ΜΗΤΕΡΑ Ι
Άνοιξε τα σκέλια σου
Μητέρα!
Η Πάνδημος Αφροδίτη
Εδώ με οδήγησε,
Στο πορθμείο του κόσμου.
Ξοδεύτηκα.
Περιπλανώμενος εραστής
Μιας τυχαίας προσέγγισης
Σε υπαίθρια δώματα.
Το άθροισμα των άστρων
Ούτε ένα φεγγαράκι
Μου έδωσε.
Πλανόδιος έρως
Στην καρδιά μου φτερουγίζει
ακόμα
Γύπας πεινασμένος
Που ίπταται
Των νεκρών αισθημάτων μου.
Άνοιξε τα σκέλια σου μητέρα.
Δεν θα έρθω να τυφλωθώ
Σαν Οιδίποδας.
Να επιστρέψω θέλω
Στον χαμένο παράδεισο.
Να καταλάβω θέλω,
Μητέρα,
Γιατί με τιμώρησες;
Κάιρο 12/12/09
ΜΗΤΕΡΑ ΙΙ
Να φύγω μʼ άφησες γυμνός από το σώμα σου
Μα σπόρο μού ʽδωσες και χώμα από το χώμα σου
Να ʽχω δικό μου ένα κήπο σαν παράδεισο
Σαν επιστρέφω κουρασμένος απʼ την άβυσσο.
Μητέρα αργώ να καταλάβω όπως φαίνεται
Αυτό που μέσα μου ποτίζω και μαραίνεται
Καλώ τον έρωτα την νύχτα με απόκρυψη
Γιατί φοβάμαι να παλεύω την απόρριψη.
Τσιγγάνες θά ΄ρθουν να με πάρουν με φοβέριζες
Το φόβο έσπειρες και φόβο χρόνια θέριζες
Απ τα φουστάνια σου με ήθελες να κρέμομαι
Μακριά από σένα δίχως λόγο να τρελαίνομαι
Μητέρα αργώ να καταλάβω όπως φαίνεται
Αυτό που μέσα μου ανθίζει και μαραίνεται
Κι έτσι απέναντι σε κάθε μου απώλεια
Γυμνός ακόμα περπατώ στα περιθώρια.
Να φύγω μʼ άφησες γυμνός από το σώμα σου
Κι όσα φιλιά φύγαν για μένα από το στόμα σου
Μες στην καρδιά η ζυγαριά τα δείχνει ασήκωτα
Αφού στην άλλη τη μεριά δεν έχει τίποτα.
Μητέρα αργώ να καταλάβω όπως φαίνεται
Αυτό που μέσα μου αφήνω και μαραίνεται
Ζωή κι αν ήτανε ζωή δεν το λογάριασα
Φωτιά στον κόσμο η αγάπη μα ξεπάγιασα.
Κάιρο 19/12/09
ΚΑΘΕΛΚΥΣΗ
Μια θάλασσα μόνο διεκδικώ
από τον ρέοντα χρόνο.
Να ρίξω τα ναυάγια
που επισκεύασε πρόχειρα
η νοσταλγία.
Επιχρυσώνω την ευκαιρία
βαφτίζοντάς την στην κοχλάζουσα
σιωπή των ημερών μου.
Άγουροι οι καρποί των βημάτων μου.
Ξινά
αυγουστιάτικα σταφύλια.
Όλα τα εισιτήρια
μετʼ επιστροφής.
Πύρινοι άγγελοι φτερουγίζουν
ανάμεσα
στις σελίδες των τετραδίων μου.
Τρέφονται με τα λόγια που τρέφουν
κι αφήνουν τη μελάνη
να θολώνει τη μνήμη των ματιών.
-Να ʽταν η θάλασσα μελάνη. . .
Να ʽταν κι ο ουρανός χαρτί. . .
-Σώπα μητέρα!
Πόσα ψέματα αντέχεις
να μου συγχωρείς;
Κλείσε τα παράθυρα.
