Επίλογος
Στίχους ποτέ δεν έγραψες εσύ;
Καλότυχος!…αν θες να με πιστέψης.
Μη γράψης- είν’ η τύχη σου χρυσή
Τον ποιητή καθόλου μη ζηλέψης.
Γέλα μαζή όταν αυτός γελά.
Περίπαιξε όσα εκείνος λέει
ΑΝ θέλης μην τον αγαπάς- αλλά.
Αλλά συμπάθησέ τον όταν κλαίει.
Και όταν ‘ς τη γωνιά φυλλομετρής
Τους στίχους που ενέπνευσε ‘ς τη Λύρα
Η πίστις, η αγάπη, η πατρίς,
Του ποιητού σου μη φθονής τη μοίρα.
Γιατί κάθε γραμμή ο ποιητής
Τη γράφει με το αίμα της ψυχής του.
Και του χαρτιού τα φύλλα που κρατείς
Είνε σχισμένα φύλλα της ζωής του.
Απόκριση στον Παλαμά
…Πώς αλλιώς
να σε πω; o συνοδοιπόρος,
χαίρε…
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:
Εσύ το Ωραίο μες στα μεγάλα ζήτησες
κι’ εγώ στα ταπεινά κι’ αποριμένα,
και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο
κι’ άφησες τον πηλό της γης σ’ εμένα.
Στις αλπικές χιονοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλες’
αρχόντισσες και ρήγισσες οι Μούσες σου
κι’ εμένα ψαροπούλες και βοσκούλες.
Εσύ στης δάφνης τ’ ακροκλώναρα άπλωσες
κι εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι’
στεφανι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλα –
λίγο θυμάρι του βουνού μου φτάνει
Τὰ πρωτοβρόχια
Μὲ τὰ πρωτοβρόχια θἄρθουν τὰ μηνύματα
τοῦ χειμώνα: τὸ ποτάμι θὰ θολώσει,
θὰ τριζοβολοῦν ξερὰ τὰ πλατανόφυλλα
θὰ κρυώσει ἡ νύχτα καὶ θὰ μεγαλώσει.
Θὰ δροσοσταλάζουν κόκκινα τὰ κούμαρα,
κυκλαμιὲς θ᾿ ἀνθοῦν στὸ χῶμα ταίρια ταίρια,
θὰ καπνίζουν σφαλιστὰ τὰ χωριατόσπιτα
καὶ θ᾿ ἀρχίσουν τὰ σπιτιάτικα νυχτέρια.
Θὰ σωπάσει ὁ τζίτζικας κι ἑτοιμοτάξιδα
γι᾿ ἄλλων τόπων ἄνοιξη, μακριὰ ἀπ᾿ τὰ χιόνια
βράδυ βράδυ ὡς τὰ μεσούρανα θὰ χύνονται
μαῦροι φτερωτοὶ σταυροὶ τὰ χελιδόνια.
Ὦ χαρά μας! τὸ χειμώνα θὰ προσμένομε,
δίχως πάγους καὶ χιονιὲς νὰ φοβηθοῦμε:
τὴ ζωή μας τὸ στερνὸ ταξίδι ἐκάναμε
καὶ τὴν ἄνοιξη ἄλλων τόπων δὲν ποθοῦμε.
Το βιβλίο περιέχει κείμενα από τις εκδηλώσεις που έγιναν προς τιμή του ποιητή, δημοσιεύματα, κείμενα και μελέτες για το έργο του κ.ά.











Αναρωτιέμαι πολλές φορές όταν διαβάζω τέτοιου είδους ποιήματα τι στο καλό συνέβαινε τότε -που απότομα από κάποια στιγμή και πέρα θαρρείς πως σταμάτησε να συμβαίνει μετά-και τα πράγματα της φύσης είχαν μια τόσο βέβαιη σημασία στην ζωή των ανθρώπων.
Και όχι μόνο είχαν την τόση και τέτοια αδιαπραγμάτευτη σημασία τους ,αλλά επεισέρχονταν κιόλας με ζωντάνια μες στην ζωή των ανθρώπων είτε σαν σύμβολα ,είτε με πραχτικό τρόπο στις κουβέντες τους και τις ασχολίες τους ,είτε στην πορεία μιας μέρας ή μιας εποχής που ο χαρακτήρας και η υφή της ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τα εναέρια και επίγεια καθέκαστα της κάθε φορά φύσης..
Πάντα ευχάριστα ξαναδιαβάζω Δροσίνη (σημαντικότατη η προσφορά του στην ανανέωση του ποιητικού λόγου και στην καθιέρωση της δημοτικής) και όχι υποχρεωτικά με την διάθεση του νοσταλγού ενός χαμένου παράδεισου ..
Περισσότερο θα έλεγα από ανάγκη που νοιώθω μερικές φορές για μια λιτή παρουσίαση των δεδομένων του κόσμου μου μέσα σε μια πολυσχιδή εποχή γεμάτη μέχρι σκασμού από ατελείωτα πράγματα …
Έτσι λοιπόν για απόψε πιστεύω πως οριστικά το αποφάσισα ..δεν θα πάω σε έναν από τους ανοιχτούς αρχαιολογικούς χώρος για να κατασκευάσω μια ακόμη μαζική πανσέληνο υπό τους ήχους μιας εκ της περίστασης επιβαλλόμενης μουσικής..
