Παρουσιάζουμε σήμερα στο Ποιείν, την εισαγωγή από το Πρώτο μέρος του μουσικού έργου του Μιχάλη Γρηγορίου, Σκοτεινή πράξη, βασισμένο στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη: πατήστε εδώ
Ευχαριστούμε θερμά τον συνθέτη για την άδεια δημοσίευσης του έργου του. (θα δημοσιευτεί ολόκληρο σε συνέχειες)
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ
Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη
έργο 71 (1993)
Συμμετέχουν
Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ
Η ΧΟΡΩΔΙΑ “FONS MUCALIS”
διδασκαλια χορωδιας : Κωστης ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ
Σοπρανο: Σαβινα ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
Τενορος : Μιχαλης ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Βαρυτονος : Τασης ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Αφήγηση : Τασης Χριστογιαννοπουλος, Μιχαλης Γρηγοριου
Keyboards : Bασιλης Τσαμπροπουλος, Μιχαλης Γρηγοριου
Διευθύνει ο Μιλτος Λογιαδης
Ηχογράφηση- Montage- Mastering : Βαγγέλης Κατσούλης
Μετάφραση : Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
“ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ” : Μετα εικοσι ετη…
Η ιδέα να γράψω ένα μουσικό έργο βασισμένο σε ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν διάβασα για πρώτη φορά τον “Νυχτερινό Επισκέπτη” και λίγο μετά την “Σκοτεινή Πράξη”. H πεποίθηση οτι είχα ανακαλύψει ένα πολύ σημαντικό ποιητή δεν με εγκατέλειψε από τότε, σήμερα μάλιστα θα έλεγα πως ο Λειβαδίτης δεν είναι μονό ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής αλλά ίσως κι’ ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Ήταν ωστόσο αυτός ο θαυμασμός που μου γεννούσε ανέκαθεν ο συγκλονιστικός και τόσο προσωπικός ποιητικός του λόγος που με έκανε να διστάζω τελικά να γράψω ένα τέτοιο μουσικό έργο. Πάντα με σταματούσε η αίσθηση οτι δεν έχω να προσθέσω τίποτα σε κάτι που είναι από μονό του ολοκληρωμένο. Υστέρα από 20 σχεδόν χρόνια, τόλμησα να κάνω αυτό που δεν είχα τολμήσει να κάνω τότε. Ο θαυμασμός μου για το έργο του ποιητή παραμένει ο ίδιος, όμως, καθώς πέρασαν τα χρόνιο θαυμασμός άρχισε να συνοδεύεται και από μια διαφορετική κατανόηση, αλλά κι’ από μια αγάπη. Το να θαυμάζεις κάτι μπορεί να συνεπάγεται και κάποιο δέος που σε κρατάει σε απόσταση, όταν όμως αγαπάς τότε δεν διστάζεις να αγγίξεις, κάμπια φορά ακόμα και με λάθος τρόπο.
Αντιμετώπισα την “Σκοτεινή Πράξη” σαν ένα ορατόριο με σχεδόν βιβλικό περιεχόμενο. Ο Λειβαδίτης μιλάει για μεγάλες μνήμες, θρηνεί μεγάλες απώλειες και οδηγείται σε μια αποδοχή της ανθρώπινης μοίρας που δεν είναι ωστόσο εντελώς στερημένη από ελπίδα. Υπάρχουν στιγμές που μέσα από τους στίχους του διαφαίνεται μια σχεδόν πρωτοχριστιανική πιστή, μια εγκαρτέρηση και μια βαθύτατη αγάπη και κατανόηση για τον άνθρωπο. Ξερώ βεβαία οτι στις μέρες μας δεν γράφονται πλέον “ορατόρια” μιάμιση ώρας γιατί έχουν χαθεί τα συλλογικά σύμβολα που θα μπορούσαν να τα στηρίξουν κι’ ακόμα, γιατί έχουν επιταχυνθεί οι ρυθμοί ζώνης και έχουν μειωθεί τα όρια ανοχής του ακροατή. Το έργο που έγραψα θα μπορούσε λοιπόν να θεωρηθεί υπό μια έννοια σαν κάτι το ξεπερασμένο και το ανεδαφικό. Δεν με πειράζει όμως αυτό. Σήμερα που εξαπλώνεται ραγδαία ο μικροαστισμός κι’ η απάθεια, και πολύ συχνά ο φασισμός κι’ η βαρβαρότητα, σήμερα που η τέχνη μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε υλικό επένδυσης του ελευθέρου χρόνου και χάνει την ικανότητα της να κινητοποιεί και να συγκλίνει, σήμερα που χάνεται κάθε μεταισθημα και κάθε απόηχος και μαζί τους κι’ η ικανότητα της αντίστασης απέναντι στον κυνισμό και στην βλακεία, ίσως η ανεδαφικότητα να αποτελεί την μοναδική στάση που μπορεί να προσφέρει μια αίσθηση ασφαλείας και ειρμού, στοιχειώδους αξιοπρεπείας αλλά και ελπίδας για το μέλλον.
Μιχαλης Γρηγοριου
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ : Η πανουργια της σιωπης
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
(“Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους στρατώνες…”)
Βαρύτονος (recitativo)
Βασίλευε ο ήλιος πίσω από τούς στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε για λίγο νερό μα όλα τα λαγήνια ήσαν αναποδογυρισμένα στην πόλη Κανα, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο κίτρινο σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου με ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την άκρη του παλτού μου
Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί οτι μ’ άκουσε να παραπονιέμαι,
ήπια όλο τον βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερά μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου,
έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφωσα στην γριά, που την έθαβαν ολομόναχη,
μ’ ένα σπουργίτι στο γειτονικό δέντρο,
με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη
– θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα
Χορωδία : Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι
ήταν φθινόπωρο κι’ ειχαν ερημώσει τα χωράφια…
Βαρύτονος: άκουγα το βήμα των καραγωγέων καταβροχθί-ζοντας τον κλεμμένο σανό
Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα οπού έπρεπε ανεβώ,
άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς
ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων







