλλάξ βάφει τα μαλλιά της παντζούρια κλείνουν φυλακίζοντας ζωές και μυστικά χάνουν την διαφάνεια τους οι διπλανές κι απέναντι ζωές
Το μαύρο πληκτρολόγια σχηματίζει πλέον προτάσεις με νόημα αν και όχι άμεσα αντιληπτό οδηγεί κι οδηγείται από την επέλαση της καρδιάς στον νου
πυροβολεί αλήθειες όνειρα ελπίδες
Διάτρητος ηττημένος νικητής ορθώνει το ανάστημα μπρος στην άβυσσο της γυρνά την πλάτη αγνοεί τις σειρήνες που εξαπολύει το σκοτάδι προς τα πάνω του
Και γράφει γράφει γράφει βουτάει την καιόμενη πένα μέσα στο πύον της ύπαρξης του και καυτηριάζει την πληγή ο πόνος παραμένει έντονος όσο ποτέ άλλοτε πάνω του απαλά ακουμπάει ο χρόνος κάθε δευτερόλεπτο κι ένα μαραμένο φύλλο με μαγικές ιδιότητες βοηθάει την πληγή να κλείσει
Ψευδαίσθηση οφθαλμαπάτη ή πραγματικότητα αυτό που αισθανόταν έμοιαζε αληθινό
είχε σχεδόν ακούσει το εκκωφαντικό κρατς καθώς πίσω άφηνε κάτι άλλο και μπρος ατένιζε κάτι τελείως διαφορετικό
Συμβαίνει καμιά φορά όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν

