Γύμνια(Από τις «Σχέσεις Σιωπής»,1984)
Χθες βράδυ σʼ ονειρεύτηκα.
Με τα φώτα της πόλης για μάτια,
το σώμα γυμνό,
μυρωδιά ανοιξιάτικης λεύκας
και για μόνο κάλυμμα
το σκοτάδι.
Γη της επαγγελίας (από το «Η Νύχτα είναι μία φάλαινα», 1990)
Δεν με φοβίζει
που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο
που κάποια μέρα,
θα γράφω πάλι σε χαρτί,
ποιήματα με μελάνι.
Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες; (από την «Αποχώρηση της Λαίδης Κάπα, 2004)
ΙΧ.
Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο στο χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά αχνάρια από αίμα;
Χ
Γιατί σπαράζει ο κύκνος
καθώς λευκός, παρθενικός
τινάζει τα φτερά του
και γράφει τον τελευταίο του στίχο;
Χρόνος (Από την ίδια συλλογή)
Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
που αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό.
Όταν μπαίνεις μέσα μου (Από την συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια 2006 )
Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.
Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.
Αλχημεία (από την ίδια συλλογή)
Πρώτα την ύλη, αρχέγονη.
Φωτιά, νερό, αέρα, χώμα.
Ύστερα κορμί, όχι όμως οποιοδήποτε.
Προσοχή στον πόνο.
Ένα κουταλάκι την ημέρα αρκεί.
Αλάτι ας έχει άφθονο,
αλυκή από χρόνο νεκρό.
Πολύ πικρό, δεν πρέπει νάναι
ούτε όμως και πολύ ζαχαρωμένο
από σιρόπι ψευδαισθήσεων.
Καλύτερα γλυκόπικρο,
σαν επαφή που έμεινε ανέπαφη,
σαν όνειρο που έπαψε να ονειρεύεται,
σαν ένα κορμί που αστραπιαία
συνάντησες σε ξέστρωτο κρεβάτι,
ενώ το μόνο που ήθελες
ήταν το χάδι στα μαλλιά.
Ύστερα το καίμε
σε δυνατή φωτιά,
ενώ συγχρόνως προσποιούμαστε πως ζούμε
(στο μεταξύ η ψυχή είναι ακόμα ζωντανή
και σπαρταράει στο βραστό νερό)
και κάπου σʼ ένα σύμπαν μακρινό
ένα μικρό παιδί
κοιτάζει έξω από το τζάμι τις νιφάδες
που το χωρίζουν απʼ τον κόσμο.
Και τότε ξαφνικά και μαγικά,
η σάρκα μετατρέπεται σε ποίημα.
Η αρρώστια( Από την «Αλεπού και τον κόκκινο χορό, 2009)
Το πλοίο είναι γεμάτο μετανάστες.
Φορούν τραγιάσκες και κοστούμια
που γυαλίζουν στους αγκώνες,
κοιτάζουν μία προκυμαία από σκόνη
και λευκά μαντήλια που ζωγραφίζουν το κενό.
Σε μιαν εξέδρα ένας βιολιστής
παίζει κόκκινο βιολί,
φορώ ένα μαύρο φουστάνι και δεν έχω μαλλιά,
κλαις και δεν ξέρω πώς να σʼ αγκαλιάσω,
σαν να διασχίζουμε τον χρόνο
σε έρημα πλοία φαντάσματα
που προσκρούουν συνέχεια σε παγόβουνα
μόνο και μόνο για να,
για να μην,
επειδή δεν γίνεται χωρίς
αλλά ούτε και με,
κι ο βιολιστής παίζει παράφορα βιολί
κι ενώ όλοι αρχίζουν να χορεύουν
μου κλείνει μυστικά το μάτι
ενώ πίσω στην πόλη,
τα ποντίκια μεταδίδουν την πανούκλα
που χωρίς να ξέρουμε
όλοι μας κουβαλάμε
μες στο πλοίο.
Το σκιάχτρο (Από την ίδια συλλογή)
Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβάται,
διώχνω τους εφιάλτες
και τους έλκω,
το βράδυ χαϊδεύω τα σκοτάδια
το πρωί κουνώ τα χέρια στα πουλιά.
Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβίζει,
στην έρημο μιας σχέσης με ανθρώπους.
Με τα χέρια μου- τσουκνίδες
ξεσκίζω το πρόσωπό μου
και τους άλλους.
Μα κάτω από τα άχυρα
και την σκισμένη μπλούζα
ένα κοράκι κρύβω,
στιλπνό,
μαύρο,
μόνο,
το πιο έρημο κοράκι,
την καρδιά μου.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασα Νομική στο ΑΠΘ. Δούλεψα 18 χρόνια στην Τράπεζα. Ζω στην Θεσσαλονίκη.Κάνω ένα εργαστήρι δημιουργικού λόγου με παιδιά δημοτικού και γυμνασίου.











Γνήσια, λιττή και απέρριτή. Βρήκα εξαιρετική συμπύκνωση στο “που πάνε οι ποιητές τη νύχτα;” αλλά ταυτόχρονα ξετυλιγεται τόσο εύκολα σαν κουβάρι. Τα ερωτηματικά λειτουργουν σαν μουσικές πάυσεις.
… μόνον Aπώλεια … ( ίσως; )
(το σχόλιο υπ’ αριθμό 3 αφορά το τι εισέπραξα από το “όταν μπαίνεις μέσα μου”)
” ..ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα”
θα μπορούσε να είναι η ίδια, το κοριτσάκι μέσα της, που επαναπροσδιορίζει τις επιθυμίες της, τις ανάγκες της, σαν ένα σημείο αναφοράς, το μηδέν , η αρχή, ίσως.
Θα μπορούσε να είναι η χαμένη αθωότητα προσωποποιημένη ή η γνήσια αντίδραση ενός παιδιού για την απώλεια…ή ( το πιο πιθανό ) τίποτα απ’ όλα αυτά.
Όπως και να είναι, ο στίχος αυτός και η εικόνα που ανέσυρε, στο τέλος του ποιήματος, μου άρεσε πολύ.
Εναλλαγές συναισθημάτων, χρωμάτων και εικόνων που ρέουν αβίαστα.
καρφώθηκαν μέσα μου αυτά τα ποιήματα
ό,τι κι αν πω είναι λίγο..
Κατάφερα να διαβάσω μέχρι εκείνο το ανεκδιήγητο “Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.”.
Καλύτερα ας μην πω τίποτ άλλο…
Η Χλόη Κουτσουμπέλη παρουσιάζει την τελευταία ποιητική συλλογή της σήμερα στη Θεσ/νίκη στον Βιβλιορυθμό (ανακοίνωση Ποιείν). Ελπίζω να ακούσουμε την ίδια την ποιήτρια να διαβάζει και το “Όταν μπαίνεις μέσα μου” (Από την συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια) καθώς και τις ανέκδοτες “‘Αδειες μέρες”). Ευχαριστώ το Ποιείν που μας ενημερώνει όχι απλά τι συμβαίνει στην πόλη μας (Θεσ/νίκη), αλλά μας μαθαίνει και τους ποιητές της.
Ειλικρινά λυπάμαι που δεν μπόρεσα να παρευρεθώ σήμερα γιατί η ποίηση της κ. Κουτσουμπέλη αξίζει. Εύχομαι πάντως η παρουσίαση να πήγε υπέροχα. Η εξεταστική δεν μας αφήνει πολλά περιθώρια δυστυχώς..