«και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλες»
Ίσως φίλε/η σε αυτό το στίχο να βρίσκεται η απάντηση στους προβληματισμούς που έθεσες.
Η ποίηση και η τέχνη δεν είναι κάτι ξεκομμένο από την κοινωνία ακόμα και αν νομίζει ότι είναι. Ο περιβάλλον προσωπικός και δημόσιος χώρος είναι η αιτία και αυτό αντανακλάται και στους τρόπους (έκφρασης). Σε αντίθεση πάντως με την ποίηση, στη μουσική, όπου κι εκεί η εξέλιξη είναι διαρκής και καθόλου δεν υστερεί σε παραγωγή ποικίλων τρόπων, μόνον ένας «άμουσος» θα αμφισβητούσε το παρελθόν. Ίσως γιατί εκεί, όσο πουθενά αλλού στην ποίηση και την τέχνη, όποιος «γνωρίζει» μπορεί πραγματικά να αξιολογήσει την προσφορά των προηγούμενων.
Με αφορμή τώρα, τι να πει, και πώς να το πει, σήμερα ο ποιητής για τις ραχούλες όταν αυτό που βλέπει σε αυτές είναι να παρελαύνουν κορδωτά τα πύρινα μέτωπα;
Στην εποχή μας ο τρόμος και ο φόβος δεν έπαψαν. Μόνον η ελπίδα.
“Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:
Εσύ το Ωραίο μες στα μεγάλα ζήτησες
κιʼ εγώ στα ταπεινά κιʼ αποριμένα,
και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο
κιʼ άφησες τον πηλό της γης σʼ εμένα.
Στις αλπικές χιονοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλεςʼ
αρχόντισσες και ρήγισσες οι Μούσες σου
κιʼ εμένα ψαροπούλες και βοσκούλες.
Εσύ στης δάφνης τʼ ακροκλώναρα άπλωσες
κι εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνιʼ
στεφανι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλα –
λίγο θυμάρι του βουνού μου φτάνει”
Προς κ. Μίχο και άλλους τινες συν-ποιεινίτες
Αυτήν την ποιηση που τόσο ευκολα θεωρουμε
ξεπερασμενη,ειναι αδυνατον να τη φτάσει μετα τοσα χρόνια ο ικανότερος όλων μας.Αυτη που τοσο ευκολα σνομπαρουμε και κριτικάρουμε από θέση υπεροχής…
και προκαλώ
να μου δειξετε έστω κι ένα ποίημά σας,αγαπητοί μου ποιητές,
που να χει την εκφραστική δύναμη κι εντιμότητα του παραπάνω…”συμπαθούς” κατά Παστάκα έμμετρου λόγου.
Η όποια σύγκριση στην κρίση των αναγνωστών.
Αγαπητέ κύριε Κυριαζή, η ποίηση αυτή δεν είναι ξεπερασμένη λόγω εγγενών αδυναμιών της, ούτε θεωρείται ξεπερασμένη επειδή κάποιοι αποφάσισαν να τη βάλουν στο περιθώριο. Ξεπεράστηκε μαζί με την εποχή της, μαζί με τις αισθητικές αξίες που την πλαισιώνουν. Αναλογιστείτε γιατί σήμερα δεν γράφονται ρεμπέτικα. Το ερώτημα δε του κυρίου Μίχου για τους λόγους που αυτή η, ομολογουμένως λαοφιλής, ποίηση σήμερα αδρανεί είναι καίριο (πέρα από το ότι συνιστά και μια καλή ευκαιρία αυτογνωσίας των ποιητών).
Nομίζω ότι δεν είναι σε θέση κανένας να σνομπάρει, πόσο δε μάλλον να βρίσκεται σε θέση υπεροχής, απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή ποίησης (και συνάμα να θεωρεί τον εαυτό του ποιητή).
προς Παναγιώτη
“Αναλογιστείτε γιατί σήμερα δεν γράφονται ρεμπέτικα.”
Ένας Γκάτσος έγραψε ρεμπέτικα αξιώσεων εκτός εποχής ρεμπέτικου.
Αναρωτηθείτε με τη σειρά σας πώς έγινε αυτό…
Πιο γόνιμο προβληματισμό θα θεωρούσα το γιατί δεν μπορεί ούτε ένας από εμάς να γράψει εξίσου εξαίσια με τον “ξεπερασμένο” Δροσίνη, αν και έχουν μεσολαβήσει τόσα χρόνια,παρά γιατί ο Δροσίνης κι η ανάλογη ποίηση παρέμεινε αδρανής-που μάλλον είναι κυρίως φιλολογικό ερώτημα- τη φύση του οποίου γνωρίζω καλά πως σνομπάρει ο αγαπητός κ. Μίχος.
Άστε τις φιλολογίες αγαπητοί μου κι εδώ:
βάλτε τα ποιήματά σας κάτω,διαλέχτε τα καλύτερα και δείτε αν μπορούν να σταθούν δίπλα σ αυτό του Δροσίνη.
Κατά τη γνώμη μου, είμαστε όλοι …τρίχες μπροστά στον ξεπερασμένο Δροσίνη.