<>

Το νωχελικό ξημέρωμα αντηχεί στους βρεγμένους δρόμους βιαστικά βήματα ψάχνουν καταφύγιο κάτω από στενά αετώματα και λούκια που στάζουν μουντό ξεκίνημα στην πόλη γεμάτο κραδασμούς λεωφορείων στριμωγμένα όνειρα και γκρίζες σκέψεις
Ήταν και κείνος εκεί ανάμεσα τους αλλά χαμένος στις σελίδες κάποιου βιβλίου παρατηρώντας που και που τις φάτσες γύρω του ή το βρώμικο μπετόν έξω από το βρώμικο παράθυρο-παρατηρούσε τα γέλια τις συζητήσεις την σιωπή-και μετά επέστρεφε στις σελίδες του βιβλίου με τις σκέψεις να ακροπατούν στο μυαλό του να χοροπηδούν σε κάθε τράνταγμα του λεωφορείου να φρενάρουν απότομα ή να τσιρίζουν
Εργοτάξια παντού μεταλλικοί φράκτες τσακισμένη άσφαλτος ραγισμένες προσόψεις ακανόνιστη ροή αυτοκινήτων κόρνες εκνευρισμός μαραμένα λουλούδια νεκρά δένδρα ντόπιοι και μετανάστες πάγκοι μεταλλαγμένων σκουπιδιών μωρά να ζητιανεύουν σε λασπωμένες γωνίες τρελό βλέμμα περιμένει στο φανάρι χειρονομώντας κατάρες για καταθλιπτικούς λεπρούς και μπάτσους βρικόλακες
Διέσχιζε την πόλη φορώντας την καλύτερη δυνατή διάθεση προσπαθώντας στην ασχήμια πάνω να προβάλλει τα ουράνια τόξα της ψυχής του πράγμα που συχνά πυκνά δεν κατόρθωνε τουλάχιστον όχι τον τελευταίο καιρό σαν κάτι να μην είχε κουμπώσει καλά μέσα του-μια άρνηση νʼ αντιληφθεί την ομορφιά όσο καλά κι αν ήταν κρυμμένη ή εκείνη την απρόκλητα φανερή-μια απώλεια βαθύτερη ή μια ανάγκη καλά κρυμμένη-δεν μπορούσε (?) ή ακόμη χειρότερα δεν προσπαθούσε να προχωρήσει μπροστά ότι κι αν αυτό σήμαινε γιατί τούτη η στασιμότητα τον σκότωνε αυτές οι ταλαντεύσεις του νου το κεκτημένο της ευημερίας που παρήλθε-σάμπως όλα προσωρινά δεν είναι ?-οι άνεμοι των αλλαγών που του ψιθύριζαν αλήθειες μα είχε συνηθίσει να τις αγνοεί αυτές τις φωνές βολεμένος στην γκρίνια-ξεστομίζοντας αφορισμούς ως πιο βαθμό είναι οι άλλοι υπεύθυνοι για όλο αυτό και στην ουσία οι καταστάσεις προκύπτουν κι είναι άσχετο το ποιος είναι υπεύθυνος όταν καλείσαι να τις υποστείς και να τις παλέψεις
Και από την άλλη την σκεφτόταν συνέχεια τώρα που σχεδόν την είχε χάσει την ζωγράφιζε με το νου του σε κάθε ομορφιά που αντίκριζε και με τα πολύχρωμα χαμόγελα της στόλιζε κάθε θλίψη του για να την νικήσει κι επιτέλους είχε καταλάβει πόσο μα πόσο πολύτιμη του ήταν όλο αυτό τον καιρό
Τώρα η πόλη αυτή η τόσο αντιφατική φαινόταν να χάνεται μέσα στην θλίψη του να κάνει μηχανικές κινήσεις υποταγής στην μοίρα που στο κάτω κάτω δεν πίστευε ανάμεσα σε ατελείωτους περιπάτους στα στενάκια και στα πάρκα και στις χαρωπές πλατείες αγγίζοντας ραγισμένες προσόψεις ψυχρού μπετόν μέσα στις αλκοολικές του νύχτες κι άψογες αποδράσεις ψηλά όσο μπορεί να σε πάει η ψεύτικη εξάγνιση μέσα από την δυστυχία που ο ίδιος προκαλείς
Ψηλά περίσσιας χάρης αετώματα να κοιτούν τα θέλω σου και μια πίκρα καρφωμένη στην ψυχή εφόσον θέλεις πραγματικά να δεις όνειρα να γεννιούνται και η κάθε σου μέρα να αποτελεί θαύμα φωτεινότερο απʼ το προηγούμενο δίπλα στο κορίτσι σου μαζί σε κείνη την άψογη καλύβα πάνω στον λόφο πʼ αντικρίζει τον ορίζοντα του άπειρου

