Cho Byung–Hwa (1921–2003)
ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ
Το κοχύλι είναι μόνο
πλάϊ στη θάλασσα.
Σαν νιώσει απεγνωσμένο
με μάταιες ελπίδες,
το κοχύλι κρυφά
νοσταλγεί το βυθό.
Καθώς οι εποχές παρέρχονται,
τα όνειρα του κοχυλιού
σκληραίνουν από την αρμύρα.
Πάνω στην παραλία,
το κοχύλι είναι μόνο
όλη τη μέρα, όλη τη νύχτα.
Choi Yearn–hong
ΤΟ ΟΝΟΜΑ
Κοιτάζω
το όνομά μου, σιωπηλά.
Βλέπω τον κύρη μου σε νεαρή ηλικία,
πού ʼθελε ο γιος του ποιητής να γίνει.
Όποτε γράφω
ένα ποίημα καλό,
βλέπω μπροστά μου τον πατέρα ζωντανό
την πόρτα μου να μου χτυπάει.
Μπροστά στον κύρη μου αυτόν
πού ʼθελε ως επιτύμβιο:
«Πατέρας ήμουν, Ποιητή»,
νιώθω ντροπή ακόμη.
Chong Chi–won (1970- )
Η ΙΛΑΡΑ
Μια χιονοθύελλα δονείται και βουίζει
σαν σμήνος από μέλισσες.
Και στο χωριό η Ιλαρά ανθίζει,
σαν τα ροδόδεντρα.
Gu (Ku) Sang (1919- )
ΣΥΝΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ
Είμαι μονάχος.
Υπάρχει ένας τοίχος που δέν μπορώ να τον περάσω.
Υπάρχει ένα ποτάμι που δέν μπορώ να διασχίσω.
Υπάρχει μια απόσταση που δέν μπορώ να την μετρήσω.
Είμαι μαζί σου.
Το κέντημά σου βρίσκεται στα ρούχα μου,
ο ιδρώτας σου υπάρχει στην τροφή μου
και η καρδιά σου είνʼ το σπιτικό μου.
Είμαι μονάχος,
Μα δέν είμαι μόνος.
Γιʼ αυτό θα πρέπει να τηρούμε
ισορροπία κι αρμονία
στη ζήση και των δυό μας.
Η ΝΤΡΟΠΗ
Μέσα απʼ τα κάγκελα, το συρματένιο φράχτη,
του Ζωολογικού του Κήπου της Τσανγκυόνγκ,
ψάχνω για νά ʼβρω ένα ζώο,
που να αισθάνεται ντροπή.
Για, πές μου, κύριε φύλακα,
δέν βρίσκεις ένα μήνυμα ντροπής
στην κόκκινη την έδρα της μαϊμούς;
Για δες, το πέλμα της αρκούδας
που γλείφεται αδιάκοπα,
της φώκιας τα μουστάκια,
το ράμφος της παπαγαλίνας,
έναν προάγγελο ντροπής δεν φανερώνουν;
Ήρθα στον Ζωολογικό τον Κήπο
ψάχνοντας νά ʼβρω τη ντροπή
που από καιρό έχει ατροφήσει,
στους κάτοικους αυτής της πόλης.
Han Yong–un (1877–1944)
ΥΠΑΚΟΗ
Λένε πολλοί πως την ελευθερία αγαπούν,
μα εγώ αγαπάω την υπακοή.
Παρʼ ότι ξέρω τί είναι ελευθερία,
αυτό που θέλω μόνο είναι να σε υπακούω.
Η πρόθυμη υπακοή είναι γλυκύτερη
απʼ την απλή ελευθερία. Αυτό είνʼ η ευδαιμονία μου.
Αλλʼ αν μου πεις να υπακούσω κάποιον άλλον,
αυτό ποτέ δεν θα μπορέσω να το κάνω.
Γιατί αν υπακούω κάποιον άλλον,
δέν θα μπορώ να υπακούω εσένα.
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Έλα αγάπη μου! Έλα, ή φύγε οριστικά. Αυτό το πισωγύρισμα σαν έχεις, ήδη, φύγει· αυτή σου η επιστροφή σαν έχεις ήδη απέλθει,
συνθλίβουνε τη δόλια μου καρδιά, χωρίς να μʼ αποτελειώνουν.
