ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΟΡΧΕΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
Διαβάζω σελίδες από το ημερολόγιό μου που κρατούσα όταν ζούσα κι εργαζόμουνα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας: «1993. Έχω φέρει τον Μπόρχες στο Πεκίνο: πάνε εννέα, περίπου, χρόνια από τον χειμώνα του 1984 που τον συνάντησα και μιλήσαμε για αρκετή ώρα ένα βράδυ στην καρδιά της Νέας Υόρκης – κι η παρουσία του ζωντανή, καθαρή μπροστά μου, ακόμα κι εδώ, τόσες χιλιάδες μίλια μακριά από την Αθήνα, το Μπουένος Άιρες, τη Γενεύη, άφθαρτη από τα δικά μου αλλεπάλληλα ταξίδια, τις μεταθέσεις, τα διαβάσματα … Θα μπορούσα να μιλήσω για έναν Μπόρχες που ξέρει να περιφέρεται κυκλικά, αρμονικά μέσα στον κόσμο των ατομικών μας σκέψεων, σα να ήταν κι αυτός ένα αυθεντικό κομμάτι της δικής μας πνευματικής ουσίας.
Με είχε προσκαλέσει, θυμάμαι, ο Γενικός Πρόξενος της Αργεντινής στη Νέα Υόρκη να παρακολουθήσω μια διάλεξη του Μπόρχες στο επιβλητικό, καλλιμάρμαρο Κέντρο Ισπανικών Σπουδών που βρίσκεται χαμηλά στη λεωφόρο Παρκ του Μανχάταν, σε μικρή απόσταση από το ελληνικό Γενικό Προξενείο. Χιόνιζε – φυσικά πήγα με τα πόδια, έφτασα περίπου μισή ώρα πριν από την έναρξη της ομιλίας και τον περίμενα στο ισόγειο του κτιρίου. Σε λίγο ήρθε και ο Μπόρχες. Μαζί του η μόνιμη τότε συνοδός του, η Μαρία Κοντάμα, την οποία παντρεύτηκε ένα χρόνο μετά. Συστηθήκαμε. Ανεβαίνοντας με τον ανελκυστήρα ο Μπόρχες μου μίλησε για την Κρήτη. Ήταν, ήδη καλεσμένος από τις αρχές της Φιλοσοφικής Σχολής του εκεί Πανεπιστημίου να επισκεφτεί το Ρέθυμνο, όπου στις 12 Μαΐου της ίδιας χρονιάς επρόκειτο να αναγορευτεί σε επίτιμο διδάκτορα. Μου ζήτησε να διαβεβαιώσω, με την πρώτη ευκαιρία τηλεφωνικά, τους διοργανωτές της εκδήλωσης ότι πράγματι θα επισκεπτόταν άλλη μια φορά την Ελλάδα και θα πήγαινε ως το νησί του Μίνωα, «είναι μεγάλη τιμή για μένα η αναγόρευση αυτή» πρόσθεσε αυθόρμητα. Η Μαρία Κοντάμα μου μίλησε για το ζωηρό ενδιαφέρον του Δημήτρη Καλοκύρη να πραγματοποιηθεί η επίσκεψη αυτή του Μπόρχες στην πατρίδα μας και μου είπε ότι έμεναν να ρυθμιστούν πια ορισμένες μόνο λεπτομέρειες του ταξιδιού.
Πριν περάσουμε στη μεγάλη αίθουσα των διαλέξεων, οι υπεύθυνοι της βραδιάς μας πρότειναν να καθίσουμε για λίγο σ’ έναν άλλο μικρότερο χώρο αναμονής. Μαζί μας δύο-τρεις γνωστοί του Μπόρχες από την Αργεντινή, που ζούσαν στη Νέα Υόρκη. Έδειξε να χάρηκε που τον πλησίασαν. Η Μαρία Κοντάμα τους ανέφερε όλους, διακριτικά, ψιθυρίζοντας τα ονόματά τους στο αυτί του Μπόρχες. Είχα πάρει μαζί μου ένα αντίτυπο της ελληνικής εκδοχής του έργου του «Το βιβλίο των φανταστικών όντων», που είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, πριν τρεις, περίπου, μήνες. Του μίλησα για τις δυσκολίες που αντιμετώπισα στο γύρισμα της ονοματολογίας του στη γλώσσα μας, για τις μεταφραστικές λύσεις που προτίμησα, για την απόδοση ορισμένων ποιητικών όρων και κάποιων τίτλων. Χαμογελούσε – μια στιγμή μου είπε: «Υπάρχει ένας καλύτερος τίτλος, δανεισμένος από τη γλώσσα σας – ας πούμε Ζωολογία, ναι Ζωολογία Φανταστική, θα το προτιμούσα αυτό ξέρετε, τελικά, από το καθιερωμένο El libro de los seres imaginarios; Δεν γνωρίζω ασφαλώς τη γλώσσα σας – πως είναι, άραγε, ο σωστός τονισμός, ζωολόγια ή ζωολογία».
Κάθε τόσο μιας διέκοπταν οι φίλοι του – κι ο φωτογράφος που είχε επιστρατευτεί από το Κέντρο Ισπανικών Σπουδών για τις ανάγκες της μελλοντικής μνήμης. Ο ίδιος ο Μπόρχες αισθανόταν άνετα, μιλώντας πότε ισπανικά, πότε τα καθαρά, στρογγυλά αγγλικά του που μαρτυρούσαν την βαθιά έλξη, την προσήλωσή του στη γλώσσα του Λούις Κάρολ. Η ευγένειά του ήταν έκδηλη, οι τρόποι του αρχοντικοί, οι κινήσεις των χεριών του μετρημένες, καλοζυγισμένες. Οι εκφράσεις του προσώπου του μαρτυρούσαν εύκολα συγκατάβαση, ελαφρά αδημονία, αλλά και επίγνωση του ενίοτε αναγκαίου συγχρωτισμού του με ανθρώπους που εκτιμούν ανεπιφύλακτα το έργο του.
Με ρώτησε για τη Νέα Υόρκη, η κουβέντα ήρθε αναπόφευκτα στον Χέρμαν Μέλβιλ, ενώ λίγο μετά δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τον Όμηρο: το βλέμμα του γυρνούσε στο παρελθόν του πολιτισμού και στον μύθο του ανθρώπινου είδους με την άνεση που κάποιος άλλος θα αφηνόταν να βυθιστεί σ’ ένα ηλιοβασίλεμα. «Θα ήθελα πολύ να μάθαινα κάποτε ελληνικά, μα τώρα είναι αργά πια – θα βρίσκετε, φαντάζομαι, κάθε μέρα τόσες και τόσες αντιστοιχίες των αγγλικών, των ισπανικών και των γαλλικών με την γλώσσα σας εδώ που ζείτε -, είναι, άλλωστε, γεμάτα τα λεξικά μας από τις λέξεις σας». Με ρώτησε αν έχω επισκεφθεί την Αργεντινή, αν υπάρχει προοπτική να ζήσω εκεί στο μέλλον, «θα σας αρέσει το Μπουένος Άιρες, είμαστε πολλοί οι Έλληνες εκεί …»
Θυμάμαι τα χέρια της Μαρίας Κοντάμα να τον αγγίζουν κάθε τόσο τρυφερά, παιδικά σχεδόν. Η ανταπόκριση του Μπόρχες ήταν μειλίχια, ήρεμη. Η εξοικείωση της αφής συναγωνιζόταν την εξοικείωση με τον κόσμο του Δάντη και του Βιργιλίου. Όλα αυτά μπορούσε εύκολα να τα διακρίνει κανείς μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, αρκεί να μπορούσε να αποσπαστεί από τον θόρυβο που μεγάλωνε στη διπλανή αίθουσα, όπου συνωστίζονταν οι όρθιοι, έχοντας γεμίσει ασφυκτικά όλα τα κενά μεταξύ των ακραίων καθισμάτων και των άψογα βαμμένων τοίχων. Προς το τέλος της συνομιλίας μας, η Μαρία Κοντάμα βοήθησε τον Μπόρχες να κρατήσει το βιβλίο μου. Του έδωσα το στυλό μου κι εκείνος, με χέρι που έτρεμε ελαφρά, έγραψε το όνομά του στη μέση του ψευδότιτλου.