Απογοητευτική η φιλολογική (κι όχι δυστυχώς ποιητική) παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» εχθές (4/2/2010) στον «Βιβλιορυθμό» στη Θεσσαλονίκη. Το βιβλίο παρουσίασαν η πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή και ο ποιητής και δημοσιογράφος Γιώργος Γιαννόπουλος (εκδότης του περιοδικού Ένεκεν). Η Μαρία Κουγιουμτζή παρουσίασε την ποιήτρια με τρόπο σχολαστικά φιλολογικό, φλερτάροντας αδιάκοπα με την ανία και σίγουρα όχι φωτίζοντας τα ποιήματα ή καλλιεργώντας κάποια προσμονή γι’ αυτά. Ευτυχώς τα ποιήματα που παρεμβάλλονταν (αντί να είναι το ζητούμενο) τα διάβαζε η ίδια η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη, διακόπτοντας έτσι την ομιλία-διδασκαλία τύπου λογοτεχνικών κειμένων λυκείου της κ. Κουγιουμτζή. Στην παραπάνω εντύπωση συντέλεσε πρωτίστως ο τρόπος της παρουσιάστριας και η άχρωμη φωνή της και ο ξεφτισμένος τόνος της και δευτερευόντως το περιεχόμενο της ομιλίας της. Τα περιόρισε δε στην δική της αντίληψη, κλείνοντας τα. Ο κ. Γιώργος Γιαννόπουλος, ο οποίος έφτασε στο σημείο να πει λάθος μέχρι και τον τίτλο της ποιητικής συλλογής, άρπαξε προφανώς την ευκαιρία, καθότι φαίνεται του ζητήθηκε να παρουσιάσει την κ. Κουτσουμπέλη, και μας «τράβηξε» μια οικονομικο-πολιτική διάλεξη, διανθισμένη με σχόλια κοινωνιολογικής και ψυχολογικής χροιάς που κοιτιόμασταν μεταξύ μας. Για να αντιληφθεί κανείς το άσχετο του πράγματος, εκεί που ας θεωρήσουμε ότι εστιάζαμε με το google earth τουλάχιστον στη γειτονιά της δημιουργικότητας και της ποιητικής δημιουργίας της κ. Κουτσουμπέλη, ο κ Γιαννόπουλος έκανε zoom out και μας έδειξε ολόκληρο τον πλανήτη! Είχε δε το θράσος να μας πει πως όσα λέει σχετίζονται με την ποιήτρια. Στην καλύτερη περίπτωση η συσχέτιση μαζί της εξαντλούνταν στον τρόπο βιοπορισμού της παρουσιαζόμενης (τραπεζικός). Πάλι καλά που κρατήθηκε και δεν τη χαρακτήρισε σημαντική ποιήτρια λόγω της κοινής «τραπεζικότητας» της με την Κική Δημουλά!
Η ευγενέστατη κ. Χλόη Κουτσουμπέλη ευχαρίστησε πάραυτα και τους δύο παρουσιαστές της (προφανώς τους επέλεξε και αυτοδαγκώθηκε) και εκεί που θα έπρεπε να γίνει μια κάποια «ζωντανή» συζήτηση με το κοινό, να σωθούν κάπως τα πράγματα, επέλεξε γρήγορα να διαβάσει κι άλλα ποιήματα της, δίχως να κρύψει καθόλου την λανθασμένη αγωνία της να διαβαστούν όσα πιο πολλά ποιήματα γίνεται, λες και ήταν αυτό το ζητούμενο.
Θα επιθυμούσα πραγματικά τα παραπάνω να ήταν δικές μου μόνο εντυπώσεις, αλλά δυστυχώς η πραγματικότητα ήταν άλλη. Ενδεικτικά από τους 70-80 παρευρισκομένους, ζήτημα να χειροκρότησαν οι 10 στο τέλος, κι αυτοί χλιαρά, αν όχι ψόφια.
Και εκεί που λες τελειώσαμε επιτέλους, πετάγεται ο ανεκδιήγητος Περικλής Σφυρίδης και αντί να εστιάσει την προσοχή μας κάπως στη συγκεκριμένη βραδιά, «διαφήμισε» διάφορα δικά του που ακολουθούν στην πόλη, προκαλώντας περαιτέρω αμηχανία.
Το μόνο θετικό της βραδιάς, πέρα απ’ το ότι ακούσαμε την ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη να διαβάζει η ίδια τα ποιήματα της, είναι το γεγονός της παρουσίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ο οποίος παραδόξως κρατήθηκε (λόγω ηλικίας και της αυξημένης έγνοιας που έχει πλέον για την υστεροφημία του) και δεν είπε τα δικά του, δηλαδή δεν έθαψε την παρουσιαζόμενη.
