ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΕ ΝΑ ΧΑΣΕΙ,
ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ
ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΧΑΣΕ
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε πού υπήρχανε ακόμα χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες, όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια, που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο κι η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή, για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, έκτος από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή άπο εκείνες που τις λεν λίθους, πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.
H δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη-δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο, την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητα της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ’ αυτά το ‘παμε κιόλας: κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να την κλοτσήσει. Εν’ άλλο ήταν ότι κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ’ το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.
Ζούσε, λοιπόν, ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, που ήταν βέβαια λίγο μονότονη, αλλά αυτό κα θόλου δεν την ενοχλούσε, γιατί, αφού δεν ήξερε τί δεν είναι μονοτονία, δεν ήξερε ούτε τί είναι. Μια μέρα όμως έμαθε.
Εκείνη τη σημαδιακή, για τη ζωή της πέτρας, μέρα, εν’ αγόρι, που ήθελε να σκοτώσει ένα σπουργίτι ή να σπάσει κάποιο γλόμπο και δεν έβρισκε άλλη πέτρα, πιο κατάλληλη, τη μάζεψε απ’ το δρόμο, την έβαλε στη σφεντόνα του και την τίναξε στον αέρα, ψηλά και μακριά. Ευτυχώς, επειδή ήταν ατζαμής, δεν πέτυχε τον στόχο του, πέτυχε όμως, δίχως να το ξέρει, ν’ αλλάξει τη ζωή της πέτρας. Δίχως να το ξέρει, της έδειξε πως δεν ήταν πλασμένη μόνο για να σέρνεται στον δρόμο, μα πώς μπορούσε και να πετάξει, κι ακόμη πώς ο δρόμος δεν ήτανε ο κόσμος όλος αλλά μονάχα ένα μέρος του, και μάλιστα όχι το πιο ωραίο, γιατί η πέτρα, όταν τέλειωσε το πέταγμα
της, βρέθηκε μέσα σ’ έναν κήπο.
Ο κήπος αυτός, τώρα, αν και δεν ήτανε καθόλου μαγεμένος, όπως συμβαίνει συνήθως με τους κήπους των παραμυθιών, ήταν χαρά των ματιών να τον βλέπεις. Και τί δεν ήταν φυτεμένο εκεί!
Κρεμμύδια και ντομάτες και φασολάκια πράσινα κι αγγούρια, αλλά και λουλούδια, πολλά λουλούδια και διάφορα, γαρίφαλα και τριαντάφυλλα (τριαντάφυλλα και εκατόφυλλα) και κρίνα και βιολέτες και ντάλιες και γεράνια, πολλά γεράνια. Άσε πια τα μυριστικά, βασιλικούς και δυόσμους κι αρμπαρόριζες και δεντρολιβανιές και μαντζουράνες. Μ’ άλλα λόγια, ό κήπος ήταν κήπος κι όχι ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπως εκείνοι οι κήποι με το κουρεμένο σύρριζα γρασίδι.
Φανταστείτε τώρα το ξάφνιασμα της πετρούλας, πρώτα απ’ το ταξίδι της στον αέρα κι ύστερα απ’ τον καινούργιο αυτόν κόσμο, πού τόσο ξαφνικά ανακάλυψε. Όσο για το πέσιμο της, αυτό δεν είχε διόλου άσχημες συνέπειες, γιατί, όπως οι πέτρες δεν έχουν ούτε χέρια ούτε πόδια ούτε κεφάλι, δεν κινδυνεύουνε να σπάσουν τίποτε πέφτοντας στο χώμα, όταν μάλιστα αυτό είναι το αφράτο χώμα ενός κήπου.
