Υπάρχουν κοινά στοιχεία ανάμεσα στην ιδιοφυία και την τρέλα; Ποια σημεία επικοινωνίας και επαφής μπορούν να δημιουργηθούν ανάμεσα σε μία μαθηματική διάνοια και έναν απλό και σχετικά χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ασθενή του ψυχιατρείου; Αυτά είναι δύο θεμελιώδη ερωτήματα που θέτει ο Ντενί Γκετζ στο μυθιστόρημα «Η Επαυλη των ανδρών», ένα από τα πιο διεισδυτικά και ανθρώπινα βιβλία του Γάλλου μαθηματικού και συγγραφέα. Ένα βιβλίο που πριν το ανοίξει κανείς, έχει την εντύπωση ότι θα αντιμετωπίσει την μαθηματική αυστηρότητα και αδιαλλαξία σε όλο της το μεγαλείο, για συνειδητοποιήσει από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ότι πρόκειται για το αντίθετο ακριβώς. Διότι «Η Έπαυλη των ανδρών» δεν είναι ένα μαθηματικό μυθιστόρημα. Πάνω από όλα είναι ένα μυθιστόρημα για την τέχνη της επικοινωνίας και της ψυχικής προσέγγισης ανάμεσα σε δύο προσωπικότητες με εντελώς διαφορετικές συντεταγμένες, που καταφέρνουν να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον χωρίς προκαταλήψεις ηλικίας, μόρφωσης και κοινωνικού επιπέδου και να ανταλλάξουν απόψεις , ιδέες και εμπειρίες. Είναι ένα μυθιστόρημα για τη δημιουργία μιας φιλίας.
Το ένα πρόσωπο είναι ο Χανς Σίνγκερ, μορφή την οποία ο συγγραφέας εμπνεύστηκε από τον κορυφαίο Γερμανό μαθηματικό και θεμελιωτή της Θεωρίας των Συνόλων, Γκέοργκ Κάντορ. Ο Κάντορ (1845-1918) που δημιούργησε τεράστια επανάσταση στα μαθηματικά εισάγοντας επίσημα την έννοια του απείρου, δέχτηκε τρομερές αμφισβητήσεις και επιθέσεις από συναδέλφους του μαθηματικούς, με αποτέλεσμα να παθαίνει τακτικές κρίσεις κατάθλιψης και να εισάγεται για θεραπεία σε ψυχιατρείο. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται εν έτει 1917, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, την εποχή που ο Κάντορ είχε εισαχθεί στην ψυχιατρική κλινική του Πανεπιστημίου της Λούφσταντ. Αυτή είναι η «Επαυλη των ανδρών».
Το άλλο πρόσωπο είναι ο νεαρός Γαλλος στρατιώτης Ματτίας Ντιτούρ, πρώην μηχανοδηγός, πρώην αναρχικός, οπαδός του δολοφονημένους Ζορές και υιοθετημένος γιός μίας φτωχής εργατικής οικογένειας. Εισάγεται στο ψυχιατρείο έχοντας πάθει νευρικό κλονισμό στο πεδίο της μάχης από τις εκρήξεις των οβίδων.
Δύο πρόσωπα που εκφράζουν δύο διαφορετικές πλευρές του ίδιου του συγγραφέα, του Ντενί Γκετζ. Όταν άλλωστε ρωτήσαμε σε συνέντευξη για τον «ΕΤ» τον συγγραφέα του «Θεωρήματος του Παπαγάλου», αν μοιάζει σε κάτι με τον Γκέοργκ Κάντορ, η απάντηση ήταν άμεση: «Πιθανόν να μοιάζουμε στην τρέλλα!» Από την μία λοιπόν ο Χανς Σίνγκερ με τις αφηρημένες έννοιες και τη θεωρητική σκέψη, από την άλλη ο πολιτικοποιημένος και επαναστάτης νεαρός, που διαθέτει πολλά κοινά με τον ριζοσπαστικό Ντενί Γκετζ. Ο αντικομφορμισμός κοινό σημείο και στους δύο ήρωες. Οι δύο άνδρες θα βρεθούν συγκάτοικοι το δωμάτιο 14 της Έπαυλης των ανδρών και ανάμεσά τους θα δημιουργηθεί μία ζεστή φιλία.
