Cho Byung–Hwa (1921–2003)

ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ

Το κοχύλι είναι μόνο
πλάϊ στη θάλασσα.

Σαν νιώσει απεγνωσμένο
με μάταιες ελπίδες,
το κοχύλι κρυφά
νοσταλγεί το βυθό.

Καθώς οι εποχές παρέρχονται,
τα όνειρα του κοχυλιού
σκληραίνουν από την αρμύρα.

Πάνω στην παραλία,
το κοχύλι είναι μόνο
όλη τη μέρα, όλη τη νύχτα.

Choi Yearn–hong

ΤΟ ΟΝΟΜΑ

Κοιτάζω
το όνομά μου, σιωπηλά.
Βλέπω τον κύρη μου σε νεαρή ηλικία,
πού ʼθελε ο γιος του ποιητής να γίνει.

Όποτε γράφω
ένα ποίημα καλό,
βλέπω μπροστά μου τον πατέρα ζωντανό
την πόρτα μου να μου χτυπάει.

Μπροστά στον κύρη μου αυτόν
πού ʼθελε ως επιτύμβιο:
«Πατέρας ήμουν, Ποιητή»,
νιώθω ντροπή ακόμη.

Chong Chi–won (1970- )

Η ΙΛΑΡΑ

Μια χιονοθύελλα δονείται και βουίζει
σαν σμήνος από μέλισσες.
Και στο χωριό η Ιλαρά ανθίζει,
σαν τα ροδόδεντρα.

Gu (Ku) Sang (1919- )

ΣΥΝΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Είμαι μονάχος.
Υπάρχει ένας τοίχος που δέν μπορώ να τον περάσω.
Υπάρχει ένα ποτάμι που δέν μπορώ να διασχίσω.
Υπάρχει μια απόσταση που δέν μπορώ να την μετρήσω.

Είμαι μαζί σου.
Το κέντημά σου βρίσκεται στα ρούχα μου,
ο ιδρώτας σου υπάρχει στην τροφή μου
και η καρδιά σου είνʼ το σπιτικό μου.

Είμαι μονάχος,
Μα δέν είμαι μόνος.

Γιʼ αυτό θα πρέπει να τηρούμε
ισορροπία κι αρμονία
στη ζήση και των δυό μας.

Η ΝΤΡΟΠΗ

Μέσα απʼ τα κάγκελα, το συρματένιο φράχτη,
του Ζωολογικού του Κήπου της Τσανγκυόνγκ,
ψάχνω για νά ʼβρω ένα ζώο,
που να αισθάνεται ντροπή.

Για, πές μου, κύριε φύλακα,
δέν βρίσκεις ένα μήνυμα ντροπής
στην κόκκινη την έδρα της μαϊμούς;

Για δες, το πέλμα της αρκούδας
που γλείφεται αδιάκοπα,
της φώκιας τα μουστάκια,
το ράμφος της παπαγαλίνας,
έναν προάγγελο ντροπής δεν φανερώνουν;

Ήρθα στον Ζωολογικό τον Κήπο
ψάχνοντας νά ʼβρω τη ντροπή
που από καιρό έχει ατροφήσει,
στους κάτοικους αυτής της πόλης.

Han Yong–un (1877–1944)

ΥΠΑΚΟΗ

Λένε πολλοί πως την ελευθερία αγαπούν,
μα εγώ αγαπάω την υπακοή.

Παρʼ ότι ξέρω τί είναι ελευθερία,
αυτό που θέλω μόνο είναι να σε υπακούω.
Η πρόθυμη υπακοή είναι γλυκύτερη
απʼ την απλή ελευθερία. Αυτό είνʼ η ευδαιμονία μου.

Αλλʼ αν μου πεις να υπακούσω κάποιον άλλον,
αυτό ποτέ δεν θα μπορέσω να το κάνω.
Γιατί αν υπακούω κάποιον άλλον,
δέν θα μπορώ να υπακούω εσένα.