Το μεγάλο ξάφνιασμα της κράτησε βέβαια πολύ λίγο, όσο βρισκότανε ακόμη στον αέρα, πάνω απ’ τον κήπο, γιατί μόνο από κει μπόρεσε να δει όλο το θαύμα πού απλωνόταν από κάτω της. Απ’ τη στιγμή πού βρέθηκε στο χώμα και μετά, μπορούσε να βλέπει μόνο ό,τι βρισκότανε πολύ κοντά της, δηλαδή μια ντοματιά, μια γαριφαλιά και δυο ρίζες βασιλικό. Σιγά σιγά όμως γνώρισε κι άλλα πράματα, σπουδαία, πού ποτέ πριν δεν είχε φανταστεί την ύπαρξη τους. Γνώρισε τις μέλισσες και το ατέλειωτο παιχνίδι τους μέ τον ήλιο και τα λουλούδια, τα μακριά κοκκινοσκούληκα, πού βγάζαν πότε πότε το κεφάλι έξω απ’ τις τρύπες τους για να δουν πώς παν τα πράγματα στο φώς, τα μερμήγκια, πού σκαρφάλωναν πάνω της αγκομαχώντας, κουβαλώντας
τεράστια ψίχουλα, κάτι περίεργα μυγιάγγιχτα ζουζούνια, πού, στο παραμικρό άγγιγμα, μαζεύονταν και γίνονταν μικρά σκληρά μπαλάκια…
Η πετρούλα πέρασ’ εκεί μιαν άνοιξη κι ένα καλοκαίρι, και στις αρχές του φθινοπώρου, με τα πρωτοβρόχια, ανακάλυψε με χαρμόσυνη ανατριχίλα, πού έφτανε ως τα βάθη της πέτρινης καρδίας της, ότι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει χρώμα και, από γκρίζα κι αναιμική πού ήτανε, ν’ αποκτά μια πρασινωπή, όλο υγεία όψη. Ή χαρά της όμως αυτή δεν κράτησε πολύ. Ένα φθινοπωριάτικο απογευματάκι, από κείνα πού ή γλύκα τους μεθάει τα χρυσάνθεμα και τα κάνει να θέλουν ν’ αποχωριστούν τις ρίζες τους και να πετάξουνε στον ουρανό σαν χρυσορρόδινα συννεφάκια, ένα τέτοιο λοιπόν απογευματάκι, ενώ ήταν απορροφημένη απ’ τον αγώνα ενός μερμηγκιού πού προσπαθούσε να σηκώσει ένα σποράκι, ένιωσε μια δύναμη να τη σηκώνει σαν πούπουλο στον αέρα. Πριν καταλάβει καλά καλά τί της γινότανε, πριν ακούσει καν τον κηπουρό να μουρμουρίζει «μπα, μια πέτρα!)), βρέθηκε να κάνει τη δεύτερη πτήση στη ζωή της και, περνώντας πάνω απ’ τη μάντρα του κήπου, να προσγειώνεται στο σκληρό γκρίζο δρόμο, απ’ τον όποιο νόμιζε πώς είχε φύγει πια για πάντα.
Καταλαβαίνετε τώρα την απελπισία της” μετά από τόση ομορφιά πού είχε ζήσει, να ξαναβρεθεί στη μέση της ίδιας της παλιάς, μονότονης ασκήμιας…
Στην αρχή ήθελε να πεθάνει και προσευχόταν να περάσει από πάνω της ό τροχός κανενός οδοστρωτήρα και να την κάνει σκόνη. Αργότερα, όταν της πέρασε ή πρώτη, μεγάλη πίκρα, άρχισε να ονειρεύεται ότι θα ξαναπερνούσε από κει ό μικρός πρίγκιπας, ό πιτσιρίκος με τη σφεντόνα, κι ότι θα την ξαναπέταγε μες στον παράδεισο της.
Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ό μικρός πρίγκιπας, πού στο μεταξύ έγινε ένας μεγάλος μπακάλης, ποτέ δεν ξαναπέρασε από κει.
Η πέτρα, βέβαια, πού δεν ξέρει (κι ούτε θέλει να μάθει) από χρόνια, ηλικίες κι άλλα τέτοια, ποτέ δεν έπαψε, κι ούτε θα πάψει, να ονειρεύεται τον κήπο της, ακόμη και τώρα πού βρίσκεται θαμμένη κάτω από ένα παχύ στρώμα ασφάλτου κι ο παράδεισος της δόθηκε αντιπαροχή για πολυκατοικία.
Επιμύθιο I: Καλύτερα ν’ αποχτήσεις κάτι κι ας το χάσεις, παρά να μην αποχτήσεις ποτέ τίποτε.
Επιμύθιο II: Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο. Από κάτω της υπάρχουν πέτρες πού ονειρεύονται κήπους.












Αυτό το υπέροχο κείμενο είναι ο κήπος που ονειρεύομαι εγώ η πέτρα.
Ελπίζω μόνο, η σφεντόνα που θα με οδηγήσει στον κήπο να μην γράφει στάχτη του ελληνικού Άουσβιτς ή τίποτα παρόμοιο γιατί θα’ναι τόσο βαριά και τόσο χαλαρό το λάστιχο, που σίγουρα δε θα κουνηθώ από τη θέση μου.
Αυτό το κείμενο το είχα διαβάσει στα παιδιά μου όταν είχε εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από αρκετά χρόνια. Ακόμα και τώρα που μεγάλωσαν όταν βλέπουν στην άσφαλτο ή στο πεζοδρόμιο καμιά πέτρα μοναχή της το μνημονεύουν…
Βέβαια ο καιρός πέρασε και τις πέτρες τις ακολούθησαν οι χελώνες, οι χαμαιλέοντες, οι εσωφάγοι…
θαυμάσιος Αργύρης Χιόνης..