Αγάπη μου, αν πρέπει να με ψέξεις, κάντο με δυνατή φωνή.
Μη με μαλλώνεις σιωπηρά. Η σιωπηρή μορφή σου
βελόνα, χώνει, παγερή στην άμοιρη καρδιά μου.
Αγάπη μου, αν δεν σκοπεύεις να με δεις κατάματα,
γύρνα την πλάτη, κλείσε τα μάτια. Μη με κοιτάς
με τη λοξή αυτή ματιά. Το δώρο της λοξής ματιά σου,
αγκάθι είναι τυλιγμένο, μέσα στο ρούχο της αγάπης.
Hwang Ji-u (1952- )
Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ
Η μέρα χαράζει· το χιόνι σταμάτησε.
Ο κόσμος που πίσω μου άφησα,
γεμάτος όλος πόνο,
καλύπτετʼ από τʼ άσπρο σάβανο.
Η αιώνια χιονισμένη έκταση μου λέει:
ο θάνατος μπορεί να είνʼ εξαγνισμός·
να φτάνεις ως τα γηρατειά, αξία.
Είμαι ένας επιζών·
τη μακριά σκιά μου, στο χιόνι επάνω τη φορτώνω.
Hwang Tong–gyu (1938- )
ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ, 35
Διπλά υποκλίνομαι μπροστά στου φίλου την εικόνα·
η εικόνα, μου χαμογελά.
Δεν έχει αλλάξει τίποτα, μου λέει,
απλά μια αναδιάταξη στα άτομα του σώματος.
Όλα έχουν μείνει όπως πριν, μου λέει.
Ο ήχος της βροχής έξω απʼ το νεκροθάλαμο,
πλάϊ οι πενθούντες πίνουνε και παίζουνε χαρτιά,
σέρνοντας τις παντόφλες τους στον καμπινέ ως πάνε.
Ki Hyong–do (1960–1989)
ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ
Οι δύσκολες οι μέρες επέρασαν·
εκείνοι οι κλώνοι τα κατάφεραν με τον χειμώνα.
Και τώρα που ετοιμάζονται για τσʼ Άνοιξης το φως
να λάμψει όπου εκείνο θέλει,
σπάσανʼ απʼ τον αυχένα τους και χάμω σωριαστήκαν.
Τα χρόνια, θλίψεις μου γεννούν, διαφωνώ μαζί τους
να κουβαλώ ένα βαρύ φορτίο σαν κι αυτό,
αφού δέν μου ανήκουνε, αφού δέν τα ορίζω.
Νεκρά, ευλύγιστα κλαδιά οπου δέν σπάνε,
σου φέρνουν αποτροπιασμό.
Kim Dong–hwan
ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΟΝΟ ΜΟΥ ΛΑΘΟΣ
Το μόνο που του έδωσα
ήτανε οδηγίες για το δρόμο.
Το μόνο που του έδωσα ήτανε ένα κύπελο νερό,
που μόλις είχα βγάλει απʼ το πηγάδι.
Μόνο του χαμογέλασα,
καθώς με ευχαρίστησε.
Καθόλου δέ με νοιάζει
εάν δε βγαίνει ο ήλιος
πάνω απʼ το κάστρο της Πιον–γιανγκ.
Το χαμογέλιο μʼ ήτανε
το μόνο μου το λάθος.
Kim Ki–rim (1908- ; )
Ο ΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΜΟΥ
Το μισοφέγγαρο απόψε πάλι
τη συννεφένια σκάλα κατεβαίνει
σβαρνώντας κοραλλένια ξυλοτσόκαρα.
Καλώς μας ήρθες, σύ καλέ καθαριστή!
Σάρωσε απʼ το τραπέζι της καρδιάς μου
τη σκόνη που τη σκέπαζε όλη μέρα,
κι ας πάμε τώρα αντάμα, εσύ κι εγώ
κάτω στη θάλασσα πιασμένοι χέρι – χέρι,
νʼ αφουγκραστούμε το τραγούδι των κυμάτων.
Η θάλασσα είναι τʼ ακορντεόν του συναφιού μας.
Kim Kwang–sup
ΤΟ ΑΠΟΒΡΑΔΟ
Ξεχωριστό ένʼ αστέρι με βλέπει από ψηλά,
κι ας βρίσκομαι ανάμεσα σε πλήθη.