Με διανοητικές ανησυχίες εφήβου ο Χανς Σίνγκερ, όπως αναμένει κανείς από μία ιδιοφυία, και απόλυτα αποστασιοποιημένος από τον ανδριάντα του που βρίσκεται στο προαύλιο του Πανεπιστημίου, θα βρει στο πρόσωπο του νεαρού μηχανοδηγού τον ιδανικό μαθητή. Όμως η σχέση που θα αναπτύξει μαζί του δεν είναι σχέση δασκαλίστικη. Η γνώση δεν είναι ο αυτοσκοπός, αλλά το μέσον για την επικοινωνία. Ούτε η στάση του Σίνγκερ είναι υπεροπτική και αυτάρεσκη. Όπως ξέρει να μιλά, άλλο τόσο ξέρει και να ακούει. Και ακούει όχι από ευγένεια και συγκατάβαση, αλλά από ενδιαφέρον. Και κάτι παραπάνω: Έχοντας απέναντί του έναν έξυπνο συνομιλητή, δεν αμφιβάλει ότι μπορεί να κατανοήσει τα ανώτερα μαθηματικά με τα οποία ο ίδιος ασχολείται, διότι γνωρίζει ότι ακόμη και για τις δυσκολότερες έννοιες υπάρχει απλός τρόπος διατύπωσης, για εκείνον που τις γνωρίζει σε βάθος.
Οι διάλογοι ή μάλλον οι συνομιλίες ανάμεσα στους δύο άνδρες, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στόχος του δεν είναι να προκύψει ένα συμπέρασμα όπως συμβαίνει στους διαλόγους με την πλατωνική και, κατ΄επέκταση, μαθηματική έννοια, αλλά να δημιουργηθεί η επικοινωνία. Πολλές φορές οι συζητήσεις μοιάζουν με παιχνίδι.
Όμως, από τα πιο σημαντικά στοιχεία του βιβλίου είναι πως στις σελίδες του η τρέλα παύει να είναι τόσο τρομακτική όσο νομίζουμε. Η τρέλα προσδιορίζεται περισσότερο ως ιδιαιτερότητα, παρά ως παρέκκλιση και με αυτή την έννοια ίσως δεν υπάρχει λόγος να αναζητεί κανείς τα κοινά σημεία της με την ιδιοφυία. Την ίδια στιγμή ο Γκετζ δίνει μία εξαιρετικής ευαισθησίας και τρυφερότητας εικόνα από τα ψυχιατρικά ιδρύματα των αρχών του εικοστού αιώνα. Κάνοντας τον άγνωστο και σκοτεινό κόσμο που κρύβεται πίσω από τους τοίχους τους, να φωτίζεται από τις ανθρώπινες ιστορίες των ασθενών, τις οποίες παρακολουθεί χωρίς ίχνος ελιτισμού και προκατάληψης.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
«Οι ψυχασθενείς, οι νευρωτικοί, οι τρελοί, περισσότερο από τους άλλους, έχουν να κάνουν με το Απειρο, διότι τα όρια, αυτά που περιορίζουν τον κοινό άνθρωπο και τον εμποδίζουν να τα υπερβεί, να περάσει απέναντι, όπως το γάλα ξεχειλίζει από μια κατσαρόλα…. αυτά τα όρια έχουν υποχωρήσει. Και αυτό, αυτό είναι το Απειρο».
Από τον παράξενο συλλογισμό του χερ Σίνγκερ ο Ματτίας συγκράτησε μόνο τούτο: «Οι τρελοί ξεχειλίζουν σαν το γάλα από την κατσαρόλα». Και απότομα, η στυφή μυρωδιά καμένης κρέμας του χτύπησε τα ρουθούνια. Το γάλα έρχιζε να βράζει πάνω στη στόφα της μικροσκοπικής κουζίνας στο διαμέρισμα του Πρε-Σεν Ζερβέ. Η μητέρα έχυνε το γάλα μέσα στο μεγάλο πήλινο μπολ και στεκόταν πίσω του σαν φρουρός, περιμένοντάς τον να πιει και την τελευταία σταγόνα. Κι εκείνος έπινε μέχρι και την τελαυταία σταγόνα, για να πειμηκύνει τη στιγμή που πάνω στους ώμους του ακουμπούσε το αβαρές βλέμμα της θετής του μητέρας. (σελ.57-58)
«Η Έπαυλη των Ανδρών»
ΝΤΕΝΙ ΓΚΕΤΖ
ΜΤΦΡ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΡΛΑΛΟΓΛΟΥ
ΠΡΟΛ. ΤΕΥΚΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2008
ΣΕΛ. 384, ΤΙΜΗ ? 16.00











http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=460995
Πέσανε να φάνε μέχρι και το Φάις μερικά τσακάλια.