Γνώμη σας, βεβαίως… Ωστόσο, αισθάνομαι ότι μεταχειρίζεστε το Δροσίνη ως πρόσχημα. Αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω την επίθεσή σας απέναντι στη σημερινή ποίηση.
Μια πιθανή απάντηση στο γιατί δεν μπορεί κανείς σήμερα να γράφει εξίσου εξαίσια με το Δροσίνη: προκαταλαμβάνετε την απάντηση, ισχυριζόμενος ότι “δεν μπορεί” – εγώ λέω “δεν θέλει”.
Αποπειραθείτε μια απάντηση στο ερώτημα: “Γιατί κύριε Πικάσο δεν μπορείτε να ζωγραφίσετε εξίσου εξαίσια με τον Τιτσιάνο;”
Ο Γκάτσος δεν έγραψε ρεμπέτικα. Ο Μάρκος ναι, αλλά όχι ο Γκάτσος. Ασφαλώς, αν το πιστεύετε, δικαίωμά σας. Αλλά, εν πάσει περιπτώσει, ποιος γράφει ρεμπέτικα σήμερα;
Ας αφήσουμε τις φιλολογίες λοιπόν, κι ας πιάσουμε τα κείμενα, λέτε. Με τι προσέγγιση και με ποια κριτήρια, αν όχι φιλολογικά; Με το γούστο του καθενός, κύριε Κυριαζή; Αν είναι έτσι, τότε σίγουρα έχετε δίκιο εξ αρχής και το θέμα θεωρείται λήξαν.
όλα τα παρεμφερή ζητήματα φιλολογικά είναι κύριε “Παναγιώτη”
το ξερω πολύ καλά
ειρωνικά μιλάω γιατί ξέρω πως ο κ. Μίχος αποστρέφεται το φιλολογιλίκι αλλά τελικώς ασχολείται με ερωτήματα φιλολογικής φύσεως.:)
Το ερώτημά μου όμως ειναι περισσότερο συνειδησιακό μα και πρακτικό.
Σε μιαν ανθολογία νεοελληνικής ποιησης που μεσα της θα έχει Δροσίνη, δημοτικά,ακριτικά κτλ. ….σκεφτείτε,ποιο δικό σας ποίημα θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σ αυτά τα ποιήματα παλιών -ξε-περασμένων εποχών…
Όσο για τον Γκάτσο
αν δεν έγραψε ρεμπέτικα,τότε κακώς έγραψε στίχους για την ταινία Ρεμπέτικο.
Προφανώς έπρεπε ο κ.Φερρης να σας συμβουλευθεί…
Το προβλημα μου αγαπητοι μου κυριοι δεν ειναι ο Δροσίνης μα η ευκολία της διαγραφής των προγενεστέρων
και δεν επανέρχομαι
μα σας αφήνω ένα “χαριτωμένο ποιηματάκι” μου
αφιερώνοντάς το σε όσους θαμώνες του Ποιείν υποψιάζονται πως ίσως τους αφορά:
Ποιητές σου λέει…
Σε μπλογκς ποιητικά και φόρα
το πνεύμα τους διαλαλούν
κι έχουνε πάρει τόση φόρα
που τίποτε άλλο δεν ακούν.
Ξέρουν τους στίχους νʼ αραδιάζουν
ξερνώντας τους σαν εμετό.
Ούτε κι αυτοί δεν τους διαβάζουν-
γιατί να τους διαβάσω εγώ;…
Με ομοιοκαταληξίες
δίνουν στην πλήξη τους ρυθμό
κι οι ελεύθερές τους στιχουργίες
μοιάζουν με ζώου βρυχηθμό.
Με αλληλοφιλοφρονήσεις
μα και με θράσος τσαμπουκά
άλλοτε κάνουνε μηνύσεις
κι άλλοτε γλείφουν σα σκυλιά.
Ίσως κι εσύ τους συναντήσεις
αυτάρεσκα να ομιλούν-
ευθύς θα τους αναγνωρίσεις
για τους μεγάλους αν σου πουν.
-Ανάξιος είναι ο Ελύτης!
-Μανιέρα έχει η Δημουλά!
-Σεφέρης ίσον λωποδύτης!
-Κι ο Καζαντζάκης ωχριά!
Κι αφού τους πάντες κριτικάρουν
ήσυχοι παν να κοιμηθούν.
Τι κι αν το νόμπελ δεν το πάρουν…
έτσι κι αλλιώς …θα τʼ αρνηθούν!
Κύριε Κυριαζή,
με αγχώνει ο πρωταθλητισμός…
Επιτρέψτε μου να μην αποδεχτώ το κάλεσμά σας.
Κατά τα άλλα η κάθε εποχή έχει την ποιησή της, η κάθε ποίηση έχει την εποχή της (για να έχουν δουλειά και οι ανθολόγοι και οι κριτικοί) και οι αναγνώστες στο κέντρο. Αν τους συγκινούν σήμερα τα “κόκκινα κούμαρα που δροσοσταλάζουν”, ευτυχισμένοι (μαζί και ο ποιητής).
Η μόνη ένστασή μου είναι στην “εντιμότητα” που εντοπίσατε. Δύσκολο να κρίνεις με ηθικούς όρους ένα ποιήμα..