Σε λίγο τον οδηγούσαν στο κοινό του. Το παρατεταμένο χειροκρότημα της υποδοχής τον αιφνιδίασε λίγο ∙ μετά άρχισε να μιλάει για μία ώρα περίπου, χωρίς διακοπή. Ήταν μία γοητευτική περιπλάνηση στο μπορχικό σύμπαν. Ο Μίλτων, ο Βούδας, ο Σαίξπηρ, ο Σοπενχάουερ συνομιλούσαν μαζί του για χάρη μας. Το χιούμορ, βέβαια, ήταν διάχυτο, η απαγγελία του εύρυθμη, αψεγάδιαστη. Χαιρόταν τους φθόγγους που έβγαζε αργά, κάπως σιγανά από το στόμα του. Κι αν κάποιο σύμφωνο τον παίδευε λίγο, προτιμούσε αμέσως να επαναλάβει νοερά την επιείκειά μας. Τα παλαιά αγγλοσαξονικά του ηχούσαν ζεστά. Το πρόσωπό του γαλήνιο, κάποτε νεανικό – ένας ξαφνικά πληγωμένος από το χρόνο έφηβος, που δεν ήθελε να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να χαίρεται διαρκώς τους προσφιλείς του μύθους, ένας ευρηματικός στυλίστας που ήξερε καλά πως ν’ αντισταθεί στις συμβάσεις του καιρού του.
Η διάλεξη, γενικά, ήταν μια αθώα επίδειξη μνήμης, ένα εντυπωσιακό παιχνίδι ύφους του Μπόρχες με τους απώτερους και απώτατους λογοτεχνικούς του προδρόμους. Του άρεσε, ιδίως να προτάσσει χωρία από κείμενα των αγαπημένων του συγγραφέων κι ύστερα ν’ αποκαλύπτει, εγκάρδια, χωρίς ίχνος έπαρσης, την πηγή. Όπως έγινε, φέρ’ ειπείν με τον αειθαλή στίχο του Βίκτωρα Ουγκώ «L’ hydre – Univers tordant son corps écaillé d’ astres», που έκανε αρκετούς να στραφούν αναπόφευκτα προς τη μεριά του διπλανού τους, αναζητώντας μια πρόχειρη μετάφραση.
Είχα καθίσει σε ένα από τα μεσαία καθίσματα, κοντά στον Αναστάση Βιστωνίτη, που είχε έρθει μαζί με τη γυναίκα του, η οποία είχε την πρόνοια να τραβήξει αρκετές φωτογραφίες: αποδίδουν με επάρκεια την αλησμόνητη εκείνη ατμόσφαιρα. Η καθαριότητα των στιγμών , που όριζαν το τοπίο που ξετύλιγε μεθοδικά μπροστά μας ο Μπόρχες, έχει περάσει στο χαρτί της Kodak. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ο ίδιος βλέπει τα χρώματα που απλώνονται αντιστικτικά γύρω από τη λεπτή μορφή του.
Στις ερωτήσεις που υπέβαλαν, με σεβασμό θα μπορούσα να πω, μερικοί από τους ακροατές, ο Μπόρχες απάντησε με τη γνωστή, χαρακτηριστική του ετοιμότητα. Έστρεφε, πρώτα, αργά το κεφάλι προς τη μεριά απ’ όπου ακουγόταν η κάθε ερώτηση, προσπαθώντας προφανώς να μαντέψει πώς ήταν αυτός που του απηύθυνε το λόγο, τι ηλικία είχε, τι ρούχα φορούσε, έκανε στη συνέχεια μια προσπάθεια να προσηλώσει εκεί το ψυχικά υπαρκτό βλέμμα του και μετά, σα να επρόκειτο να εκμυστηρευτεί κάτι το πολύ ιδιωτικό που ήταν και πολύ δημόσιο ταυτόχρονα, άρχιζε να δίνει μια ήκιστα εύλογη απάντηση. Φυσικά κέρδιζε αμέσως την προσοχή ολόκληρου του ακροατηρίου του, το οποίο έδειχνε τη χαρά του που μπορούσε να αντιληφθεί τα αβρά του λογοπαίγνια και όλες εκείνες τις αποχρώσεις της μπορχικής ειρωνείας. Το χειροκρότημα, που κάλυψε την «καληνύχτα» που πρόλαβε να προσθέσει στην τελευταία του απάντηση, υπήρξε εξαιρετικά θερμό.
Ήδη ήταν περασμένες εννέα, πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω. Σε λίγο σχηματίστηκε μια μικρή παρέα. Βγήκαμε στο αγιάζι της νύχτας του Μανχάταν. Τα φώτα των λεωφόρων μας περίμεναν για να μας οδηγήσουν στα γνωστά νυκτόβια εστιατόρια. Σ’ ένα απ’ αυτά διάβασα, ένα χρόνο μετά, το δοκίμιο του Νάσου Βαγενά «Ο Μπόρχες και ο λαβύρινθος της ειρωνείας», όπου ξεχώρισα τον περιεκτικό αφορισμό/κλειδί που ερμηνεύει το φαινόμενο Μπόρχες: «αν η εκφραστική του υπερρεαλισμού αποτελεί την ακραία απόληξη της ρομαντικής επιθυμίας, η εκφραστική του Μπόρχες είναι το έσχατο όριο της ιδέας του κλασικισμού».
Αργότερα κι ενώ ζούσα ακόμα στη Νέα Υόρκη έμαθα ότι ο Μπόρχες πέθανε – αλλά αυτό θα αποτελούσε πλέον για μένα καθαρό σολοικισμό: ο συγγραφέας του «Βιβλίου της άμμου» μου υπαγορεύει, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση πολλών άλλων συναδέλφων μου, ένα μεγάλο μέρος των περιπετειών της γραφής και της ανάγνωσης. Αυτό αποδεικνύει, μεταξύ των άλλων το πρόσφατο, αισθητικά ειλικρινές έργο του Δ. Καλοκύρη ΜΠΕΘ – ένα αρχείο για τον Μπόρχες, που εξέδωσε με την γνωστή αγάπη του για τον μεγάλο «Δημιουργό» ο γνωστός εκδοτικός οίκος «ύψιλον». Ας σταματήσω για την ώρα εδώ. Το Πεκίνο είναι άλλωστε τόσο ευρύχωρο: ο Μπόρχες θα περιπλανιέται πάντα ανενόχλητος ανάμεσα στις σκιές του.»