<>

Το πολύχρωμο ξεθωριάζει σε μουντό της πόλης, παρακολουθώντας τα πρόσωπα που έπαψαν να ονειρεύονται καθώς διαγράφουν κύκλους σε στιλ φοράς του ρολογιού, με τους λεπτοδείκτες σʼ αέναη κίνηση, ούτε ένα πάγωμα στιγμής, χωρίς ανάσα –μια- στις παρυφές των χρόνων, βιαστικές μετακινήσεις-κίνηση καμία, βιασμένες σκέψεις από tv-ιούς και στημένα πρωτοσέλιδα υποδόριου τρόμου συγχρονίζονται ακατάπαυστα με bluetooth εφιάλτες
περίεργο πράγμα η ασφάλεια του πολίτη και καθήκον όλων –τους- το διαφορετικό να εξαλείψουν, τρομάζει -ρίχτε τα φρικιά στην αρένα-στουμπώστε με στουπί, βουτηγμένο στον εμπρηστικό τρόμο σας, τους κώλους τους κι ανάφτε
σκαμμένο σκυφτό βλέμμα με τα χέρια στις τσέπες κατρακυλάει έξω απʼ τʼ οπτικό πεδίο αγέλης περιοδεύοντος θιάσου ένστολων, πρεσβευτών της ορθής πολιτικής της ανορθότητας
η οργή του μη μέλλοντος εξατμίζεται στα πρεζόπαρκα ή στις lcd οθόνες των φραπογηπέδων
τα όνειρα εξατμίζονται σε εφιάλτες
μίλα μου για το αύριο, να τʼ ονειρευτώ κι ας μην υπάρξει
γέρικο μουρμούρισμα σε τσακισμένο πεζοδρόμιο εκλιπαρεί για αξιοπρέπεια από βιαστικούς διαβάτες που καθώς αισθάνονται καταθλιπτική ανασφάλεια τον λυντσάρουν-κοντοκουρεμένο δένδρο δέχεται το κρέμασμα σαν υποταγή στην μοίρα-οι ένστολοι χειροκροτούν σκουπίζοντας μουχλιασμένο ιδρώτα καταστολής από καλογυαλισμένα κούτελα εικονικής αγανάκτησης για το άτυχο-τυχαίο συμβάν
τρελαμένος σακάτης μετονομάζεται σε άτομο με ειδικές ανάγκες και πεθαίνει από ασιτία στον ειδικό χώρο στάθμευσης σακατών περιμένοντας χαμόγελο αμέριστης συμπαράστασης-παρκαρισμένοι κάδοι απορριμμάτων σε ράμπες αναπήρων
τέλος δεν μπορεί να μπει στα τελειωμένα χαμόγελα των σκούρων παιδιών που ακροβατούν στις διαβάσεις των χαρτομάντιλων και των υαλοκαθαριστήρων υαλοκαθαρισμένων πολυμορφικών Εγώ, η ανάγκη του άλλου-να σε κάνει να αισθάνεσαι τυχερός
μωρό ασχημάτιστο βυζαίνει ζητιανιά στις γωνίες των βιαστικών δρόμων, μάτια ορθάνοιχτα αφαιρούν από την πραγματικότητα πʼ αντικρίζουν την αθωότητα και την θαλπωρή
γονατιστός προσεύχεται στο πουθενά του μαδημένου πάρκου, δίπλα σε αδειανά μπουκάλια ρετσίνας, υπάρχοντα τυλιγμένα σε αχτένιστη κουρελού, το ένα μάτι στο πουθενά τʼ ουρανού και τʼ άλλο στα τέσσερα του ορίζοντα σημεία μήπως οι μπάτσοι σκάσουν, εδώ έξω τουλάχιστον ανασαίνει λίγο γρασίδι, μεθοκοπά τον ήλιο με φτηνό κρασί, με μεθυσμένα όνειρα την νύχτα ταΐζει, ερωτοτροπεί στο φεγγάρι, κατουράει την αυγή κόντρα στον άνεμο
προπηλακισμός αλβανού με λάθος ταξιδιωτικά έγγραφα ερήμην φασματικών περαστικών, χέρια περίσκεψης δεμένα με χειροπέδες στη βάση της πλάτης ανήμπορα αξιοπρέπεια να χειρονομήσουν
οργισμένος πιτσιρικάς στήνει ξέφρενο χορό πίσω από λαμπαδιασμένο οδόφραγμα, ξερνώντας δακρυγόνα, απέναντι από ψυχρά ρόμποκοπ βλέμματα παραταγμένα
ασθματική κυρία πολλών ιδρωμένων κιλών σμίγει πυκνά φρύδια σε νεαρό ζευγάρι ερωτευμένης λάμψης μέσα στο σκούρο καφέ του λεωφορείου, απʼ το σάπιο στόμα της ξεχύνονται μύγες στέρησης και ανομολόγητων νυχτερινών πόθων, τα μπούτια της σφίγγονται σαν λιπαρές μέγγενες να συνθλίψουν κάθε τι ζωντανό
τοξικό σύννεφο χρεοκοπίας σκεπάζει χώρα ναρκωμένη στο παρελθόν της, ο Τζακ Μπάρον κι η αιωνιότητα είνʼ εδώ, το παρόν συνθλίβεται κάτω απʼ το ίδιο του το βάρος, η δουλεία μʼ άλλο πρόσωπο, το μέλλον υποταγμένο στην επιβίωση και κανένας δεν το χει πάρει χαμπάρι, βολεμένοι στʼ αυγά τους ο καθένας στο δικό του, ασφαλείς άδειοι δρόμοι γιατί όλοι στʼ αυγά τους έχουν κλειστεί, ότι κυκλοφορεί ύποπτο θα ναι, εμπρός, ρίχτου, μεσαίωνας, κλειστά αυγά που μπορούν να φιλοξενήσουν κάθε διαστροφή-κατάθλιψη-θλίψη-απώλεια ή μοναξιά
κι οι δρόμοι έξω ασφαλείς ΟΣΟ ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ

<>

Αγροτική κωμόπολη χιονισμένων κεραμιδιών σαββατιάτικη μέσα στην ερημιά του ουρανού να καθρεφτίζεται στα κάτοπτρα της ασφάλτου περικυκλωμένη από καλλιεργημένες πεδιάδες και χαμηλά άσπρα βουνά
Την διαπέρασε σαν φάντασμα σκαρφαλώνοντας πάνω και πέρα της κομμάτια του μυαλού του να την παρατηρούν και στην άλλη άκρη του συνειδητού σκέψεις αδιάφορες ως προς το τοπίο μπλεγμένες σε λαβύρινθους συνειρμών-και τι δεν θα έδινε για έναν ζεστό καφέ αλλά οδηγούσε συνεχώς και δεν ήθελε να σταματήσει πριν το κορμί του ουρλιάξει και οι σκέψεις υποχωρήσουν από την κούραση και ναρκωθούν έστω και για λίγο
Σκαρφάλωνε απότομες στροφές και στενά περάσματα με το χιόνι απλωμένο αριστερά και δεξιά υποψία χιονόνερου αραιή ομίχλη κοιμισμένα δένδρα να τα νανουρίζει το soldier on του Hawley με κείνη την Sinatra αίσθηση όλο και πιο ψηλά στο φωτεινό γκρι του ουρανού λοξές ματιές στο θολό του ήλιου των σκόρπιων ηλιαχτίδων τίποτα να έπεται κι απʼ τον καθρέφτη τίποτα νʼ ακολουθεί παρατημένες λαμαρίνες να θυμίζουν καταφύγιο τρίτου παγκοσμίου πολέμου
Το επόμενο χωριό σκαρφάλωνε αραιοκατοικημένο στην λευκή πλαγιά με τα χνώτα του να σκαρφαλώνουν ακόμη πιο ψηλά και να χάνονται στην πυκνή μολυβί μουτζούρα των σύννεφων-μικρά πέτρινα σπιτάκια σκόρπια στο εκθαμβωτικό άσπρο πνιγμένα στην θαλπωρή του βουνίσιου τοπίου-καπνισμένο καφενείο στην άκρη του δρόμου και μʼ όλο τον κόσμο εκεί στοιβαγμένο σε παλιά τραπέζια και καρέκλες-ένοιωσε όμορφα που παρέκαμψε την αρχική του σκέψη να συνεχίσει τον δρόμο και επιτέλους σταμάτησε και κείνος ο ζεστός καφές ήρθε γρήγορα διπλός και με άρωμα σπιτικό από χέρια ροζιασμένα σαν τα γύρω δένδρα αρχαία και μαγικά όσο κι ο τόπος που τα ζωγράφισε-ζεστάθηκε η ίδια του η ψυχή κι για μια στιγμή οι σκέψεις έπαψαν κι όταν έσκασαν μύτη ξανά μια τάξη και σαφήνεια τις χαρακτήριζε
Καιρός για αποφάσεις-σκέφτηκε
Ήπιε την τελευταία γουλιά και ρώτησε τον παππού αν αργότερα είχε τίποτα για μεσημεριανό –Φασόλια με χοιρινό-του απάντησε εκείνος-σε καμιά ώρα –θα κάνω μια βόλτα και θα επιστρέψω
Κριτσάνιζε το χιόνι κάτω από τα μποτάκια του κρύο τσουχτερό με κείνο τον ξερό βουνίσιο τρόπο του νιφάδες πέφταν πάνω του η κάθε μια με το δικό της μοναδικό κρυσταλλένιο λαμπύρισμα
