από τα ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΚΟΡΜΙ

1

Τραγουδώ το ηλεκτρικό κορμί,
Οι στρατιές εκείνων που αγαπώ με κυκλώνουν και τις κυκλώνω κι εγώ,
Δεν θα με απελευθερώσουν ώσπου να τις ακολουθήσω, να τους αποκριθώ,
Και να τις εξαγνίσω, φορτίζοντάς τες με της ψυχής το ηλεκτρικό φορτίο.

Αμφέβαλε κανείς πως όσοι διαφθείρουν το ίδιο τους το σώμα, το κρατούν κρυφό;
Κι αν αυτοί που διασύρουν τους ζωντανούς είναι εξίσου αχρείοι με εκείνους που βεβηλώνουν τους νεκρούς;
Κι αν το κορμί κάνει όλα όσα και η ψυχή;
Κι αν δεν είναι το κορμί η ψυχή, τότε η ψυχή τι είναι;

2

Ο έρωτας για το κορμί του άντρα ή της γυναίκας δεν χωρά περιγραφή, το κορμί το ίδιο δεν περιγράφεται,
Το αντρικό κορμί είναι αψεγάδιαστο, το γυναικείο εξίσου αψεγάδιαστο.

Η έκφραση του προσώπου δεν χωρά περιγραφή,
Μα η έκφραση του καλοκαμωμένου άντρα δεν φαίνεται μοναχά στο πρόσωπό του,
Τη βλέπεις στα άκρα και στις κλειδώσεις του, παράδοξο, κι όμως βρίσκεται στους αρμούς των γοφών και των καρπών του,
Τη βλέπεις στην περπατησιά του, στο στητό λαιμό, στο λύγισμα της μέσης και των γονάτων του, τα ρούχα δεν τον κρύβουν,
Η γλυκιά του δύναμη ξεπροβάλλει μέσα απʼ τη φανέλα και την τσόχα,
Η θέα του καθώς περνά φανερώνει όσα και το ύψιστο ποίημα, ίσως και πιο πολλά,
Κόβεις λίγο το βήμα να δεις τη ράχη, τον αυχένα, τις ωμοπλάτες του.

Τα τροφαντά βρέφη στην κούνια, οι κόρφοι και τα κεφάλια των γυναικών, οι πτυχές των φουστανιών τους, η χάρη τους όταν τις προσπερνάμε στο δρόμο, των κορμιών τους το καμπυλόγραμμα,
Ο κολυμβητής που κάνει το μπάνιο του γυμνός, τον βλέπεις να σχίζει με απλωτές τη διάφανη σμαραγδένια επιφάνεια, ή να ξαπλώνει ανάσκελα και σιωπηλά να πλέει πέρα-δώθε όπως τον πάει το νερό,
Το κύρτωμα μια μπρος, μια προς τα πίσω των κωπηλατών στις λέμβους, ο καβαλάρης πάνω στη σέλα του,
Κορίτσια, μανάδες, νοικοκυρές σʼ όλα τους τα συγυρίσματα
Οι εργάτες, μεσημέρι, καθισμένοι με ανοιχτές τις καραβάνες τους και οι γυναίκες τους που σπίτι καρτερούνε,
Η μητέρα που νανουρίζει το παιδί, η κόρη του αγρότη στο περιβόλι ή στο βουστάσιο,
Το παλικάρι που τσαπίζει το αραποσίτι, ο αμαξάς που οδηγεί τα έξι του άλογα μέσα απʼ το πλήθος,
Των παλαιστών η πάλη, δυο παραγιοί, σχηματισμένοι άντρες πια, όλο σφρίγος και καλή καρδιά, ντόπια παιδιά, έξω στην αλάνα με τη δύση, ύστερα απʼ τη δουλειά,
Σακάκια και καπέλα πεταμένα, ο εναγκαλισμός της αγάπης και του αγώνα,
Η πάνω λαβή και η κάτω, τα μαλλιά ανάκατα, τυφλώνουν τα μάτια.
Η προέλαση των πυροσβεστών με τη στολή τους, το παιχνίδισμα των αντρίκιων μυώνων μέσα από τα εφαρμοστά παντελόνια και τις ζώνες .
Η αργή επιστροφή από την πυρκαγιά, η ανάπαυση προτού χτυπήσει πάλι ξαφνικά το καμπανάκι, το άκουσμα του συναγερμού,
Οι φυσικές, τέλειες του καθήκοντος κινήσεις, το κεφάλι σκυφτό, σκυμμένος ο αυχένας, η καταμέτρηση.
Τέτοιους αγαπώ – ξεχύνομαι, περνώ ελεύθερα, είμαι στον κόρφο της μάνας μαζί με το μωρό,
Κολυμπώ με τους κολυμβητές, παλεύω με τους παλαιστές, βαδίζω στη γραμμή με τους πυροσβέστες, και στέκω, αφουγκράζομαι, μετρώ.