Ευχαριστώ φίλοι του “Ποιείν” που μου γνωρίσατε αυτό το εξαιρετικό κείμενο, που σε κάνει να ζηλεύεις που δεν το έχεις γράψει εσύ.
Θα ‘φταναν οι μεταφράσεις του Αστερίξ, ανεκτίμητη κι εξαιρετικά δυσεύρετη δυστυχώς πια κληρονομιά.
Θα μπορούσε – είναι χρόνια που αναρωτιέμαι – να γίνει κάτι αποτελεσματικό ώστε να δούν πάλι το φως εκείνες οι μεταφράσεις;
Στο μεταξύ, είθε να πληθαίνουν στον κήπο του Αργύρη Χιόνη οι πέτρες που ανασαίνουν έτσι τη συγκίνηση.
Αυτές τις ιστορίες δεν τις διαβάζεις απλά. Ριζώνουν μέσα σου κι ανθίζουν κα΄θε τόσο με την πρώτη ευκαιρία. βέβαια ο κύριος Χιόνης κάνει βίωμα την στενότατη κι αγαπησιάρικη σχέση του με την φύση. Κι εγώ διάβασα πολλές φορές την ιστορία με τις χελώνες στα παιδιά μου από το εξαίρετο βιβλίο του Οντά και Μη Όντα. Είναι ξεχωριστός ποιητής και άνθρωπος πιστέυω ο Χιόνης. Θα ήθελα να τον γνωρίσω και πέρα από τα γραφτά του.Να είναι καλά και να μας πλουτίζει.
Την καλησπέρα μου και το θαυμασμό μου για το υπέροχο αυτό κείμενο…
Καλά τα λένε οι ιστορίες…Συμβαίνει όμως στη ζωή να είναι το ίδιο χέρι, που τη μια σε προσκαλεί στον Παράδεισο κι από την άλλη σε διώχνει…Τυχερή πέτρα που την έπιασαν πολλά χέρια…
Η ποίηση (ιδίως αυτή) δε μπορεί παρά να είναι το βίωμα που πήρε σάρκα μέσω του λόγου και η πληρότητα που νοιώθεις – όταν διαπιστώνεις την ίδια αντίδραση του ποιητή με τη δική σου (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτή η αντίδραση πρέπει να «λογο»ποιείται με τον ίδιο ή έστω με παρόμοιο τρόπο) απέναντι στο απρόσμενο της αποκάλυψης της φύσης – είναι πράξης ερωτικής.
Πριν λίγες μέρες, και εξ αιτίας της παρούσας, αγόρασα το συγκεκριμένο βιβλίο με τις μικρές και «αφύσικες» αλλά πολύ όμορφες ιστορίες του. Αυτή όμως που πραγματικά με κέρδισε ήταν «Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΟΤΑΝ ΚΑΙ ΠΕΘΑΙΝΕ ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ ΚΑΙ ΠΟΥ ΠΑΡ’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ, ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΟ ‘ΒΑΛΕ ΚΑΤΩ» και με κέρδισε γιατί θυμάμαι πριν τρία χρόνια, συγκεκριμένα την Παρασκευή 15 Ιουνίου 2007, όταν, περπατώντας το πρωί προς το γραφείο, πάνω στη νησίδα της Μεσογείων, αμέσως μετά τη διασταύρωση με την Κατεχάκη και λίγο πριν το τέλος της υπόγειας διάβασης, είδα ανάμεσα σε δυο βρώμικες πλάκες πεζοδρομίου να έχει φυτρώσει ένα πανσεδάκι!
Σονέτο πρωινό.
Κάποιου αγέρ’ απρόσμενου η ξαφνική ριπή
του δημιουργικού τυχαίου τιμώντας την αλήθεια
το σπόρο – γεννήτορά σου – βύθισε ανάμεσα
σε, πλακών πεζοδρομίου, αφιλόξενη ρωγμή.
Στη Μεσογείων, κάπου εκεί, σε μια νησίδα
της πρωινής δροσιάς ερούφαγες το λιγοστό νερό
κι όσο απ’ το βρόχινο που λίμναζε παροδικά.
Και στάθηκαν σου ετούτα αρκετά!
Ω! πανσεδάκι εσύ, υπέροχο δείχνεις
– μια μικρή ροζ πινελιά στο βρώμικο άσπρο –
καθώς βήματα βιαστικών δε σ’ έχουν χαλάσει.
Ω! μικρό μου λουλουδάκι εσύ, την απάντηση δίνεις
– στους δημιουργούς των σχεδίων που δε σ’ είχαν προβλέψει –
ότι όμορφα θα ‘ταν και με σένα χωρίς.
Γιώργος Πρίμπας (16-06-07).
http://g-pribas.pblogs.gr/2007/06/soneto-prwino.html
Πολλες ειναι οι πετρες στους δρομους και οι πετριες της ζωης.Απο νωρις το απογευμα τον νου
μου τρωει αυτη η σκεψη.