Πίσω.
Στο σύνολο εξαιρετικό κείμενο στην Αυγή.
Αν λείπανε και μερικές γραμμές θα ‘ταν ακόμα καλύτερο. Τους έδωσε λαβή ο Κ.Β. να παρανοήσουν όπως συνηθίζουν. Κι αδράξανε την ευκαιρία.
Όχι που θα την αφήνανε.
Εδώ το σχόλιο γιατί πριν μερικά χρόνια έγραψε την ”Ελληνική αϋπνία” ο Φάις, έργο απείρως σπουδαιότερο από κάτι ξενόφερτες newage ανοησίες.
Για την ενημέρωση του οικείου χώρου, παραθέτω το συναφές κείμενό μου όπως φιλοξενήθηκε προσφάτως στο ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της εφημερίδας “Ελευθεροτυπίας”: ΝΤΕΝΙ ΓΚΕΤΖ
Η έπαυλη των ανδρών
ΜΤΦΡ.: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠAΡΛΑΛΟΓΛΟΥ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ: ΤΕΥΚΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
«ΨΥΧΟΓΙΟΣ», ΣΕΛ. 384, €16.
Όταν οι μαθηματικοί καινοτομούν
Ο Ντενί Γκετζ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, είναι μαθηματικός, καθηγητής ιστορίας – επιστημολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, σεναριογράφος και ερευνητής του κινηματογραφικού φαινομένου, έχει ήδη καταδηλώσει ότι η επιστήμη των μαθηματικών, η οποία γεννήθηκε στην Ελλάδα, μέσα από ένα δημοκρατικό όραμα του κόσμου, αποτελεί έναν παραγωγικότατο και μάλιστα διαχρονικό τρόπο σκέψης, τον οποίο οφείλουμε να μάθουμε να χρησιμοποιούμε, αφού πρώτα τον σπουδάσουμε με τη δέουσα αυστηρότητα. Ο κεντρικός ήρωας του παρόντος έργου, ένας σεβάσμιος Πρώσος, ονόματι Χανς Σίνγκερ, ηττάται στο πεδίο των εξαιρετικά απαιτητικών υποθέσεων εργασίας στη σφαίρα των προωθημένων μαθηματικών. Το 1917 εισάγεται στην ψυχιατρική κλινική της πανεπιστημιούπολης της Λούφσταντ, ενώ η Ευρώπη σπαράσσεται στα πεδία των εξοντωτικών μαχών. Ο συγκάτοικός του στο δωμάτιο 14 της λεγόμενης Έπαυλης των Ανδρών ονομάζεται Ματτίας Ντιτούς. Πρόκειται για ένα Γάλλο στρατιώτη, μηχανοδηγό, αναρχικών πεποιθήσεων, ο οποίος «επιζεί παρά τη θέλησή του». Όντας φανατικός οπαδός του δολοφονημένου περιώνυμου ειρηνιστή, ιδρυτή του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (1901) και της εφημερίδας L’ Humanité (1904) Ζαν Ζορές και εξ ίσου ένθερμος αναγνώστης του Εμίλ Ζολά, ο Ματτίας βρίσκεται κυριολεκτικά στον αντίποδα της ιδιοσυγκρασίας του εξέχοντος μαθηματικού. Η μυθιστορηματική όμως τάξη θα τους φέρει πολύ κοντά, όχι μόνον από πλευράς περιβαλλοντολογικών συνθηκών, αλλά και από πλευράς συναισθηματικών-ψυχικών ανταλλαγών, πάντα σε βάση αμοιβαίας ειλικρίνειας. Οι παρατεταμένες εξομολογήσεις του οργίλου Γάλλου και του διακεκριμένου επιστήμονα διασταυρώνονται σε ένα καθόλα αληθοφανές πεδίον οριακής αυτογνωσίας.