*
Τα θυμήθηκα όλα αυτά ξεφυλλίζοντας αυτές τις μέρες ένα εξαιρετικά κομψό τομίδιο, την «Τέχνη του στίχου», που κυκλοφόρησε το 2006 από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, συγκεντρώνοντας τις περιώνυμες έξι διαλέξεις «Charles Eliot Norton», τις οποίες έδωσε ο Μπόρχες στο διάστημα των ετών 1967-1968. Η διερμηνεία της κεντρικής φαινομενολογίας της ποίησης, ολοκληρώνεται εδώ σε τέτοια κλίμακα, ώστε να ενώνει γραμματολογικά μεταξύ τους αρκετές ηπείρους. Το μυστήριο της ποιητικής δράσης ειδικότερα, η οντολογική προβολή του στίχου στις πεπρωμένες περιπτώσεις, οι διάλογοι διασήμων απογόνων με τους φιλολογικούς, επίσης επιφανείς πατέρες τους και βεβαίως οι γνωστές εμμονές του συγγραφέα τόσο για την οιονεί μυστικιστική δράση της μεταφοράς, όσο και τη βουδική-ταοϊστική προοπτική εκτίθενται κατά τρόπο αναλυτικό, χωρίς όμως να παρεμποδίζουν την αβίαστη αναγνωστική πρόσληψη. Τα κατά σειράν κεφάλαια –διαλέξεις τιτλοφορούνται ως εξής: «Το αίνιγμα της ποίησης», «Η μεταφορά», «Ο τρόπος της αφήγησης», «Μουσική των λέξεων και μετάφραση», «Σκέψη και ποίηση» και «Το πιστεύω ενός ποιητή».
Παραθέτω ένα δείγμα του ειδικότερου μπορχικού εννοιολογικού τροπισμού, ο οποίος συνέχει ικανό τμήμα των ανωτέρω. Είναι εκείνος ακριβώς που θεωρήθηκε ως εκ των πραγμάτων κομβικός στη διάρκεια της ομιλίας του που κοινώνησα στη Νέα Υόρκη το 1983. Τον παραθέτω σε μετάφραση της Μαρίας Τόμπρου: «Τώρα έχω φτάσει στο συμπέρασμα (και το συμπέρασμα αυτό μπορεί να ακούγεται λυπηρό), πως δεν πιστεύω πια στην έκφραση: πιστεύω μόνο στον υπαινιγμό. Άλλωστε, τι είναι οι λέξεις; Οι λέξεις είναι σύμβολα για αναμνήσεις που τις έχουμε κοινές με άλλους ανθρώπους. Αν εγώ χρησιμοποιήσω μια λέξη, τότε πρέπει εσείς να έχετε κάποια εμπειρία εκείνου για το οποίο δηλώνει η λέξη. Εάν δεν έχετε, η λέξη δεν σημαίνει τίποτα για σας. Νομίζω πως μπορούμε μόνο να υπαινισσόμαστε, πως μπορούμε να κάνουμε τον αναγνώστη να φαντάζεται. Ο αναγνώστης, αν είναι αρκετά εγρήγορος, μπορεί να ικανοποιηθεί με την απλή νύξη ενός πράγματος.» Οι αναγνώστες μπορούν να διαλέξουν από την πλευρά τους ό, τι συνάδει καλύτερα με την ιδιοσυγκρασία τους από τα όσα σοφά εκθέτει ο Μπόρχες και να προχωρήσουν περαιτέρω στις λογοτεχνικές τους περιδιαβάσεις, συνεπικουρούμενοι από τα συναφή διδάγματα.
Σε αρκετές βέβαια περιπτώσεις ο Μπόρχες τεχνηέντως αρνείται να πάρει ευθέως θέση και να αποφανθεί για τα είδωλά του τελείως κατηγορηματικά. Εδώ συναντά και αποδέχεται τη συγκεκριμένη σωκρατική-πλατωνική στρατηγική της περάτωσης των γνωστών διαλόγων, της αντιδογματικής δηλαδή εξόδου από την πληθώρα των στοχασμών, αναλύσεων και θεωρημάτων, που προηγήθηκαν. Έστω παράδειγμα: «Ίσως αύριο να σκεφτώ καλύτερα παραδείγματα, ίσως σκεφτώ πως θα έπρεπε να είχα παραθέσει άλλους στίχους. Αλλά αφού μπορείτε να διαλέξετε και να πάρετε τα δικά σας παραδείγματα, δεν χρειάζεται να νοιάζεστε πολύ για τον Όμηρο, ή για τους Αγγλοσάξονες ποιητές, ή για τον Rossetti. Γιατί ο καθένας ξέρει πού να βρει την ποίηση. Και όταν αυτή έρχεται, νιώθει κανείς το άγγιγμά της, αυτό το ιδιαίτερο μυρμήγκιασμα που προκαλεί. Για να τελειώσω, έχω ένα παράθεμα από τον Άγιο Αυγουστίνο που, νομίζω, ταιριάζει πολύ σ ΄ αυτό που θέλω να πω. Λέει: «Τι είναι ο χρόνος; Αν οι άνθρωποι δεν με ρωτήσουν τι είναι ο χρόνος ξέρω. Αν με ρωτήσουν, τότε δεν ξέρω». Έτσι νιώθω κι εγώ για την ποίηση. Σκοτίζεται κανείς με τους ορισμούς. Αυτή τη φορά είμαι κάπως πελαγωμένος, γιατί δεν είμαι καθόλου καλός στην αφηρημένη σκέψη.» Κοντολογίς, πρόκειται για ένα απάνθισμα δημιουργικών ευφυολογημάτων και διαρκών ανατροπών, τα οποία έχουν τη δύναμη και την αφηγηματική χάρη να διαρθρώνουν το περίφημο «Όργανον του Μπόρχες». Νέα Υόρκη-Πεκίνο-Αθήνα: Ο Μπόρχες παραμένει μια ιδεώδης, ομιλητικότατη σκιά.
*
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
Μετά από ποιητική παραγωγή δέκα βιβλίων
(από το 1974 μέχρι σήμερα) για πρώτη φορά παρουσιάζεται στην Ελλάδα, βιβλίο του ποιητή, συγγραφέα, κριτικού λογοτεχνίας και μεταφραστή, Γιώργου Βέη Doom trailer .
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Οι εκδόσεις «Ύψιλον» σας προσκαλούν στην παρουσίαση
της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη
Ν, όπως Νοσταλγία
Θα μιλήσουν οι:
Αλέξης Ζήρας, κριτικός Λογοτεχνίας
Ρούλα Κακλαμανάκη, ποιήτρια
Χρύσα Σπυροπούλου, συγγραφέας, κριτικός Λογοτεχνίας.
Θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
Γρηγόρης Βαλτινός και Μαρία Κατσανδρή
Σάββατο, 16 Μαΐου 2009, στις 13 00 στα γραφεία των εκδόσεων «Ύψιλον»
Τζαβέλλα 15, Εξάρχεια /Πληροφορίες: τηλ. 210-3838257











Mario Benedetti (1920/2009): In Memoriam…
ΜΠΟΤΙΛΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ
Η θάλασσα, μια τύχη
Vicente Huidobro
Βάζω αυτούς τους έξι στίχους στη μποτίλλια μου στο πέλαγος
με την κρυφή ευχή ότι μια κάποια ημέρα
θα καταλήξει σε παραλία σχεδόν ερημική
κι ένα μικρό αγόρι θα τη βρει, θα την ανοίξει
κι αντί για στίχους από μέσα της θα βγάλει έξω πετρούλες
και ψείρες και μέδουσες και σαλιγκάρια.