Πραγματικά δεν ήθελα να επανέλθω μα η σκέψη του κ. Αραβανή όσο κι η επιθυμία μου να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα με αναγκάζουν να το κάνω.
α)Παναγιώτης:”Ωστόσο, αισθάνομαι ότι μεταχειρίζεστε το Δροσίνη ως πρόσχημα. Αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω την επίθεσή σας απέναντι στη σημερινή ποίηση.”
Κανένα πρόσχημα κ. Παναγιώτη.Ας λείπει η καχυποψία-οι παλιοι με ξερουν εδώ.
Δεν παίζω παιχνίδια τουλάχιστον μέσα στο Ποιείν και σας διαβεβαιώ πως τσακώνομαι για την ποίηση με τους καλύτερους μου φίλους, όταν διαφωνούμε…
Προσπάθησα να υπερασπιστώ τη φωνή του Δροσινη απλώς-κι ας μην είμαι αξιος γι αυτό,μα κάποιος έπρεπε να το κάνει διάολε…
.
β)Από τον κ. Μίχο, το κριτικό τάλαντο του οποίου σέβομαι και αναγνωρίζω,περίμενα τουλάχιστον να αναδείξει το συγκεκριμένο ποίημα-ας μην ξεχνάμε πως το ποιείν το διαβάζουν και νεότεροι που ίσως να μην έχουν ιδέα από Δροσίνη μα να ξέρουν πολύ καλά το μπλογκ του κ.Μίχου…
Αυτό το ποίημα δεν άξιζε να τύχει ενός θετικού σχολίου;…Πιο απαραίτητο ήταν ας πούμε να…διερωτηθούμε γιατί η ποίηση αυτή παραμένει σήμερα αδρανής;…
β)Κύριε Αραβανή,
ακριβολογούσα.
Δεν αναφέρομαι σε οποιοδήποτε άλλο ποίημα του Δροσίνη μα στο συγκεκριμένο.
γ)Το ίδιο το ποίημα κύριε Αραβανή θέτει ηθικούς όρους-δεν τους βάζω εγώ.Μεσα στο ποίημα αναδεικνύεται η αξία της ταπεινότητας, αυτή είναι η ουσία του-αν νομίζετε πως αυτό ειναι δευτερευον ζήτημα μεσα στο ποίημα, δε θα συμφωνησω μαζί σας.
Ακόμη και το σχόλιο πως «η ποίηση αυτή παραμένει σήμερα αδρανής» δε με βρίσκει σύμφωνο…
Ακόμη κι αν σήμερα δείχνουν κάποιοι να την αγνοούν, να γυρίζουν υποτιμητικά το κεφάλι,έπαιξε κι αυτή στην ιστορία της λογοτεχίας το ρόλο της για να φτάσουμε σήμερα στο σημερινό σημείο. «Λειτουργεί» λοιπόν, ακόμη ως και σήμερα, με έναν πιο υπόγειο, λιγότερο διακριτό τρόπο…
Οι αγαπημένες θεματολογικώς πατροκτονίες του κ. Μίχου, βλέπω πως επέστρεψαν. 🙂
Κι επειδή το Ποιείν δεν επέλεξε τη –γνωστή;….πολύ αμφιβάλλω,ως προς τις υπόλοιπες ,πλην της πρώτης, στροφές τουλάχιστον–Μυγδαλιά, η οποία έτυχε ενός ειρωνικού σχολίου του κ. Μίχου, λέω να την…”κουνήσω” μέσα στο Ποιείν και να σας αφήσω να συνεχίσετε τις πατροκτονίες σας πιο ήρεμοι και με λιγότερους ενοχλητικούς αντίλογους-που πρέπει σώνει και καλά να λειτουργούν προσχηματικά…
Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ
Εκούνησε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
και γέμισ’ από τ’ άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
και τα μαλλάκια της.
Αχ! χιονισμένη σαν την είδα την τρελή
γλυκά τη φίλησα,
της τίναξα όλα τ’ άνθη από την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:
-Τρελή να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θα έρθει η άγρια βαρυχειμωνιά,
δεν το στοχάζεσαι;
Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά
τα παιχνιδάκια σου,
σκυφτή γριούλα με τα κάτασπρα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου.
(Ελπίζω σε μιαν απόκριση του κ. Μίχου-αλλιώς θα με κάνει να αισθανθώ όπως ο Δροσίνης απέναντι στον Παλαμά:) )
Τι σημαίνει ξεπερασμένη ποίηση;Ποια τα όριά της και ποιος τα ορίζει;Γιατί είναι πιο καλός ποιητής ο Δροσίνης απ’τον Βαρβέρη ή ο Καρούζος απ’τον Φιλύρα;Όποιος μπορεί ας μου απαντήσει όμως με επιχειρήματα και όχι συμφωνα με το γούστο του επικαλούμενος τη λογοτεχνική του αυθεντία.
κ.Παναγιώτη υπέροχα ρεμπέτικα γράφονται και σήμερα από νέα παιδιά (γνωρίζω αρκετά) που όμως είναι στο περιθώριο όπως ήταν και οι παλιοί ρεμπέτες που επικαλείστε πριν ανακαλύψουν οι εταιρείες ότι μπορούν να κονομήσουν απ αυτούς και τους κάνουν ευρέως γνωστούς
Παναγιώτη επειδή σήμερα δεν γράφονται
ρεμπέτικα πάρε να έχεις
Δύο κατάδικοι
Αθήνα 10/1/08
Δύο κατάδικοι στο ίδιο το κελί
σε μια ποινή , που τώρα δείχνει δίχως τέλος
έτσι κυλάει κουρασμένη η ζωή
σ’ αυτό το σπίτι. Και ο έρωτας θαμμένος.
