*
Ξεκλειδώνοντας τον έβδομο
άδειος ο παράδεισος
κι ακατοίκητος με περιμένει.
Η βλάστηση συνεχίζει
να οργιάζει, τα γνώριμα
αρώματα, οι γνωστές μυρουδιές.
Μόνον ο Χόρχε με υποδέχεται
μεταμορφωμένος σε λύκο.

*
Ας με συγχωρέσουν οι φίλοι.
Οι προσευχές μου από δω ψηλά
θα εισακουγόταν καλλίτερα,
όσο ανεβαίνεις τόσο ακούγεσαι.
Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
η ένδεια οξυγόνου κόβουν τις λέξεις
στη μέση. Δεν έχω άλλο πλήθος.
Δεν προσεύχομαι πια.

*
στη Βίλυ και τη Τζένη

Στο βάθος της αγκαλιάς σου
υπάρχει ένας κήπος. Οι βόλτες
καταλήγουν σε βότκες. Εκεί
που τελειώνουν οι βότκες
ανοίγεται ένας κήπος. Ο κήπος
έχει κρυμμένο μέσα του ένα μπαρ.
Το μπαρ έχει μέσα του κρυμμένους
ανθρώπους. Οι κρυμμένοι άντρες
ζουν σε ρουφ γκάρντεν.

*
Να στρίψω ένα τσιγάρο
και να το πιω τώρα ή να στρίψω
ένα τσιγάρο και να το πιω μετά;
Το στρίβω τώρα, το αποφάσισα,
για να τʼ ανάψω όταν ο ιδρώτας
από τις μασχάλες σου θα μπορεί
να ξεγελάσει και τους μπάτσους.

*
Έλεγα να κουβαλήσω
ένα πιάνο
μέχρι τον έβδομο.
Τώρα σκέφτομαι
να τʼ ανεβάσω
εκεί προς τα Δυτικά.
Κάποια ώρα
που θα καθυστερεί
να φύγει η μέρα,
να αστράφτουν χρυσάφι
τα κλειδωμένα πλήκτρα.