(Ζητώντας συγνώμη από τον κύριο Βέη, για την κατάχρηση του παρόντος post: ας πούμε ότι η ισπανική γλώσσα θα μπορούσε να την δικαιολογήσει, και η γειτνίαση των δύο ποιητών της Νοτίου Λατινικής Αμερικής, ένθεν κακείθεν των όχθεων του Ρίο ντε λα Πλάτα, και τώρα πια ενός άλλου ποταμού…)
Κανένα πρόβλημα…όλοι άλλωστε γράφουμε το ίδιο βιβλίο,λέει ο Μπόρχες [σοφά], κ. Λυκοτραφίτη
Όλοι γράφουμε το ίδιο βιβλίο, λέει σοφά ο Μπόρχες – αποσιωπώντας, ίσως ακόμα πιο σοφά, ότι όλοι είμαστε ένα και το αυτό πρόσωπο, που γράφει και υπογράφει με προσωρινά ονόματα.
Οι αναβαθμοί της Σοφίας
1)Όλοι γράφουμε το ίδιο βιβλίο, λέει σοφά ο Μπόρχες
2) Όλοι είμαστε ένα και το αυτό πρόσωπο, που γράφει και υπογράφει με προσωρινά ονόματα.
(Σοφότερο συμπέρασμα -από τη σοφά αποσιωπητική διατυπωση του (1).
3)Συλλάψιες όλα και ουχ όλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνάδον διάδον, εκ παντών εν και εξ ενός πάντα .
(Συνοψίζω και αναδιατυπώνω (αναγκαστικά με ενισχυμένο βαθμό σοφίας- εξού και προσφυγή στον πάνσοφο Ηράκλειτο) τα σχόλια των Ποιητών Πάκου και Βέη.)
ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΦΩ!
κ. Βέη συγχαρητήρια για τις απαντήσεις σας στο INDEX.
Πόσο χρήσιμο άραγε θα ήταν να τινάξετε το σεντόνι του θεωρητικού πυρήνα που αναπτύξατε, απο λεκέδες αυθαίρετους των αναγνωστών σας, οι οποίοι ημιμαθείς ως εκεί που δεν παίρνει λένε φούμαρα από λυσάρια-εισαγωγές εμπορίου νομίζοντας ότι ταυτίζονται μαζί σας…
Πολλές οι παρενέργειες και αυτή την Άνοιξη.
Κάποιοι ήδη φαντασιώνονται ότι συμφωνώντας μαζί σας δημόσια, και κλείνοντας σας το μάτι συναινετικά μπροστά στα δικά μας μάτια τα ιντερνετικά που δεν έχουν το θεό τους και είναι μονίμως ανοιχτά, βαπτίζονται σπουδαίοι.
Η δε επιχειρηματολογία τους είναι απόλαυση [*]
God bless Internet.
* Και τι απόλαυση! Όπως την όρισε ο Λακάν, όχι ό,τι κι ό,τι…
«Ανήκω σ αυτούς που πιστεύουν σταθερά ότι η ποίηση δεν είναι πάντα παιδί της εποχής της. Θέλω να πω ότι ως η κατ εξοχήν τέχνη
του επαΐοντος – να θυμηθούμε εδώ τον οξυδερκή ορισμό του Wallace Stevens
“Poetry is the scholar’s art” – η ποίηση θα συνεχίσει και στα χρόνια που έρχονται να ελκύει οραματική σοφία, αναδιοργανώνοντας
και μετασχηματίζοντας τη σκληρή ύλη του πραγματικού.
Η ποίηση θα εξακολουθήσει να ασκεί το θεμελιώδες, σύμφυτο με τον εαυτό της προνόμιο, δηλαδή να προπορεύεται και να προβλέπει ή να προσβλέπει τα νέα τοπία του ανθρώπου…»
Γιώργος Βέης
Αγαπητοί φίλοι:
1) Υφίσταται μία εξαιρετική διάκριση, ξέρετε, ανάμεσα σε αυτούς που γράφουν το βιβλίο και αυτούς που γράφουν για το βιβλίο. Στην περίπτωση των πρώτων δηλαδή οφείλουμε να μιλάμε ξεκάθαρα χρησιμοποιώντας την παθητική: “γράφονται” (εκείνοι που πράγματι γράφουν).
2) Ως εκ τούτου, διότι παραπάνω από κακοποίηση υπέστη η μεταφυσική του Ηράκλειτου, αυτός που γράφει είναι η μία και οριστική βουτιά σε ανεπανάληπτο σημείο απολύτου Ροής. Σε καμία περίπτωση δηλαδή δεν γράφουν -όσοι τελικώς γράφουν- το ίδιο βιβλίο, παρεκτός και αν γράφουν για τον Ποταμό και όχι για την Συνθήκη. Πράγμα που τους καθιστά σχετικούς κατά μία αμυδρή έννοια με την ποίηση. Δεν πρόκειται για ποιητές.
3) Η τοποθέτηση του Στήβενς είναι προφανώς φαιδρή. Ο όρος scholar είναι αντίθετος με τον όρο poet. Εξού και η αστοχία περί μετάλλαξης του “υλικού του πραγματικού” διότι προκύπτει από την τακτική της στείρας λογιότητας της ιδέας περί τεμμαχισμού του Όλου μήπως και καταφέρει ο μη διανοητής, μη οραματιστής, μη ποιητής να αντιληφθεί τελικώς κάτι από την Κοσμική-Ποιητική Συνθήκη – τον Όρο δηλαδή της Γραφής.
4) “Θάνατος του Θεού”; άλλη φαιδρότητα και ετούτη….
Θάνατος της δυνατότητας πρόσληψης του Μυστηριακού, που συμβαίνει στον καθένα που απέχει ή καλύτερα, εξαιρείται από την ποιητική συνθήκη ως Αυθεντική Κατάσταση, ναι υφίσταται.
5)Η καλύτερη τροφή του ποιητή ξέρετε είναι τα “Μούτρα”….
