ΠΩΛ ΚΛΩΝΤΕΛ – PAUL CLAUDEL
Ο Πωλ Κλωντέλ (Paul Claudel, 1868-1955), Καθολικός, διπλωμάτης, ποιητής και γίγας του Γαλλικού θεάτρου στην εποχή του, γεννήθηκε σʼ ένα χωριουδάκι στο Tardenois, ανάμεσα στην Ile-de-France και την Champagne. Η αναγνώριση του έργου του καθυστέρησε όχι μόνον λόγω της διπλωματικής του καριέρας (διετέλεσε Γάλλος πρέσβης στην Ιαπωνία, Αμερική και Βέλγιο) που τον απομόνωσε από τη χώρα του αλλά επειδή ήταν και ντεμοντέ και τα θεατρικά του έργα είχαν αφάνταστη δυσκολία να τʼ ανεβάσεις. Το ένα πρόβλημα για την αξιολόγηση του Κλωντέλ έχει σχέση με το γεγονός ότι τον ταυτίζουν με την θρησκεία του: οι κριτικοί έχουν την τάση να τους αρέσει ή να μην τους αρέσει ανάλογα με αν τους αρέσει ή όχι ο Καθολικισμός. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι ήταν άνθρωπος με αδιάλλακτες απόψεις, και καβγάδιζε ανηλεώς με όποιον είχε διαφορετικές ιδέες από τον ίδιο. Οι πολιτικές του απόψεις ήταν ενοχλητικές (αν και όχι αντισημιστής ή οπαδός του Χίτλερ) ούτε μπορεί νʼ απαλαγεί, παρά την προφανώς απόλυτη εντιμότητά του, από τις κατηγορίες για καιροσκοπισμό. Το 1940 έγραψε μια φρικαλέα ωδή υποδοχής του Πεταίν («Σήκωσε τα μάτια και δες κάτι μεγάλο και τρίχρωμο στον ουρανό!»), που αντανακλούσε όχι μόνο την επιδοκιμασία του για το Βισύ, αλλά και την επιθυμία του να πάρει την πρώην θέση του Πεταίν ως πρέσβης στην Ισπανία. Το 1944 έγραψε μια άλλη εξ ίσου διαχυτική ωδή καλωσορίζοντας τον εχθρό του Πεταίν, τον Ντε Γκολ. Πάντως το έργο του περιέχει σημαντικότερα αγαθά από τις στάσεις που εμφάνιζε στη ζωή. Και αν η έλλειψη χιούμορ και η ξιπασιά του τον κράτησαν μακριά από τις τάξεις των περίβλεπτων συγγραφέων του εικοστού αιώνα, δεν μπορείς να τον πείς ελάσσων. Ως δραματουργός και ποιητής σίγουρος για το Καθολικό του καθήκον η ακεραιότητα του ήταν απόλυτη.
Τα περισσότερα θεατρικά έργα του Κλωντέλ υπέστην σημαντικές αλλαγές, όχι για να έχουν μεγαλύτερη επιτυχία, αλλά για να εκφράσουν το νόημά του πιο καθαρά, αυτό τον κάνει, σαν θεατρικό συγγραφέα, σχεδόν μοναδικό. Στό τέλος ήταν το θέατρο που ήλθε σʼ αυτόν… Η επιτυχία στα γηρατειά του άρχισε με το ανέβασμα του τελευταίου επικού του έργου, γραμμένο ανάμεσα το 1919 και 1924, Η παντόφλα από σατέν (Le Soulier de Satin, 1929) από τον Jean-Louis Barrault στην Comedie Francaise στα τέλη του 1943 (ο Jean-Louis Barrault υπήρξε μια από τις κύριες δυνάμεις του Γαλλικού θεάτρου μετά την κατοχή). Νωρίτερα είχε γνωρίσει θεατρικές επιτυχίες στο έξωτερικό με το Ο όμηρος (LʼOtage, 1911) και Τα μαντάτα που έφεραν στη Μαρία (LʼAnnonce faite a Marie, 1912) το μεν ανεβάστηκε από την Comedie-Francaise το 1934, και μπορεί να πει κανείς ότι σήμανε την αρχή της αποδοχής του, αν και όχι της επιτυχίας του, στην ίδια του τη χώρα. Το πιο προσωπικό και δυναμικό του έργο, Μεσημβρία (Partage de midi, 1906) “γραμμένο με το αίμα μου», παρουσιάστηκε σε στενό κύκλο το 1916 και δημοσίως μόνο το 1948. Αφορά την Υζέ και τον σύζηγό της και δύο εραστές, ένας εκ των οποίων είναι ο Μεζά, αναμφίβολα η απεικόνιση του ίδιου του Κλωντέλ. Αυτό το δράμα βίας και μοιχείας, ενώ προωθεί την ιδέα του Κλωντέλ πως η γυναίκα είναι ο σταυρός του μαρτυρίου που σηκώνει ο άνδρας, αποκτά εκπληκτική ψυχολογική δύναμη ιδίω δικαιώματι.
