.!.

Lullaby download

The Magic of Ordinary Days film


ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΟΡΧΕΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Διαβάζω σελίδες από το ημερολόγιό μου που κρατούσα όταν ζούσα κι εργαζόμουνα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας: «1993. Έχω φέρει τον Μπόρχες στο Πεκίνο: πάνε εννέα, περίπου, χρόνια από τον χειμώνα του 1984 που τον συνάντησα και μιλήσαμε για αρκετή ώρα ένα βράδυ στην καρδιά της Νέας Υόρκης – κι η παρουσία του ζωντανή, καθαρή μπροστά μου, ακόμα κι εδώ, τόσες χιλιάδες μίλια μακριά από την Αθήνα, το Μπουένος Άιρες, τη Γενεύη, άφθαρτη από τα δικά μου αλλεπάλληλα ταξίδια, τις μεταθέσεις, τα διαβάσματα … Θα μπορούσα να μιλήσω για έναν Μπόρχες που ξέρει να περιφέρεται κυκλικά, αρμονικά μέσα στον κόσμο των ατομικών μας σκέψεων, σα να ήταν κι αυτός ένα αυθεντικό κομμάτι της δικής μας πνευματικής ουσίας.

Με είχε προσκαλέσει, θυμάμαι, ο Γενικός Πρόξενος της Αργεντινής στη Νέα Υόρκη να παρακολουθήσω μια διάλεξη του Μπόρχες στο επιβλητικό, καλλιμάρμαρο Κέντρο Ισπανικών Σπουδών που βρίσκεται χαμηλά στη λεωφόρο Παρκ του Μανχάταν, σε μικρή απόσταση από το ελληνικό Γενικό Προξενείο. Χιόνιζε – φυσικά πήγα με τα πόδια, έφτασα περίπου μισή ώρα πριν από την έναρξη της ομιλίας και τον περίμενα στο ισόγειο του κτιρίου. Σε λίγο ήρθε και ο Μπόρχες. Μαζί του η μόνιμη τότε συνοδός του, η Μαρία Κοντάμα, την οποία παντρεύτηκε ένα χρόνο μετά. Συστηθήκαμε. Ανεβαίνοντας με τον ανελκυστήρα ο Μπόρχες μου μίλησε για την Κρήτη. Ήταν, ήδη καλεσμένος από τις αρχές της Φιλοσοφικής Σχολής του εκεί Πανεπιστημίου να επισκεφτεί το Ρέθυμνο, όπου στις 12 Μαΐου της ίδιας χρονιάς επρόκειτο να αναγορευτεί σε επίτιμο διδάκτορα. Μου ζήτησε να διαβεβαιώσω, με την πρώτη ευκαιρία τηλεφωνικά, τους διοργανωτές της εκδήλωσης ότι πράγματι θα επισκεπτόταν άλλη μια φορά την Ελλάδα και θα πήγαινε ως το νησί του Μίνωα, «είναι μεγάλη τιμή για μένα η αναγόρευση αυτή» πρόσθεσε αυθόρμητα. Η Μαρία Κοντάμα μου μίλησε για το ζωηρό ενδιαφέρον του Δημήτρη Καλοκύρη να πραγματοποιηθεί η επίσκεψη αυτή του Μπόρχες στην πατρίδα μας και μου είπε ότι έμεναν να ρυθμιστούν πια ορισμένες μόνο λεπτομέρειες του ταξιδιού.

Πριν περάσουμε στη μεγάλη αίθουσα των διαλέξεων, οι υπεύθυνοι της βραδιάς μας πρότειναν να καθίσουμε για λίγο σ’ έναν άλλο μικρότερο χώρο αναμονής. Μαζί μας δύο-τρεις γνωστοί του Μπόρχες από την Αργεντινή, που ζούσαν στη Νέα Υόρκη. Έδειξε να χάρηκε που τον πλησίασαν. Η Μαρία Κοντάμα τους ανέφερε όλους, διακριτικά, ψιθυρίζοντας τα ονόματά τους στο αυτί του Μπόρχες. Είχα πάρει μαζί μου ένα αντίτυπο της ελληνικής εκδοχής του έργου του «Το βιβλίο των φανταστικών όντων», που είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, πριν τρεις, περίπου, μήνες. Του μίλησα για τις δυσκολίες που αντιμετώπισα στο γύρισμα της ονοματολογίας του στη γλώσσα μας, για τις μεταφραστικές λύσεις που προτίμησα, για την απόδοση ορισμένων ποιητικών όρων και κάποιων τίτλων. Χαμογελούσε – μια στιγμή μου είπε: «Υπάρχει ένας καλύτερος τίτλος, δανεισμένος από τη γλώσσα σας – ας πούμε Ζωολογία, ναι Ζωολογία Φανταστική, θα το προτιμούσα αυτό ξέρετε, τελικά, από το καθιερωμένο El libro de los seres imaginarios; Δεν γνωρίζω ασφαλώς τη γλώσσα σας – πως είναι, άραγε, ο σωστός τονισμός, ζωολόγια ή ζωολογία».

