Το ποίημα τη χαράς και της κρεμάλας
στον Θάνο Μικρούτσικο
Να κρεμαστείς
και συμφωνούν μπροστά
σε κάθε τάφο
Να κρεμαστείς
γέλια γλυκά
μάγια από στόμα πεθαμένων
Να κρεμαστείς
να είσαι καλός
θρίαμβος σκουληκιών και απογόνων
Να κρεμαστείς
σαν το κακό σε φάρσα
το καλό ανταποδίδει
Να κρεμαστείς
σαν φυλαχτό ενός τρελού όταν σφυρίζει
στις προσδοκίες των νεκρών
για την παράσταση που αρχίζει
Το χέρι
Ό,τι ονειρεύομαι γίνεται
χθες είδα ένα χέρι
και το βρήκα το πρωί
στο κρεβάτι μου
ασημωμένο έως τον καρπό
χέρι κομμένο
από ένα αρχαίο τριαντάφυλλο
που το αγκάθι του
με πόνο μ’ έκανε να συνέλθω
έσταξε κι έπεσε
ένα ζάρι στη θάλασσα
της νιότης μου
πριν γίνω μοναχός
της μουσικής μου
όταν γυρνάω στο ξύλινο κουτί μου νεκρός
και θέλω να ζήσω.











Η ποίηση του Γιώργου Κακουλίδη επιδαψιλεύει στον αναγνώστη μια αρχικά κρύα αίσθηση ανομοιοκατάληκτων με την συνήθη πραγματικότητα πραγμάτων.
Θα έλεγε κάνεις ότι υπάρχουν βάσιμες ομοιότητες με τον τρόπο γραφής του Σαχτούρη(πράσινα απογεύματα του θανάτου,κίτρινα αερόπλοια εξάφνου στον ουρανό,κεφάλι κομμένο μεταφερόμενο σε γιατρό) ή και του Χιόνη ακόμη με τις παραφύσιν στιγμές μυστηρίου των ακίνητων βαποριών υπό αέρα και της στέγης που ενώνεται σε ανύποπτο χρόνο με το δάπεδο του σπιτιού.
Η αρχικά κρύα αυτή αίσθηση σιγά σιγά νοιώθεται να αποκτά μια οικειότητα με τις εσώψυχες κατασκευες του καθένα κυρίως μέσω της αφηγηματικής διαδικασίας που χρησιμοποιεί το “Χέρι” προσεγγίζοντας έτσι τον τρόπο σταθερής-και ανακουφιστικής σε πολλές περιπτώσεις – λογικής του ανθρώπου ή με την συνάντηση στο “Τραγούδι της χαράς και της κρεμάλας”του επιτακτικού πεπρωμένου με μια αέναη κραυγή που μεταλαμπαδιτεύει στα σοκάκια της ύφεσης το στοιχείο της ύπαρξης έστω και σαν παράσταση που χει κι άλλο αρχίσει…
Φίλε χωρολάτρη θα συμφωνήσω με την πρώτη παράγραφο του σχολίου σου (… «επιδαψιλεύει στον αναγνώστη μια αρχικά κρύα αίσθηση ανομοιοκατάληκτων με την συνήθη πραγματικότητα πραγμάτων» …) αλλά όχι με την μεθεπόμενη (… «η αρχικά κρύα αυτή αίσθηση σιγά-σιγά νοιώθεται να αποκτά μια οικειότητα με τις εσώψυχες κατασκευές του καθένα» …) και αναφέρομαι στο «σιγά-σιγά» λέγοντας ότι αυτή «την κρύα αίσθηση της πραγματικότητας των πραγμάτων» στην επιβάλει [εμφυτεύει ίσως;] βίαια (και καλά κάνει!). Προσωπικά το εισπράττω και από τα σημερινά αλλά και από χαρακτηριστικά ποιήματα/ στίχους όπως:
Τα χρόνια που μου έπιαναν τον κώλο
Τα είδα από μπροστά μου να περνούν
Εσύ να δένεις το σκυλί του κόσμου
Και ο μαύρος θίασος τη ζωή σου να ζητά
Φυγάς θεόθεν και αλήτης
Είμαι εδώ και ο χορός καλά κρατεί
Οι άλλοι χτυπάν τα χέρια τους στην κάσα
Καμιά φωνή από μέσα μου δεν ηχεί
Κι είναι εδώ αγαπημένε όλοι
Πουτάνες, λόγιοι, ιστορικοί
Οι ντόκτωρ Μάρκετινγκ μ’ ένα κοράκι
Τον τροβαδούρο της κακιάς στιγμής
Κι ενώ εκείνοι μπαίνουνε στο χώμα
Και θάβουν ο ένας τον άλλον στα ρηχά
Εσύ γελάς, τα νέα μου δείχνεις χρόνια
Τον κώλο μου που θέλουνε ξανά
