Ιωάννης της Κλίμακος, Ι On the Line movie full
Είμαι ανεβασμένος πάνω σε μια σκάλα
και κοιτώ τον κόσμο
πίσω από τον φράχτη.
Σκοπεύω για τους συνανθρώπους μου
τούτης της όχθης
της άλλης να φωτογραφίσω τα μεράκια
ό,τι κινείται δηλαδή με σχετική ζωηράδα:
καΐκια φευγαλέα φώτα γιορτών πλοίων
σεκλέτια αφραγκίες και μεζεκλίκια
ανθρώπους αξεδιάλυτους των μπαρ
τους ίδιους καθώς τρέχουν να κρυφτούν
σε υπόστεγα θυέλλης κηδειών γάμων
πολιτικής αντάρας
κι άλλα
της οπτασίας
της Ιστορίας
τρεχάτα γεγονότα
αλλά πάνω στη σκάλα
σαν να τα βλέπω τώρα επί ματαίω
τρέμουν τα γόνατα
και πρέπει να κατέβω
μ’ ένα μονάχα δίλημμα:
ήταν η σκάλα μου ασταθής
ή οι εικόνες μου άστατες
και δεν φωτογραφίζονται.
Εορταστική περίληψη του κόσμου
Ζώα προθυμότατα κι ευέλικτα φυτά
αγνές αυγές χαδιάρικοι νοτιάδες
κερήθρες μυστηρίου θροΐσματα στοιχειών
κι εν μέσω
άνθρωποι πρόσχαροι
χλιδής και μέθης.
Μόλις εβγήκαν
αμέσως διάβασαν τους χάρτες στα ψηλαφητά
ανάστησαν με υπομονή πόλεις και ζούγκλες
και βάλαν τα καλά τους:
τι χρώματα ζωηρά τι κέφια έγχρωμα
και τι πετάγματα κι ανθοφορίες
αύρες λιτές και σώματα σαν αύρες
όλα κι όλοι πανέτοιμοι για Κυριακές.
Που όμως
όπως οι θάλασσες προς τις στεριές
έτσι κι αυτές
άρχισαν να μετατοπίζονται
Δευτέρες μαστορεύοντας, Τρίτες και Πέμπτες.
Και τώρα
τι μέγα λάθος ενδυματολογικό
τι πίκρας πρίμο αγέρι
τι αφέλεια
τι ευπιστία.
Ένα κερί
Αυτό το κερί που άναψα
περαστικός από τον οίκο Σου
δεν είναι η προσευχή μου
για να Σε φτάσει εκεί ψηλά
δεν είναι οι παρακλήσεις μου
ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα
που εναπέθεσα σε Σένα.
Η καθαρότητα της ύλης του
δε συμβολίζει το ακηλίδωτο
της πρόθεσής μου
και η μαλακή του υφή
καθόλου δεν υπόσχεται
την εύπλαστη μεταστροφή μου
στη μετάνοια
όπως οι αλληγορίες εγγράμματων πιστών Σου
ξέρουν να τυλίγουν.
Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τα’ άλλα
όμως αυτό
ανάφτηκε για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ
θα λάμπω.
Καθώς πλησιάζει η ώρα
Λένε πως πλησιάζει η ώρα
κι ίσως να ‘ναι αλήθεια.
Ποιος όμως πρέπει να κριθεί;
Μήπως κι εμείς που ζήσαμε
μόνο με το άκουσμα των πρώτων Σου θαυμάτων;
Εκείνους μόνο γιάτρεψες
για να πιστέψει τώρα ο κόσμος
των υγειών σε Σένα.
Εκείνους μόνο
γιατί εμείς που ακολουθήσαμε
στρατιές στρατιών
ανάπηροι της Ιστορίας
ζήσαμε
άλλοι μέσα στις μάταιες προσευχές
κι άλλοι μέσα στον πόνο απεγνωσμένοι.
Ουδέτερος ελεήμων σαν ελπίδα ωχρή
μας άφησες να σε αντικαταστήσουμε:
Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.
Εσπερινός της Αγάπης
Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυό
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά που πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν
οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;3 Acts of Murder the movie











Γιάννης Βαρβέρης, ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ
Χέρι θρασύδειλο τί θες εκεί
χέρι φιλύποπτο σα μάνας χέρι τί γυρεύεις
στον πυρετό μου όσος κι αν είναι μη
μη μου τραβάς απ’ τη μασχάλη το θερμόμετρο
μην προσπαθείς σαν πάντα να με ταξιδέψεις
σ’ ένα κενό ισόβιο μέσο ύψος
είσαι ή δεν είσαι τελικά δικό μου, χέρι μου
ποιον πυρετό πιστεύεις, πες
ποια πυρκαγιά προσκύνησες ποτέ σου
ξέρω, δεν ήτανε στο χέρι μας
να τρίψουμε θερμόμετρα του πάθους
άσε τουλάχιστον να βλέπουμε
τα δέκατα που απέμειναν
να μας τρομάζουν.
(Ο ποιητής, διαλέγει τώρα νέους δρόμους.
Κι αν δεν τους ακολουθούμε, τους παρακολουθούμε. Με αγωνία. Να αποκτηθεί εν τέλει, μια κάποια μετοχή στην αγωνία του. Η τελευταία, κάπως να συνδεθεί με τη δικιά μας. Να επι-κοινωνήσουμε. Χωρίς το θαύμα.)