Κάθε τόσο μιας διέκοπταν οι φίλοι του – κι ο φωτογράφος που είχε επιστρατευτεί από το Κέντρο Ισπανικών Σπουδών για τις ανάγκες της μελλοντικής μνήμης. Ο ίδιος ο Μπόρχες αισθανόταν άνετα, μιλώντας πότε ισπανικά, πότε τα καθαρά, στρογγυλά αγγλικά του που μαρτυρούσαν την βαθιά έλξη, την προσήλωσή του στη γλώσσα του Λούις Κάρολ. Η ευγένειά του ήταν έκδηλη, οι τρόποι του αρχοντικοί, οι κινήσεις των χεριών του μετρημένες, καλοζυγισμένες. Οι εκφράσεις του προσώπου του μαρτυρούσαν εύκολα συγκατάβαση, ελαφρά αδημονία, αλλά και επίγνωση του ενίοτε αναγκαίου συγχρωτισμού του με ανθρώπους που εκτιμούν ανεπιφύλακτα το έργο του.

Με ρώτησε για τη Νέα Υόρκη, η κουβέντα ήρθε αναπόφευκτα στον Χέρμαν Μέλβιλ, ενώ λίγο μετά δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τον Όμηρο: το βλέμμα του γυρνούσε στο παρελθόν του πολιτισμού και στον μύθο του ανθρώπινου είδους με την άνεση που κάποιος άλλος θα αφηνόταν να βυθιστεί σ’ ένα ηλιοβασίλεμα. «Θα ήθελα πολύ να μάθαινα κάποτε ελληνικά, μα τώρα είναι αργά πια – θα βρίσκετε, φαντάζομαι, κάθε μέρα τόσες και τόσες αντιστοιχίες των αγγλικών, των ισπανικών και των γαλλικών με την γλώσσα σας εδώ που ζείτε -, είναι, άλλωστε, γεμάτα τα λεξικά μας από τις λέξεις σας». Με ρώτησε αν έχω επισκεφθεί την Αργεντινή, αν υπάρχει προοπτική να ζήσω εκεί στο μέλλον, «θα σας αρέσει το Μπουένος Άιρες, είμαστε πολλοί οι Έλληνες εκεί …»

Θυμάμαι τα χέρια της Μαρίας Κοντάμα να τον αγγίζουν κάθε τόσο τρυφερά, παιδικά σχεδόν. Η ανταπόκριση του Μπόρχες ήταν μειλίχια, ήρεμη. Η εξοικείωση της αφής συναγωνιζόταν την εξοικείωση με τον κόσμο του Δάντη και του Βιργιλίου. Όλα αυτά μπορούσε εύκολα να τα διακρίνει κανείς μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, αρκεί να μπορούσε να αποσπαστεί από τον θόρυβο που μεγάλωνε στη διπλανή αίθουσα, όπου συνωστίζονταν οι όρθιοι, έχοντας γεμίσει ασφυκτικά όλα τα κενά μεταξύ των ακραίων καθισμάτων και των άψογα βαμμένων τοίχων. Προς το τέλος της συνομιλίας μας, η Μαρία Κοντάμα βοήθησε τον Μπόρχες να κρατήσει το βιβλίο μου. Του έδωσα το στυλό μου κι εκείνος, με χέρι που έτρεμε ελαφρά, έγραψε το όνομά του στη μέση του ψευδότιτλου.