Θεσσαλονικη.Οδος Τσιμισκη.Τεταρτη ωρα 5μμ.
Απνοια.Αναμμενη η πολη.Εκαιγε η ζεστη τα μπετα.Κατω απο τους μεγαλους ισκιους των οικοδομων,γιαλιζε ο ιδρωτας στους μουσκεμενους
σβερκους.Κι ουτε να σταθεις ηταν ευκολα ουτε να
περπατησεις.Λιγοστοι οι διαβατες στα πεζοδρομια
οι πιο πολλοι στις στασεις των λεωφορειων,βιαστικοι υπαλληλοι καταστηματων
που σχολασαν νωρις λογω Τεταρτης.
Μια κοπελα ξυπολητη.Στο ενα της ποδι μια μικρη
παραμορφωση.Καθοταν πανω στα πλακακια του πεζοδρομιου που τα εκαιγε ο ηλιος ολη μερα.Δεν
ξεχωριζες την ηλικια της,μονο τα ματια της.Μεγαλα,πολυ μεγαλα.Δεν μιλουσε,σε κοιταζε. Την προσπερνουσαν.Την προσπερασα κι εγω.Βιαζομουν.Ομως σαν να την ειχα ξαναδει παλιοτερα…..Δεν θυμομουν.Στις 8 ειχε αρχισει να δροσιζει.Φυσουσε απο τη θαλασσα.Ξαναπερασα.Η κοπελα εκει κατω.Ηταν η ωρα που ο κοσμος εβγαινε βολτα και γεμιζε παλι τα πεζοδρομια.Μα προσπερνουσε.Σαν να μην υπηρχε.Σαν να ηταν ενα πλακακι του πεζοδρομιου.Τι κι αν στο πεζοδρομιο ειχαν πεσει δυο μεγαλα ματια……
Διαβαζοντας το κειμενο αποψε,ειπα πως το κοριτσι ειναι μια πετρα που επεσε κατω στο πεζοδρομιο και που ποτε δεν θα γνωρισει κανενα
κηπο αφου θα μεινει παντα εκει,γιατι σαν να θυμαμαι πως την ειχα ξαναδει καποιες φορες πριν δεκα χρονια κατω σε εναν πεζοδρομο.
αντιο αργυρη χιονη. αντιο.
Αιώνια στη μνήμη όλων μας, Αργύρη:
Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε
Επιμύθιο Ι
Αν δεν σηκώνετε, πότε-πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ
Αν περπατάτε κοιτώντας συνέχεια ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.
Στα 18 μου (το 1998) του είχα στείλει ένα γράμμα με κάποια ποιήματά μου στο Θροφαρί.
Μου απάντησε με πέντε μήνες καθυστέρηση.
Μου έγραψε ότι άργησε να απαντήσει, όχι από αμέλεια, αλλά επειδή είχε καεί το σπίτι του.
Τα γράμματά του στην χειρόγραφη απαντητική του επιστολή, ήταν τα πιο όμορφα γράμματα που είχα δει στη ζωή μου.
Ο Θεός ας αναπαύσει την ευαίσθητη ποιητική ψυχή του. Αιωνία του η μνήμη.
Τον ποιητή Αργύρη Χιόνη τον γνώριζα απ΄ το έργο του και τελευταία από διηγήσεις κοινού φίλου.
Πριν από λίγο καιρό, στο στέκι του Σ. Γαβριηλίδη, ήταν η μέρα του. Από τύχη βρισκόμουν στην Αθήνα και μπορούσα να πάω. Όμως δε μου το επέτρεψαν οι ισχυρές συνήθειες. Κυρίως όμως αυτή η κρύφια εμμονή που καθορίζει την ανεπαρκειά μου καθημερινά, ότι υπάρχει πάντα χρόνος.
Είπα, δεν πειράζει θα έχω μια άλλη ευκαιρία.
Αλλά τώρα πια δεν υπάρχουν ούτε ανύποπτες συνήθειες, ούτε ευκαιρίες να βολέψω ετούτη την ανάγκη.
Μονάχα το φως στην πηγή, σαν ορυκτό ακόμη.
ΣΥΜΒΑΝ
Σκότωσε
όλα τα περιστέρια
κι έφτιαξε ένα μεγάλο πουπουλένιο μαξιλάρι.
Ύστερα,
έπεσε να κοιμηθεί
εν ειρήνη.
Το ποίημα αυτό ο Αργύρης Χιόνης το έγραψε σε ηλικία 17 ετών και όπως ανέφερε στο περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ τχ 26, ήταν ένα ποίημα που τον σημάδεψε..
Πες μου με τι μαχαίρι θα κοιμηθείς
Να σου πω με τι πληγή θα ξυπνήσεις!
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