“Είναι καθήκον μας να είμαστε υποκειμενικοί”. Έτσι μας διδάσκει ο Κίρκεγκορ. Συνεπώς πρόκειται περί απόψεων που οφείλουν να αλληλοϋποστηρίξουν η μια την άλλη “εν αγαθότητι” εφ΄όσον το ζητούμενο είναι το Εγώ μέσα στην απολυτότητά του. Όλοι δεν γράφουμε ΜΑΖΙ το “ποιείν gr”άραγε? ;Oλοι μας δεν είμαστε μόρια του Ενός;Όλοι μας δεν ήρθαμε από την αφασία της ανυπαρξίας; Υπάρχουν άραγε διαφορετικά μέλλοντα που μας περιμένουν; Δεν τολμώ να ξέρω πέρα από αυτά…Πασα εκδοχή σκέψης ευπρόσδεκτη. Έτσι, προς δόξαν του Γουάλας Στήβενς…[Αυτό, εν τέλει, εννοεί η φράση “Όλοι γράφουμε το ίδιο βιβλίο”. Βεβαιως, άλλος-η καλύτερα, άλλος-η χειρότερα…Πάντως όλοι γράφουμε…Το θέμα της κριτικής Αξιολόγησης των γραφομένων μιαν άλλη φορά …Σας ευχαριστώ θερμά για τις αυθόρμητες επισκέψεις σας. Θα επανέλθω. Εγκαρδίως, ΓΒ
Η πρόσληψη της ουσίας του έργου του Μπόρχες, κύριε Βέη, από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό του (?), είναι πολλή σχετική. Πολλοί νόμισαν/νομίζουν ότι τον κάτεχαν ή τον κατέχουν ή θα τον κατέχουν σε ένα αδιόρατο μέλλον, όταν ο χρόνος θα έχει απονείμει τα εύσημα και τα παράσημα που δικαιούται η ποίησή τους, αλλά, βεβαίως, πλάνην πλανώνται οικτράν.
Ευτυχώς.
Και ο Μπόρχες θα εξακολουθεί να τους λανθάνει.
Διορθώνω: “πολύ σχετική”, φυσικά…
Βρίσκω συναρπαστική την πρόνοια του Μπόρχες. είχε οραματισθεί, επιτρέψτε μου να το τονίσω, τη δημιουργία ενός ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ, ενός “γιγαντιαίου δικτύου”, όπου ΟΛΟΙ οι κάτοικοι της Γης θα συν-γράφουν στον ΙΔΙΟ Τόπο αδιακρίτως το ίδιο εν τέλει “βιβλίο”! Κι όλα αυτά δεκαετίες προτού η επιστήμη συλλάβει κι εκτελέσει τη δική της άποψη…τώρα για το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικτυακής Ελευθερίας και ισονομίας, ως Νομικός, θα ασχοληθώ άλλο…απόγευμα…Φιλκότατα, ΓΒ
Αγαπητέ κύριε Βέη, πιστεύω σθεναρά πως το καθήκον μίας υποκειμενικότητας από την σκοπιά (μία από τις πολλές……..) του Κίρκεγκορ αφορά το υπαρξιακό κέντρο, όχι αυτό που εκφράσατε. Διαφεύγει από την κατάθεσή σας η διαφορά του “Είμαι Εγώ” από το “Έχω Εγώ”. Δηλαδή υπο την έννοια των ποιητικών προδιαγραφών: η κορυφαία διαφορά του “Εμένα” και του “Εγώ”. Ως εκ τούτου αδυνατεί θεμελιακά η άποψη πο εκφράσατε, καθώς και άποψη του ολίγου Στήβενς.
Για τον Μπόρχες δεν δηλώνω ούτε υποδηλώνω τίποτε μιας και ουδέποτε μου προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ομοίως δεν κάνω λόγο, και δεν με κόπτει ουδόλως η όποια κριτική αξιολόγηση, απέχει γαλαξίες από την ουσία των σχολιασμών μου.
@ Κύριε Μίχο, θα περίμενε κανείς να απαντούσατε πρωτίστως στην “άμεση” πρόκληση του υπ’ αρ. 11.4 σχολίου… Μάλλον, όμως, το βρήκατε ιδιαίτερα “δύσκολο”, κι έτσι προτιμήσατε την ευ.θιξία της σωστής ή μη προσλήψεως του Μπόρχες. Και σ’ αυτά, τα “εύκολα” απαντήσατε. Σας βεβαιώνω, πάντως, ότι εν τη ανωνυμία εκείνου του σχολίου μου ουδόλως αναφερόμουν σ’ εσάς. Γιατί, λοιπόν, τόσο εύκολα και τόσο άμεσα “μυγιαστήκατε”; Είναι το λιγότερο άδικο, τόσο για τον έναν όσο και για τον άλλον.
@ Κύριε Βέη, όπως βλέπετε, οι “αυθόρμητες επισκέψεις”, που διεγνώσατε, καλά κρατούν!
(Αρχίζω να ονειρεύομαι αυτές που μέλλονται να ‘ρθούν… Κι ας δω και τη Βιρτζίνια απ’ την πίκρα να μου λείψει!)
Τι καταλαβαίνουμε;
http://www.youtube.com/watch?v=B1RhEws8m-U
Δεν είναι τυχαίο που μια σειρά τέτοιων βίδεων κυκλοφορεί στο δίκτυο.
Τα κοινωνικά συμπτώματα κρύβουν τόση σοφία.
Ασφαλώς κάθε ποιητής και η θεωρία του! Αυτό είναι όντως αυτονόητο. οπότε αποκλείεται εκ προοιμίου η ΜΙΑ άποψη. Θα ήταν τρομακτικό να ίσχυε μόνον 1 Θεωρία! Να ήταν ορθός ο λόγος του δείνα ή της τάδε! Αρα, όλοι εχουν [σχετικό] “δίκιο”! Όσο κι αν θελήσουμε, αυτός ο κανόνας δεν εχει απόκλιση…Περί γούστου ουδείς ψόγος! Ευτυχώς!Ο καθείς και οι φιλολογικοί του Πατέρες. Ισότητα, Αδελφωσύνη! Ελευθερία! Ή μήπως είναι ξεπερασμένα όλα αυτά κι είμαστε πανέτοιμοι να υποδεχθούμε την βαρβαρότητα του Απόλυτου Μέτρου;;
Ασφαλώς κάθε ποιητής και η θεωρία του, και μάλιστα το ασπάζομαι από την πλευρά μου κυριολεκτικώς. Συμφωνώ σε αυτό.
Περί σχετικού δίκιου διαφωνώ απολύτως. Αυτό όμως εκ φύσεως δεν εμπεριέχει ουδεμία υπόνοια Ορθού Κανονισμού.
Αλλά αν θέλετε, και δεν σας κουράζω βέβαια, σε ποιο ακριβώς σημείο θεωρείτε πως ο Στήβενς, τόσο σε επίπεδο πρωτογενούς έργου, όσο και σε θεωρητικό, αποτάχθηκε την βαρβαρότητα του Απόλυτου Μέτρου; Δεδομένου μάλιστα του γεγονότος πως ήταν ο κατ’ εξοχήν “ποιητής της θεωρητικοποίησης” – έγραφε “για” την ποίηση δηλαδή, όχι “ποίηση”.
Σας ευχαριστώ.
Πραγματικά, κύριε Λειβαδά, είναι απόλαυση να συζητώ μαζί σας. Πράγματα που αλλιώς θα προσπερνούσα αδιάφορα, με την παρέμβασή σας αποκτούν αξιοπρόσεκτη ιδιαιτερότητα. Πραγματικά, ο scholar και ο poet είναι έννοιες ασύμβατες, διότι:
α- Κάθε ποιητής και η θεωρία του (και δη θεωρία Απόλυτου Μέτρου) σε αντίθεση με τον scholar, ο οποίος, αν είναι αρκετά μέτριος, θα περιοριστεί να ασπαστεί κάποια από τις υπάρχουσες θεωρίες.