Σε λίγο τον οδηγούσαν στο κοινό του. Το παρατεταμένο χειροκρότημα της υποδοχής τον αιφνιδίασε λίγο ∙ μετά άρχισε να μιλάει για μία ώρα περίπου, χωρίς διακοπή. Ήταν μία γοητευτική περιπλάνηση στο μπορχικό σύμπαν. Ο Μίλτων, ο Βούδας, ο Σαίξπηρ, ο Σοπενχάουερ συνομιλούσαν μαζί του για χάρη μας. Το χιούμορ, βέβαια, ήταν διάχυτο, η απαγγελία του εύρυθμη, αψεγάδιαστη. Χαιρόταν τους φθόγγους που έβγαζε αργά, κάπως σιγανά από το στόμα του. Κι αν κάποιο σύμφωνο τον παίδευε λίγο, προτιμούσε αμέσως να επαναλάβει νοερά την επιείκειά μας. Τα παλαιά αγγλοσαξονικά του ηχούσαν ζεστά. Το πρόσωπό του γαλήνιο, κάποτε νεανικό – ένας ξαφνικά πληγωμένος από το χρόνο έφηβος, που δεν ήθελε να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να χαίρεται διαρκώς τους προσφιλείς του μύθους, ένας ευρηματικός στυλίστας που ήξερε καλά πως ν’ αντισταθεί στις συμβάσεις του καιρού του.

Η διάλεξη, γενικά, ήταν μια αθώα επίδειξη μνήμης, ένα εντυπωσιακό παιχνίδι ύφους του Μπόρχες με τους απώτερους και απώτατους λογοτεχνικούς του προδρόμους. Του άρεσε, ιδίως να προτάσσει χωρία από κείμενα των αγαπημένων του συγγραφέων κι ύστερα ν’ αποκαλύπτει, εγκάρδια, χωρίς ίχνος έπαρσης, την πηγή. Όπως έγινε, φέρ’ ειπείν με τον αειθαλή στίχο του Βίκτωρα Ουγκώ «L’ hydre – Univers tordant son corps écaillé d’ astres», που έκανε αρκετούς να στραφούν αναπόφευκτα προς τη μεριά του διπλανού τους, αναζητώντας μια πρόχειρη μετάφραση.

Είχα καθίσει σε ένα από τα μεσαία καθίσματα, κοντά στον Αναστάση Βιστωνίτη, που είχε έρθει μαζί με τη γυναίκα του, η οποία είχε την πρόνοια να τραβήξει αρκετές φωτογραφίες: αποδίδουν με επάρκεια την αλησμόνητη εκείνη ατμόσφαιρα. Η καθαριότητα των στιγμών , που όριζαν το τοπίο που ξετύλιγε μεθοδικά μπροστά μας ο Μπόρχες, έχει περάσει στο χαρτί της Kodak. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ο ίδιος βλέπει τα χρώματα που απλώνονται αντιστικτικά γύρω από τη λεπτή μορφή του.

Στις ερωτήσεις που υπέβαλαν, με σεβασμό θα μπορούσα να πω, μερικοί από τους ακροατές, ο Μπόρχες απάντησε με τη γνωστή, χαρακτηριστική του ετοιμότητα. Έστρεφε, πρώτα, αργά το κεφάλι προς τη μεριά απ’ όπου ακουγόταν η κάθε ερώτηση, προσπαθώντας προφανώς να μαντέψει πώς ήταν αυτός που του απηύθυνε το λόγο, τι ηλικία είχε, τι ρούχα φορούσε, έκανε στη συνέχεια μια προσπάθεια να προσηλώσει εκεί το ψυχικά υπαρκτό βλέμμα του και μετά, σα να επρόκειτο να εκμυστηρευτεί κάτι το πολύ ιδιωτικό που ήταν και πολύ δημόσιο ταυτόχρονα, άρχιζε να δίνει μια ήκιστα εύλογη απάντηση. Φυσικά κέρδιζε αμέσως την προσοχή ολόκληρου του ακροατηρίου του, το οποίο έδειχνε τη χαρά του που μπορούσε να αντιληφθεί τα αβρά του λογοπαίγνια και όλες εκείνες τις αποχρώσεις της μπορχικής ειρωνείας. Το χειροκρότημα, που κάλυψε την «καληνύχτα» που πρόλαβε να προσθέσει στην τελευταία του απάντηση, υπήρξε εξαιρετικά θερμό.