3

Ήξερα έναν άνθρωπο, έναν απλό χωριάτη, πατέρα πέντε γιων,
Πατέρες γιών και οι ίδιοι, και οι γιοι πατεράδες άλλων αγοριών.

Ο άντρας αυτός είχε σφρίγος θαυμαστό, γαλήνη, ωραιότητα
Το σχήμα του κρανίου του, η κιτρινωπή λευκότητα των μαλλιών και της
γενειάδας του, το απροσμέτρητο βάθος των μαύρων του ματιών, ο πλούτος κι η μεγαλοσύνη των τρόπων του,
Αυτά όλα τον επισκεπτόμουν για να δω, κι ήταν σοφός επίσης,
Δυο μέτρα ψηλός, περασμένα τα ογδόντα, οι γιοι του ήταν
θεόρατοι, παστρικοί, γενειοφόροι, ηλιοκαμένοι, ομορφάντρες
Αυτοί και οι θυγατέρες του τον αγαπούσαν, όλοι όσοι τον αντίκριζαν τον αγαπούσαν,
Δεν τον αγαπούσαν από χρέος, τον αγαπούσαν με γνήσια αγάπη,
Έπινε μοναχά νερό, το αίμα διακρινόταν σαν ρουμπίνι μέσα απʼ τη
σταρένια επιδερμίδα του προσώπου του,
Ήταν δεινός σκοπευτής και ψαράς, μόνος τη βάρκα του πλοηγούσε,
είχε ένα γερό σκαρί, χαρισμένο από έναν ναυπηγό, είχε και
δίκανα, χαρισμένα από ανθρώπους που τον αγαπούσαν,
Όταν πήγαινε για κυνήγι ή για ψάρεμα με τους γιους και τα πολλά του εγγόνια,
ξεχώριζε σαν ο πιο ωραίος και ρωμαλέος της ομήγυρης
Πώς και πώς λαχτάραγες να είσαι μαζί του, ευχόσουν να καθίσεις
πλάι του στη βάρκα, με την ελπίδα ότι ίσως αγγιχτείτε αυτός κι εσύ.

4

Έχω αντιληφθεί πως το να βρίσκομαι μʼ αυτούς που προτιμώ μου αρκεί,
Το να περνώ τις νύχτες μου με συντροφιές, μου αρκεί.
Να περιβάλλομαι από όμορφη, πρόθυμη, γελαστή σάρκα όλο ζωή, μου αρκεί.
Να περνώ ανάμεσά τους ή κάποιον να αγγίζω ή ανάλαφρα και φευγαλέα να τυλίγω το χέρι γύρω απʼ το λαιμό του ή το λαιμό της, τι θέλω παραπάνω;
Δεν γυρεύω περισσότερη ηδονή, μέσα της κολυμπώ σαν ναʼναι θάλασσα.

Υπάρχει κάτι στην επαφή με άντρες και γυναίκες, στο να τους κοιτάς,
να τους ακουμπάς και να τους οσμίζεσαι, κάτι που ευφραίνει την ψυχή πολύ.
Όλα, όλα της αρέσουν της ψυχής, αυτό, όμως, πολύ την ευφραίνει.