Έχει υγρασία εδώ.
Μην ανησυχείς.
Θα επιστρέψω
μετά την καθέλκυση.
Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος
Θεσσαλονίκη-Αθήνα- Κάιρο.Δάσκαλος, μετεκπαιδευμένος στην ειδικη αγωγή στο Πανεπιστήμιο Ρεθυμνου και στη διδασκαλία των ελληνικών ως ξένης γλώσσας στο Κέντρο ελληνικής Γλώσσας.Στιχουργος με περίπου ογδόντα τραγούδια στην δισκογραφία(τραγούδια για μικρές εβδομάδες,τα τραγούδια του χαμένου ποιητή κ.α).Εκτός των βραβείων που αφορουν στους στίχους,α’ βραβείο διηγήματος 2006 απο την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών και α’ βραβείο ποίησης Κουρος Ευρωπού 2007 απο την μακεδονική εταιρεία τέχνης και το υπουργειο πολιτισμού για την συλλογή “Η γλώσσα της φυγής” η οποία θα εκδοθει εντός του έτους.











“Το άθροισμα των άστρων
Ούτε ένα φεγγαράκι
Μου έδωσε.”
Τα τρία ποιήματα του Χρίστου μου αρέσανε κι εμένα πάρα πολύ!
Μπορώ να το πω ή θα με μηνύσετε;
Να περιμένουμε να αποφανθεί και η αυθεντία ”Μάτα Χάρι” και μετά θα αποφασίσουμε κ.Παστάκα … 🙂
Το δεύτερο ποίημα είναι πολύ ωραίο, ειδικά η τελευταία στροφή.
Μα αυτό το «Φωτιά στον κόσμο η αγάπη μα ξεπάγιασα.» με έκανε να ανατριχιάσω. Αυτός ο στίχος στέκει από μόνος του σαν ποίημα.
Το ποίημα είναι τόσο μουσικό, μα κατά βάθος εύχομαι να μην μελοποιηθεί, δεν ξέρω γιατί, νομίζω ότι θα χάσει κάτι. Οι στίχοι είναι τόσο δυνατοί και το ποίημα μουσική από μόνο του.
ΥΓ. Κυρία Κωστοπούλου μιλάγατε σε μια άλλη ανάρτηση για την κακεντρέχεια των σχολιαστών και μάλλον αγνοείτε την δική σας. Εσείς απʼ ότι φαίνεται αν μπορούσατε όχι μόνο θα μηνούσατε την Μάτα Χάρι για την ανωνυμία της και για την ειλικρίνια με την οποία θέτει τις απόψεις της, αλλά αν μπορούσατε θα την λιθοβολούσατε δημοσίως μαζί και τους υπόλοιπους ανώνυμους σχολιαστές! Κατά και πάνω απʼ τʼ άλλα ζήτω η ποίηση!
Σας ευχαριστώ για την υποδοχή όπως ευχαριστώ τη διαχείριση της σελίδας για τη φιλοξενία.
Εντελώς συμπτωματικά τα 3 ποιήματα μου, που έμπνευση της στιγμής τα έκανε να έχουν κοινη θεματική έναν διάλογο με τη μητέρα μου,δημοσιεύονται την ημέρα της ονομαστικής της εορτής.Θα μου επιτρέψετε να της τα αφιερώσω κι ας ξέρω πως δεν έχει ηλεκτρονικό υπολογιστή. 🙂
“Μια θάλασσα μόνο διεκδικώ
από τον ρέοντα χρόνο.
Να ρίξω τα ναυάγια
που επισκεύασε πρόχειρα
η νοσταλγία.”
Αυτό μάλιστα..
Παρακαλώ περισσότερα ποίηματα..Τα περισσότερα σχόλια είναι αθεράπευτα εγωκεντρικά.