Άλλος ένας ήπιος καυγάς άλλη μια χαμηλών τόνων αντιπαράθεση κι άλλη μια δική του βιαστική αποχώρηση
Να παραμείνει γιατί ?
Να αντιδράσει γιατί ?
Να ρίξουν ο ένας το φταίξιμο στον άλλο ήταν το εύκολο της υπόθεσης αλλά στην πραγματικότητα αυτό που είχε σημασία και δημιουργούσε τις λούπες αντιπαραθέσεων ήταν αυτό που ο καθένας από τους δυο ήθελε ήλπιζε ή ονειρευόταν για την πάρτη του αλλά και σε σχέση με τον άλλο
Και χωρίς να θέλει να το παίξει το θύμα εδώ ή ο θιγμένος της υπόθεσης αναγνώριζε την επιφυλακτικότητα του να αισθανθεί οικεία με εκείνη και στην λέξη οικεία αναγνώριζε όλη του την αδυναμία να επιτρέψει στον εαυτό του να ονειρευτεί τα όνειρα της να σαρώσει την ζωή της με αγάπη έστω και παροδική να ενσωματωθεί στο περιβάλλον της και να το ταιριάξει στην κοινή τους πορεία Να το επηρεάσει και να του δώσει κάτι δικό του και κάτι τέτοιο μπορεί και να συνέβαινε αλλά άθελα του λόγω της συμβίωσης και σίγουρα όχι γιατί εκείνο το περιβάλλον-τα έπιπλα και το υπόλοιπο σκηνικό-τον ικανοποιούσε ή ένοιωθε άνετα μέσα σʼ αυτό
Ίσως η μέχρι τώρα πορεία του ύψωνε τις αντιρρήσεις της και τίποτα δεν είχε να κάνει με εκείνη τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο αλλά σε δεύτερο αδυνατούσε να βγει από το κουκούλι του πρόωρα και κείνη είχε πέσει πάνω στην μετουσίωση-το έπος υποχωρούσε και οι αλήθειες αποκαλύπτονταν η μια μετά την άλλη αργά κι επώδυνα αλλά επιτέλους η χημική αντίδραση λάμβανε χώρα κι απαιτούσε χώρο άπλετο για να αποκαλύψει τα μυστικά της
Κι από την άλλη
Φάνταζε απέναντι της απόμακρος κι αδιάφορος ?
Ήταν για κείνη οι ερμηνείες της φύσης και των συναισθημάτων του τόσο αντιφατικές με όσα εκείνος αισθανόταν κάθε γαμημένη μέρα και νύχτα ? Η μετάδοση τους πράξη συνειδητή ή μήπως έρεε στον αέρα κι έπεφτε σαν κομφετί στον ενδιαφερόμενο και Τώρα καθώς μόνος περιφερόταν μακριά της γιατί αισθανόταν ότι σκαρφάλωνε σωστά ? Και παράλληλα να του λείπει κάτω απʼ το άψογο χιονισμένο τοπίο πόσα θα ήθελε να της δείξει γι αυτό που ήταν αλλά προπάντων γι αυτό που είναι και αυτό που πάει να γίνει
Καλύτερα απʼ το τίποτα
Όλα καλύτερα από το τίποτα