5

Να την η γυναικεία μορφή,
Μια θεία φωτοβολή αναδύεται απʼ τα νύχια ως την κορφή της,
Μαγνητίζει με άγρια, αναντίρρητη σαγήνη,
Από την αύρα της έλκομαι σαν να ήμουν αδύναμος ατμός,
όλα παραμερίζονται εκτός απʼ αυτήν κι εμένα,
Βιβλία, τέχνη, θρησκεία, χρόνος, η ορατή, στερεή γη, και ό,τι
προσδοκούσαμε του Παραδείσου, ό,τι μας τρόμαζε της Κόλασης, όλα τώρα καταρρέουν,
Τρελά κοτσάνια, ακυβέρνητοι ανθοί ξεπετάγονται, και η δική μου απόκριση
το ίδιο ακυβέρνητη,
Μαλλιά, στήθος, γοφοί, λυγίσματα γονάτων, χέρια απλώνονται τυφλά παντού
τα δικά μου χέρια το ίδιο,
Παλίρροια χτυπημένη απʼ την άμπωτη και άμπωτη χτυπημένη απʼτην παλίρροια, η ερωτική σάρκα φουσκώνει με θεσπέσιο πόνο,
Αστείρευτοι, κρυστάλλινοι πίδακες έρωτα, καυτοί και πλούσιοι, ζελατίνα τρεμουλιαστή του έρωτα, άνθος λευκό και ωραίο παραμιλητό,
Η νυφιάτικη νύχτα αργά και σίγουρα φθάνει εξουθενωμένη στο χάραμα,
Κυματιστά γλιστράει μες στην πρόθυμη και καρποφόρα μέρα,
Χάνεται μέσα στου κόρφου της τη γλυκιά σάρκινη απόχη.

Να ο πυρήνας – αφού γεννιέται απʼ τη γυναίκα το παιδί, έτσι κι ο άντρας γεννιέται απʼ τη γυναίκα,
Να το λουτρό της γέννησης, να η ένωση του μικρού και του μεγάλου, κι ύστερα πάλι η διέξοδος.

Μη ντρέπεστε, γυναίκες, το χάρισμά σας περικλείει όλα τα άλλα και αυτό είναι η έξοδός τους,
Είστε οι πύλες του κορμιού, είστε και της ψυχής οι πύλες.

Η θηλυκή ύπαρξη περιέχει όλες τις ιδιότητες και τις αναμιγνύει,
Είναι στη θέση που της ανήκει και κινείται με τέλεια ισορροπία,
Είναι όλα εκείνα που πίσω από βέλο κρύβονται, είναι παθητική κι ενεργητική μαζί,
Πλασμένη να συλλάβει θυγατέρες μα και γιους, γιούς μα και θυγατέρες.

Καθώς κοιτώ το αντικαθρέφτισμα της ψυχής μου στη Φύση,
Καθώς διακρίνω μέσα από μιαν αχλή, ένα Ον απερίγραπτης πληρότητας,
σωφροσύνης, ωραιότητας,
που έχει το κεφάλι σκυφτό, τα χέρια σταυρωτά στο στήθος, είναι το Θηλυκό που βλέπω.

6

Ο άντρας δεν είναι λιγότερο ούτε περισσότερο απʼ την ψυχή, είναι κι αυτός στη θέση που του ανήκει,
Κι αυτός είναι όλες οι ιδιότητες, είναι δράση, είναι δύναμη,
Μέσα του κλείνει τη φλόγα του γνωστού σύμπαντος,
Η ειρωνεία τού ταιριάζει, και η αχόρταγη όρεξη και η ανυπακοή του ταιριάζουνε,
Τα πιο άγρια και μεγάλα πάθη, η ύψιστη ευδαιμονία, η θλίψη η βαθύτερη, του ταιριάζουνε, η περηφάνια φτιάχτηκε γιʼ αυτόν,
Η απέραντη αντρίκια περηφάνια είναι βάλσαμο εξαίσιο για την ψυχή,
Η μάθηση του ταιριάζει, πάντα την αναζητά, το κάθε τι θέλει ο ίδιος να το δοκιμάζει,
Όποιο κι αν είναι το ταξίδι, όποιο το πέλαγο και το καράβι, αυτός μονάχα εδώ επιτέλους βολιδοσκοπεί
(Πού αλλού ρίχνει τη βολίδα του εκτός από εδώ;)