Θα ήθελα να σημειώσω πως η ομοιοκαταληξία στο δεύτερο ποίημα δε νομίζω να πετυχαίνει αυτό που θέλει να εκφράσει.Για παράδειγμα τα δίστιχα :
Να ʽχω δικό μου ένα κήπο σαν παράδεισο
Σαν επιστρέφω κουρασμένος απʼ την άβυσσο.
Καλώ τον έρωτα την νύχτα με απόκρυψη
Γιατί φοβάμαι να παλεύω την απόρριψη
Απ τα φουστάνια σου με ήθελες να κρέμομαι
Μακριά από σένα δίχως λόγο να τρελαίνομαι
Μες στην καρδιά η ζυγαριά τα δείχνει ασήκωτα
Αφού στην άλλη τη μεριά δεν έχει τίποτα
βαραίνουν πολύ στο τέλος των στροφών, πρέπει να κούρασαν τον ίδιο τον ποιητή,παντως κουράζουν τον αναγνώστη,δίνουν βάρος στη μορφή με αποτέλεσμα να χάνεται το περιεχόμενο.Ενώ ξεκινά τόσο ανάλαφρα και ελπιδοφόρα το ποίημα με τον έξοχα βάρβαρο στίχο
Να φύγω μʼ άφησες γυμνός από το σώμα σου
Μα σπόρο μού ʽδωσες και χώμα από το χώμα σου
Δεν ξέρω, ίσως θα μπορούσε να ήταν μικρότερο το μέγεθος του ποιήματος,κερδίζει σε δυναμική κατά αυτό τον τρόπο.
Φιλικά πάντα και δίχως καμία πρόθεση υπόδειξης προς τον ποιητή. Δεν είμαι αυθεντία,δεν είμαι ειδικός..
Να εκτίθεται περισσότερο παρακαλώ.
Ειναι αναγκαίος.
Αδιαφορώ και προχωρώ
στα μάτια Μάνα σε κοιτώ
και αν σε πίκρανα πολύ
-γεμάτη πάθη και ηδονή-
γλυκιά που είναι η Ζωή
Σ’ Ευχαριστώ
Τα ποιήματα του κ.Παπαδόπουλου έχουν ενδιαφέροντα στοιχεία, αν κι εγώ τον προτιμώ σαν στιχουργό. Στίχοι του όπως αυτοί στο ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ή στο ΜΕΡΕΣ ΣΚΑΡΤΕΣ ή στο motto στην ιστοσελίδα του, είναι άκρως ενδιαφέροντες για την αμεσότητα, λειτουργικότητα και λιτότητά τους. Εξαίρεση, η συμμετοχή του στους φετινούς Ποιητικούς Αγώνες της Λευκίμμης στην Κέρκυρα, την οποία (αν και κέρδισε το Α’ Βραβείο -συγνώμη για την αποκάλυψη κ.Παπαδόπουλε) βρήκα κατώτερη του αναμενομένου (όχι σε σύγκριση με τους υπόλοιπους διαγωνιζόμενους αλλά με τις δικές του τις ικανότητες). Το ίδιο βρήκα και τη μελοποίηση του κ.Σαμοίλη.
Με τη διάκριση στιχουργός-ποιητής γενικά δεν συμφωνώ. Την κάνω όμως εδώ γιατί διαβάζωντας τα αναρτηθέντα υποπτεύομαι ότι ό ίδιος ο κ.Παπαδόπουλος την προσπαθεί. Αυτό κατά την γνώμη μου ίσως και το βασικό πρόβλημα των στίχων που διαβάζουμε σ’ αυτή την καταχώρηση. Απ’ την άλλη, το δείγμα είναι μάλλον μικρό για μια πιο ολοκληρωμένη -και ίσως πιο δίκαια- τοποθέτηση.
Τα εύσημά μου για στίχους όπως
“Μητέρα αργώ να καταλάβω όπως φαίνεται
Αυτό που μέσα μου ανθίζει και μαραίνεται”
ή
“Ζωή κι αν ήτανε ζωή δεν το λογάριασα
Φωτιά στον κόσμο η αγάπη μα ξεπάγιασα.”