Αδημονούσε για μια νύχτα βουνίσια στο χωριό που στάθηκε μήπως κι ο θόρυβος των σκέψεων έπαυε να κάτι που καιρό είχε να γευτεί να πάρει και να σηκώσει το θλιμμένο από καιρό βλέμμα
Να γύρει ήθελε σε χαμογελαστή ξέφρενη αγκαλιά ή να κουρνιάσει στην θαλπωρή της μοναξιάς του έστω και έτσι
Στο χιόνι που σκαρφάλωνε μαζί του και τον γυρόφερνε στο αμυδρό μονοπάτι που ακολουθούσε κι ανηφόριζε ανάμεσα από δένδρα με κορμούς γιγάντων κλαδιά απλωμένα για στήριγμα κουφάλες μαγικές γεμάτες πραμάτεια για το ξεχειμώνιασμα του Τσιπ και Ντέιλ-που τόσο εκείνη γούσταρε σαν κόζι εικόνα και ακόμη πιο κόζι συναίσθημα-Να
τώρα την νοσταλγούσε και μπούκωνε ένα δάκρυ στην ψυχή του
Λάθος του να προσπαθεί νʼ αναλύσει τα πάντα ή να τα ερμηνεύσει έστω και τα πάντα να περιμένουν την δική του ερμηνεία και κάποια δεν την σήκωναν ή δεν θα έπρεπε να την ξέρει ή δεν την χρειάζονταν εκείνος δεν την χρειαζόταν ή απλά ήταν έτσι τελεία και παύλα

Η κορφή φάνταζε κοντά αλλά η εμπειρία του έλεγε ότι απείχε μια νύχτα πεζοπορία και αποφάσισε να επιστρέψει έτσι ελαφρά ντυμένος και μπερδεμένος και αδύναμος από την πείνα όπως ήταν
Μεσημέρι στο καφενείο για μια στιγμή θεσπέσια όλη αυτή η βουή τον έκανε να αισθανθεί λιγότερο μόνος ρουφώντας θαυμαστές κουταλιές φασολάδας και κομμάτια χοιρινού και την σιωπηλή περιέργεια των θαμώνων που του έριχναν περίεργες ματιές παίζοντας χαρτιά και καθόλου περίεργη δεν του φάνηκε η προσοχή τους ή η επίσκεψη στο τραπέζι του καμπούρη αλλήθωρου νεαρού για να του πει- Σʼ αγαπώ- Κι εγώ-του απάντησε- Κάθισε δίπλα του με μια μύξα να κρέμεται- Εγώ σʼ αγαπώ – Κι αγαλλίαση ένοιωσε έστω και έτσι γιατί το σʼ αγαπώ καιρό είχε να το ακούσει έστω κι απʼ τα χείλια τρελού και ρουφούσε την σούπα έτρωγε το κρέας απολαμβάνοντας την τρελή συζήτηση- Αν η μάνα μου ήθελε θα με έστελνε στο φράγμα να δω την πόλη αλλά με κρατάει εδώ για να της φέρνω τα ψώνια και η κυρά Μαρία μου λέει ότι θα δω τον πρίγκιπα τελικά όπως τον φαντάζομαι στο playstation AMHN

Κι αν είναι όλα τρέλα
Φαντασία τρελή που φτιάχνει ουράνια τόξα της πραγματικότητας ένα για τον καθένα και όπως του αρμόζουν πηδάει ο καθένας από την μια απόχρωση στην άλλη ανάλογα με το κουράγιο του
και κάθε στιγμή μια και πολλές αποχρώσεις
Σαν εκείνη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβρη του 1963
Από το 1980 έως και το 1990 περιπλανήθηκα μέσα κι έξω μου, κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, σημειώνοντας τις εμπειρίες μου, ακούγοντας και παίζοντας μουσική.
Σήμερα ζω κι εργάζομαι στην Θεσσαλονίκη.

Υ. Γ. [1]
Η φωτογραφία είναι ένας πίνακας της συμβίας μου, Ελένης Γιαννιώτη

Υ. Γ. [2]
Τα κείμενα που σου έστειλα είναι μέρος μιας συλλογής ανάλογων κειμένων που προσωρινά ονομάτισα ‘Ραγίζοντας διασχισμένες αποστάσεις’