Η προσέγγιση διατηρεί ακέραιη όλη την αμεσότητα των φορέων του πολιτισμού, οι οποίοι θέλουν στα τοπία της αγριότητας των εκασταχού εκάστοτε πολέμων να βλέπουν αλληλοκατανόηση και ανθρωπιστικές συναντιλήψεις. Έστω εξ όνυχος: «Κύριε Ματτίας, θα ήθελα να σας επιστήσω την προσοχή ενάντια σε μία σκέψη που θα μπορούσε να βλαστήσει στο μυαλό σας βλέποντάς με πώς έχω γίνει, και η οποία, δυστυχώς τόσο για σας όσο και για μένα, φαίνεται στο βλέμμα σας εδώ μέσα. Μη βλέπετε σ’ εμένα έναν απορριπτέο μοναχικό: τον Σίνγκερ, τον έγκλειστο της Λούφτσταντ, τον ερημίτη των απείρων. Ήμουν κοινωνικός παλιότερα• αποτροπιαστικά κοινωνικός. Και κάτι περισσότερο: ήμουν στρατευμένος. Κοινωνικός όχι μόνο στον ιδιωτικό μου χώρο, αλλά και στο επαγγελματικό μου περιβάλλον. Δύσκολα θα πιστέψετε ότι ίδρυσα τον πρώτο σύλλογο των Γερμανών μαθηματικών, τον περίφημο Deutsche Mathematiker-Vereinigung.» (Ιδέτε σελ. 277).
Ο οραματικός, καθόλα πειστικός Χανς Σίνγκερ συνιστά ένα είδος αντιγράφου ή φαντασιακού διδύμου του σημαίνοντα Γερμανού μαθηματικού Γκέοργκ Κάντορ(1845-1918), η «Θεωρία των συνόλων» του οποίου τον έχει καταστήσει περιφανή δείκτη των εκασταχού εκάστοτε συναδέλφων του και όχι μόνον. Ο ίδιος άλλωστε προσδιόρισε μαθηματικά το Άπειρο, διαρθρώνοντας την περιώνυμη θεωρία των υπερπερασμένων αριθμών. Ως γνωστόν ένα άλλο θέμα, το «Πρόβλημα του συνεχούς» δεν μπόρεσε να οδηγηθεί από τον περιφανή μαθηματικό στην πολυπόθητη λύση του. Ο Κουρτ Γκέντελ το 1938 και ο Πωλ Κοέν το 1963 προσέφεραν μια λύση, τονίζοντας ταυτοχρόνως τη μη απόκριση του όλου ζητήματος. Το καθεστώς της οριακής αυταπάρνησης και αφοσίωσης στο υψηλό καθήκον, όπως το καθορίζει δια βίου το ζεύγος Κάντορ-Σίνγκερ, αποτελεί κατά τρόπο πολύσημο αλλά όχι παράδοξο το φυτώριο άκρως συναρπαστικών ανακαλύψεων και γενναίων συλλήψεων.
Η προοπτική από Τα αστέρια της Βερενίκης του ίδιου συγγραφέα, που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας επίσης από τις εκδόσεις «Ψυχογιός», είναι και πάλι εμφανέστατη: «Βασιλιά μου, ιδού η απάντησή μου. Πάλι Μαθηματικά! θα μου έλεγες.» Οι διεξοδικοί μονόλογοι του Χανς Σίνγκερ πιστοποιούν την εμμονή μιας ταυτότητας ήθους, επιζητεί δηλαδή να αποδείξει παντί τρόπω ότι ανήκει όντως κι αυτός στους μακρινούς πλην όμως γνησίους απογόνους του Πυθαγόρα, οι οποίοι φρονούν ότι ο κόσμος είναι πρωτίστως μια σειρά μαθηματικών σχέσεων, οι οποίες μας καλούν συνεχώς να τις διερμηνεύουμε και να τις συσχετίζουμε με φρόνηση και περίσκεψη με τα υπόλοιπα δρώμενα της σκηνής του βίου. Το γεγονός μάλιστα ότι ο βαθύνους θεωρητικός απευθύνεται στον μαθηματικά ανοργάνωτο Ματτίας Ντιτούς δεν θα πρέπει να διερμηνευτεί ως άπελπις προσπάθεια της καθαρής γνώσης να μεταγγισθεί στις κοινωνικές μάζες, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να εκτιμηθεί ως ένα λυτρωτικό άγγιγμα ενός καλού και αγαθού Μίδα, ο οποίος δεν φείδεται προσπαθειών, προκειμένου να μεταλαμπαδεύσει μια ύψιστη, σχεδόν ιερή γνώση στους Άλλους. Προτού οι τελευταίοι καταστούν ανέκκλητα ανεπίδεκτοι επιστήμης, έχουν το προνόμιο να περάσουν, έστω και για λίγο, δίπλα από το μεγάλο ποτάμι της γνώσης. Δεν είναι και τόσο δύσκολο να σκύψουν και να πιούν λίγο από το νερό αυτό. Εδώ φρονώ ότι εδράζεται το απώτερο όφελος των απανταχού Ματτίας.