Το κορμί του άντρα είναι ιερό και το κορμί της γυναίκας είναι ιερό,
Όποιου ανθρώπου κι αν είναι, ιερό είναι – τι κι αν ανήκει στον πιο ελεεινό από το τσούρμο των εργατών;
Ή σʼ έναν απʼ τους μετανάστες με τις βλακώδεις φάτσες, που μόλις ξεμπάρκαραν στην αποβάθρα;
Ο καθένας τους ανήκει εδώ ή οπουδήποτε αλλού όσο και οι ευκατάστατοι, όσο κι εσύ ο ίδιος,
Ο καθένας και η καθεμιά έχει θέση στην πομπή.

(Όλα είναι μια πομπή,
Το σύμπαν είναι μια πομπή, με τέλεια και μετρημένη κίνηση).

Γνωρίζεις δα τόσα εσύ, ώστε να αποκαλείς τον κατώτερο αμαθή;
Πιστεύεις ότι έχεις το δικαίωμα για θέση καλή στο θέαμα, ενώ αυτός ή εκείνη δεν έχουν δικαίωμα για μια θέση;
Νομίζεις ότι ενώθηκε η ύλη από τον σκόρπιο αιθέρα, κι ότι το χώμα απλώνεται στη γη και το νερό κυλά και η βλάστηση θεριεύει
Για σένα μόνο κι όχι γιʼ αυτόν κι εκείνη;

7

Το κορμί ενός άντρα σε πλειστηριασμό
(Γιατί πριν τον πόλεμο πήγαινα συχνά στο δουλοπάζαρο κι έβλεπα τα εκθέματα) –
Βοηθώ το δημοπράτη, μιας και δεν ξέρει ο ηλίθιος τη δουλειά του.

Κύριοι, κοιτάξτε αυτό το θαύμα,
Όσο κι ανεβάσουν οι πλειοδότες την τιμή τους, καμιά τιμή δεν θα είναι αρκετά ψηλή γιʼ αυτό,
Για χάρη του ζυμωνόταν η υδρόγειος δισεκατομμύρια χρόνια, δίχως ούτε ένα ζώο ή φυτό,
Για χάρη του πιστά κι αδιάκοπα περιστρέφονταν οι κύκλοι.

Μέσα σʼ αυτό το κεφάλι, το πολυμήχανο μυαλό,
Μέσα εκεί, και παρακάτω, η φτιαξιά των ηρώων.

Κοιτάξτε αυτά τα μέλη, ερυθρά, μαύρα ή λευκά, κάθε τους νεύρο και τένοντας
επιδέξια πλασμένος,
Θα τα γυμνώσουμε για να τα δείτε.

Αισθητήρια εξαίσια, μάτια φωτισμένα από ζωή, θέληση, τόλμη,
Δυνατοί μυς στο θώρακα, λυγερή ραχοκοκαλιά κι αυχένας, σάρκα σφιχτή,
Μπράτσα και πόδια στον πόντο λαξεμένα.
Κι άλλα θαύματα ακόμη εδώ μέσα.