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Έλα αγάπη μου! Έλα, ή φύγε οριστικά. Αυτό το πισωγύρισμα σαν έχεις, ήδη, φύγει· αυτή σου η επιστροφή σαν έχεις ήδη απέλθει,
συνθλίβουνε τη δόλια μου καρδιά, χωρίς να μʼ αποτελειώνουν.

Αγάπη μου, αν πρέπει να με ψέξεις, κάντο με δυνατή φωνή.
Μη με μαλλώνεις σιωπηρά. Η σιωπηρή μορφή σου
βελόνα, χώνει, παγερή στην άμοιρη καρδιά μου.

Αγάπη μου, αν δεν σκοπεύεις να με δεις κατάματα,
γύρνα την πλάτη, κλείσε τα μάτια. Μη με κοιτάς
με τη λοξή αυτή ματιά. Το δώρο της λοξής ματιά σου,
αγκάθι είναι τυλιγμένο, μέσα στο ρούχο της αγάπης.

Hwang Ji-u (1952- )

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ

Η μέρα χαράζει· το χιόνι σταμάτησε.
Ο κόσμος που πίσω μου άφησα,
γεμάτος όλος πόνο,
καλύπτετʼ από τʼ άσπρο σάβανο.

Η αιώνια χιονισμένη έκταση μου λέει:
ο θάνατος μπορεί να είνʼ εξαγνισμός·
να φτάνεις ως τα γηρατειά, αξία.

Είμαι ένας επιζών·
τη μακριά σκιά μου, στο χιόνι επάνω τη φορτώνω.

Hwang Tong–gyu (1938- )

ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ, 35

Διπλά υποκλίνομαι μπροστά στου φίλου την εικόνα·
η εικόνα, μου χαμογελά.

Δεν έχει αλλάξει τίποτα, μου λέει,
απλά μια αναδιάταξη στα άτομα του σώματος.

Όλα έχουν μείνει όπως πριν, μου λέει.

Ο ήχος της βροχής έξω απʼ το νεκροθάλαμο,
πλάϊ οι πενθούντες πίνουνε και παίζουνε χαρτιά,
σέρνοντας τις παντόφλες τους στον καμπινέ ως πάνε.


Ki Hyong–do (1960–1989)

ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ

Οι δύσκολες οι μέρες επέρασαν·
εκείνοι οι κλώνοι τα κατάφεραν με τον χειμώνα.
Και τώρα που ετοιμάζονται για τσʼ Άνοιξης το φως
να λάμψει όπου εκείνο θέλει,
σπάσανʼ απʼ τον αυχένα τους και χάμω σωριαστήκαν.

Τα χρόνια, θλίψεις μου γεννούν, διαφωνώ μαζί τους
να κουβαλώ ένα βαρύ φορτίο σαν κι αυτό,
αφού δέν μου ανήκουνε, αφού δέν τα ορίζω.

Νεκρά, ευλύγιστα κλαδιά οπου δέν σπάνε,
σου φέρνουν αποτροπιασμό.

Kim Dong–hwan

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΟΝΟ ΜΟΥ ΛΑΘΟΣ

Το μόνο που του έδωσα
ήτανε οδηγίες για το δρόμο.
Το μόνο που του έδωσα ήτανε ένα κύπελο νερό,
που μόλις είχα βγάλει απʼ το πηγάδι.
Μόνο του χαμογέλασα,
καθώς με ευχαρίστησε.
Καθόλου δέ με νοιάζει

εάν δε βγαίνει ο ήλιος
πάνω απʼ το κάστρο της Πιον–γιανγκ.
Το χαμογέλιο μʼ ήτανε
το μόνο μου το λάθος.


Kim Ki–rim (1908- ; )

Ο ΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΜΟΥ

Το μισοφέγγαρο απόψε πάλι
τη συννεφένια σκάλα κατεβαίνει
σβαρνώντας κοραλλένια ξυλοτσόκαρα.