Έτσι οι δύο «ιδιόρρυθμοι» παύουν να είναι απλώς «θεατές των λόγων και ακροατές των έργων», όπως θα επεσήμανε εν προκειμένω κάποιος που μελετά εξονυχιστικά Θουκυδίδη: συμμετέχουν στην ανταλλαγή ιδεών με ενάργεια και σθένος, καθιστώντας τα πράγματα που γνωρίζουν καλώς αντικείμενα ουσιαστικής Παιδείας. Βεβαίως τονίζεται δεόντως η δυσκολία του να ζει κανείς συμφιλιωμένος με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τα μαθηματικά και οι παγκόσμιες συρράξεις συντηρούν μείζονες εναντιώσεις. Όπως φέρ’ ειπείν: «Ήταν από κείνες τις σάπιες μέρες που προσβάλλουν την ομαλή εξέλιξη της χρονιάς μία από κείνες τις κολασμένες μέρες που θα έπρεπε να τις διαγράφουμε από το ημερολόγιο για να πηδάμε γρηγορότερα στην άλλη μέρα, ελπίζοντας με όλες μας τις δυνάμεις ότι το αύριο θα είναι διαφορετικό από σήμερα[…]Μία από αυτές τις μέρες που δεν καταλαβαίνουμε πώς δεν έχουμε γίνει ακόμα σκόνη. Όταν το μόνο αίσθημα που επιπλέει στο τέλμα, στο οποίο βρισκόμαστε διαλυμένοι, είναι η απελπισία.»(Ιδέτε σελ. 342).
Όπως ακριβώς ένα άλλο διάσημο μυθιστόρημα του Ντενί Γκετζ, Το Μηδέν(επίσης εκδόσεις «Ψυχογιός) συνιστά το εμπεριστατωμένο εγκώμιο στη ρηξικέλευθη, στην από κάθε άποψη καινοτομική επινοητικότητα των γηγενών χρηστών της Μεσοποταμίας, έτσι και η Έπαυλη των αντρών αποτελεί έναν ύμνο στην προσπάθεια του ρηξικέλευθου και δη μαθηματικού νου να υποτάξει το κατ’ εξοχήν ανυπότακτο ον, το Άπειρον.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
Για όποιον ενδιαφέρεται για τον Καντόρ επί της ουσίας μπορεί να βρει ουσιαστικότερες απαντήσεις σε πολύ αξιόλογο αφιέρωμα που έχει δημοσιευτεί σε ελληνικό περιοδικό που ασχολείται με την Ψυχανάλυση. Μπορεί να το αναζητήσει σε κεντρικό βιβλιοπωλείο στην Ασκληπιειού και Ακαδημίας και να παρακάμψει τη βιομηχανία που επιφυλάσσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε ”διαταραγμένους”.
Έχει παραγίνει το κακό τελευταίως και οι μόδες μόνο ως ακτινογραφίες κοινωνικών συμπτωμάτων έχουν αξία.
..άλλωστε ΠΑΝΤΑ βγαίνουμε κερδισμένοι διαβάζοντας ή γράφοντας για τον ΝΤΕΝΙ ΓΚΕΤΖ…Ιδού ακόμη 1 κείμενό μου περί αυτού, όπως δημοσιεύτηκε στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της εφ. “Ελευθεροτυπίας”, για την ενημέρωση του οικείου χώρου:
Η παγκόσμια κοινωνία των μαθηματικών
ΝΤΕΝΙ ΓΚΕΤΖ
Μηδέν
ΜΤΦΡ.: ΕΥΗ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΥ
«ΨΥΧΟΓΙΟΣ»
ΣΕΛ. 328, € 16
«Βασιλιά μου, ιδού η απάντησή μου. Πάλι Μαθηματικά! θα μου έλεγες.»