Ως ποιητής ο Κλωντέλ θεωρούσε ότι τον «κάλεσε ο Θεός» να φανερώσει την ομορφιά και το μυστήριο του σύμπαντος. Θεωρούσε την ποίησή του ως είδος αναδημιουργίας ή αναπαράστασης του σύμπαντος, και σαν ιερή εκδήλωση του γεγονότος πως η ζωή είναι παράλογη και χωρίς νόημα δίχως πίστη: ο ποιητής επαναφέρει τον Θεό στη θέση του. Η καλύτερη ποίηση βρίσκεται στις συλλογές “Πέντε μεγάλοι ωδοί” (Cinq grandes odes, 1910) “Corona benignitatis anni Dei”, 1914 και “Ποιήματα και λέξεις κατά την διάρκεια του Τριανταετή Πολέμου” (Poèmes et paroles pendant la guerre de trente ans, 1945). Όλα αυτά είναι βασικά ποιήματα δοξαστικά άν και υμνούν μια δημιουργία που αξιώνει την απάρνηση της προσωπικής ευτυχίας συμπεριλαμβανομένου την απόλυτη σεξουαλική ευτυχία. Είναι μια ποίηση όπου η χαρά στο υλικό ζωής συγκρούεται με την πνευματική αυστηρότητα στην αναζήτηση του Θεού. Γραμμένη για να βοηθήσει τον ποιητή στη σφοδρή μάχη κατά τον σεξουαλισμό του, τραγουδάει όσο καμιά άλλη Γαλλική ποίηση του εικοστού αιώνα. Το ερώτημα αν θα πρέπει να θεωρηθεί ως περίτεχνη ρητορική μέσα στην οποία ο ποιητής προβάλλει την εφεύρεση του εαυτού του εξαρτάται από τους κριτικούς να το μελετήσουν. Εν τω μεταξύ ο Κλωντέλ παραμένει μια εξαίρεση των περισσοτέρων κανόνων στη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα δεν μπορείς να τον αγνοήσεις.
ΜΑΞ ΖΑΚΟΜΠ MAX JACOB
Ο Μαξ Ζακόμπ (Max Jacob, 1876-1944) γεννήθηκε από Εβραίους γονείς στο Κεμπέρ (Quimper) Βρετάνης. Επρόκειτο για μια θρυλική φυσιογνωμία: φίλος του Πικάσσο και του Απολλιναίρ, ζωγράφος, ομοφυλόφιλος, Καθολικός, ερημίτης, πάλαι ποτέ αστρολόγος, χιουμορίστας. Τον συνέλαβε η Γκεστάπο και τον έκλεισε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Ντρανσύ (Drancy), όπου και πέθανε λίγο πριν την απελευθέρωση του Παρισιού. Μάλιστα έκανε λογοπαίγνιο γιʼ αυτό (σε μήνυμα που έστειλε σʼ ένα φίλο του γράφει: ʽPris par la Gestapo. Prononcez “Jʼai ta peau”ʼ). Πάνω απʼ όλα ο Ζακόμπ ήταν πράος και καλός άνθρωπος, καθʼ όλη τη διάρκεια της ζωής του πάλευε να κρατήσει σε απόσταση αλλά και να κατανοήσει την