Ήδη ήταν περασμένες εννέα, πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω. Σε λίγο σχηματίστηκε μια μικρή παρέα. Βγήκαμε στο αγιάζι της νύχτας του Μανχάταν. Τα φώτα των λεωφόρων μας περίμεναν για να μας οδηγήσουν στα γνωστά νυκτόβια εστιατόρια. Σ’ ένα απ’ αυτά διάβασα, ένα χρόνο μετά, το δοκίμιο του Νάσου Βαγενά «Ο Μπόρχες και ο λαβύρινθος της ειρωνείας», όπου ξεχώρισα τον περιεκτικό αφορισμό/κλειδί που ερμηνεύει το φαινόμενο Μπόρχες: «αν η εκφραστική του υπερρεαλισμού αποτελεί την ακραία απόληξη της ρομαντικής επιθυμίας, η εκφραστική του Μπόρχες είναι το έσχατο όριο της ιδέας του κλασικισμού».

Αργότερα κι ενώ ζούσα ακόμα στη Νέα Υόρκη έμαθα ότι ο Μπόρχες πέθανε – αλλά αυτό θα αποτελούσε πλέον για μένα καθαρό σολοικισμό: ο συγγραφέας του «Βιβλίου της άμμου» μου υπαγορεύει, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση πολλών άλλων συναδέλφων μου, ένα μεγάλο μέρος των περιπετειών της γραφής και της ανάγνωσης. Αυτό αποδεικνύει, μεταξύ των άλλων το πρόσφατο, αισθητικά ειλικρινές έργο του Δ. Καλοκύρη ΜΠΕΘ – ένα αρχείο για τον Μπόρχες, που εξέδωσε με την γνωστή αγάπη του για τον μεγάλο «Δημιουργό» ο γνωστός εκδοτικός οίκος «ύψιλον». Ας σταματήσω για την ώρα εδώ. Το Πεκίνο είναι άλλωστε τόσο ευρύχωρο: ο Μπόρχες θα περιπλανιέται πάντα ανενόχλητος ανάμεσα στις σκιές του.»

*

Τα θυμήθηκα όλα αυτά ξεφυλλίζοντας αυτές τις μέρες ένα εξαιρετικά κομψό τομίδιο, την «Τέχνη του στίχου», που κυκλοφόρησε το 2006 από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, συγκεντρώνοντας τις περιώνυμες έξι διαλέξεις «Charles Eliot Norton», τις οποίες έδωσε ο Μπόρχες στο διάστημα των ετών 1967-1968. Η διερμηνεία της κεντρικής φαινομενολογίας της ποίησης, ολοκληρώνεται εδώ σε τέτοια κλίμακα, ώστε να ενώνει γραμματολογικά μεταξύ τους αρκετές ηπείρους. Το μυστήριο της ποιητικής δράσης ειδικότερα, η οντολογική προβολή του στίχου στις πεπρωμένες περιπτώσεις, οι διάλογοι διασήμων απογόνων με τους φιλολογικούς, επίσης επιφανείς πατέρες τους και βεβαίως οι γνωστές εμμονές του συγγραφέα τόσο για την οιονεί μυστικιστική δράση της μεταφοράς, όσο και τη βουδική-ταοϊστική προοπτική εκτίθενται κατά τρόπο αναλυτικό, χωρίς όμως να παρεμποδίζουν την αβίαστη αναγνωστική πρόσληψη. Τα κατά σειράν κεφάλαια –διαλέξεις τιτλοφορούνται ως εξής: «Το αίνιγμα της ποίησης», «Η μεταφορά», «Ο τρόπος της αφήγησης», «Μουσική των λέξεων και μετάφραση», «Σκέψη και ποίηση» και «Το πιστεύω ενός ποιητή».

Παραθέτω ένα δείγμα του ειδικότερου μπορχικού εννοιολογικού τροπισμού, ο οποίος συνέχει ικανό τμήμα των ανωτέρω. Είναι εκείνος ακριβώς που θεωρήθηκε ως εκ των πραγμάτων κομβικός στη διάρκεια της ομιλίας του που κοινώνησα στη Νέα Υόρκη το 1983. Τον παραθέτω σε μετάφραση της Μαρίας Τόμπρου: «Τώρα έχω φτάσει στο συμπέρασμα (και το συμπέρασμα αυτό μπορεί να ακούγεται λυπηρό), πως δεν πιστεύω πια στην έκφραση: πιστεύω μόνο στον υπαινιγμό. Άλλωστε, τι είναι οι λέξεις; Οι λέξεις είναι σύμβολα για αναμνήσεις που τις έχουμε κοινές με άλλους ανθρώπους. Αν εγώ χρησιμοποιήσω μια λέξη, τότε πρέπει εσείς να έχετε κάποια εμπειρία εκείνου για το οποίο δηλώνει η λέξη. Εάν δεν έχετε, η λέξη δεν σημαίνει τίποτα για σας. Νομίζω πως μπορούμε μόνο να υπαινισσόμαστε, πως μπορούμε να κάνουμε τον αναγνώστη να φαντάζεται. Ο αναγνώστης, αν είναι αρκετά εγρήγορος, μπορεί να ικανοποιηθεί με την απλή νύξη ενός πράγματος.» Οι αναγνώστες μπορούν να διαλέξουν από την πλευρά τους ό, τι συνάδει καλύτερα με την ιδιοσυγκρασία τους από τα όσα σοφά εκθέτει ο Μπόρχες και να προχωρήσουν περαιτέρω στις λογοτεχνικές τους περιδιαβάσεις, συνεπικουρούμενοι από τα συναφή διδάγματα.