Δύο κατάδικοι, που μοίρα ζοφερή
τους δρόμους έσμιξε , μαζί και πεπρωμένο
χωρίς στιγμή , με κάποια μπέσα να μας πει
απ’ την αρχή , πως το παιχνίδι ήταν χαμένο.
Μοίρα μου σε παρακαλώ
δώσε μου αμνηστία.
Κουράστηκα ανέραστα να ζω.
Ξεχείλισε τα στήθια απελπισία.
Μοίρα μου σε παρακαλώ
δώσε μου αμνηστία.
Προτού να φύγω άσε να χαρώ
αυτό που λίγοι λένε “ευτυχία”.
Δύο κατάδικοι στο ίδιο το κελί
πριν έλθει ο θάνατος , τον τυχερό να πάρει.
Αποφυλάκιση ζητούν κι όχι ειρκτή
βαρυποινίτες που τους δόθηκε μια χάρη.
Κύριε Κυριαζή μην χολώνεις εάν
Ο Μίχος ενίοτε ειρωνεύεται
την παράδοση . Έχω την αίσθηση
(αναρτήσεων του γαρ) πως το κάνει
για παιχνίδι εντυπώσεων .
Και μην ξεχνάς κανείς δεν έχει το ύψος
να ξεπεράσει έναν Δροσίνη .
Και μην ξεχνάς πως ο πατέρας της
νεότερης Ελληνικής ποίησης (σημ. Δ.Δ )
Δ. Σολωμός σ’ αυτού του είδους την
ποίηση έγραψε .
με ψευδώνυμο MariaArpistre
γράφει και τραγουδάει ρεμπέτικα
το παρόν γραμμένο 5-5-2008, δικό σας:
http://www.youtube.com/watch?v=oa2xKWw9vg4
Ο Ξαρχάκος στο Ρεμπέτικο κινήθηκε περισσότερο στο ύφος του σμυρνέικου και όχι του ρεμπέτικου. Γι’ αυτό φυσικά ουδεμία ευθύνη έχει ο Νίκος Γκάτσος ωστόσο είναι πράγματι ένα ερώτημα γιατί η ταινία με τα σμυρνέικα είχε τον τίτλο “Ρεμπέτικο”, όπως και γιατί δεν μπήκαν στον δίσκο τα ονόματα των μουσικών που έπαιξαν. Ευκαιρίας δοθείσης να πούμε εδώ ότι το καταπληκτικό βιολί που ακούγεται είναι ο Στάθης Κουκουλάρης από τον Κινίδαρο της Νάξου. Η μουσική πρόταση της κυρίας Καραγιάννη είναι παντελώς εκτός ρεμπέτικου κλίματος. Συμπαθές τραγούδι, όχι όμως ρεμπέτικο. Ρεμπέτικα λοιπόν γράφει (και απορώ πώς δεν το είπε κανείς από τους Ποιείνδες μέχρι τώρα) φυσικά ο Κώστας Ριτσώνης. Ρεμπέτικα – ρεμπέτικα. Και για να ηρεμήσουμε κάπως, πάρτε ένα ποιηματάκι κάποιου Αθανάσιου Κυριαζή από το 1922, που ορισμένοι στίχοι του θα μπορούσαν να είναι ρεμπέτικο τραγουδάκι
Βαρειά η κατάρα του καιρού το γκρέμισε το σπίτι.
Παληές, καλές νοικοκυρές, ταξιδεμένες ούλες.
Παπούδες μ’ άσρπα τα μαλλιά. Καλόκαρδες κυρούλες.
Χαρές κρυφές της συντροφιάς στο φως του Αποσπερίτη.
Κ’ ήρθε η Ζωή κι αρώτησε τάχα το πού, το ποιό;
Κι έτσι που η Μνήμη ακούμπησε να θυμηθεί στο χέρι,
περάσαν τα φαντάσματα παληών καιρών ασκέρι
κι ένα γυαλί μου δώκανε φαρμάκι για να πιώ.
Μα εγώ καιρέ στο πείσμα σου, με της καρδιάς τη χάρη
παλάτι το ξανάχτισα το σπίτι μια βραδιά.
Τα ταίρια και τ’ αντρόγυνα. Πουλάκια τα παιδιά.
Κι όλα να πίνουν γελαστά στη φούχτα το φεγγάρι!