Καλώς μας ήρθες, σύ καλέ καθαριστή!
Σάρωσε απʼ το τραπέζι της καρδιάς μου
τη σκόνη που τη σκέπαζε όλη μέρα,
κι ας πάμε τώρα αντάμα, εσύ κι εγώ
κάτω στη θάλασσα πιασμένοι χέρι – χέρι,
νʼ αφουγκραστούμε το τραγούδι των κυμάτων.
Η θάλασσα είναι τʼ ακορντεόν του συναφιού μας.

Kim Kwang–sup

ΤΟ ΑΠΟΒΡΑΔΟ

Ξεχωριστό ένʼ αστέρι με βλέπει από ψηλά,
κι ας βρίσκομαι ανάμεσα σε πλήθη.
Μέσα απʼ την τόση την κοσμοπλημμύρα
θωρώ επάνω το ξεχωριστό αστέρι.

Καθώς το σκότος της νυχτιάς βαθαίνει,
τʼ αστέρι χάνεται απʼ τη φωτοπλημμύρα·
το ίδιο, χάνομαι κι εγώ μέςʼ το σκοτάδι.

Εσύ κι εγώ, καθένας απʼ τους δυό μας,
αγάπη νιώθει φλογερή, ο ένας για τον άλλον.
Τί, θʼ απογίνουμε τα δυό μας;
Πού, θε να σμίξουμε και πάλι;

Ο ΜΥΘΟΣ

Καθώς περιπλανιόμουνα στους λόφους στα χωράφια
μια μέρα μελαγχολική κάποιον καιρό πιο πρίν,
κιθάρας Κορεάτικης εβρήκα μια χορδή
και την εκρέμασα ευθύς, σʼ ένα δεντριού κλαδί.

Τʼ αγέρι τʼ ανοιξιάτικο τέντωνε τη χορδή
αφήνοντας να ακουστεί τραγούδι ως τα ουράνια
και στα χωράφια ολόγυρα να διασκορπιστεί.
Η γη όλη το ρούφαγε σά νά ʽτανε ψιχάλα.

Κάθʼ άνοιξη από τότε πια, χρονιά – με την χρονιά
στης γης τον κόρφο απλώνεται θερμή μια ευωδιά.
Η χλόη ντύνει πράσινα χωράφια και αγρούς
και λούλουδα εξαίσια, προβάλλουν τους ανθούς.

Kim Nam–jo

Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟΣ ΥΠΝΟΣ

Η μάνα παίρνει ένα γλυκό υπνάκο,
κρατώντας, του κοιμισμένου της μωρού, το χέρι.
Μεσημεριάτικο αποκάρωμα.

Το προσωπάκι του μωρού της, λάμπει
σαν το ολόγιομο φεγγάρι,
πάνω στη λίμνη όπως κυλά.
Τα μάτια του τα στρογγυλά, κλειστά ή ανοιχτά,
φωτίζουν το δωμάτιο.

Η μυρωδιά απʼ το ζεστό το δέρμα του μωρού
μοιάζει μʼ ένα μπουκέτο λουλουδάκια,
ή ένα καλάθι ώριμα φρούτα·
η δροσερή μωρούδικη ευωδία.

Μητέρα και μωρό,
έχουν στενή επαφή ακόμη και στον ύπνο∙
να την αποκαλέσω, μια ηχώ που ταξιδεύει
πάνω σε χρυσαφένιο άρμα;
ή ανοιξιάτικου αγεριού φιλιά σε πράσινα μπουμπούκια;

Όταν τα μάτια του ανοίγει το μωρό
ξυπνά ταυτόχρονα και η μητέρα.
Όταν χαμογελάει το μωρό,
Της μάνας η καρδιά γεμίζει ηλιόφως.

Kim Pyong–yon (Kim Sakkat) (1807-1863)

ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΕΥΚΑ, ΛΕΥΚΑ ΠΕΥΚΑ

Κόκκινα πεύκα, λευκά πεύκα,
ελίσσομαι ανάμεσα στα βράχια∙
ο κόσμος γέμει απʼ το θαύμα,
των βουνών και των υδάτων.