οξεία μιζέρια της παιδικής του ηλικίας, όταν τρείς φορές έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Κανείς δεν μπορούσε να διαπεράσει τις διάφορες μάσκες (κλόουν, μάρτυρας, άγιος) πίσω από τις οποίες ζούσε. Η άρνηση ή η ανικανότητά του να είναι ο εαυτός του αποδυναμώνει το έργο του, που πάντως έχει τεράστια γοητεία και ωφελιμισμό. Η ζωή του, που σε μια από τις σχετικά λίγες σοβαρές στιγμές την αποκάλεσε «κόλαση», ήταν δυστυχώς μπερδεμένει με την ομοφυλοφιλία που δεν μπορούσε νʼ αποδεχθεί. Δεν προσπάθησε καν να αντιμετωπίσει αυτή την αγωνία στο έργο του, που αποτελείτο από ποιήματα, πεζά ποιήματα, διηγήματα και υπερρεαλιστικά κείμενα. Το 1909 είδε σε όραμα τον Χριστό, καθώς και το 1914 σʼ ένα κινηματογράφο, και τελικά το 1915 έγινε δεκτός στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Όπως οι περισσότεροι υπερρεαλιστές, ο Ζακόμπ πίστευε στα σημάδια, και τα περίμενε. Από το 1921, όταν είχε γίνει πια διάσημος, αποσύρθηκε σʼ ένα αββαείο στο Saint-Benoît-sur-Loire. Φαίνεται ότι οι ομοφυλοφιλικές του τάσεις έπεξαν σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή. Τελικά εγκαταστάθηκε εκεί μόλις το 1936, και λέγεται ότι κατόρθωσε να ζήσει μια ζωή ταπεινοφροσύνης και προσευχής που τόσο λαχταρούσε. Πάντως δεν διέκοψε τις επαφές του με την ποίηση, τη ζωγραφική και τους φίλους του, οι οποίοι του έκαναν συχνές επισκέψεις μέχρι τον πόλεμο.
Η μεγαλύτερη αντοχής γραφή του Ζακόμπ είναι ίσως στις επιστολές του, αν και η γνώμη αυτή μάλλον είναι άδικη όταν κάνεις μια αυστηρή επιλογή από τα χιουμορίστικα ποιήματά του. Το Κουτί με τα ζάρια (Le Cornet a des, 1917), πεζά ποιήματα, η πιο σημαντική του συλλογή, περιέχει την πιο έντονη έκφραση της διανοητικής του κρίσης: απρόθυμα ανακαλύπτει την αγωνία του σε μια σειρά τυχαίων αντιλήψεων, ανέκδοτων, «κυβιστικά» οράματα «κοινών» αντικειμένων. Αλλά ο Ζακόμπ απέτυχε στο έργο του να βρεί τη γαλήνη που ίσως βρήκε προς το τέλος της ζωής του. Ο ίδιος ήταν έργο τέχνης, ένας μυστικοπαθής, η αγιότητα του οποίου για τους στενούς του φίλους, δεν ήταν παρά ένα άλλο αστειάκι.