Μέσα απʼ την τόση την κοσμοπλημμύρα
θωρώ επάνω το ξεχωριστό αστέρι.
Καθώς το σκότος της νυχτιάς βαθαίνει,
τʼ αστέρι χάνεται απʼ τη φωτοπλημμύρα·
το ίδιο, χάνομαι κι εγώ μέςʼ το σκοτάδι.
Εσύ κι εγώ, καθένας απʼ τους δυό μας,
αγάπη νιώθει φλογερή, ο ένας για τον άλλον.
Τί, θʼ απογίνουμε τα δυό μας;
Πού, θε να σμίξουμε και πάλι;
Ο ΜΥΘΟΣ
Καθώς περιπλανιόμουνα στους λόφους στα χωράφια
μια μέρα μελαγχολική κάποιον καιρό πιο πρίν,
κιθάρας Κορεάτικης εβρήκα μια χορδή
και την εκρέμασα ευθύς, σʼ ένα δεντριού κλαδί.
Τʼ αγέρι τʼ ανοιξιάτικο τέντωνε τη χορδή
αφήνοντας να ακουστεί τραγούδι ως τα ουράνια
και στα χωράφια ολόγυρα να διασκορπιστεί.
Η γη όλη το ρούφαγε σά νά ʽτανε ψιχάλα.
Κάθʼ άνοιξη από τότε πια, χρονιά – με την χρονιά
στης γης τον κόρφο απλώνεται θερμή μια ευωδιά.
Η χλόη ντύνει πράσινα χωράφια και αγρούς
και λούλουδα εξαίσια, προβάλλουν τους ανθούς.
Kim Nam–jo
Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟΣ ΥΠΝΟΣ
Η μάνα παίρνει ένα γλυκό υπνάκο,
κρατώντας, του κοιμισμένου της μωρού, το χέρι.
Μεσημεριάτικο αποκάρωμα.
Το προσωπάκι του μωρού της, λάμπει
σαν το ολόγιομο φεγγάρι,
πάνω στη λίμνη όπως κυλά.
Τα μάτια του τα στρογγυλά, κλειστά ή ανοιχτά,
φωτίζουν το δωμάτιο.
Η μυρωδιά απʼ το ζεστό το δέρμα του μωρού
μοιάζει μʼ ένα μπουκέτο λουλουδάκια,
ή ένα καλάθι ώριμα φρούτα·
η δροσερή μωρούδικη ευωδία.
Μητέρα και μωρό,
έχουν στενή επαφή ακόμη και στον ύπνο∙
να την αποκαλέσω, μια ηχώ που ταξιδεύει
πάνω σε χρυσαφένιο άρμα;
ή ανοιξιάτικου αγεριού φιλιά σε πράσινα μπουμπούκια;
Όταν τα μάτια του ανοίγει το μωρό
ξυπνά ταυτόχρονα και η μητέρα.
Όταν χαμογελάει το μωρό,
Της μάνας η καρδιά γεμίζει ηλιόφως.
Kim Pyong–yon (Kim Sakkat) (1807-1863)
ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΕΥΚΑ, ΛΕΥΚΑ ΠΕΥΚΑ
Κόκκινα πεύκα, λευκά πεύκα,
ελίσσομαι ανάμεσα στα βράχια∙
ο κόσμος γέμει απʼ το θαύμα,
των βουνών και των υδάτων.
Η ΓΙΑΓΙΑ
«Εδώ η πούδρα η καλή•
κι αιθέριο έλαιο καμέλιας, έχω!»
Στο παραθύρι πλάϊ η γιαγιά,
χτενίζει τʼ άσπρα της μαλλιά,
χωρίς νʼ αποκριθεί σταλιά,
ούτε την πόρτα της ανοίξει.
Kim So–wol (1903–1934)
ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
Έζησε, πέθανε. Τα ίδια πάντα λόγια λέμε:
ο άνθρωπος ζει, γερνάει, πεθαίνει.
Όταν, λοιπόν, κατά το αναπόφευκτο της φύσεως,
συμβεί να είναι το εν λόγω σώμα το δικό μου,
γιατί να μού ʽρχεται νʼ ανέβω, στο κορφοβούνι για να κλάψω;
Kim Yong–tae (1936- )
ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΜΑ
Μες ένα μήλο ζούσε ένα ζουζούνι.