β- ο ποιητής είναι διανοητής, οραματιστής, σε αντίθεση με τον scholar, στον οποίο ο ποιητής δεν αναγνωρίζει δυνατότητα και δικαίωμα να γράφει ποίηση, αλλά μόνο να γράφει για την ποίηση (εκτός ίσως από σας, νομίζω ότι κανείς άλλος δεν γράφει ποίηση – όλοι οι άλλοι γράφουν ΓΙΑ την ποίηση). Στην καλύτερη περίπτωση, για να μην ενσκήψει επάνω του η μήνις του ποιητή, ο scholar έχει δικαίωμα να γράφει για τον ποιητή (καλά ή κακά, δεν έχει σημασία – αρκεί να γίνεται κουβέντα).
Για να συνοψίσω: όσο κι αν περνιέται για ποιητής, ο Στήβενς δεν είναι ποιητής, επειδή είναι scholar κι επειδή περιορίζει την ποίηση στους scolars. Και δεν φτάνει μόνο ότι αποκαλείται ποιητής. Έχει το θράσος να καθιερώνει Απόλυτο μέτρο, το κατεξοχήν προνόμιο των ποιητών.
Τα λέω σωστά;
Υπάρχει βέβαια και η Λαϊκη Σοφία:
‘Mέγας είσαι, Πλάτανε, και θαυμαστά τα [Πλατανό]φυλλά σου.’
Διαβλέπω και εδω την λανθάνουσα ύπαρξη ενός ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ, ενός “γιγαντιαίου δικτύου”, όπου ΟΛΟΙ οι κάτοικοι της Γης είναι Πλατανόφυλλα του ίδιου εντέλει “Πλατάνου”.
Μια άλλη σχετική παροιµιακή έκφραση: ‘∆όξα νά ʽχεις, Πλάτανε, µε τα κουµπιά πού κάνεις!’.
Στο λινκ που έδωκα στο σχόλιο 19 η λέξη ”κουμπαράκια” είναι κόμβος σημασιών.
Στο μεταξύ, αν προστεθούν και τα ιστολόγια κάποιων στις αναρτήσεις, έχουμε πολλά να διδαχθούμε.
Για το πώς κανείς συνεχίζει τον πόλεμο στον ιδιωτικό του χώρο, γράφοντας ανοησίες που καλούν έναν και μόνον έναν να τις διαβάσει. Και που αυτός ο ένας πολεμά στο δικό του διαδικτυακό δωμάτιο, γράφοντας εκ παραλλήλου ανοησίες που καλούν τον άλλο να τις διαβάσει.
Όλοι οι υπόλοιποι, κάνουν το σταυρό τους.
Ο γεωμετρικός τόπος της επικοινωνίας, δε βρίσκεται υπό τον έλεγχο και το ιδιοκτησιακό καθεστώς μας. Ποτέ. Είναι εξ ορισμού σε άλλη ιδιοκτησία.
Παναγιώτη Πάκο,
ας μείνουμε στην πρόκληση των κειμένων και όχι των ανθρώπων. Ας πιασουμε το νήμα από εκεί που το άφησαν οι όμορφοι σημερινοί (μη διαγραφέντες) διάλογοι.
«…Δεν ήταν που άργησες.
Ήταν που τόλμησες να βγεις γυμνός
μέσα στ’ ανθρώπινο κρύο…»
Γ.Β.
Κύριε Βέη, με το χάραγμα των αρχικών Χ.Κ. πάνω στην ασπίδα της ανωνυμίας,
προφυλάσσει ο γράφων, την ψυχική του ηρεμία από τα αρπακτικά του διαδικτύου.
Σε σχόλιο το οποίο «κατά λάθος σβήστηκε» παρουσίασα αποσπάσματα από την ποίηση της νεότητάς σας
στην προσπάθειά μου να καταδείξω τη στιβαρότητα της γραφής σας, σ’ αυτήν την ηλικία.
Ψάχνοντας το αρχείο μου, διάβασα πάλι στο περιοδικό «η λέξη» 120 Μάρτης- Απρίλης ‘94
εκείνο το εξαίρετο ταξιδιάρικο όνειρο «ΣΤΗΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΠΟΛΗ»
Αν οι διαθέσεις του Χρόνου το επιτρέψουν, ελπίζω κάποτε να συναντηθούμε.
«…Η πανάρχαιη και τελικά αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής ποίησης, για παράδειγμα,
εγγυάται ότι πέρα από την εμπειρία των αισθήσεων θα υπάρχει πάντα ακέραιη, αφαλκίδευτη και ακαινοτόμητη η εμπειρία του Ποιητικού Νου, που έχει το προνόμιο να καταργεί φαινόμενα και ψευδή, ό,τι δηλαδή είθισται να αποκαλείται
«αξιωματικός ρεαλισμός».
Πιστεύω ακράδαντα ότι όσο ο κόσμος θα δείχνει απερίφραστα ότι διακατέχεται από τάσεις αυτοκαταστροφής, τόσο ανάστροφα θα δρα η ποίηση, ως τάση δηλαδή συντήρησης, επιβίωσης και αυτοεπιβεβαίωσης του ανθρώπινου παράγοντα, που επιμένει να αντιστρατεύεται τον εξανδραποδισμό του…»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
Argumentum ornithologicum
Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιά. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, ίσως λιγότερο.
Ο αριθμός του ήταν ορισμένος ή όχι;
Το πρόβλημα αυτό, περικλείνει
το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού.
Αν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ορισμένος, γιατί ο Θεός ξέρει πόσα πουλιά είδα.
Αν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός δεν είναι ορισμένος,
γιατί κανείς δεν μπορεί να τα μετρήσει.
Στην περίπτωση αυτή, είδα ένα αριθμό πουλιών, ας πούμε λιγότερα από δέκα και περισσότερα από ένα, αλλά δεν είδα εννιά, οχτώ, εφτά, έξι,
πέντε, τέσσερα, τρία ή δυο πουλιά.
Είδα έναν αριθμό μεταξύ δέκα και ένα, που δεν είναι ούτε εννιά, ούτε οχτώ, ούτε εφτά,
ούτε έξι, ούτε πέντε κ.ο.κ.
Ο αριθμός αυτός, στο σύνολό του, είναι ασύλληπτος
άρα υπάρχει Θεός.
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης
Αν συνεχίσετε στη γραμμή και στο πνεύμα της παραπάνω ανάρτησης, θα σωπάσω οριστικά.
Για να έχω χρόνο να μελετήσω και τα δικά σας κείμενα [και από τις δύο γραμμές σας φαίνεται ότι γράφετε αυτό που μπορείτε κι όχι ευκολίες] και τα κείμενα άλλων που προσφέρετε. Το έργο το τιμώ.
Και θα εκτελέσω και το ψευδώνυμο μου, δε θα χρειαστεί να κουραστεί άλλος!
Αλλά να διαβάζω κείμενα σας ή κείμενα άλλων όπως παραπάνω έτσι;
Αφού μπορείτε να καταθέσετε άποψη και να μου’ στε χρήσιμος, λέτε να έχω όρεξη να διαβάζω ευκολίες και στροβιλισμούς προσωπικής ματαιοδοξίας που καταδικάζουν το γραφτό απ’ τα αποδυτήρια;
Και όχι μόνο εσείς. Είναι κι άλλοι στο παιχνίδι. Δε στήνεται παιδική χαρά από έναν.
Ας ανασυνταχθείτε. Εσείς με τις γνώσεις. Να μαθαίνουμε κι εμείς τίποτα. Αλλιώς αράχτε παίδες στα δωμάτια σας.
