Μουσική: Κώστας Παρίσης
Στίχοι: Σοφία Κολοτούρου
Τραγούδι: Δώρος Δημοσθένους
Cd το πρώτο προσωπικό του Δώρου Δημοσθένους με τίτλο
ΟΝΕ FOR THE ROAD,
Μικρή Αρκτος 2009
ΙΝ ΜΕΜΟRΙΑΜ
Μνήμη Ηλία Λάγιου It’s a Mad Mad Mad Mad World divx
Ώρες πολλές, στο πνεύμα της μποτίλιας
που ʽχει από χρόνια τόσα υποταχτεί.
Λυκόφως• ίσα πέφτει από της γρίλιας
τʼ άνοιγμα η νύχτα –που αργεί.
Γύρισμα ο τροχός, πτώση της μπίλιας.
Να το ζερό: έχει ήδη τριπλοβγεί.
Τρεις ήταν, λέει ο μύθος ο αστικός-
και λέγανε για θάνατο στʼ αστεία.
Γενιά μεταπολέμου, μαύρο φως-
σκεφτήκανε να παίξουν μια κηδεία
για πλάκα ή για το θρύλο –ποιός
σαν φάρσα αναμασά την ιστορία;
Πιο ευάλωτος, το χάρισμα του Λόγου
μπέρδεψε στιγμιαία ο Ποιητής,
μʼ ένα χορό αναίτιο του Ζαλόγγου,
με κάλεσμα μιας μυστικής φωνής
και μια σκηνή από θέατρο παραλόγου
να τώρα, παίζεται απʼ τους τρεις:
Μπαλκόνι, τρίτος όροφος, βραδάκι-
αμήχανη η πράξη η τελευταία.
Χαλί απλωμένο μοιάζει το Κουκάκι.
Ζαλίζεται και στρέφει στην παρέα-
Θα πέσει; Δεν θα πέσει; Ένα γελάκι
στην ύστερη στιγμή του, τη μοιραία.
Ζυγιάζεται για λίγο στο μπαλκόνι,
ανάμεσα σε γη και ουρανό,
στον Καρυωτάκη η σκέψη του σιμώνει,
καθώς και στον Αλέξη Τραϊανό.
“Πατέρα, έρχομαι” μόλις που αρθρώνει,
τρεκλίζει -κι αγκαλιάζει το κενό.
8/10/2005
ημέρα της κηδείας
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί
και στο βιβλίο Αν-επίκαιρα ποιήματα,
Εκδόσεις Τυπωθήτω 2007
ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ 2009
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Όπως μας κατατοπίζει η επιμελήτρια του τόμου, κυρία Άννα Περιστέρη στο σημείωμα που συνοδεύει την έκδοση:
Η ανά χείρας έκδοση συγκεντρώνει, υπό τον τίτλο Ποιήματα, όσα ποιητικά έργα εξέδωσε ενόσω ζούσε ο Ηλίας Λάγιος, ήτοι δεκαπέντε ποιητικές συλλογές ή «πράξεις», όπως τις ονόμαζε, και τα ποιήματα με τα οποία μετείχε σε δύο συλλογικά έργα ή «συμπράξεις»: το Τριώδιο, το οποίο συνεξέδωσε με τους ποιητές Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη (Άγρα 1991), και την Ανθοδέσμη, με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη (Άγρα 1993).
Όσοι αγαπούν την ποίηση του Ηλία Λάγιου πιθανότατα έχουν ήδη τα περισσότερα από τα βιβλία που εξέδωσε. Ωστόσο, είναι επίσης πιθανόν να μην έχουν τις εκτός εμπορίου ή εξαντλημένες συλλογές που εξέδωσε (τις πρώτες 2 με το ψευδώνυμο Αλέξης Φωκάς το 1981 και το 1984 και τη Συνεστίαση με το όνομά του το 1991).
Προσωπικά δεν τις είχα, και αυτός ήταν ένας πολύ καλός λόγος για να πάρω και τον συγκεντρωτικό τόμο. Γιʼ αυτό τον λόγο επέλεξα να τον παρουσιάσω σήμερα στους φίλους του Ποιείν, στους οποίους αναμφίβολα το έργο του Ηλία Λάγιου είναι γνωστό από χρόνια. Ένας τόμος φτιαγμένος για να θυμούνται, καθώς λένε, οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι για το έργο αυτού του μεγάλου ποιητή μας.
ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ (από το Τριώδιο)
Genova dvd
Πού να ‘ναι και τι να ‘χουν απογίνει
τ’ αγοροκόριτσα τα περιστέρια;
Της νύχτας μου δροσίζαν την οδύνη
λαγόνες αντρικές, γυναίκεια χέρια,
με καθαρό χρυσάφι αγορασμένα.
Για σας είχεν ο πόθος μου καρπίσει
και σας είχα, ω χαρές μου, τραγουδήσει,
της Συγγρού τα κλωνάρια τ’ ανθισμένα.
Η γλυκύτατη Τζένη από την Κρήτη,
το υδάτινο τραγούδι της Φαλήρου
η Μαρίνα, η Σαμπρίνα που Αφροδίτη
αναδυόταν στους αφρούς του ονείρου•
σεμνά κορίτσια, αγόρια μυρωμένα,
μοσχοβόλαγεν η ήβη τους λεμόνι.
Ερμαφρόδιτη πίκρα τα πληγώνει
της Συγγρού τα κλωνάρια τ’ ανθισμένα.
Τι ν’ απόγινεν η ‘Αννα τ’ αηδονάκι,
που έψελνε στης Φραντζή τα οκνά φανάρια,
της Πωλίνας το τριαντάφυλλο κορμάκι
που έναν Μάρτη το κέρδισα στα ζάρια•
Τζούλη, Στέλλα -κορμιά καμαρωμένα
που ‘χαν μ’ όλους τους τρόπους αμαρτήσει;
Πληρωμένη ηδονή θα τα λυγίσει
της Συγγρού τα κλωνάρια τ’ ανθισμένα.