Το μήλο ήταν η τροφή, το σπίτι του, τα ρούχα του, η γή του.
Ο άνθρωπος αφαίρεσε του ζουζουνιού το σπίτι,
τα ρούχα, την τροφή·
το έβγαλε απʼ τη γή του, το εσκότωσε.
Ποιός είπε του ανθρώπου πως είναι κύριος του μήλου;
Το μήλο ελυπήθη.
Το λυπημένο μήλο είναι καλό, είπε ο άνθρωπος – και τό ʽφαγε.
So Chong–ju (1915–2000)
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ
Στʼ όνειρο του μωρού,
η πεταλούδα απομακρύνθηκε πετώντας·
μόνο το φως του ήλιου έμεινε.
Σαν ξύπνησε απʼ τʼ όνειρο, εγέλασε
βλέποντας το ηλιόφως, στο πάτωμα να εισδύει
από του χάρτινου παράθυρου μια τρύπα.
Να το αγγίξει επιθυμεί στο μάγουλό του
και να το νιώσει στο μικρό του χέρι.
Σαν το μωρό αν ήταν κι η μητέρα,
αυτός ο κόσμος θά ʽταν όμορφος, στʼ αλήθεια.
Suh Jung–ju
ΠΛΑΙ ΣΤΑ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ
Ίσως για να ανθίσει ένα χρυσάνθεμο,
ο κούκος κλαίει τόσο δυνατά
από την εποχή της άνοιξης.
Ίσως, για να ανθίσει ένα χρυσάνθεμο
ο κεραυνός βρυχήθηκε πολύ, μέσα στα μαύρα σύννεφα.
Ένα λουλούδι, που στη μεγάλη αδερφή μου μοιάζει,
η οποία στέκει τώρα στον καθρέπτη της μπροστά,
αποσυρμένη από τις κρυφές παρόδους μιας νιότης απόμακρης,
όπου η αγάπη και η προσμονή, πλήγωσαν τόσο την καρδιά της.
Για να ανθίσουν, ίσως, τα δικά σου κίτρινα άνθη
γευθήκαμε την πρώτη παγωνιά εχθές τη νύχτα,
κι έμεινα ξάγρυπνος ώσπου να ξημερώσει.
Yi Sung–sun (1941–2001)
ΤΟ ΠΟΥΛΙ
Τα πουλιά πετούν
μέσʼ το βουνό,
μα οι φτερούγες τους
ποτέ δέν το αγγίζουν.
Yun Dong–ju (1917–1945)
Η ΝΥΧΤΑ
Το γαϊδούρι γκαρίζει
στο κατώι.
Το μωρό φοβισμένο
απ΄ το γαϊδούρι, ξυπνάει.
Οι γονείς ανάβουνε τη λάμπα.
Ο πατέρας δίνει στο γαϊδούρι
λίγο από το στήθος του.
Η νύχτα πέφτει πάλι ήσυχα για ύπνο.











Τα ελληνικά δεν μου στέκουν καλά. Αλλά ποτέ δεν μπορεί να είναι κανένας σίγουρος…
Δεν συγκαταλέγεται επίσης κανένας από τους, θεωρούμενους ευρύτερα, σημαντικούς του εικοστού αιώνα. (;)
Όπως οι Chu Yohan, Yi Sanghwa, Yi Yuksa, Chông Chiyong, Kim Yôngnang, Yun Tongju, Pak Tujin, Kim Suyông, Hong Yunsuk, Kim Namjo, Hwang Tonggyu, Kim Yôngjo, Kim Hyesun, Hwang Jiwoo, Pak Nohae, κτλ….
Αυτά.
Ποιήματα των Kim Nam-jo και Hwang Tong-gyu περιέχονται στην παρούσα ανάρτηση.
Από τους 49 ποιητές των οποίων ποιήματα έχει μεταφράσει ο κ. Ματσούκας, για την παρούσα ανάρτηση επελέγησαν 19. Η περίοδος αφορά στο 19ο αιώνα έως σήμερα. Να σημειώσω, επίσης, ότι επελέγησαν ποιήματα και όχι ονόματα.