Εδώ μέσα κυλάει αίμα,
Το ίδιο παλιό αίμα! Το ίδιο κόκκινο αίμα κυλάει!
Εκεί φουσκώνει κι αναβλύζει μια καρδιά, εκεί όλα τα πάθη, οι επιθυμίες,
τα χειροπιαστά όνειρα και τα άπιαστα,
(Θαρρείτε πως δεν είναι εκεί, επειδή δεν εκφράζονται μέσα σε σαλόνια κι αίθουσες διαλέξεων;)

Αυτός εδώ δεν είναι ένας άντρας μόνο, αυτός είναι ο γεννήτορας εκείνων που θα γίνουν γεννήτορες με τη σειρά τους,
Εντός του η αρχή πολυπληθών πολιτειών και εύπορων δημοκρατιών,
Απʼ αυτόν μέσα, αμέτρητες αθάνατες ζωές με αμέτρητες ενσαρκώσεις και απολαύσεις.

Πώς ξέρετε ποιος θα βγει από της σποράς του τη σπορά μες στους αιώνες;
(Από ποιον άραγε προέρχεστε κι οι ίδιοι εσείς, αν μπορούσατε να ιχνηλατήσετε προς τα πίσω τους αιώνες;)

8

Το κορμί μιας γυναίκας σε πλειστηριασμό,
Κι αυτή δεν είναι μόνο ο εαυτός της, είναι μια γόνιμη μάνα άλλων μανάδων,
Κουβαλάει μέσα της αυτούς που θα αντρωθούν για να γίνουν σύντροφοι μανάδων.

Αγαπήσατε ποτέ το κορμί μιας γυναίκας;
Αγαπήσατε ποτέ το κορμί ενός άντρα;
Δεν βλέπετε πως είναι ακριβώς ίδια για όλους, σε όλα τα έθνη και τους καιρούς
απʼ άκρη σʼ άκρη της γης;

Αν υπάρχει τίποτε ιερό, τότε αυτό είναι το ανθρώπινο σώμα,
Και η δόξα και η γλύκα του άντρα συμβολίζουν τον αμόλυντο ανδρισμό,
Και, σε άντρα ή γυναίκα, ένα καθαρό, γερό, σφιχτοδεμένο κορμί είναι ωραιότερο κι απʼ το πιο όμορφο πρόσωπο.

Έχετε δει τον τρελό που χαράμισε το ίδιο του το ζωντανό κορμί; Ή την τρελή που χαράμισε το δικό της ζωντανό κορμί;
Γιατί αυτοί δεν κρύβονται και δεν μπορούν να κρυφτούν.