Ντενί Γκετζ, Τα αστέρια της Βερενίκης
Το βιβλίο αυτό από μια άποψη συνιστά ανάπτυξη της εξής κεντρικής ιδέας, όπως διατυπώθηκε στο μυθιστόρημα Το θεώρημα του παπαγάλου του ίδιου συγγραφέα: «Αυτό το άρθρο του Γκροσρούβ σχετικά με το μηδέν, κατά πάσα πιθανότητα το μοναδικό άρθρο που δημοσίευσε ποτέ ο Γκροσρούβ, έμοιαζε τυπωμένο στη μνήμη του. Ήταν το κείμενο που σε συνδυασμό με το δικό του άρθρο πάνω στην οντολογία, τους είχε φορτώσει με το παρατσούκλι «το ον και το μηδέν». –Αυτοί οι δέκα αριθμοί αποτελούν τα συστατικά στοιχεία ενός γενικού μηχανισμού, που επιτρέπει τη γραφή των αριθμών και τους υπολογισμούς. Είναι το δεκαδικό θεσιακό σύστημα γραφής των αριθμών, με χρήση του μηδενός. Αναμφισβήτητα, μια από τις μεγαλύτερες επινοήσεις του ανθρώπινου πνεύματος.»(Ιδέτε ο. π. σελ. 274). Ο Ντενί Γκετζ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, είναι μαθηματικός, καθηγητής ιστορίας – επιστημολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, σεναριογράφος και ερευνητής του κινηματογραφικού φαινομένου, έχει ήδη διακηρύξει ότι τα μαθηματικά, τα οποία γεννήθηκαν στην Ελλάδα, μέσα από ένα δημοκρατικό όραμα του κόσμου, συνιστούν έναν αποτελεσματικό, διαχρονικό τρόπο σκέψης και ευρύτερου συλλογισμού, τον οποίο οφείλουμε να μάθουμε να χρησιμοποιούμε, αφού πρώτα τον σπουδάσουμε με τη δέουσα αυστηρότητα σ’ ένα σχολείο Αρχών.
Είναι μάλιστα ιδιαίτερα γνωστός στο ελληνικό κοινό. Θυμίζω τους τίτλους των άλλων έξι βιβλίων του, τα οποία έχουν μεταφραστεί έως σήμερα στη γλώσσα μας: Το θεώρημα του παπαγάλου (εκδόσεις «Πόλις»,1999), Επιχείρηση Μεσημβρία «Τραυλός», 2002), Το μέτρο του κόσμου («Τραυλός», 2002), La bela η αυτοβιογραφία μιας καραβέλας («Τραυλός», 2003), Τα αστέρια της Βερενίκης («Ψυχογιός», 2005) και Το δωρεάν δεν αξίζει πλέον τίποτα («Κέδρος», 2007). Ο συγγραφέας έχει δηλαδή κάθε λόγο να πιστεύει ακράδαντα ότι ανήκει στους γνήσιους εκείνους απογόνους του Πυθαγόρα, οι οποίοι φρονούν ότι ο κόσμος είναι πρωτίστως μια σειρά μαθηματικών σχέσεων, οι οποίες μας καλούν συνεχώς να τις διερμηνεύουμε και να τις συσχετίζουμε με φρόνηση και περίσκεψη με τα υπόλοιπα δρώμενα της σκηνής του βίου. Ενώ την ίδια στιγμή, πάντα κατ’ αυτόν, ο κόσμος της λογοτεχνίας και ο κόσμος της επιστήμης παραμένουν συνειδητά αλληλένδετοι.