Τα παρουσιαζόμενα αποτελούν δείγμα απλώς μιας αξιολογότατης εργασίας, καμωμένης εμφανώς με απαράμιλλο μεράκι, που αφορά σε μεταφράσματα της πρώιμης κορεάτικης ποίησης, της σύγχρονης κορεάτικης ποίησης καθώς και σε γραμματολογικές, βιογραφικές και ερμηνευτικές αναφορές. Τα συγχαρητήριά μου στον κ. Δημήτριο Ματσούκα.
Ναι, αυτοί οι δύο υπάρχουν, με χάλασαν οι παύλες και προσπέρασα – παράθεση κυρίως όχι των τόσο σημαντικών.
Ως προς την αρτιότητα της ελληνικής, θα επιμείνω πως υπάρχει ζήτημα.
Αγαπητέ κ. Μουζάκη, τι σημαίνει επιλογή ποιημάτων και όχι ονομάτων; Το βιολί και η βιόλα;
Ας είναι.
Κανείς δεν αμφισβητεί το μεράκι και τον κόπο κανενός. Θα πρότεινα πάντως, ως αναγνώστης, να επανέλθει ο μεταφραστής στο ζήτημα των ελληνικών.
Παραθέτω και ένα παράδειγμα:
“Σαν ξύπνησε απʼ τʼ όνειρο, εγέλασε
βλέποντας το ηλιόφως, στο πάτωμα να εισδύει
από του χάρτινου παράθυρου μια τρύπα.”
Αυτό δεν λέγεται μετάφραση κ. Μουζάκη…
Aγαπητέ κ. Λειβαδά, η πρόταση “επιλογή ποιημάτων και όχι ονομάτων” συνιστά αποσαφήνιση της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε. Την πρόταση τη βρίσκουμε και εδώ:
http://www.poiein.gr/id
Σημαίνει ότι αγνοώ ποιοι και από ποιους είναι παραδεκτοί: επιλέγω μεταξύ των ποιημάτων που έχω στα χέρια μου.
Ουδείς ισχυρίστηκε ότι σε μια ανάρτηση δόθηκε αντιπροσωπευτική εικόνα της κορεάτικης ποίησης. Μια γεύση δόθηκε.
Δεδομένης της λίαν περιορισμένης έως ανύπαρκτης βιβλιογραφίας πάνω στο ζήτημα (ας διορθωθώ αν κάνω λάθος) θεωρώ σωστό, αντί να σταθώ σε ορθογραφικά, τονισμού ή άλλα λάθη ή μεταφραστικές αδυναμίες (για τις τελευταίες είμαι ίσως και ακατάλληλος) να πω συγχαρητήρια στον κ. Ματσούκα για την εργασία του.
Γνωρίζω περί ονομάτων και ποιημάτων, αλλά δεν βλέπω να συμβαίνει στην παρούσα ανάρτηση.
Ως αναγνώστης, θα ήταν απίθανο να μην θέσω το ζήτημα των ελληνικών – τι άλλο θα μπορούσα, σε πρώτη φάση να θέσω, αν όχι αυτό; Αυτό είναι το κυρίαρχο και το Α ζητούμενο.
Τα συγχαρητήρια και από μένα, αλλά δεν νομίζω πως ο κ. Ματσούκας έχει ασχοληθεί επισταμένως με το αντικείμενο της κορεάτικης ποίησης.
Άλλο ένα παράδειγμα: ο αδικοχαμένος Ki Hyong–do, ήταν, σε επίπεδο γλώσσας και όχι περιεχομένου, ένας από τους πλέον ιδιαίτερους και στρεβλούς ποιητές / μήπως η μετάφρασή του τον καθιστά κουρέα του λιμανιού;
Αυτά υπεραρκούν – δεν επεκτείνομαι άλλο.
Χαιρετώ.
Με αφορμή τη σημερινή ανάρτηση έριξα μια ματιά στο διαδίκτυο και δε βρήκα να υπάρχει άλλη μετάφραση κορεατικής ποίησης στα ελληνικά.
Γενικά δε,πάνω στην κορεατική λογοτεχνία, βρήκα μόνο ένα λογοτεχνικό βιβλίο (με τίτλο «ο ποιητής» του Mun-yol, Yi) να έχει μεταφραστεί. Αυτό από μόνο του είναι σημαντικό.