Ερίτιμος κυρία Μαργαρίτα Γερτρούδη Ζέλλε, με κάθε σεβασμό θέλω να σας υπενθυμίσω
ότι στο ζωικό βασίλειο, εκτός των βρυχηθμών υπάρχουν και οι κελαϊδισμοί.
Δεν επιθυμώ να καταχραστώ τη φιλοξενία του Ποιείν, έτσι λοιπόν μετά την απάντηση θα σιγήσω,
ύστερα με ένα νανούρισμα ενυπνίου,
θα εναποθέσω την αιχμή της πένας μου
στη γαλήνια κλίνη των δαχτύλων.
Σας προσφέρω τον τελευταίο διάλογο της φαντασίας «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΥΞΙΔΑ»
του Χόρχε Λουίς Μπόρχες από το βιβλίο «ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ» σε μετάφραση Βαγγέλη Κατσάνη
Εσείς πρώτα να διαλέξετε με ποιο χαρακτήρα θα ταυτιστείτε και τον άλλον θα τον υποδυθώ
εγώ, άλλωστε λίγη έχει σημασία, αφού και οι δυο είναι κουρασμένοι από το κυνηγητό
στη ζωή.
…Ο Λόννροτ απόφυγε το βλέμμα του Σκάρλαχ.
Κοίταξε τα δέντρα και τον ουρανό που ήταν τεμαχισμένος σε ρόμβους
ωχρού, κίτρινου, πράσινου και κόκκινου.
Ένιωθε ψύχρα και μια σχεδόν αδιόρατη πικρία. Ήταν πια νύχτα.
Από τον σκονισμένο κήπο υψώθηκε η άχρηστη φωνή ενός πουλιού.
Ο Λοννροτ για τελευταία φορά στοχάστηκε το πρόβλημα των συμμετρικών
Και περιοδικών θανάτων.
-Στο λαβύρινθό σου, αποκρίθηκε επιτέλους, υπάρχουν τρεις γραμμές
που είναι τόσο πολλές.
Ξέρω ένα ελληνικό λαβύρινθο που αποτελείται από μια αδιάσπαστη γραμμή.
Πάνω στη γραμμή αυτή ξόδεψαν τη ζωή τους και χάθηκαν ένα σωρό φιλόσοφοι,
άρα είναι πολύ φυσικό να πάθει το ίδιο κ’ ένας απλός αστυνομικός.
Έτσι Σκάρλαχ, όταν με κυνηγήσεις σε κάποια άλλη μετενσάρκωση και των δυο μας
φρόντισε να προσποιηθείς ότι διαπράττεις (ή να διαπράξεις) το πρώτο έγκλημα
στο σημείο Α, το δεύτερο στο σημείο Β, σε απόσταση οχτώ χιλιομέτρων από το Α,
το τρίτο στο σημείο Γ, σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από το Α και το Β,
στη μέση της απόστασης ανάμεσα στα δυο τους.
Περίμενε με στο σημείο Δ, σε απόσταση δυο χιλιομέτρων από το Α και το Γ,
στη μέση ακριβώς της απόστασης ανάμεσα στα δυο τους και σκότωσέ με στο Δ
όπως πρόκειται να με σκοτώσεις τώρα εδώ, στην έπαυλη Τρίστ λε Ρουά.
-Την επόμενη φορά που θα σε σκοτώσω, είπε ο Σκάλαχ,
σου υπόσχομαι έναν λαβύρινθο που θ’ αποτελείται από μια απλή σκέτη γραμμή
αθέατη και αιώνια.
Οπισθοχώρησε λίγα βήματα. Ύστερα πολύ προσεκτικά, πυροβόλησε.
Έρρωσο
Περί Μπόρχες επίσης το κείμενό μου αυτό, όπως δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας περασε στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της εφ. “Ελευθεροτυπία” , για την ενημέρωση του οικείου ιστοχώρου:
Το τραγούδι των Αργεντινών
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
Μαρτίν Φιέρρο
ΜΤΦΡ.: ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΤΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
«LIBRO»
ΣΕΛ. 111, € 15,50
«Ο Λουγόνες απαιτεί να δοθεί στον Μαρτίν Φιέρρο ο τίτλος της εποποιίας∙ η γραφή του σκοπό έχει να αποδείξει την ελληνολατινική προέλευσή μας, παρά τη μακρά απόσταση που προκάλεσε ο χριστιανισμός ως ανατολική θρησκεία.»
(Από το βιβλίο, σελ. 97)
Το δοκίμιο αυτό του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986), o τίτλος του οποίου στα ισπανικά είναι El Martίn Fierro, αφορά στο ομώνυμο εμβληματικό ποίημα του Χοσέ Ερνάντες (1834- 1886). Eκδόθηκε το 1953. Έχει γραφτεί σε συνεργασία με την Μαργαρίτα Γκερρέρο. Τέσσερα χρόνια μετά η συνεργασία τους απέδωσε το Εγχειρίδιο φανταστικής ζωολογίας, το οποίο ως επαυξημένο El libro de los seres imaginarios επανεμφανίζεται στην αγορά το 1968. Κυκλοφορεί σε μετάφραση του υπογραφομένου, επίσης, από τις εκδόσεις «Libro».
Για πολλούς λόγους ο Μπόρχες εστίασε διαχρονικά την προσοχή του στον βίο και στην πολιτεία των κτηνοτρόφων του Ρίο ντε λα Πλάτα, των περιώνυμων gauchos, τυπικότερη εκδοχή των οποίων αποτελεί ο ίδιος ο Μαρτίν Φιέρρο. Θυμίζω ορισμένες περιπτώσεις: τα δοκίμια «Η ποίηση των γκάουτσο», «Ο αργεντινός συγγραφέας και η παράδοση» και τα ποιήματα «Οι γκάουτσο» και «Ο γκάουτσο», τα οποία εντοπίζονται στις συλλογές του Εγκώμιο της σκιάς και Το χρυσάφι των τίγρεων, αντιστοίχως.(Βλ. Ποιήματα, μετάφραση – εισαγωγή – σχόλια: αριστοτεχνική Δημήτρης Καλοκύρης, εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», 2007). Αξίζει να σημειωθεί ότι το διήγημά του «Το τέλος», το οποίο περιλαμβάνεται στις καθοριστικές Μυθοπλασίες (Ficciones, έργο του 1944), συνεχίζει το έργο ζωής του Χοσέ Ερνάντες, προσφέροντας μια καθαρά μπορχική εκδοχή της λύσης του δράματος. Από τις πρώτες, κατά χρονολογική τάξη, δηλώσεις του παραθέτω ενδεικτικά: «Το Μαρτίν Φιέρρο (παρά τα σχέδια του Λουγόνες να το αγιοποιήσει) δεν είναι τόσο το έπος της καταγωγής μας – εν έτει 1872! – όσο η αυτοβιογραφία ενός μαχαιροβγάλτη, χαλκευμένη από μπραβούρες και καημούς που σχεδόν προφητεύουν το τάνγκο.» (Βλ. The Purple Land, 1941, στο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Δοκίμια, υποδειγματική μετάφραση – επιμέλεια – σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», 2007). Ο σκληροτράχηλος τυχοδιώκτης Μαρτίν Φιέρρο, αντιμιλιταριστής μεταξύ άλλων, περνάει κάποια μοιραία στιγμή από την πλευρά του συντεταγμένου, έννομου βίου στην έρημο της παρανομίας. Η ποίηση καλείται αυτομάτως να τον ψάλει, να τον διαβάλει ή να τον εξάρει. Η αποφασιστική και άλλο τόσο ανέκκλητη αυτή μετάβαση από τη συγκυρία του (πολιτειακού) Αγαθού στην επικράτεια του απόλυτου Δαιμονικού είναι επόμενο να προκαλέσει αλυσιδωτές αμφίθυμες εκτιμήσεις και αντιδράσεις από την πλευρά του στοχαστικού, διαρκώς φιλοσοφούντος και στην κυριολεξία του όρου θεματολογικά λίαν απρόβλεπτου Μπόρχες.