Η ΓΙΑΓΙΑ

«Εδώ η πούδρα η καλή•
κι αιθέριο έλαιο καμέλιας, έχω!»

Στο παραθύρι πλάϊ η γιαγιά,
χτενίζει τʼ άσπρα της μαλλιά,
χωρίς νʼ αποκριθεί σταλιά,
ούτε την πόρτα της ανοίξει.

Kim So–wol (1903–1934)

ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Έζησε, πέθανε. Τα ίδια πάντα λόγια λέμε:
ο άνθρωπος ζει, γερνάει, πεθαίνει.
Όταν, λοιπόν, κατά το αναπόφευκτο της φύσεως,
συμβεί να είναι το εν λόγω σώμα το δικό μου,
γιατί να μού ʽρχεται νʼ ανέβω, στο κορφοβούνι για να κλάψω;

Kim Yong–tae (1936- )

ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΜΑ

Μες ένα μήλο ζούσε ένα ζουζούνι.
Το μήλο ήταν η τροφή, το σπίτι του, τα ρούχα του, η γή του.
Ο άνθρωπος αφαίρεσε του ζουζουνιού το σπίτι,
τα ρούχα, την τροφή·
το έβγαλε απʼ τη γή του, το εσκότωσε.

Ποιός είπε του ανθρώπου πως είναι κύριος του μήλου;
Το μήλο ελυπήθη.
Το λυπημένο μήλο είναι καλό, είπε ο άνθρωπος – και τό ʽφαγε.

So Chong–ju (1915–2000)

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ

Στʼ όνειρο του μωρού,
η πεταλούδα απομακρύνθηκε πετώντας·
μόνο το φως του ήλιου έμεινε.

Σαν ξύπνησε απʼ τʼ όνειρο, εγέλασε
βλέποντας το ηλιόφως, στο πάτωμα να εισδύει
από του χάρτινου παράθυρου μια τρύπα.

Να το αγγίξει επιθυμεί στο μάγουλό του
και να το νιώσει στο μικρό του χέρι.

Σαν το μωρό αν ήταν κι η μητέρα,
αυτός ο κόσμος θά ʽταν όμορφος, στʼ αλήθεια.

Suh Jung–ju

ΠΛΑΙ ΣΤΑ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ

Ίσως για να ανθίσει ένα χρυσάνθεμο,
ο κούκος κλαίει τόσο δυνατά
από την εποχή της άνοιξης.

Ίσως, για να ανθίσει ένα χρυσάνθεμο
ο κεραυνός βρυχήθηκε πολύ, μέσα στα μαύρα σύννεφα.

Ένα λουλούδι, που στη μεγάλη αδερφή μου μοιάζει,
η οποία στέκει τώρα στον καθρέπτη της μπροστά,
αποσυρμένη από τις κρυφές παρόδους μιας νιότης απόμακρης,
όπου η αγάπη και η προσμονή, πλήγωσαν τόσο την καρδιά της.

Για να ανθίσουν, ίσως, τα δικά σου κίτρινα άνθη
γευθήκαμε την πρώτη παγωνιά εχθές τη νύχτα,
κι έμεινα ξάγρυπνος ώσπου να ξημερώσει.

Yi Sung–sun (1941–2001)

ΤΟ ΠΟΥΛΙ

Τα πουλιά πετούν
μέσʼ το βουνό,
μα οι φτερούγες τους
ποτέ δέν το αγγίζουν.

Yun Dong–ju (1917–1945)

Η ΝΥΧΤΑ

Το γαϊδούρι γκαρίζει
στο κατώι.

Το μωρό φοβισμένο
απ΄ το γαϊδούρι, ξυπνάει.

Οι γονείς ανάβουνε τη λάμπα.

Ο πατέρας δίνει στο γαϊδούρι
λίγο από το στήθος του.

Η νύχτα πέφτει πάλι ήσυχα για ύπνο.