To site [ http://hompi.sogang.ac.kr/anthony/KoreanPoems.htm ] για κάποιον πολύ καλό γνώστη της αγγλικής, που θα έχει και χρόνο να ασχοληθεί, μου φάνηκε σαν το καλύτερα ενημερωμένο. Να επισημάνω ότι στο τέλος δίνει τη δυνατότητα να κατεβάσεις, σε μορφή pdf, ένα βιβλίο πάνω στην κορεατική ποίηση του 20ου αιώνα.
Η συγκεκριμένη μετάφραση έγινε απευθείας από τα κορεατικά ή από τα αγγλικά;
Συγγνώμη, ξέχασα να παραθέσω άλλη μετάφρση του ιδίου ποιήματος:
ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ
Οι δύσκολες μέρες πέρασαν•
εκείνα τα κλαδιά τα έβγαλαν πέρα με τον χειμώνα.
Και τώρα που κοντεύει το ανοιξιάτικο φως
να λάμψει όπου θέλει,
τσάκισαν και σωριάστηκαν στο χώμα.
Τα χρόνια μού φέρνουν θλίψη, αρνούμαι
να τα κουβαλώ τόσο βαρύ φορτίο,
αφού δεν μου ανήκουν, αφού δεν τα ορίζω.
Τα νεκρά, ευλύγιστα κλαδιά που δεν τσακίζουν,
μου φέρνουν φρίκη εντός.
@6
Οι μεταφράσεις έγιναν από τα Αγγλικά.
Γεια σας από μένα. Τώρα τελευταία το ριξα στην ποίηση. Από το κακό στο χειρότερο πάω.
Πάνω σ’ αυτό, ποιός θα περίμενε πως θα μάθαινα το πολύ καλό σάϊτ σας από τη μισητή Καθημερινή (από ένα άρθρο της Ρίτσας Μασούρα ή Μασούρας. Δεν ξέρω). Ποτέ δε συμπάθησα την Καθημερινή.
Επί του θέματος, μια χαρά βρίσκω την παραπάνω συλλογή. Για να μη φανώ εριστικός απέναντι στο Γιάννη Λειβαδά, οφείλω να ξεκαθαρίσω πως τη βρίσκω μια χαρά πρώτα γιατί δεν έχω ξαναδιαβάσει κορεάτες ποιητές κι ύστερα γιατί δεν ξέρω καλά ελληνικά. Ούτε από ποίηση σκαμπάζω.
Να, ήθελα να σας ρωτήσω -τελειώνω μ’ αυτό-, αν είναι νορμάλ να μου αρέσει μόνο ένα κομμάτι ενός ποιήματος και να μη μου αρέσει το υπόλοιπο ποίημα.
Να σας δώσω να καταλάβετε, στο ποίημα του Gu Ku Sang με τίτλο “Συνοδεύοντας τη Μοναξιά”, μου αρέσουν μόνο οι τρεις πρώτοι στίχοι.
Το υπόλοιπο ποίημα δε μου αρέσει.
Σε ακραίο βαθμό όμως.
Μου αρέσουν πάρα πολύ οι τρεις πρώτοι στίχοι και καθόλου η συνέχεια.
Αυτό είναι νορμάλ να πούμε;
Γιατί, πώς θα γίνω καλός ποιητής με τέτοια νοοτροπία (αν με αντιλαμβάνεστε).
Μερσί και καλώς σας βρήκα.
Αγαπητοι Κοι ΠΑΣΤΑΚΑ και ΜΟΥΖΑΚΗ
Σας ευχαριστω για την τιμη που μου κανατε να
αναρτησετε καποια ψηγματα τησ μικρησ εργασιασ μου για την ΚΟΡΕΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ.
Ευχαριστω επισης οσους ειχαν την καλοσυνη να σχολιασουν την προσπαθεια μου αυτη.
Ιδιαιτερα τον Κον Λειβαδα ο οποιος επισημανε αδυναμιες γλωσσικες για τις οποιες τον παρακαλω να μου τις επισημανει ιδιαιτερως εαν θελει φυσικα.
Με Εκτιμηση
ΔΗΔΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ
Μ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ 8
17235 ΔΑΦΝΗ
dematsou@yahoo.com