Συνεπώς κύριε Κ. Ποζουκίδη, ευτυχώς σας κράτησε η εξεταστική σας περίοδος μακριά (εύχομαι να εξεταστήκατε σε αξιόλογο μάθημα στο τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του οποίου βλέπω είστε τελειόφοιτος), η οποία σας προστάτευσε από μια αρνητική γεύση πάνω στο ιδιαίτερο και σημαντικό έργο της κ. Χλόης Κουτσουμπέλη. Ενδεικτικά υπενθυμίζω τις «Άδειες Μέρες» και το «Όταν μπαίνεις μέσα μου».
Όταν μπαίνεις μέσα μου
Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.
Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.
Οι άδειες μέρες
Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
ενώ ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει χαρούμενα τα χέρια.
Αγαπητέ κ. Γκολίτση
με εντυπωσίασε η ευθύτητα του σχολίου σας
Διαβάστε κι αυτό, πόσο ωραία το θέτει ένας συνομήλικός σας ποιητής, ο Γιάννης Στίγκας, στη συλλογή του ” Η όραση θʼ αρχίσει ξανά” (2006)
Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας
Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα
ειδάλλως γύρνα πίσω
και μη γελάς
αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει
*ευελπιστώντας να σας συναντήσω στη Θεσ/κη μαζί με τους φίλους του ΠΟΙΕΙΝ τη Δευτέρα 8 Μαρτίου με την ευκαιρία της παρουσίασης του Αλμανάκ 2009
Κ. Ξένε
Βεβαίως και θα παραβρεθώ στην παρουσίαση του Αλμανάκ 2009 του ΠΟΙΕΙΝ τη Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010 στο “Φλού” στη Θεσσαλονίκη. Με χαρά να σας συναντήσω. Εξάλλου ο πήχης πλέον των παρουσιάσεων (ποιητικών βραδιών) έχει ανέβει λόγω του “Σαιξπηρικού” (για να συσχετιστεί και το σχόλιο μου με την συγκεκριμένη ανάρτηση). Ενδεικτικά να αναφερθώ στις παρουσιάσεις του ποιητικού βιβλίου «Η άπτερος νίκη, οι μπίζνες και η σφίγγα» του Γιάννη Λειβαδά και του «Όρος Αιγάλεω» του Σωτήρη Παστάκα. Πέρα από τα σημαντικά ποιητικά βιβλία και τις εξαιρετικές παρουσιάσεις τους, θέλω να σημειώσω και την επιπρόσθετη εκτίμηση που τρέφω προς τον κ. Παστάκα γιατί μας σύστησε τον Camillo Sbarbaro, μεταφράζοντας στίχους του που συγκλονίζουν.
Ενδεικτικά ξεχωρίζω:
«Σώπα ψυχή μου, κουράστηκες πια ν’ απολαμβάνεις
και να υποφέρεις (και στα δυό τραβάς υποταγμένη).»
συμφωνώντας εδώ με τον κ. Πρίμπα (σχόλιο 31ης Δεκεμβρίου 2009)
και ακόμη πιο σημαντικούς που αποσβολώνουν όπως:
«[…]να με σπρώχνουν οι περαστικοί, κι εγώ
χωρίς καμιά περιέργεια είμαι βάρκα δίχως
άγκυρα και δίχως πανί, που το σκαρί της
εγκαταλείπει στα κύματα. Παραμένω έτσι,
δίχως σκέψεις κι επιθυμία καμιά, και περιμένω
εκ νέου, χάριν της αιώνιας περιστροφής
του κόσμου, η θέληση για ζωή να επιστρέψει.»
«Αποφεύγω απλώς να το σκέφτομαι.
Κάθε οδυνηρή σκέψη
θα μου φαινόταν τώρα ψεύτικη.
Έως ενός σημείου ο πόνος μας καθιστά
ανθρώπινους κι εγώ αισθάνομαι πως το έχω
ξεπεράσει.»
«Κι όμως πηγαίνουμε
αντάμα εσύ κι εγώ σαν υπνοβάτες.