Έτσι, έχοντας ως ικανά και αναγκαία εφόδια τις έως σήμερα ευρύτερες γνωσιολογικές παρακαταθήκες των συναφών αξιόπιστων πηγών, ο συγγραφέας προσδιορίζει με επιτυχία το ειδικότερο πλαίσιο της ανάπτυξης του περσικού πολιτισμού, σε σχέση τόσο με τα ομολογούμενα, παραπληρωματικά επιτεύγματα των εμπειριστών κατοίκων του αρχαίου Ιράκ, όσο και με την κοσμοϊστορικής σημασίας εφεύρεση από την πλευρά των Ινδών ενός καταλυτικού αριθμού, ο οποίος ονομάστηκε από μας «μηδέν». Μέσα από τη διαδοχική εξιστόρηση του βίου και της πολιτείας πέντε γυναικών, σε μια διάρκεια σαφώς υπερδιευρυμένου χρόνου 5000 ετών, διαφαίνεται πρωτίστως η αγωνία του ανθρώπου να ξεφύγει οριστικά από τα πυκνά δίχτυα των θεών, όπου είναι θανάσιμα παγιδευμένος, προκειμένου να αυτοπροσδιορίσει το υπαρξιακό, αλλά και το κοινωνικό-πολιτειακό του στίγμα και με την αρωγή της επιστήμης των αριθμών. Οι τέσσερις κομβικές πόλεις-εστίες πολιτισμού Ουρ, Ουρούκ, Βαβυλώνα και Βαγδάτη συναποτελούν τις απαραίτητες χωροταξικές, ιστορικές συνισταμένες. Η δε αμερικανική εισβολή το 2003 στο Ιράκ, με την οποία ανοίγει η αφηγηματική αυλαία, υπογραμμίζει με παραστατικότατο τρόπο την εύθραυστη τάξη των πραγμάτων της αρχαιολογικής πράξης: η λεηλασία του περιώνυμου Αρχαιολογικού Μουσείου της Βαγδάτης είναι, συν τοις άλλοις, η λεηλασία της ζωής του ζείδωρου εκείνου πνεύματος της Μεσοποταμίας, το οποίο υποδέχτηκε και αφομοίωσε τα πολιτιστικά επιτεύγματα των γειτονικών λαών. Προσπαθώντας να ικανοποιήσει τα θεμελιώδη αιτήματα της ριζικής βελτίωσης του συστήματος γραφής και υπολογισμού των ποσοτήτων της απτής καθημερινότητας, η τότε σκέψη ορθοτόμησε όσο ελάχιστες. Η κραυγή της Αεμέρ, της πολυπρόσωπης ηρωίδας του μυθιστορήματος, είναι κατά συνέπεια η κραυγή του πολιτισμού της διακεκαυμένης εκείνης περιοχής να διασώσει την πολύτιμη ταυτότητά του.
Κατά τα άλλα, οι Σουμέριοι, οι Ακκάδες και οι Βαβυλώνιοι υποστασιοποιούνται μέσα στις σελίδες του βιβλίου, κάποτε εκρήγνυνται, θέλοντας να επιβάλουν δικαιοσύνη. Με κάθε τρόπο διακηρύσσουν ότι οι μεν αριθμοί τους υποστήριξαν ενεργά την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, οι δε προσωποπαγείς τους στοχαστικές προσαρμογές αναβάθμισαν την πορεία των ιδεών στο σύνολό τους. Το Μηδέν από την άποψη αυτή είναι το εμπεριστατωμένο εγκώμιο στη ρηξικέλευθη, στην από κάθε άποψη καινοτομική επινοητικότητα των γηγενών χρηστών της Μεσοποταμίας.
Ο συγγραφέας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση των κειμενικών εφαρμογών στο καλώς συγκερασμένο έργο του με τίτλο Τα αστέρια της Βερενίκης, αφού έλαβε υπόψη του και τα πολλαπλά διδάγματα από την οικοδόμηση των προγενεστέρων δόκιμων καταθέσεών του, δεν διαισθάνεται την ανάγκη, να υποδυθεί τον λογοτέχνη. Παραθέτει, υπομνηματίζει, εξομαλύνει, με τη βοήθεια μιας ευθύγραμμης ανάπλασης των αντικειμενικών παραμέτρων, ένα μείζον πλέγμα ιστοριογραφικών καταπιστευμάτων και αναμφισβήτητων πραγματολογικών στοιχείων. Παραμένει δηλαδή συμφιλιωμένος με το ιστορικό κεκτημένο, αρκούμενος στην αρμονική, σαφώς διδακτική έκθεση των δεδομένων. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η διαπιστωμένη από τόσους και τόσους επιτυχία του. Είναι έως το τέλος πιστός στο συγκεκριμένο συγγραφικό του σχέδιο, το οποίο απλούστατα συνίσταται στον επαρκή φωτισμό ενός απώτατου παρελθόντος, δήθεν αδιάφορου, το οποίο όμως για πολλούς λόγους μας αφορά άμεσα.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
Τα μαθηματικά, πιστεύω, αξίζουν μια καλύτερη θέση στη ζωή μας. Υπάρχουν δυο ειδών αναλφάβητοι, αυτοί που δεν γνωρίζουν καλά τη μητρική τους γλώσσα και αυτοί που αγνοούν βασικές αρχές των μαθηματικών. Αν μπορεί η λογοτεχνία να φέρει τον κόσμο πιο κοντά στα μαθηματικά, τότε ας γίνει κι έτσι. Όμως το κενό δύσκολα καλύπτεται. Και η γλώσσα και τα μαθηματικά θέλουν αγάπη και προσπάθεια.