Το άδειο τίποτα

Το ακούω έξω να θροΐζει,

η κολλαριστή άσπρη μέρα

με τις δαντελένιες πεταλούδες

ξηλώνεται με βία,

τα ζευγάρια στους δρόμους μονά,

στο κεφάλι χαρτοσακούλες,

τα μάτια σκοτάδι.

Το ακούω μέσα στο δωμάτιο

βήχει, ασθμαίνει, καθώς

σέρνει το κουτσό του ποδάρι.

Ο γύρος του κόσμου

τελείωσε άδοξα για μας

τα μπαλόνια του αερόστατου ξεφούσκωσαν

το στοίχημα χάθηκε

η Λέσχη μας απέβαλε

φτάνουμε πάντα ένα λεπτό αργότερα

ή νωρίτερα

σε κάθε ραντεβού μας.

Κι έτσι το μόνο που μένει πια

είσαι εσύ

στοργικό

ευσπλαχνικό,

παχύρρευστο,

άδειο τίποτα που μας ρουφάς.

Οι άδειες μέρες

Πάνω σε τσιγκέλια

κρεμασμένες

ωμές και ψόφιες

οι μέρες της ζωής μας

ενώ ο κρεοπώλης χρόνος

τρίβει χαρούμενα τα χέρια.

Η γυναίκα του Λωτ

Φορώ γυαλιστερά κόκκινα παπούτσια

τρίζουν χαρούμενα καινούργια

βαμμένα με αίμα αχνιστό

από εντόσθια ζώων

που έσφαξε ο ιερέας για θυσία

και προχωράω

μα κάθε λίγο

προς τα πίσω

άθελα γυρνάω

μια γυναίκα από αλάτι

μου γνέφει απεγνωσμένα.

Πρέπει άραγε κάτι να θυμηθώ

ή μήπως για πάντα

όλα να ξεχάσω;

Το κουστούμι

Είναι τόσο γεμάτες οι παλιές ντουλάπες.

Μπαλωμένα παντελόνια

με ακρωτηριασμένα μέλη που βογκούν,

πουκάμισα τριμμένα

με κουμπότρυπες ορθάνοιχτα στόματα που ουρλιάζουν

μπλούζες ξεχειλωμένες

που απεγνωσμένα τεντώνονται για να χωρέσουν κάποιο σώμα

βιβλία ξεχαρβαλωμένα

που σʼ όλα από σύμπτωση θαρρείς

είναι σκισμένη η καίρια σελίδα της πλοκής,

ιστοί αράχνης που πλέκουν το κενό.

Τόσο γεμάτη η ντουλάπα

από το κουστούμι της απουσίας σου.