Σε αρκετές βέβαια περιπτώσεις ο Μπόρχες τεχνηέντως αρνείται να πάρει ευθέως θέση και να αποφανθεί για τα είδωλά του τελείως κατηγορηματικά. Εδώ συναντά και αποδέχεται τη συγκεκριμένη σωκρατική-πλατωνική στρατηγική της περάτωσης των γνωστών διαλόγων, της αντιδογματικής δηλαδή εξόδου από την πληθώρα των στοχασμών, αναλύσεων και θεωρημάτων, που προηγήθηκαν. Έστω παράδειγμα: «Ίσως αύριο να σκεφτώ καλύτερα παραδείγματα, ίσως σκεφτώ πως θα έπρεπε να είχα παραθέσει άλλους στίχους. Αλλά αφού μπορείτε να διαλέξετε και να πάρετε τα δικά σας παραδείγματα, δεν χρειάζεται να νοιάζεστε πολύ για τον Όμηρο, ή για τους Αγγλοσάξονες ποιητές, ή για τον Rossetti. Γιατί ο καθένας ξέρει πού να βρει την ποίηση. Και όταν αυτή έρχεται, νιώθει κανείς το άγγιγμά της, αυτό το ιδιαίτερο μυρμήγκιασμα που προκαλεί. Για να τελειώσω, έχω ένα παράθεμα από τον Άγιο Αυγουστίνο που, νομίζω, ταιριάζει πολύ σ ΄ αυτό που θέλω να πω. Λέει: «Τι είναι ο χρόνος; Αν οι άνθρωποι δεν με ρωτήσουν τι είναι ο χρόνος ξέρω. Αν με ρωτήσουν, τότε δεν ξέρω». Έτσι νιώθω κι εγώ για την ποίηση. Σκοτίζεται κανείς με τους ορισμούς. Αυτή τη φορά είμαι κάπως πελαγωμένος, γιατί δεν είμαι καθόλου καλός στην αφηρημένη σκέψη.» Κοντολογίς, πρόκειται για ένα απάνθισμα δημιουργικών ευφυολογημάτων και διαρκών ανατροπών, τα οποία έχουν τη δύναμη και την αφηγηματική χάρη να διαρθρώνουν το περίφημο «Όργανον του Μπόρχες». Νέα Υόρκη-Πεκίνο-Αθήνα: Ο Μπόρχες παραμένει μια ιδεώδης, ομιλητικότατη σκιά.

*

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Μετά από ποιητική παραγωγή δέκα βιβλίων

Brief Encounter film

(από το 1974 μέχρι σήμερα) για πρώτη φορά παρουσιάζεται στην Ελλάδα, βιβλίο του ποιητή, συγγραφέα, κριτικού λογοτεχνίας και μεταφραστή, Γιώργου Βέη Doom trailer .

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι εκδόσεις «Ύψιλον» σας προσκαλούν στην παρουσίαση

της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη

Ν, όπως Νοσταλγία

Θα μιλήσουν οι:

Αλέξης Ζήρας, κριτικός Λογοτεχνίας

Ρούλα Κακλαμανάκη, ποιήτρια

Χρύσα Σπυροπούλου, συγγραφέας, κριτικός Λογοτεχνίας.

Θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:

Γρηγόρης Βαλτινός και Μαρία Κατσανδρή

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009, στις 13 00 στα γραφεία των εκδόσεων «Ύψιλον»

Τζαβέλλα 15, Εξάρχεια /Πληροφορίες: τηλ. 210-3838257