αλλά ένσταση και προβληματισμός για στίχους όπως
“Καλώ τον έρωτα την νύχτα με απόκρυψη”
ή
“Επιχρυσώνω την ευκαιρία
βαφτίζοντάς την στην κοχλάζουσα
σιωπή των ημερών μου.”
κι αν αύριο ξημερώσει
μι’ άλλη μέρα
τότε
τι θάχεις για να κλαις;
@4,5
Επανέρχομαι στη κουραστική διαπίστωση ότι μια ιστοσελίδα ποίησης οφείλει εξ ορισμού να μην καθηλώνεται σε πρόσκαιρες επιτεύξεις. Τόσα ποίηματα στο Ποιείν σε τι άραγε βοηθούν; Αν διαβάζονται για φάμε τα μουστάκια μας, αυτό δείχνει αυτόματα τους πρόσκαιρους σκοπούς μας. Αν πάλι ξεκινάμε με το δε ξέρουμε και θέλουμε να μάθουμε, τότε δικιολογούμε το περιεχόμενο της αναζήτησής μας, τουλάχιστον ηλεκτρονικά. Για όλα τα υπόλοιπα ισχύει το περι ορέξεως…και ας το συμπληρώσει ο καθένας όπως νομίζει. Τέλος, αν ταυτίζεται η όρεξη με το σκοπό μας, καλύτερα ίσως να αφήναμε τα μουστάκια μας και να τρώγαμε…κανα γιουβέτσι
Πλάκα κάνω, γιατί η ποίηση ξεπερνά τον σχολιασμό της, τα ονόματα μάλλον έχουν προσωρινή σημασία.
Με τον τρόπο που απευθύνεστε, κύριε, αποκλείετε κάθε συνέχεια, τουλάχιστον στις σκέψεις. Ανταποδίδω τους χαιρετισμούς.
Ο μπάτμαν, κύριε, επισκέφτηκε μόνο τους κινηματογράφους της χώρας που καθιέρωσε τις αρένες, αλλά τα πορτογαλικά ετερώνυμα πάνε να καθιερωθούν πέρα από τη λογοτεχνία, παγκόσμια πλέον, και κανείς δε γνωρίζει τις επιπτώσεις.
Αλλά δεν χρειαζόταν αυτό, γιατί το θέμα έχει κλείσει με τις καλύτερες ευχές.
Διαβάζοντας τα ποιηματα του ευαίσθητου δημιουργού μου ρθαν αναπόφευκτα τα διλλήματα περί του τρόπου ποιητικής γραφης των νέων δημιουργών. Η ανάγκη τους να φανούν καινοτόμοι (μεταμοντέρνοι το λέμε τώρα) σε κόντρα διαρκή με το κλισέ και το αναμενόμενο που πολλές φορές τους οδηγεί στο να λένε αερολογίες και να μένουν στην επιφάνεια ή να μένουν στα καθιερωμένα και να εκφράζουν αυτά που ξέρουν καλά χωρίς την έκπληξη, προσπαθώντας να εμβαθύνουν ή στη χειρότερη να μας προκαλέσουν χασμουρητά. Ο κ.Παπαδόπουλος είναι από αυτούς που εμβαθύνει και ιδίως στο πρώτο ποιημα φαίνεται να πετυχαίνει το στόχο. Στο 2ο και το 3ο μου ξεφεύγουν κάποια μικρά χασμουρητά.