9

Ω, κορμί μου! Δεν τολμώ να εγκαταλείψω τα όμοιά σου σε άλλους άντρες και
γυναίκες, ούτε τα όμοια με τα δικά σου μέλη,
Πιστεύω ότι τα όμοιά σου ορθώνονται ή πέφτουν μαζί με της ψυχής τα όμοια (και ότι αυτά είναι η ψυχή)
Πιστεύω ότι τα όμοιά σου θα ορθωθούν ή θα πέσουν με τα ποιήματά μου μαζί κι ότι αυτά τα ίδια είναι τα ποιήματά μου,
Του άντρα, της γυναίκας, του παιδιού, του νέου, της συζύγου και του συζύγου, της μάνας, του πατέρα, του παλικαριού, της κοπέλας τα ποιήματα,
Κεφάλι, λαιμός, μαλλιά, αυτιά, οι λοβοί και τα τύμπανα των αυτιών,
Μάτια, βλεφαρίδες, ίριδες, φρύδια, και το ξύπνημα ή ο ύπνος των βλεφάρων,
Στόμα, γλώσσα, χείλη, δόντια, ο ουρανίσκος, τα σαγόνια και η κλείδωσή τους,
Η μύτη, τα ρουθούνια και το διάφραγμα,
Τα μάγουλα, οι κρόταφοι, το μέτωπο, το λαρύγγι, ο αυχένας, το λακκάκι του,
Οι δυνατοί ώμοι, το αντρίκιο γένι, η κλείδα, η ωμοπλάτη, και η φαρδιά καμπύλη του θώρακα,
Η ωλένη, η μασχάλη, η κλείδωση του αγκώνα, ο πήχυς, οι τένοντες του μπράτσου, τα οστά του,
Ο καρπός με τις αρθρώσεις του, το χέρι, η παλάμη, οι κλειδώσεις, ο αντίχειρας, ο δείκτης, οι φάλαγγες των δακτύλων, τα νύχια,
Το εύρος του στήθους, το σγουρό του τρίχωμα, το στέρνο και τα πλαϊνά του,
Τα πλευρά, η κοιλιά, η ραχοκοκαλιά, οι σπόνδυλοί της,
Τα ισχία, οι αρθρώσεις τους, η δύναμη των γοφών, οι στρογγυλάδες των γλουτών,
τα αντρικά μπαλάκια, η αντρική ρίζα,
Το ρωμαλέο ζευγάρι των μηρών που κουβαλάει τον κορμό επάνω του,
Οι ίνες της κνήμης, το γόνατο, η επιγονατίδα, το πάνω μέρος και το κάτω του ποδιού,
Οι αστράγαλοι, το πέλμα, τα δάχτυλα και οι αρθρώσεις τους, η φτέρνα.
Όλες οι κινήσεις, όλη η συμμετρία, όλα τα υπάρχοντα του κορμιού μου, του δικού σου, ολωνών, αντρών ή γυναικών,
Τα σφουγγάρια των πνευμόνων, το στομάχι, τα καθάρια, γλυκά σπλάχνα
Ο εγκέφαλος με τις σπείρες του, φωλιασμένος στο κρανίο,
Συμπαθητικό σύστημα, βαλβίδες της καρδιάς, βαλβίδες του ουρανίσκου, η σεξουαλικότητα, η μητρότητα,
Η γυναικεία φύση, κι όλα όσα απαρτίζουν μια γυναίκα, και ο άντρας που βγαίνει από γυναίκα,
Η μήτρα, οι μαστοί και οι ρώγες, το γάλα τους, τα δάκρυα, το γέλιο, οι λυγμοί, οι ερωτικές ματιές, τα μαλώματα και οι εξεγέρσεις της αγάπης,
Η φωνή, η άρθρωση, η γλώσσα, οι ψίθυροι και τα ξεφωνητά,
Το φαγητό, το ποτό, ο σφυγμός, η πέψη, ο ιδρώτας, ο ύπνος, η βάδιση, το κολύμπι
Το ζύγιασμα των γοφών για το άλμα, την κατάκλιση, τον εναγκαλισμό, τα μπράτσα που τυλίγονται και σφίγγουν,
Η καμπύλη των χειλιών και οι γωνίες των ματιών που κάθε τόσο αλλάζουν σχήμα,
Το δέρμα, το ηλιόκαμα, οι πανάδες, το τρίχωμα,
Η περίεργη οικειότητα που νιώθεις σαν αγγίζεις με το χέρι τη γυμνή σάρκα του κορμιού,
Τα ποτάμια της κυκλοφορίας, η ανάσα, η εισπνοή και εκπνοή της,
Η ομορφιά της μέσης κι από τη μέση στους γοφούς κι από κει κατηφορίζοντας
προς τα γόνατα,
Οι λεπτοί κόκκινοι ιστοί μέσα σας και μέσα μου, τα κόκαλα και το μεδούλι τους,
Της υγείας η εξαίσια αίσθηση
Ω, αυτά όλα δεν είναι τα μέρη και τα ποιήματα του σώματος μόνο, μα και της ψυχής,
Σας λέω, αυτά είναι η ψυχή!

ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Τόνια Κοβαλένκο

Στην πρώτη τους μορφή και έκδοση (κυκλοφόρησαν λίγες μέρες πριν από την 4η Ιουλίου του 1855, σε 795 μόλις αντίτυπα) τα «Φύλλα Χλόης» δεν έφεραν πουθενά το όνομα του συγγραφέα τους. Ωστόσο, απέναντι από τη σελίδα του τίτλου, υπήρχε ένα πορτρέτο του 36χρονου Ουώλτ Ουίτμαν, μια γκραβούρα της δαγκεροτυπίας που είχε φιλοτεχνήσει ο Γκάμπριελ Χάρισον το προηγούμενο καλοκαίρι. Απεικόνιζε τον Ουίτμαν με ρούχα εργατικά, πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος, στραβά φορεμένο καπέλο, να κοιτάζει με ευθύ, προκλητικό σχεδόν βλέμμα τον μελλοντικό αναγνώστη του. Ήταν σαν να επανακαθόριζε με αυτή την ολόσωμη, χαλαρή του πόζα τον ρόλο του ποιητή και βγάζοντάς τον από τα στενά όρια του φιλολογικού κατεστημένου, να τον μετέτρεπε σε εκπρόσωπο όλων των ανθρώπων. Ο καινούριος αυτός ποιητής δεν εκφραζόταν μονάχα με το νου αλλά και με ολόκληρο το κορμί του κι αντλούσε την έμπνευσή του έξω, στον ανοιχτό αέρα, όχι στην πνιγηρή ατμόσφαιρα των βιβλιοθηκών. Ο ίδιος χαρακτήριζε την ποίησή του με τον ζωγραφικό όρο al fresco, υπονοώντας μια ποίηση που γράφεται – και βιώνεται – έξω από τους τέσσερις τοίχους, έξω, δηλαδή, από τους περιορισμούς της παράδοσης και της συμβατικότητας.
Ο Ουώλτ Ουίτμαν, έζησε τη μοναχική αλλά πληθωρική ζωή του χτίζοντας παράλληλα, εμπλουτίζοντας κι αναδομώντας το μοναδικό μα κι ανυπέρβλητο πνευματικό του τέκνο, τα «Φύλλα Χλόης». Η λυρική του αυτοβιογραφία, αριθμούσε αρχικά 12 εκτενή ποιήματα (μεταξύ των οποίων και το θεμελιώδες «Τραγούδι του εαυτού μου») και κατέληξε να απαρτίζεται από 389, στην έκδοση της ʽνεκρικής κλίνηςʼ (1891-92).

Μπορεί να μνημονεύεται πλέον σε κάθε ανθολογία ως ο πατέρας της αμερικανικής ποίησης, ο Ουίτμαν, όμως, γεύτηκε άφθονη απόρριψη από τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του. Εκτός από την ανήκουστη ʽαυθαιρεσίαʼ του ελεύθερου, ανομοιοκατάληκτου στίχου, την κατακραυγή των συμπατριωτών του πυροδότησε κυρίως η ενότητα των «Παιδιών του Αδάμ» (αρχικά LʼEnfants dʼ Adam). Αν και αργότερα έμελλε να σκανδαλίσει περισσότερο το εγκώμιο της ανδρικής αγάπης που πλέκει ο Ουίτμαν στον «Κάλαμο», στον καιρό του η μεγάλη αντίδραση ήρθε για τον τρόπο που απροκάλυπτα εξυμνεί ο ποιητής το ανθρώπινο κορμί (το γυναικείο και το αντρικό), τη γονιμότητα και την απαλλαγμένη από αναστολές γενετήσια πράξη, στα «Παιδιά του Αδάμ».

Μια γυναίκα με προσμένει, όλα τα περιέχει, τίποτε δεν της λείπει
Όλα, όμως, θα της έλειπαν, αν έλειπε το φύλο, ή αν έλειπε
του κατάλληλου άντρα ο χυμός.