(…Τώρα που το βλέπω…μπα…ούτε κι αυτό. Ριτσώνης και πάλι Ριτσώνης)
Υ.Γ. Ρεμπέτικα ήταν επίσης τα “Μπλουζ του Πρίγκιπα” του Σιδηρόπουλου. Και υπό προϋποθέσεις ένα τραγούδι όπως αυτό: “Μ’άλλο κεφάλι”
http://www.youtube.com/watch?v=G8-NhMnhCaM&p=0D3D12BAB991688C&playnext=1&index=42
…θα το΄θελα πολύ να είναι πάντως…
ας περιμένουμε να μιλήσει ο φίλτατος Ριτσώνης με τους στίχους του
Και η Δόμνα Σαμίου σε μια συνέντευξή της στο Βήμα είχε πει πάνω κάτω ότι το Δημοτικό Τραγούδι πέθανε, αλλά η Σοφία η Κολλητήρη εξακολουθεί να τραγουδάει. Γνωρίζουμε τι είναι εκείνο που προκαλεί τους επικήδειους: η αγωνία να μην προσθέσει κάποιος κάτι επιπλέον στο οικοδόμημα του έργου μας. Δε θα συνυπέγραφα καλλιτεχνικές νεκρολογίες, και αν θα ήθελα να ακούσω μουσική δεν θα διάβαζα άρθρα:)
μένω στην Κηφισιά και πηγαίνω συχνά στο μουσείο
Δροσίνη που τώρα είναι όμορφη βιβλιοθήκη και δανείζομαι βιβλία……έχουν και ένα κέρινο ομοίωμα του ποιητή
της ανθισμένης μυγδαλιάς…οι παλιοί γράφαν ρομαντικά και με αθωότητα…εμείς γράφουμε σκληρές ομοιοκαταληξίες…κάπως έτσι
Η ΜΑΡΙΓΩ
Στά ξανθά της τα μαλλιά κελαηδούσαν δυό πουλιά
όταν κάναμε τα παιχνίδια αγκαλιές κι όλο τα ίδια
Αχ μικρούλα Μαριγώ οκτώ χρόνια σ’αγαπώ
έφυγες και δε βαστώ και συνέχεια λαχταρώ
τ’όμορφο σου τ’άσπρο χέρι τώρα το βαστούν
οι γέροι
όμορφη μου Μαριγώ σ’έχασα και λαχταρώ
Στα ξανθά της τα μαλλιά κελαηδούσαν δυο πουλιά
όταν κάναμε παιχνίδια και μου γύρευες τα ίδια
Μια τόσο όμορφη κοπέλα
πάει τηνέχασα μου’ρχεται τρέλα
αχ Μαριγώ μου πίσω έλα
Τ’όμορφό σου τ’άσπρο χέρι
τώρα το φιλούν οι γέροι
σε γεμίζουν μπιχιμπίδια
σκουλαρίκια δαχτυλίδια
αχ Μαριγώ μου αχ…
πρέπει να διαβάζουμε τους παλιούς Παλαμά
Δροσίνη…που γράφαν αγνά…μα και το Βάρναλη
που χόρτασε εξορία…
και η ομοιοκαταληξία κάνει καλό και στους παλιούς
και στους καινούργιους
Φίλε μου Γιώργη
Δεν συμφωνώ διόλου με τον επικήδειο
του Η. Πετρόπουλου .
Όσο υπάρχει ζωή θα υπάρχουν ρεμπέτες
και ρεμπέτικα τραγούδια , γιατί ρεμπέτης
κατά μία έννοια σημαίνει επαναστάτης .
Όμως επειδή οι καιροί αλλάζουν
ίσως άλλαξε και η πρόσληψη της
έννοιας αυτής .
Έχω την αίσθηση πως σήμερα
ο ρεμπέτης έχει την υφή του Rock .
“Η ανάσα σου ήταν η πρώτη μου πατρίδα
Κι η μυρωδιά σου ήταν ο πρώτος μου εθισμός
Πάει καιρός που έχω φύγει από τη Θήβα
Και περιφέρομαι σακάτης και τυφλός”
Αφιερωμένο στον κύριο Κυριαζή δια χειρός Διάφανων Κρίνων.
Υ.Γ. Ο χρόνος ξεδιαλύνει πατέρες και πατροκτόνους, μην αγχώνεστε και μη στενοχωριέστε.
Επιμένοντας στο ρόλο του δικηγόρου του διαβόλου (μιας και τα θέματα που θίγονται είναι πολύ ενδιαφέροντα), ρωτώ
α) Τον Χ2: Το ότι η Σοφία Κολλητήρη τραγουδά δημοτικό τραγούδι αναιρεί το γεγονός ότι το Δημοτικό τραγούδι πέθανε (προφανώς με την έννοια ότι δεν γράφεται πλέον, ασχέτως αν τραγουδιέται);
β) Τον Τυρταίο: Από μια ψευδή βασική προκείμενη, οποιαδήποτε συνεπαγωγή προφανώς είναι αληθής. Οπότε, εάν όσο υπάρχει ζωή υπάρχουν ρεμπέτες, καθώς λέτε, έχει κανένα νόημα η συζήτηση για τους χωροχρονικούς προσδιορισμούς του ρεμπέτικου; ‘Οταν αλλάζει η πρόσληψη μιας έννοιας, αλλάζει θεμελιωδώς η έννοια – γιατί ακριβώς η έννοια συνίσταται στην πρόσληψη ενός φαινομένου από το νου.
Τέλος, η τάση να θεωρούμε κάποιους αξεπέραστους αποτελεί το άλλοθί μας για την προσπάθειά μας να μην μας ξεπεράσουν άλλοι – ή την ύστατη προσπάθειά μας να ανασχέσουμε την ορμή των άλλων που μας ξεπέρασαν.