_______________________________________________________
ΟΣΚΑΡ ΒΕΝΣΕΣΛΑΣ ΝΤΕ ΛΟΥΜΠΙΤΣ ΜΙΛΟΣ
OSCAR VENCESLAS DE LUBICZ MILOSZ
Το έργο του λόγιου και διπλωμάτη ΄Οσκαρ Βένσεσλας ντε Λούμπιτς Μίλος (Oscar Venceslas de Lubicz Milosz, 1877-1939) περιέχει, βυθισμένα σʼ ένα μάζο λαμπρής σκοτεινότητας, μερικά ποιήματα καταπληκτικής ομορφιάς. Ο Μίλος ήταν Λιθουανός που έμαθε Γαλλικά όταν ακόμα παιδί, και που νωρίς επέλεξε ως γλώσσα της λογοτεχνικής του έκφρασης. Γλωσσομαθής και ειδικός στην φιλοσοφία και την φυσική (λέγεται πως επινόησε την θεωρία της σχετικότητας την ίδια εποχή με τον Αϊνστάιν), ταξίδεψε στην Ανατολή και έγραψε μια κάπως τυπική συμβολιστική ποίηση. Μετά τον πόλεμο αντιπροσώπευσε τη χώρα του στο Παρίσι. Το 1926 αποσύρθηκε στο Fontainebleau, σʼ ένα σπίτι γεμάτο πουλιά. Έγινε Γάλλος υπήκοος το 1930. Η μεταφυσική του έχει χαρακτηριστεί ως ένα «εξωτικό μείγμα Καθολικισμού, φιλοσοφίας, μυστικισμού, θεοσοφίας, ανατολίτικες παραδόσεις και σύγχρονη φυσική» , ένα ιλιγγιώδης κράμα άξιο να μαγεύσει οποιονδήποτε συμβολιστή. Τα καλύτερά του ποιήματα έχουν την αίσθηση του πλατωνικού κόσμου με τα τέλεια αντικείμενα ως ένας προανθρώπινος παράδεισος μέσα από το παράθυρο της εγκόσμιας ύπαρξής του:
Γονάτισε, ορφανή ζωή,
Κάνε ότι προσεύχεσαι, ενώ εγώ θα μετράω ξανά και ξανά
Τα σχέδια λουλουδιών που δεν έχουν τα λυπημένα και λερά
Πανομοιότυπα των προαστιακών κήπων
Σαν αυτά που βλέπεις κρεμασμένα πάνω σε ετοιμόρροπους τοίχους μέσα απʼ τη βροχή.
Αργότερα θα σηκώσεις το βλέμμα σου απʼ το λευκό βιβλίο:
Θα βλέπω αραγμένες μαούνες, βαρέλια, κοιμισμένα κάρβουνα
Και τον άνεμο να φυσάει μέσα απʼ τα στενά λινά ρούχα των ναυτών…
Τά ΄Απαντα του Μίλος δημοσιεύθηκαν σε έντεκα τόμους το 1960-3. Δεν γνωρίζω άν έκτοτε έγιναν επανεκδόσεις. Ο Μίλος έγραψε επίσης θεατρικά έργα και φιλοσοφικές εξηγήσεις.
ΣΑΙΝ-ΤΖΟΝ ΠΕΡΣ SAINT-JOHN PERSE
Ο κατʼ εξοχήν ποιητής της εποχής μας, ο Σαιν-Τζον Περς (ψευδωνυμο του Marie-Rene Alexis Saint-Leger Leger, 1887-1975), που γεννήθηκε σε μια μικρή κοραλλιογενή νήσο που ανήκε στην οικογένειά του κοντά στη Γουαδελούπη, διάλεξε τη διπλωματική καριέρα για να κερδίσει τα προς το ζην. Ήταν Γενικός Γραμματέας στο Υπουργείο Εξωτερικών από το 1933 μέχρι την ήττα της Γαλλίας, όταν κατέφυγε στην Αμερική. Έζησε στην Ουάσιγκτον επί επτά χρόνια, αλλά τελικά επέστρεψε στη Γαλλία. Μόνο η πρώτη συλλογή του Σαιν-Τζον Περς, Εγκώμια (Eloges, 1910), δημοσιεύθηκε με το πραγματικό του όνομα. Το 1960 του απενεμήθη το Βραβείο Νόμπελ. Ήταν ένας σεμνός, μετριόφρων άνθρωπος που κάποτε δήλωσε ότι το όνομά του «δεν ανήκει στη λογοτεχνία». Οι θαυμαστές και μεταφραστές του περιλαμβάνουν πολλά από τα λαμπρά ονόματα του εικοστού αιώνα: Ρίλκε, Έλιοτ, Χόφμανσταλ, Ουγκαρέτι, Σεφέρη, κλπ.