Χαίρομαι πράγματι για τη τελευταία πάσα, καθώς επώνυμα ήδη απαντώ. Τα χασμουρητά σημαίνουν έλλειψη οξυγόνου και…βοηθούν στη πέψη. Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, όντως στα ποιήματα διαβλέπεται μια από τις πολλές προσπάθειες να συγκεραστεί η παράδοση με το νέο. Παραμένει ασφαλώς το ερώτημα ποιοί, πως και κατά πόσο το έχουν αυτό καταλάβει. Δε γνωρίζω την απάντηση, αλλά και να τη γνώριζα, γιατί να τη δήλωνα; Τα κλισέ, οι αερολογίες και οι εκπλήξεις είναι εκ των προτέρων χαρακτηρισμοί όσων θέλουν να τους πιστεύουν. Εξάλλου, το μεταμοντέρνο σε 100 χρόνια, και πολύ είπα, ούτε μετά- θα είναι ούτε μοντέρνο. Γι αυτό και τα κουτάκια των αναρτήσεων δίνουν μια αίσθηση της στιγμής. Κι αν δε μπορούμε να κρίνουμε τη στιγμή, πόσο μάλλον το σκοτάδι του χρόνου. Ασφαλώς, η μοναξιά της γραφής δε μπορεί να εκτιμηθεί, ακόμα και σε ηλεκτρονική μορφή. Κι επειδή ξέφυγα, απλά λέω ότι κριτής δεν είναι ο χρόνος αλλά οι ανθρώπινες διαθέσεις, όπως αυτές καθορίζονται…εκάστοτε.
(Το σύνθημα της καινοτομίας ίσως ποτέ χρειαστεί να είναι: Κάτω οι Οθόνες! Κουράζουν)
Μια αράχνη σκαρφαλώνει πάνω μου και κανένας μας δεν κάνει κριτική. Λέμε πρώτες εντυπώσεις και παρασυρομαστε στην καθημερινότητα της αυτοανάλυσης. Η ποιηση δεν υπηρετεί κανένα. Μας ψάχνει και μεις κρυβόμαστε. Μας βρίσκει και μεις την κάνουμε διερμηνέα.
Η ποίηση κύριοι υπηρετείται και δια της σιωπής..και μάλιστα μόνον δια της σιωπής.
άρα, Παναγιώτη Α, κάθε φόρουμ κτλ
μόνο την ποίηση δεν εξυπηρετεί.
Είναι κομβικό το σημείο.
Να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομα μας.
Να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομα τους.
Αυτοί οι δύο άξονες τέμνονται βίαια εδώ και καιρό στο ποιειν. Ας ελπίσουμε να βγει κάτι καλό.
#23 Αγαπητέ Θαναση Α. εννοειται πως τα φόρουμ και οι φλυαρίες υπηρετούν πρώτα από όλα την ανία μας μα ποτέ την ποίηση.Δε είναι τσιτάτο αυτό, το δηλώνω με ειλικρίνεια. Στατιστικά μιλώντας μετά το δέκατο σχόλιο ξεχνάμε την ποίηση και αρεσκόμαστε σε εγωκεντρικές αναλύσεις.Η καλύτερη κριτική στην ποίηση είναι η ίδια η ποίηση.Όλα τα άλλα παραφιλολογία.
Και κάτι τελευταίο:το να κριτικάρει ποιητής τις κριτικές των ποιημάτων του με κάνει να νοσταλγώ πάντα τον Kafka.
Φιλικά πάντα.Γιατι ο ηλεκτρονικός καβγάς πέραν του ότι είναι χυδαία εύκολος, φοριέται τελευταία και δε μου πάει.
Παναγιώτη,
συμφωνώ πως σχεδόν όλες οι συζητήσεις καταλήγουν
-και ίσως έχουν ως αφορμή-
προσωπικές σκοπιμότητες.
Γιατί όταν μιλάς για ποίηση
σου ξεφεύγει η ουσία της.
Δημήτρη,
συμφωνώ απολύτως!
Ένα από τα αγαπημένα μου μελοποιημένα του Χρίστου Παπαδόπουλου.
Σε αυτό βάζει κάτω εύκολα τον συνεπώνυμό του…
ΠΩΣ ΝΑ ΠΟΡΕΥΤΩ
Πώς να πορευτώ με την αγάπη χώρια…
Δεν είμαι εγώ σαν όλα τ’ άλλα αγόρια.