Κύριε Παναγιώτη, χωρίς να χρειάζεται να σας κατακλύσω εγώ με πληροφορίες, πράγμα που το βρίσκω κουραστικό και για τους δυό μας, αν κάνετε μια πρόχειρη αναζήτηση στο γιουτιουμπ θα δείτε πληθώρα δημοτικών που γράφονται σήμερα.
“Ο Ξαρχάκος στο Ρεμπέτικο κινήθηκε περισσότερο στο ύφος του σμυρνέικου και όχι του ρεμπέτικου. Γιʼ αυτό φυσικά ουδεμία ευθύνη έχει ο Νίκος Γκάτσος ωστόσο είναι πράγματι ένα ερώτημα γιατί η ταινία με τα σμυρνέικα είχε τον τίτλο “Ρεμπέτικο”, όπως και γιατί δεν μπήκαν στον δίσκο τα ονόματα των μουσικών που έπαιξαν. ”
Χ2 το ρεμπέτικο στο ξεκίνημα του ήταν σαφώς επηρεασμένο από τα σμυρνέικα για την ακρίβεια ήταν ένας συνδυασμός αμανέδων και τραγουδιών της φυλακής όπως τα έλεγαν.Ο Φέρρης πολύ σωστά ξεκινά έτσι την ταινία συνεχίζοντας την δείχνοντας την εξέλιξη του ρεμπέτικου και τις μουσικές αλλαγές (γίνεται κυρίαρχο όργανο το μπουζούκι κ.λ.π.) που το οδήγησαν στη “καθαρή” του μορφή(ρεμπέτικος λόγος,μαγκικος χωρίς “αμαν” και αυτοσχεδιασμούς).
κ.Παναγιώτη υπάρχουν και σήμερα κάποιοι που ζουν στο περιθώριο κόντρα στη καταστολή και στις απαγορεύσεις κυνηγημένοι που γράφουν ρεμπέτικα προσαρμοσμένα στη σημερινή εποχή με μάγκικη διάλεκτο που η διαφορά τους με τα τότε είναι ανεπαίσθητη, όμως διαφορές βλέπουμε και στα ρεμπέτικα του 30 με τα ρεμπέτικα της κατοχής ή τα μετακατοχικά.Αν βρω κατι σημερινό να μπορώ να σας το στείλω μέσω μειλ θα το κάνω
@sfen
“Ενώ αυτοί εδώ(ενν. τους πρόσφυγες) όταν ήρθαν αρχινήσανε τσιφτετέλια,συρτά…Μανέδες, τζιαβέρια, αϊβαλιώτικα, πολλά. Όχι και τόσο λαϊκά. Λαϊκά όχι. Λαϊκά είπαμε ήταν τα δικά μου. Ενώ αυτοί παίζανε παλαιά μουσική. Εμένα δε μου έκανε τίποτα τότες ο ερχομός τους. Εμένα ήτανε τα λαϊκά. Τα ζεϊμπέκικα και τα χασάπικα που χορεύανε οι κουτσαβάκηδες από τη Σύρο”…
Στην αυτοβιογραφία του Μάρκου – και εδώ και σε άλλα σημεία, για παράδειγμα, είναι σαφές πως υπήρχε μια διακριτή γραμμή ανάμεσα στα σμυρνέικα και τα ρεμπέτικα. Θυμάμαι ένα ακόμη απόσπασμα που λέει ότι σε άλλους τεκέδες πηγαίναν οι ρεμπέτες και σε άλλους οι πρόσφυγες. Έπειτα ποιος μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για το ξεκίνημα του ρεμπέτικου όταν παραδίδονται ονόματα μπουζουξήδων τουλάχιστων απ’ τις αρχές του αιώνα; Ο Μανολάκης ο τρεισήμισι, ο Στραβογιώργης ο αόματος, ο Μαούτσος, ο Αντρικάκης κλπ, κλπ. Πέρα ωστόσο από το ποιος επέδρασε σε ποιον και σε τι, και πέρα απ’ τις προθέσεις του Κ. Φέρρη, τον οποίο τον εκτιμώ και για τις μουσικές του γνώσεις, το ζήτημα είναι: μέσα στο σάουντρακ υπάρχει έστω ένα κομμάτι που πλησιάζει το ύφος του ρεμπέτικου;Ποιο; Το Πρακτορείο; Το Μάνα μου Ελλάς; Το Καίγομαι-Καίγομαι;Το Έλα απόψε στου Θωμά;Δεν το επισημαίνω κατ’ ανάγκην ως λάθος ή αδυναμία του συνθέτη ή του σκηνοθέτη. Ενδεχομένως ο στόχος να ήτανε μια ταινία όχι αποκλειστικά για το ρεμπέτικο αλλά για το λαϊκό τραγούδι. Και έτσι όμως η μουσική πάλι θα άφηνε κενά. Μια απάντηση μπορεί πάντα να έχει ενδιαφέρον.
