Η δημοσιογράφος και ποιήτρια Στέλλα Βλαχογιάννη, μεταφέρει το ραδιοφωνικό της Ιατρείον Ασμάτων

(κάθε Τετάρτη, 24:00-1.00, Δεύτερο Πρόγραμμα, 103,75) και στο διαδίκτυο, στη διεύθυνση http://iatreionasmaton.blogspot.com/. Εκεί τα αερικά της λόγια παίρνουν τη σάρκα των λέξεων, που συνθέτουν την πιο ευαίσθητη, προσωπική και ταυτόχρονα αιχμηρή, εκπομπή του πολιτιστικού ραδιοφώνου, τα τελευταία χρόνια. Δείγματα των σκέψεών της παρουσιάζουμε σήμερα στο Ποιείν (πρόκειται για αποσπάσματα από διάφορες εκπομπές της). Συντονιστείτε!

Υ.Γ. Από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος κυκλοφορούν και τα δύο της βιβλία, “Η θλίψη του Σώματος” και “Ιατρείον Ασμάτων”.

Περισσότερα εδώ: http://www.poiein.gr/archives/1484/index.html, http://www.poiein.gr/archives/486/index.html

Η ποίηση είναι ζωή και θάνατος σε συσκευασία ευχής για όποιον την γράφει και κατάρας για όποιον την καταλαβαίνει. Δεν έχω συμπέρασμα. Δεν οφείλω άλλωστε. Τι είμαι εγώ; Τι άλλο είμαι εγώ παρά μία που θέλει να τελειώσει τη ζωή της όπως την άρχισε: με ένα αβάσταχτο ουρλιαχτό.
*
Από τα βιβλία κρατήθηκε. Διάβαζε διάβαζε κάτι ψιλοέγραφε μεγάλωνε. Δεν είχε κάποιον να μοιραστεί το φόβο το κλάμα την κρυμμένη χαρά. Η ξένη πόλη δεν χαρίζεται. Ή θα σε καταπιεί ή θα σε κομματιάσει. Η μικρή διάλεξε το δεύτερο. Κι έγινε μοίρα της. Ό,τι αγαπά να την τρώει σαν αρρώστια, ό,τι αγγίζει να την λεηλατεί, όπου αφοσιώνεται να την προδίδουν. Λάθος λάθος λάθος. Δεν μεγαλώνει έτσι κανείς -πόσω μάλλον δεν ωριμάζει. Κρύφτηκε λοιπόν στο μυαλό της. Και δεν βγήκε από εκεί ποτέ.
*
Στη μια φτερούγα μου έγραψα ότι φταις. Στην άλλη όμως, που δεν την έχει διαβάσει μέχρι σήμερα κανείς, γράφει ότι εγώ φοβήθηκα, εγώ έκανα πίσω, εγώ τρελάθηκα, γιατί πίσω από τα μάτια μου κρυφά σε περιμένω -ερώτηση είναι αυτό ή διαπίστωση; Το ζαλισμένο αίμα μπλόκαρε τις αρτηρίες, χρόνια μετά χρόνια πριν, όλα ένας στρόβιλος μια μάσκα θεάτρου που γελάει και κλαίει ταυτόχρονα, το κοινό χειροκροτεί μόνο στην πτώση του ακροβάτη, κύριε διευθυντά του τσίρκου μπορώ ν αλλάξω νούμερο διεύθυνση δέρμα; Νευρικό βάδισμα από την μιαν άκρη ως την άλλη γιατί είναι και μέρες είναι και νύχτες που βγαίνεις από το σώμα σου και επισκέπτεσαι ταπεινά ή και άγρια κάθε σου ναρκωμένη επιθυμία.
*
Λόγια, λόγια, λόγια. Από πού μπάζει τελικά ο άνθρωπος; Από πού τσακίζει; Καθένας έχει τη χαραμάδα του την αποκλειστική. Άλλος πέφτει στο πάτωμα από μια σιωπή, άλλος σέρνεται για μιαν ερώτηση που δεν μπορεί να απαντήσει, κι άλλος χώνεται στα μπουκάλια ολόκληρος να φαίνεται αλλά να μην είναι. Κοινός παρονομαστής στην άλωση της ψυχής; Κανένας.
*
Οι μικρές σιωπές της κάθε μέρας σκεπάζουν με σκόνη τα αισθήματα. Τα αγάλματα της επιθυμίας θρυμματίζονται αχάιδευτα κάθε στιγμή που κοντά σου δεν. Το σπίτι γεμίζει καπνούς, δεν είναι τα τσιγάρα, δεν είναι οι ζωές μας, τι καίγεται λοιπόν τόσα χρόνια κι ακόμα είναι άκαυτο; Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω. Μη μου ζητήσεις εξηγήσεις… έχω.
*
Έκλαιγε αλλά κρυφά από τους άλλους. Εκείνοι που ερωτεύονται τα αγάλματα έχουν από τη φύση τους μια τάση να κρύβονται. Ίσως γιατί γνωρίζουν τη σκληρότητα του ανεπίδοτου αισθήματος διότι τα μάρμαρα ριγούν, πώς ν’ ανταποκριθούν διαφορετικά; Διότι τα αγάλματα είναι κι αυτά άνθρωποι που έμειναν ακίνητοι για πάντα και τους πέτρωσε η σκόνη του χρόνου. Τίναζε τα μαλλιά της κι έτρεχε στα ποτάμια να λουστεί, χειμώνα καλοκαίρι με την ίδια λαχτάρα. Ήθελε νερό συνέχεια απάνω της να τρέχει. Να την κοιτάζεις, να βλέπεις να ρυάκια στο κορμί της αλλά να μη μπορείς να ξεχωρίσεις τα δάκρυα. Τέτοιος αυτοκαταστροφικός νάρκισσος.
*
Το θέλω μου το τάχα ανύποπτο/ στο πάτωμα ριγάει ανείπωτο/ ξανά. Ε και τι άλλο να κάνει; Τουλάχιστον τα πατώματα τα ξέρει καλά. Και σε τραγούδια και σε ζωή. Κι ύστερα τι περιμένεις να συμβεί; Να καλύψεις τόσους αιώνες σιωπής με μια κουβέντα; Και τι έχεις να δώσεις; Σκοτάδι, νύχτα φόβο. Γι αυτό σου λέω. Μάζεψτα και μην τα απλώνεις. Δε σε παίρνει. Πέρασες. Τουλάχιστον ο ματαιωμένος ύπνος σου έχει πάλι μιαν εικόνα να δακρύζει.
*
Τελικά η δικιά μου η γενιά ήταν πιο ανθεκτική, μου φαίνεται. Θυμάμαι λέγαμε τσιτάτα του στυλ: όποιος φοβάται πάει και κοιμάται, λέγαμε: τα καλά κορίτσια πάνε για ύπνο τα κακά πάνε παντού…. Σήμερα καλά κακά κορίτσια κι αγόρια μόλις πάει 12, άντε να πω και μία, πυζαμούλα και κρεβάτι διότι ξυπνούν νωρίς. Κι εμείς δουλεύαμε ρε παιδιά από τα 19 μας χρόνια. Τι να πω; Τι να πιω; Φταίνε τα νάτρια και τα κάλια και οι σίδηροι και οι αιματοκρίτες που τα τινάξατε νωρίς νωρίς στον αέρα; Δεν ξέρω, άλλης ειδικότητας είμαι εγώ. Τέλος πάντων θα το δεχτώ, τι να κάνω; Καλόν ύπνο να έχετε. Κι επειδή, μολονότι δεν είμαι Σκορπιός. κατά καιρούς τη ρίχνω τη τσιμπιά μου σας εύχομαι: με δαίμονες να κοιμηθείτε μ αγγέλους να ξυπνήσετε.
*
Μου είπαν… είναι σύμπτωμα υγείας να ξεχάσεις τη μέρα που πέθανε η μάνα σου. Φέτος μου συνέβη, μόλις την περασμένη εβδομάδα, ύστερα από οκτώ χρόνια. Ταράχτηκα όταν το ανακάλυψα μέσα στα λόγια του αδελφού μου. Αυτό ήτανε; Την ξέχασα; Δηλαδή τώρα είμαι καλά γιατρέ μου; Άστε με κάτω. Θέλω να της βάλω ένα τραγούδι.