Άδεια η καρδια,ποτήρι στραγγισμένο
κι ίσως με περάσουνε για μεθυσμένο.
Άδικο μεράκι το ‘ντυσα αγγελούδι.
Με το έτσι θέλω μπήκε στο τραγούδι
κι ήρθε πονηρά να σου χαμογελάσει,
μήπως καταφέρει και σε ξεγελάσει.
Άκου την πενιά
μάγισσα ρωμιά…
Ρίξε τακουνιά στην μοναξιά μου…
Πάμε άλλη μια,
κούκλα μου Ρωμιά
κι έπαθα απόψε τη ζημιά μου.
Πώς να πορευτώ με την αγάπη χώρια…
Χτίστηκαν για δυο του κόσμου τ’ ανηφόρια.
Μόνος μου αν πάω μου λυγάει η μέση.
Βαρύς ο ουρανός νομίζω πως θα πέσει.
Άλλα ήθελα να πω και άλλα είπα…
Βγάλε το μαχαίρι την καρδιά μου χτύπα,
Ειν’ αυτή που για τη μοναξιά μου φταίει …
Άλλα νιώθει μέσα της και άλλα λέει.
Παρακολουθώ ότι γράφεται μονολογώντας ότι δεν πρόκειται να συμμετέχω ποτέ σ αυτη τη συζήτηση,ούτε για να ευχαριστήσω για τα καλά λόγια και ουτε-πολύ περισσότερο-να εξηγήσω οτιδήποτε.
Εχουν δίκιο αυτοί που λενε ποτέ μη λες ποτέ.
Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στο τελευταίο σχόλιο του κ.Αραβανή,θέλοντας να το φωτίσω απο μια άλλη πλευρά κι όποιος κατάλαβε κατάλαβε.
Για το ίδιο τραγούδι(πώς να πορευτώ) και για τα “χαμοπούλια” ο κ. Γ.Ε.Παπαδάκης έγραψε για μένα άμα τη κυκλοφορία τους “Στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει,παραπαίει ανάμεσα στη φαιδρότητα και την ακατανοησία”
Συγνώμη για την ενόχληση.Μπορείτε να συνεχίσετε το “διάλογο” κι εγώ ως ει παρών με τα 3 “ποιήματα”.
Πάρ’ το πίσω, αγαπητέ κύριε Αραβανή, αυτό που είπες στον φίλτατο, ότι βάζει τον συνεπώνυμο (Λευτέρη Παπαδόπουλο)κάτω, στο στιχούργημα “Πώς να πορευτώ”.
Γιατί, βλέπω ότι παρακολουθεί τα σχόλια και θα το πιστέψει κι ο ίδος (ο φίλτατος ) και θα σκαρώσει κι άλλα τέτοια, σαν κι αυτό, το οποίο είναι σαφέστατα, ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ του πώς ΔΕΝ πρέπει να γράφεται ένας καλός στίχος και το οποίο δεν λέει τίποτε απολύτως. Καμιά …ιστοριούλα. Τίποτε τελείως.Πασαλείματα από αγάπες, μοναξιές, λουλούδια, αγγελούδια,ουρανούς καρδιές, μαχαίρια κι ένα ρεφραίν τελείως αδύναμο κι άστοχο.Καμιά συνοχή, καμιά συνέχεια στους στίχους των κουπλέ.Τίποτε.
……………….
Κι ύστερα ψαχνόμαστε, γιατί πάει κατά διαόλου το ελληνικό τραγούδι….
……………..
Στον καλό στίχο, στο πετυχημένο τραγούδι, οι λέξεις είναι βαριές και ζυγισμένες μία-μία, έτσι που μια τους έστω αν λείψει ή αντικατασταθεί με κάποια άλλη, το τραγούδι όλο κουτσαίνει, για να μην πω καταρρέει.