Χ2 η ζύμωση του ρεμπέτικου με τα σμυρνέικα προυπήρχε του Μάρκου.Ο Μαρκος έπαιζε ρεμπέτικα στη τελική τους μορφή την “καθαρή” Πριν απ αυτόν παράδειγμα ήταν ο Τσαούς ο οποίος ως μικρασιάτης έπαιζε επηρεασμένος σαφέστατα από μανέδες κ.λ.π.Πάλι πριν απ τον Μάρκο, ο Μπάτης με τον καφενέ που είχε(ξεχνάω πως το έλεγαν) και έπαιζαν μέσα έναν αχταρμά από σμυρνεικα ρεμπέτικα κ.λ.π.Ήταν η πριν το 30 περίοδος.Δεν μπορώ να στα βρώ εδώ ιντερνετικά άλλα στην βιβλιογραφία του Πετρόπουλου βρίσκονται όλα και ο ίδιος χωρίζει το ρεμπέτικο σε περιόδους.Τέλος πάντων είναι μεγάλη κουβέντα αυτή που ανοίξαμε και με το κομπιούτερ δεν τα πάω και πολύ καλά.Ισως την ανοίξουμε καμμια μέρα από κοντά ακούγοντας ρεμπέτικα και πίνοντας κανα…τσίπουρο 🙂
Ζητώντας συγνώμη για τη μικρή καθυστέρηση του σχολίου μου, το οποίο μάλιστα δεν αφορά το κυρίως θέμα της συζήτησής σας, θέλω να ρωτήσω τον κ. Ριτσώνη τι εννοεί όταν λέει (στο σχ. 26) ότι ο Βάρναλης “χόρτασε εξορία”.
Αν δεν κάνω λάθος, ο Βάρναλης εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και στον ΆιΣτράτη από τα μέσα Οκτωβρίου έως τα Χριστούγεννα του 1935. Υπάρχει κι άλλη εξορία του που δεν την ξέρω ή αυτό το δίμηνο εννοεί ο κ. Ριτσώνης;
με πιάσατε αδιάβαστο…
όμως και 2 μήνες δεν είναι λίγοι…
μάλιστα σε αύτό το μακρινό νησί τον ΆΙΣτράτη αργότερα τους άφησαν και πέθαναν από την πείνα
πολλούς κρατούμενους…
είναι ζόρικη η εξορία για έναν ποιητή
που ονειρεύεται¨και λέει:
Μουσελίνα τέζα
σ’ορθοβύζι ντούρο
προσωπάκι σκούρο
λάγνα χαβανέζα…
Τώρα αν τον στείλαν κι αλλού ; τι να ψάχνουμε…
σημασια έχει ότι τον είχαν στη μπούκα…
Κύριε Ριτσώνη, άθελά σας σίγουρα, αδικείτε τον Βάρναλη και την ποίησή του πολλαπλώς. Έναν ποιητή δεν τον κρίνουμε (σε ό,τι αφορά την ποίησή του) για όσα τράβηξε ή δεν τράβηξε.
Το θέμα δεν είναι αν έκανε ή δεν έκανε εξορία (που γενικά άλλωστε ποτέ δεν ταλαιπωρήθηκε ιδιαίτερα από την εξουσία ο Βάρναλης). Το κρίνουμε από όσα μπόρεσε να γράψει.
Σε ό,τι αφορά δε το τελευταίο, το παράθεμα που αναρτήσατε δεν αναδεικνύει κάποιο ιδιαίτερο ποιητικό τάλαντο του Βάρναλη. Κι ο ίδιος άλλωστε τέτοιου είδους στίχους τους είχε για να ”ξεσπάει” κάπου το μένος του…
Ο Ρίτσος δεν είναι σπουδαίος ποιητής για την εξορία που έκανε, αλλά για τα όσα μπόρεσε να περάσει στην ποιητική γραφή του. Με τον ίδιο τρόπο ο Ελύτης δεν είναι (αν είναι) σπουδαίος ποιητής επειδή κόντεψε να σκοτωθεί στο Αλβανικό μέτωπο.
Κάτι που έχει ειπωθεί κατά κόρον και από αυτό το σάιτ είναι πως η όποια θετική ηθική αποτίμηση δεν μπορεί αυτοδικαίως να προσδώσει κι αισθητική αξία…
ΥΓ
Ο Δροσίνης είχε ξεπεραστεί ακόμη και το 1920 πόσο μάλιστα το 2010…
κύριε Πατιέ έχουν αξία τα βιώματα
οι εξορίες τα τραβήγματα οι φυλακές…
στο Βάρναλη μου αρέσει πολύ ο κυρ μέντιος…
η ζούγκλα… το πέρασμα σου…ο Ορέστης…
η μπαλάντα του Αντρίκου…το συμπόσιο…οι μοιραίοι…
αν και σε αυτό το περίφημο ποίημα δεν έπρεπε να
κατηγορήσει τη λατέρνα ότι δήθεν στριγγλίζε η καημένη λατέρνα έχει γλυκειά φωνή…η ζούγγλα…
οι 10 εντολές για γυναίκες που μετάφρασε απο τον Μολιέρο…μου αρέσει ο οδηγητής…ο τρελός που
λέει: είχα γυναίκα είχα και ζα
είχα μια Βάσω με βυζά
μα προκοπή δεν είχα
σε πιο χαρέμι να παχαίνει
στα μαξιλάρια ξαπλωμένη
μασώντας τη μαστίχα…
Αρκετά ποιήματα θα ανακαλύψεις αν διαβάζεις τους
παλιούς τους ομοιοκατάληκτους…αυτό ήθελα να πω
…