Τα δέντρα εξακολουθούν να είναι δέντρα,
τα σπίτια να είναι σπίτια, οι γυναίκες
που μας προσπερνάν είναι γυναίκες.
Όλα είναι εκείνο που είναι,
μονάχα αυτό που είναι.
Η περιπέτεια της χαράς και του πόνου
δεν μας αγγίζει. Έχασε τη φωνή της
η σειρήνα του κόσμου κι ο κόσμος έγινε
μια μεγάλη έρημος.
Στην έρημο
κοιτάζω με μάτια στεγνά τον εαυτό μου.»
«Το κοριτσάκι που τρέχει κάτω από τα δέντρα
[…]
ας μας επιτραπεί να ζητήσουμε,
να πεθάνουμε πρώτα εμείς,
πριν ξεψυχήσει αυτή η μοναδική ομορφιά.»
Ευχαριστώ πραγματικά τον κ. Παστάκα και για τη μετάφραση.
Συμπεριλαμβάνεται η μετάφραση του Camillo Sbarbaro στο Αλμανάκ 2009 ή ετοιμάζει κάτι άλλο που συμπεριλαμβάνει κι αυτά τα 4 ποιήματα;
Φοβάμαι, βασικά είμαι σίγουρος…, ότι αυτά που ανέφερε ο κ. Γκολίτσης στο σχόλιό του (και γνωρίζοντας τον Πέτρο αρκετά καλά δεν αμφιβάλω καθόλου για την ακρίβεια της περιγραφής) δεν αποτελούν ούτε ένα μεμονωμένο συμβάν, ούτε την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Αυτές οι εκδηλώσεις δεν προσφέρουν ούτε στην ποίηση ούτε πουθενά. Η άποψη μου είναι ότι αυτό που λείπει δεν είναι το ταλέντο (ούτε και τα ποιητικά «αίτια»), αλλά οι λογοτεχνικές παρέες όπου ο κάθε ένας θα προσέρχεται για να «καταθέσει», χωρίς απαίτηση ανταπόδοσης, τον εαυτό του. Και μιλάω για ανοιχτές λογοτεχνικές παρέες όπου θα υπάρχει κάποιος πυρήνας, πρώτ’ απ’ όλα φίλων, στον οποίο θα προστίθεται (από ευκαιριακά μέχρι και τακτικά) και κάθε ένας που θα ήθελε να ακούσει ή να συμμετάσχει ενεργά. Μόνο σε ένα τέτοιο πλαίσιο η βιβλιοπαρουσίαση θα είχε ουσιαστική λογοτεχνική αξία. Πιθανόν κάποιες ομάδες ήδη να λειτουργούν έτσι, αλλά και πρέπει να δοκιμαστούν στο χρόνο και δε φτάνει. Ο δρόμος είναι μακρύς…
Και μιας και μίλησα για μακρύ δρόμο θα σας ευχηθώ καλό ΣΚ.
Η ποιητές στην Θεσσαλονικη γενικοτερα ειναι λιγο αρπαγμενοι…
” Οταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά”.
Ειμαστε με τα καλα μας??? Τι σχεση εχει το σεξ με τα αυγα και το ρυζι??? Λιγουρες πεσανε???
Τη Χλόη δεν την γνωρίζω καιρό. Τόσο όμως έφτασε για να την ταυτίσω με τα ποιήματά της. Δεν θα μπω σε αναλύσεις. Η ποίηση της έχει την γλύκα και το παράπονο του βλέμματος της, ταυτόχρονα είναι βαθειά εσωτερική και βρίσκει κατευθείαν την φλέβα της ψυχής. Η Χλόη είναι καθαρός άνθρωπος. Έτσι καθαρή και νοσταλγική αλλά ταυτόχρονα αιχμηρή και ευθύβολη είναι και η ποίηση της. Από τα παραπάνω ξεχώρισα το “που παν οι ποιητές τις νύχτες” για τον σπαραγμό που βγαίνει από μέσα του, χωρίς να υπολείπονται τα άλλα. Χλόη, σε ευχαριστούμε,
Άννα