Εδώ αποπάνω, στους στίχους που τόσο θαύμασες, έχουμε (δυστυχώς) έναν ομοιοκατάληκτο αχταρμά, που ό,τι κι αν του αλλάξεις, δεν ..τρέχει κάστανο.
Κάποτε παλιότερα, τα τραγούδια δοκιμάζονταν για καιρό, στα λαϊκά νυχτομάγαζα και προκρίνονταν όσα είχαν κότσια.
Σήμερα, βγαίνουν οι κατά φαντασίαν στιχουργοί και συνθέτες και ντουφεκάνε ασύστολα.
……………
Είναι μάθημα και σχολειό το -ΣΩΣΤΟ- τραγούδι.
Παλιά το ‘φκιαναν μαστόροι με μεράκι και ιερή τρέλα.
Σήμερα το φκιάνουν -δυστυχώς- ματαιόδοξοι, ατάλαντοι κι αβαρείς κάλφες που παριστάνουν τους “δημιουργούς”….
@μέλας κέδρος
σεβαστή η -θεωρητικότατη- άποψή σας -αφού καλλιστα θα μπορούσε copy-paste να αποτελέσει κριτική σε δεκάδες τραγούδια…-. Είναι γνωστή η γραφή σας -αν και με διαφορετικο ψευδώνυμο -ας μην μείνουμε όμως σε αυτό- και σε άλλα ποστ, όταν έχουμε να κάνουμε με στιχουργική. Ο ίδιος διδακτισμός για το τότε και το σήμερα. Υποθέτω πως είστε κάποιας ηλικίας και μάλλον “αδικημένος”. Δεν έχει βεβαίως καμία ουσιαστική σημασία αυτή μου η υπόθεση, έτσι απλά την καταθέτω.
Όμως όχι μόνο δεν θα αναιρέσω την άποψή μου, αλλά θα την υπερασπιστώ διπλά.
Για μένα το νόημα είναι ξεκάθαρο και κάθε στίχος με μαστοριά λαική. Ευθύβολος όσο και όπως πρέπει.
Καλημέρα σε όλους. Έστω και καθυστερημένα, λόγω φόρτου – γενικώς – διάβασα τα 3 στιχουργήματα του Παπαδόπουλου και τα πολύ ενδιαφέροντα σχόλιά σας. Σπεύδω να τον υπερασπιστώ ως στιχουργό, γιατί μου θυμίζει τους λαϊκούς στίχους που απαγγέλει ο Αλσέστ στον “Μισάνθρωπο” του Μολιέρου, απαντώντας έτσι στο κρυόκωλο – παρντόν! εγκεφαλικό ήθελα να πω – σονέτο του πολλά βαρύ ευγενούς – αλλά όχι ευγενή – Ορόντ. Τα τραγούδια του Παπαδόπουλου έχουν καρδιά και ρυθμό. Όσο για την ποίησή του – θα πρέπει να πω ότι στατιστικά δεν υστερεί από το μέσο όρο της καθημερινής πληθωρικής ελληνικής παραγωγής που πέφτει στην αντίληψή μου. Αυτή η αυτοψυχαναλυτική προσέγγιση του κόσμου και της τραυματικής πραγματικότητας από την οποία ζητά να δραπετεύσει κάθε αυθεντικός ποιητής πρυτανεύει στις σημερινές ποιητικές αναζητήσεις – ηλεκτρονικές και έντυπες. Για τις προφορικές, δεν ξέρω… Οι πρώτοι στίχοι του πρώτου του ποιήματος μού προκάλεσαν αισθητική απαράσκεια. όμως χάρηκα το δεύτερο στιχούργημά του και θα ήθελα να το ακούσω μελοποιημένο. Κατά τα άλλα, ας έχουμε μια υπέροχη χιονισμένη μέρα, γιομάτη ποιήματα και καβγάδες. Έρρωσθε!