(μόνο που αυτό το μου έπιαναν θέλει ξεκάθαρα έναν ενεστώτα διαρκείας…)
Δια χειρός του ίδιου, για τη νέα σχολική χρονια που καταφθάνει…:
Κι είναι εδώ αγαπημένε όλοι
Πουτάνες, λόγιοι, ιστορικοί
Οι ντόκτωρ Μάρκετινγκ μ’ ένα κοράκι
Τον τροβαδούρο της κακιάς στιγμής
Κι ενώ εκείνοι μπαίνουνε στο χώμα
Και θάβουν ο ένας τον άλλον στα ρηχά
Εσύ γελάς, τα νέα μου δείχνεις χρόνια
Τον κώλο μου που θέλουνε ξανά
Υ.Γ. Κύριε Πρίμπα ταυτιστήκαμε στο ποίημα, το γράψαμε ταυτόχρονα…
Φίλε Γιώργο
Σε προηγούμενο σχόλιο σου στην ανάρτηση του κυρίου Ριτσώνη έκανες μια πολλή σημαντική παρατήρηση όταν μίλησες για τον χώρο στον αναγνώστη που πρέπει να αφήνει ο ποιητής προκειμένου αυτός να καταφέρει να υπονοήσει πράγματα.
Θα έλεγα ότι η χρήση του χώρου είναι επίσης απαραίτητη και για έναν ακόμη λόγο..Για να μπορέσει να μετακινήσει όσο γίνεται λιγότερο ασφυκτικά τους τρόπους που κοιτάζει το ποίημα προκειμένου να βρει την διόδο που θα τον συνδέσει καλύτερα και με πιο ουσιαστικό τρόπο με αυτό…
Την δίοδο αυτή άλλοι την προτιμούν να είναι ευθεία ,άλλοι με στροφές κι άλλοι ίσως με μπόλικες διακλαδώσεις για παν ενδεχόμενο αν τελικά δεν μπορέσουν..
Έγκειται καθαρά πιστεύω στην ιδιοσυγκρασία του καθενός αλλά και στο πόσο πολύ “βεβαρημένη” πραγματικότητα από τον κόσμο του άλλου μπορεί να αντέξει η τέλος πάντων ψυχή του..
Βεβαρημένη καθώς νοιώθω γίνεται και η μέρα από την ζέστη..Σε ευχαριστώ για την έμεση κουβέντα που κάναμε..
Καλώς τα μάτια μου τα δυο, Γιώργο Κακουλίδη, μες στην αρένα του ΠΟΙΕΙΝ. Να είσαι πάντα καλά. Y yo recuerdo ahora… ¿Tu lo recuerdes?
Η ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
αφιερωμένο του Γιώργου Κακουλίδη
Ο δρόμος γεμάτος παλουκωμένους
ένας Σαμψών με το κεφάλι φαλακρό
κρατεί τα σκέλια ικετεύοντας τον Αρχιαυνάνα
να μην ξυρίσει τις τρίχες που ’μειναν
και κρύβει ό,τι αποφάγια κράτησε ο καιρός
που ’χε κυλήσει περιφέροντας έναν
άνδρα μ’ εκ γενετής άσθμα ψυχής.
Κώστα Ρεούση, «Χαμαιλέων» (ιδιωτική έκδοση-εκτός εμπορίου), Αθήνα 1995
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
[…]
Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί
Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:
Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει
~ Μίλτος Σαχτούρης
επίσης αυτή η μυστική εμφάνιση γνώριμων πραγμάτων
“γιατί τα λουλούδια που φύτεψα στόν κήπο μου φύτρωσαν άγρια στον καθρέφτη της κάμαράς μου;”
και τέλος το εμφατικό “με πόνο” που δυστυχώς αδυνατώ να ανακαλέσω επακριβώς τους στίχους (σφηνώσανε-σκαλώσανε με πόνο σε στόματα λουλουδιών ή κάτι τέτοιο)
Μπορεί να είναι κι η ιδέα μου ωστόσο.
Υ.Γ. (Οι παραθεριστές φοράνε ακριβά ρολόγια 🙂 )
ΓΙΩΡΓΟ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΕ ΞΑΝΑΔΩ ΣΤΟ ΦΙΛΙΟΝ.ΝΑ ΠΙΟΥΜΕ ΚΑΦΕ.ΝΑ ΒΡΙΣΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΞΑΦΝΟΥ ΝΑ ΣΗΚΩΘΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙΣ.ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ.ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