Διαβάζοντας στίχους σαν αυτόν, η Αγγλίδα Ανn Τζίλκραϊστ, χήρα του βιογράφου τού Ουίλιαμ Μπλέικ, έγραψε επαινετικά άρθρα και ξεκίνησε αλληλογραφία με τον Ουίτμαν – ενθουσιώδη από τη μεριά της, συγκρατημένη από τη δική του. Έξι χρόνια μετά, τον Σεπτέμβριο του 1876, αποφάσισε να εγκατασταθεί μαζί με τα παιδιά της στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, ώστε να ανταμώσει τον ʽτρυφερότερο απʼ όλους εραστήʼ, που έμενε στην απέναντι όχθη του ποταμού Ντέλαγουερ, στο Κάμντεν του Νιού Τζέρσεϊ. Εκείνος, βέβαια, την είχε προειδοποιήσει: ʽΔεν θα πρέπει να στήνεις με τη φαντασία σου μια ιδανική Μορφή και να της δίνεις το όνομά μου…Ο πραγματικός Ουώλτ είναι ένας πολύ απλός άνθρωπος κι εντελώς ανάξιος τόσης αφοσίωσηςʼ. Τελικά, οι δυο τους κατάφεραν να ξεπεράσουν την αμηχανία των πρώτων συναντήσεων και να συνδεθούν με ισόβια – αλλά πλατωνική μόνο – φιλική σχέση.

Αντίθετα, δεν χρειάστηκε παρά μια νύχτα με καταιγίδα, για να νιώσει αμέσως τρυφερά ο ηλικιωμένος ασπρομάλλης ποιητής για τον νεαρό οδηγό της ιππήλατης άμαξας στην οποία είχε επιβιβαστεί. Ο 21χρονος Ιρλανδός μετανάστης Πίτερ Ντόιλ, πρώην στρατιώτης της Ομοσπονδίας και μετέπειτα αχώριστος φίλος του Ουώλτ, θυμόταν αργότερα ότι ο Ουίτμαν ήταν ο μοναδικός επιβάτης εκείνο το βράδυ και ότι «αισθανθήκαμε απʼ την πρώτη στιγμή μια οικειότητα ο ένας για τον άλλο – έφερα το χέρι μου στο γόνατό του – καταλάβαμε…»

Τα «Παιδιά του Αδάμ» και ο «Κάλαμος», πρωτοεμφανίστηκαν και τα δύο μαζί στην έκδοση του 1860, την οποία ο μανιώδης τυπογράφος Ουίτμαν επιμελήθηκε προσωπικά, όπως και όλες τις εκδόσεις που είδαν το φως κατά τη διάρκεια της ζωής του. Τον 19ο αιώνα, τα ερωτικά «Παιδιά του Αδάμ» καταδικάστηκαν από την πουριτανική αμερικανική κοινωνία, ενώ οι συνθέσεις του «Κάλαμου» (που οφείλουν τον τίτλο τους στο ομώνυμο υδρόβιο φυτό με τον φαλλικό βλαστό), θεωρήθηκαν από τους περισσότερους ως αθώοι ύμνοι στη αντρική συντροφικότητα. Τον 20ό αιώνα, οι ρόλοι αντιστράφηκαν: τα ʽτολμηράʼ, φεμινιστικά «Παιδιά του Αδάμ» άρχισαν να γίνονται δεκτά με ανοιχτές αγκάλες, ενώ ο «Κάλαμος» κατηγορήθηκε ότι προάγει μια ʽαφύσικηʼ σεξουαλικότητα. Μερικές δεκαετίες αργότερα, οι αγώνες για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ανέδειξαν τον «Κάλαμο» σε μανιφέστο του γκέι κινήματος. Σημεία των καιρών. Κι όμως, ο καιρός της απόλυτης ελευθερίας, ισότητας κι αδελφοσύνης, ο καιρός της αγάπης της μιας πολιτείας για την άλλη και της μιας γης γιʼ άλλη γη που προφητεύει με πάθος ο Ουώλτ Ουίτμαν, δεν φαίνεται να έχει έρθει ακόμα.

Θα ήθελα να κλείσω αυτό το σύντομο πρόλογο με μια αναφορά στη μνήμη του λογοτέχνη Νίκου Προεστόπουλου (1899 -1969), ο οποίος πρώτος στην Ελλάδα καταπιάστηκε με τα «Φύλλα Χλόης», και τα απέδωσε στη γλώσσα μας όχι πάντοτε πιστά, αλλά πάντως με τον δικό του γλαφυρό τρόπο.

Μάρτιος 2009