Δώδεκα χρόνια μετά τη δημοσίευση του The Purple Land, οι αποστροφές μετριάζονται: ο φονιάς με ή χωρίς αιτία αποκαθίσταται τρόπον τινά στη συνείδηση του φιλέρευνου Δημιουργού. Το απόσπασμα που παραθέτω είναι ιδιαζόντως χαρακτηριστικό των συναφών αναθεωρήσεων: «Κάθε φορά που βρίσκομαι σε συναντήσεις στην Ευρώπη και την Αμερική, με ρωτούν για τη λογοτεχνία της Αργεντινής κι εγώ απαντώ πως η συγκεκριμένη λογοτεχνία (που τόσο την περιφρονούν όσοι δεν την γνωρίζουν) υπάρχει και περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα βιβλίο, τον Μαρτίν Φιέρρο. […] Το έπος απαιτεί τελειότητα χαρακτήρων ∙ το μυθιστόρημα ζει μέσα από την ατέλεια και την πολυπλοκότητά του. Για κάποιους, ο Μαρτίν Φιέρρο είναι ένας δίκαιος άνθρωπος ∙ για άλλους, εγκληματίας ή, όπως πανηγυρικά διακήρυξε ο Μασεδόνιο Φερνάνδες, ένας εκδικητικός Σικελός ∙ καθεμιά από τις αντιφατικές αυτές απόψεις είναι αυτονόητα σοβαρή και δείχνει εύλογη για όποιον την διατυπώνει. Η αβεβαιότητα, ωστόσο, είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά των τελειότερων δημιουργημάτων της Τέχνης, γιατί έτσι ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Ο Σαίξπηρ υπήρξε αμφιλεγόμενος – όχι όμως όσο ο Θεός. Δεν πρόκειται ποτέ να μάθουμε ποιος είναι ο Άμλετ ή ο Μαρτίν Φιέρρο, ούτε μας έχουν τάξει στη διερεύνησή του ποιοι πραγματικά είμαστε εμείς οι ίδιοι, ή τι είδους άνθρωπος είναι αυτός που αγαπάμε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους.» (Βλ. σελ. 103 και 105, επ.).
Τα παραπάνω, αν συνδυασθούν με την ανενδοίαστα απαλλακτική απόφανση του Μιγέλ δε Ουναμούνο, ότι δηλαδή «ο Μαρτίν Φιέρρο αποτελεί το άσμα του Ισπανού μαχητή που, έχοντας πλέον ορθώσει τον σταυρό στην Γρανάδα, πηγαίνει στην Αμερική ως εμπροσθοφυλακή του πολιτισμού, ανοίγοντας δρόμο στην έρημο», θα υποστηρίζαμε εύκολα ότι συναποτελούν το εγκυρότερο εγκώμιο για την όλη ποιητική πρόταση του Χοσέ Ερνάντες. Είκοσι πέντε χρόνια μετά η ανοχή επαυξάνεται: η ειδική, έμπρακτη εναντίωση, την οποία ουσιώνει ο τολμητίας πρώην κτηνοτρόφος, εξομαλύνεται. Η ανομία θεραπεύεται, προσωρινά έστω, μέσα από τα νάματα της μυθοπλασίας. Ο Χοσέ Ερνάντες θεωρείται εν τέλει ένας αυθεντικός μικρός Όμηρος: «Εμείς, με τη στρατιωτική μας ιστορία, την ιστορία μας των μαχών, επιλέξαμε ως βιβλίο το χρονικό ενός λιποτάκτη, επιλέξαμε το Μαρτίν Φιέρρο που, εντάξει, αξίζει να επιλεγεί ως βιβλίο, αλλά πώς είναι δυνατόν η Ιστορία μας να εκπροσωπείται από έναν λιποτάκτη του κατακτητή; Και όμως, έτσι είναι ∙ θαρρείς και κάθε χώρα αισθάνθηκε την ίδια ανάγκη.» (Βλ. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Το Βιβλίο, 24 Μαΐου1978, ο. π. Δοκίμια).
Το 1985, δεκαέξι μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Μπόρχες επιστρέφει στις αφετηριακές καταδηλώσεις του 1941. Για άλλη μια φορά, η καλώς συγκερασμένη αυτοϋπονόμευση, το διακειμενικό κρυφτούλι και οι παραπειστικές ατάκες τίθενται στην υπηρεσία του ατέρμονος μπορχικού παιγνίου. Η ετυμηγορία θυμίζει αυστηρό πρόεδρο του Αρείου Πάγου, για να μην πω ανελαστικό εισαγγελέα της Νέας Αγγλίας. Αντιγράφω: «Η λατρεία στο βιβλίο οδήγησε στην παράλογη λατρεία του γκάουτσο Μαρτίν Φιέρρο. Είναι σαν να συνέχεε κάποιος τη λατρεία στον Σαίξπηρ με τη λατρεία προς τον Μακμπέθ, που ήταν ένας δολοφόνος. Ο γκάουτσο που μας προτείνεται ως πρότυπο, πόρρω απέχει από το να είναι πρότυπο συμπεριφοράς: είναι σκληρός, είναι λιποτάκτης, είναι ρατσιστής.» (Βλ. συζήτηση με τον Αλμπέρτο Μ. Περόνε, στο: «Borges en contra de Fierro y Lugones», περιοδικό «Siete Dias», τεύχος 917, ο. π. Δοκίμια).
Εν ολίγοις, ο Μαρτίν Φιέρρο, μια διακεκριμένη κειμενική fata morgana, εμπεριέχει σπερματικά ικανότατο μέρος του μπορχικού διακόσμου-ιδιώματος. Κλείδες, ορισμοί και εμμονές συνυπάρχουν εν αγαθώ. Οι πολλαπλές εννοιολογικές συνεπαγωγές θεωρούνται ήδη κλασικές στο είδος τους. Τα ινδάλματα της γραφής αξιοποιούνται στο έπακρον, χωρίς όμως να προκαλούν την όλη αναγνωστική πρόσληψη. Πρόθεση –σύλληψη και τελικό αποτέλεσμα είναι ταυτόσημα. Η δε μετάφραση, η οποία κρίνεται επιτυχής, είχε να αντιμετωπίσει, μεταξύ άλλων, ποικίλους ιδιωματισμούς, τους οποίους αγνοεί σήμερα ακόμη και ο μέσος Αργεντινός, αλλά και όσα εν γένει χαρακτηρίζουν το «πονηρό» ύφος του σημαδιακού αυτού συγγραφέα.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