Πρίγκηψ, αν κάπως αγαπάτε εμένα
και θέλετε να σας γελάσω, ελάτε
τώρα που ξημερώνει να με πάτε
στης Συγγρού τα κλωνάρια τ’ ανθισμένα.








Ο Λάγιος έπινε τσάι τα πρωί διαβάζοντας Σολωμό στην κάμαρα του, όπως γράφει ο ίδιος σε ποίημα του.
Έπινε φραπέ 3 τα ξημερώματα σε πλαστικά ποτηράκια, περίκλειστος, σε άλλο ποίημα.
Τα Ballantines τα’ πινε με τα φιλαράκια του, ίσως, αλλά προτιμώ τη δική του αποτύπωση για την ”εν θανάτω ζωή” που διήγαγε.
Πρώτη φορά που θυμάμαι να διάβασα κάτι για τον Λάγιο, ήταν η παρουσίαση της ”Αρπαγής της Κούτας” στην εφημερίδα.
Θα διάβασα κάποιους στίχους τότε, αλλά δεν αγόρασα βιβλίο του.
Πληροφορήθηκα το θάνατο του από την εφημερίδα.
Μετά από λίγες ώρες, επισκέφθηκα την ”Πολιτεία” να ρίξω μια ματιά σε νέες κυκλοφορίες. Καθώς ξεφύλλιζα κάποιο βιβλίο διαπίστωσα ότι οι υπάλληλοι είχαν κάνει πηγαδάκι σε μιαν άκρη και μιλούσαν χαμηλόφωνα για το θάνατο του Λάγιου.
Παρακινήθηκα -ποιος ξέρει απο τι- και πήγα στο ράφι με τα ποιήματα του.
Ίσως εκείνη τη μέρα ίσως λίγο αργότερα αγόρασα δύο βιβλία. Αγόρασα και ένα τεύχος του ”Αντί” αφιερωμένο σε κείνον. Και μετά έψαξα και στο δίκτυο.
Ο θάνατος ενός ποιητή, λειτουργεί έτσι κι αλλιώς μέσα μας και θέτει πολλά ερωτήματα για τη δική μας σχέση με το θάνατο.
Ίσως να πλησιάζουμε το έργο του πιο πολύ τότε, απορώντας πώς κάποιος ήδη νεκρός μπορεί να πεθάνει, ή πώς κάποιος αθάνατος μπορεί να απωλέσει κατά κυριολεξία το α- το στερητικό που του πρόσφερε μεταφορικά το έργο του, ή ποιος ξέρει για ποιο άλλο λόγο.
Τώρα περί νεκροφιλίας, αν έχετε να μου προσφέρετε έναν στίχο, όπως ” Κώστα τώρα ξέρω τι όπλισε το χέρι σου” θα σας ήμουν ευγνώμων, θα μου σώζατε τη ζωή. Αν όχι, για σκεφθείτε τη νεκροφιλία σαν πηγή έμπνευσης.
Ο δαίμων του μπλογκολογίου, αφαίρεσε μια παράθεση μου ανάμεσα στις δύο τελευταίες σας.
[και καλώς βέβαια όσα λιγότερα τόσο καλύτερα]
Το μήνυμα σας ελήφθη. Θα διαβάζω την ποίηση ώσπου να πέσει το δόντι που λένε και οι οπαδοί του Ζεν. Ήτοι να αναδυθεί το νόημα με σάρκα και όστα μέσα στο στόμα και να υποχωρήσει η υλική διάσταση του αναγνώστη στο βάρος του νοήματος.
Εδώ βέβαια έχω μια μικρή ένσταση τουλάχιστον για τη σύγχρονη ποίηση στην πλειοψηφία της, ότι εκεί το νόημα απουσιάζει. Κάτι που καθιστά τη σύγχρονη ποίηση μαύρη τρύπα. Όλα οργανώνονται διατακτικά γύρω απο εκεί που θα΄πρεπε να βρίσκεται το νόημα, ώστε να υπαινιχθούν την παρουσία του αλλα φευ! Το νόημα ωστόσο είναι μεγάλο κεφάλαιο οπότε ας μην επεκταθώ και καταναλώνω χώρο.
”Χάρηκα που ανταλλάξαμε λέξεις, φανταστείτε ότι είναι χέρια που χαιρετιούνται…” Εκτιμώ τη φράση σας αυτή, είναι αληθινή. Χαίρομαι και γω ειλικρινά για την επικοινωνία.
Είναι, νομίζω, για τον κλεινόν Λάγιο Πέρση που έγραψε προ αιώνων Δίων ο Χρυσόστομος:
«Οι μεν αλήτην, οι δε φτωχόν,
οι δε τινες και φιλόσοφον
εκάλουν»!
[Εν Αθήναις περί φυγής]
Κοντά στις ορθές επισημάνσεις των φίλων που προέτρεξαν, ιδίως για την ανάγκη μελέτης του ποιητικού έργου του, θυμίζω και την κριτική και μεταφραστική συμβολή του. Συγκρατώ και λίγους στίχους από τον R. Burns
που ο ίδιος ο Ηλίας Λάγιος μετέφρασε:
«Πορώδης πολιτεία, τ’ όνομά της είναι
Ελευθερία (…)
θα ήθελα να κορέσω
τον κάθε πόρο με την ακτινοβολία σου, την ελευθερία της (…)»
(στα 1983, κοινή εκδοτική προσπάθεια των Ν. Βαγενά και Η. Λάγιου με τίτλο Μαύρο φως).