Από πλευράς τεχνοτροπίας, ο Σαιν-Τζον Περς είχε επιρρεασθεί από τον Πωλ Κλωντέλ: έγραφε μακρόπνοους, ελεγειακούς στίχους. Η ποίησή του είναι ριζωμένη στις αρχές του εικοστού αιώνα με την ανάδυση του παρελθόντος, που τόσο περίφημα απέδωσαν ο Ιγκόρ Στραβίνσκι στην Τελετή της Άνοιξης και ο Έλιοτ στην ΄Ερημη Χώρα. Ο Σαιν-Τζον είναι εγκυκλοπαιδικός, τεχνουργός, σαφής και ακριβής, αινιγματικός αινιγματικός όσο και η ιστορία του κόσμου που αναδημιούργησε το μυαλό του ποιητή. Θεωρείται πως η περιγραφή του κόσμου ακολουθεί όχι γνωστούς δρόμους ή γνωστά ρεύματα, αλλά «ισόβαρα ή ισόθερμα, μέχρι τούδε ανύποπτα μα πραγματικά μονοπάτια». Επιθυμεί να ξαναβρεί τη χαμένη γλώσσα, όχι του Θεού για τον Σαιν-Τζον Περς, όπως και για άλλους, ο συγκεκριμένος Θεός έχει πεθάνει αλλά των θεών: οι πολλαπλές φωνές της φύσης. Εξερευνεί το σύμπαν ιστορικά, γεωλογικά, πάνω απʼ όλα ανθρωπολογικά, με τους δικούς του επικούς όρους και ως εκ τούτου ανακαλύπτει τον εαυτό του. Η γλώσσα του έχει μεγαλοπρέπεια και επισημότητα είναι ένας άθεος ιερέας σε τελετουργίες της φύσης. Έχει όλη την έκσταση του Κλωντέλ, μόνο που δεν βλέπει τρόμο ή τραγωδία ή παραλογισμό σε μια δημιουργία δίχως χριστιανισμό. Η συλλογή Εγκώμια περιέχει τα πιο προσωπικά του ποιήματα, εμπνευσμένα από την θαυμάσια παιδική του ηλικία στην κοραλλιογενή νήσο, με μια νταντά που ήταν κρυψίνους ειδωλολάτρια ιέρεια, και από την ευδαιμονική ανακάλυψη του κόσμου μέσα σʼ αυτό το περιβάλλον.
Ανάβαση (Anabase, 1924) είναι ίσως το πιο αισιόδοξο μείζων έργο του εικοστού αιώνα. Οι πολλαπλές επιδρομές των κατακτητών που περιγράφει, η ίδρυση μιας πόλης από νομάδες που υμνεί όλα είναι ένδειξη της λεξικής κατάκτησης του ποιητή, η ανακάλυψη της γλώσσας: «άγια γλώσσα», που περιλαμβάνει όλους τους θεούς και είναι το πιο ουσιαστικό ανθρώπινο βίωμα. Μʼ αυτό το ποίημα ο Σαιν-Τζον Περς με βεβαιότητα φόρεσε το μανδύα του ορφικού ποιητή. Εξορία (Exil, 1942) περιγράφει τον ήρωα-ποιητή αποκομμένο από τις επιδιώξεις του. Άνεμοι (Vents, 1946) και επαυξάνουν την αξία της ζωής και την αναστατώνουν Βροχές (Pluies, 1943) την ξεπλένουν σʼ αυτά τα ποιήματα όπως και στο βιβλίο Χιόνια (Neiges, 1944) ο Σαιν-Τζον Περς περιγράφει στην κυριολεξία τα στοιχεία της φύσης, και συγχρόνως τα ενσωματώνει στην μεταφορά του. Θαλάσσια Σημάδια (Amers, 1957) επίσης περιγράφουν τη θάλασσα, αλλά με το να την χρησιμοποιεί σαν νʼ αγαπάει τη γη, για πρώτη φορά ασχολείται με τον ερωτισμό. Χρονικό (Chronique, 1960) καλοδέχεται τα γηρατειά Πουλιά (Oiseaux, 1963) καθορίζει το ίδιο μυστήριο στους τρόπους των πουλιών.
Ο Σαιν-Τζον Περς είναι συνεπής πλατωνιστής αναζητάει την αληθινή τάξη των πραγμάτων σʼ ολόκληρο το σύμπαν επιθυμεί επίσης να επιστρέψει στην μαγική παιδική του ηλικία. Το έργο του δεν είχε άλλη εξέλιξη. Εκτός από ομοιότητες με το έργο του Κλωντέλ (ο ίδιος αναχρονιστικός) ήταν πάντα αποσπασμένο από την μοντέρνα ποίηση χρησιμοποιεί μορφές της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής ρητορικής,
τώρα πια ξεχασμένες κιʼ όμως, για όσους το έχουν διαβάσει, έχει μια σχεδόν βιβλική αξία. Του Σαιν-Τζον Περς το παραδείσιο όραμα δεν έφτασε κατʼ ευθείαν σε πολλούς αναγνώστες, αλλά διασκορπισμένο μέσα στους πολλούς ποιητές, η δουλειά των οποίων το έθρεψε.