Χρόνια περιφρονημένα – με τη Σωτηρία Μπέλλου

*
Ξέρεις μαμά το θέμα είναι να με ξεχάσεις εσύ. Να φύγει η υγρασία σου από τα μάτια μου, να μη σκοτώνω τους ανθρώπους για να μ αγαπήσουν, να έχω πάλι ύπνο μέρα και νύχτα στις σωστές τους ώρες. Και πάνω από όλα μαμά να μπορέσω κάποτε ν αντέξω να πω ή ν ακούσω τη θανατηφόρα λέξη: αντίο.
*
Την έβδομη ημέρα ο θεός τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του, έβαλε τις παντόφλες του κι έκατσε επιτέλους ν’ αναπαυτεί και ν’ απολαύσει το έργο του. Από τότε οι Κυριακές μπαίνουν κρυφά στα σπίτια των ανθρώπων κλείνουν τις κουρτίνες τα ραδιόφωνα κατεβάζουν τον γενικό. Όποιος βγει να πάρει εφημερίδα και τσιγάρα δεν μπορεί να επιστρέψει, δεν έχει τρόπο να μπει σπίτι του. Όσοι είναι μέσα κρύβονται, κάνουν πως κοιμούνται, σωπαίνουν για 24 ώρες, να περάσει η επήρεια της κούρασης του θεού. Από τότε οι Κυριακές έγιναν ημερήσιες εκδρομές στις τύψεις μας και ο τελευταίος ασπασμός σε ό,τι παρ όλα αυτά αγαπήσαμε.

Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα. Εδώ η μουσική ακούγεται και, καμιά φορά, πονάει κιόλας. In the Cut release