_______________________________________________________
ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ – LOUIS ARAGON
Ο Λουί Αραγκόν (Louis Aragon, 1897-1982), γεννημένος στο Παρίσι, υπήρξε διαδοχικά ντανταϊστής, υπερρεαλιστής και κομμουνιστής. Ένα enfant terrible όταν ακόμη νεαρός, ο υπερρεαλισμός γιʼ αυτόν ήταν μια φάση απελευθέρωσης παρά ζήτημα πεποίθησις. Ο λυρισμός του ήταν συνήθως πιο σημαντικός από τα διάφορα υπερρεαλιστικά πειράματα στα οποία υποτίθεται λάμβανε μέρος. Το 1930 επισκέφθηκε τη Ρωσία και εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ μʼ αυτά που είδε ώστε να θέσει τέρμα στον υπερρεαλισμό και να γίνει ρεαλιστής. Ο Αραγκόν είχε γράψει ένα φανταστικό, υπερρεαλιστικό μυθιστόρημα για το Παρίσι, Ο χωριάτης του Παρισίου (Le Paysan de Paris, 1926). Τώρα γύρισε σε μυθιστορήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αρχίζοντας με τον τόμο Οι καμπάνες της Βασιλείας (Les Cloches de Bâle, 1933) ακολούθησαν πολλά άλλα με το γενικό τίτλο Ο πραγματικός κόσμος (Le Monde reel, 1933-51). Μυθιστορήματα που διαβάζονται ευχάριστα αλλά δεν θαʼ λεγες προϊόντα έμπνευσης.
Η καλύτερη στιγμή του Αραγκόν ήλθε με τον πόλεμο. Όχι μόνο ήταν ένας από τους ηγέτες της φιλολογικής αντίστασης, αλλά και μέσω της ποίησής του έγινε ο εκπρόσωπος της Γαλλίας. Τα ποιήματα στις συλλογές Σπαραγμός της καρδιάς (Le creve-coeur, 1941) και Τα μάτια της Έλσας (Les Yeux dʼElsa, 1942) υμνούσαν το ίδιο τη Γαλλία και την αγάπη για την γυναίκα του, τη συγγραφέα ΄Ελσα Τριολέ. Η Γαλλίδα Άρτεμις (La Diane francaise, 1944) περιείχε δραματικές μπαλάντες μερικές από τις οποίες και η καλύτερη ποίηση του Αραγκόν για να κρατήσει ψηλά το ηθικό εναντίον των Ναζί και τους Γάλλους συνεργάτες τους. Στα ποιήματα της ΄Ελσας ο Αραγκόν χρησιμοποίησε παραδοσιακά τεχνικά χαρακτηριστικά με ιδιαίτερη ικανότητα ήταν ό,τι πρέπει για την εποχή εκείνη, όσο κατάλληλη για την περίσταση μπορεί να είναι η ποίηση. Μα γράφτηκαν αποκλειστικά για τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε, κι έτσι δεν άντεξαν στο χρόνο. Ό,τι ήταν συγκινητικό πάνω στον ενθουσιασμό της στιγμής τώρα φαίνεται σαν συναισθηματικό κλισέ, άσχετα πόσο αποτελεσματικά τα αξιοποίησε. Η λογοτεχνία για τον Αραγκόν δεν ήταν παρά ένα όπλο στην υπηρεσία της σοσιαλιστικής επανάστασης παραμένει ένας εξαίρετος συγγραφέας αυτού του είδους γραφής.















Χρόνια Πολλά, Μαιτγ!
Τα μενταγιόν σου πολίτιμα όπως πάντα…Σ’ ευχαριστούμε.