Δείτε επίσης το σημείωμα των Τεφλόνιων, για την παρουσίαση της εν λόγω συλλογής στο Μέγαρο Μουσικής:
http://teflon.wordpress.com/2009/02/13/%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82-%c2%ab%ce%ad%ce%bd%ce%b1%cf%82-%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%cf%82-%ce%bc%cf%8c%ce%bd%ce%bf/
Καλησπέρα σας κύριε Βαρβέρη και κύριε Leo Ferre.
“Ο Θάνατος το στρώνει” & “Αναπήρων πολέμου” κι άλλα πολλά έως και το “Ο άνθρωπος μόνος” διατηρείτε κατά την κρίση μου μία αξιοζήλευτη, σταθερή, ισοτονική, συγκεκριμένη, ισότοπη… πτήση με το αερόστατο του Φιλέα Φογκ.
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης & Υ.Φ.Λ.
!*!
Διαβάζοντας το σχόλιο του κ. Γιώργου Μίχου μου ήρθε ακαριαία στο νου και σας το μεταδίδω εκείνος ο από τα άστρα στίχος του κ. Γιάννη Βαρβέρη (συγχωρέστε με εάν τον μεταφέρω λανθασμένα)… “Πρότεινε τσιγάρο ο θάνατος στον Νίκο Εγγονόπουλο κι αυτός τ’ απάντησε
sans filtre… “.
Ευχαριστώ
Κώστας Ρεούσης
“Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.”
και χωρίς τους ακτιβισμούς του καναπέ (όπως κάπου διάβασα τον ωραίο αυτό όρο)…
Σε λίγο πολλοί θα κλείσουν τα φώτα
και θα κοιμηθούν ήσυχοι το βράδι
πως πρόσθεσαν ένα λιθαράκι..
Φώτα παρακαλώ
κι άλλα φώτα…
η σωτηρολαγνεία
και η ανέξοδη-αναίμακτη-φτηνή μαζική συμμετοχή
γεννούν στην εποχή μας
τα μεγαλύτερα καθάρματα..
Τους έχοντες την συνείδηση καθαρή
και ήρεμη.
Αθλιότητες.
Και κάμποσοι άλλοι άφησαν τα φώτα ανοιχτά απόψε, κύριε Αραβανή, αλλοι αδιαφορώντας, άλλοι αρνούμενοι πεισματικά να υποκύψουν στο κέλευσμα της ημέρας. Κάποιοι μάλιστα άναψαν επίτηδες και φώτα που δεν χρειάζονταν, τόσα φώτα που ίσως ποτέ άλλοτε δεν άναψαν, μόνο και μόνο για να δείξουν την απέχθειά τους σε τέτοιες πάνδημες εκδηλώσεις “ανέξοδης-αναίμακτης-φτηνής μαζικής συμμετοχής”.
Αναρωτιέμαι, όμως, ανάμεσα σε όσους βρέθηκαν απόψε στην κατασκότεινη Πνύκα, ανάμεσα σε όσους γιόρτασαν τη Γη στο Σύδνευ, στη Σιγκαπούρη, στο Παρίσι, είναι δυνατό να μην υπήρξε ούτε ένας ποιητής; Είναι δυνατό να μην υπήρξε ούτε ένας σκεπτόμενος άνθρωπος που να άφησε “τους ακτιβισμούς του καναπέ”, τις διαμαρτυρίες στα ιντερνετικά φόρα και να συντάχθηκε μαζί με τους άλλους, ηλίθιους και μη, που έσβησαν απόψε τα φώτα;
“Το θαύμα ήταν πως ζήσαμε χωρίς το θαύμα” – ναι! Κι αν το θαύμα αυτό είναι ανώτερο από όλα, ίσως να ‘ναι ακριβώς γι’ αυτό: γιατί ακόμη κι αν πάψαμε να πιστεύουμε στον Ένα, δεν πάψαμε να πιστεύουμε ο ένας στον άλλο.
Καλή νύχτα να ‘χουμε!
Επειδή διακρίνω ειρωνεία στα λόγια σας, θα απαντήσω δια της ευθείας οδού.
Κατ’ αρχήν ποιητής και σκεπτόμενος άνθρωπος δεν είναι συνώνυμες λέξεις, μην τα συγχέετε.
Δεύτερον, αυτοί που άνοιξαν περισσότερα φώτα είναι το ίδιο γελοίοι με αυτούς που τα έκλεισαν για μια ώρα και μετά κάθησαν με τις ώρες στην τηλεοραση να απολαύσουν το κατόρθωμά τους.
Το “φώτα κι άλλα φώτα” ήταν φυσικά μεταφορικό.
Η “ώρα της Γης” είναι κάθε δευτερόλεπτο.
Κι αυτοί που πασχίζουν για τη Γη, δεν μαζεύτηκαν χθες στην Πνύκα και αλλού με σημαιούλες, κοκα κόλες και άλλα γιορταστικά, ενθύμια της μέρας.Αυτοί ανώνυμα και αθόρυβα πασχίζουν κάθε μέρα. Έστω όμως και να μαζεύτηκαν κάποιοι, μπράβο τους.
Εγώ αναφέρθηκα σε αυτούς του σπιτικού καναπέ.
Ελπίζω να αντιληφθήκατε τα λόγια μου σωστότερα.
Και κυρίως να “κατεβάσετε” λίγο τους ποιητές…
Καλημέρα
Εγώ προσωπικά κ. Αραβανή (άσχετο σχόλιο με το παραπάνω) δεν κατεβάζω τους ποιητές.
Αρνούμαι.
Τους έχω πολύ ψηλά.
Αυτοί να πάνε να ανεβούνε και να πάψουν να ευτελίζονται.
(μπορούν όμως;)
Κι αυτό, όσον αφορά για φώτα κι όχι για φωτάκια, διάττοντες, κεράκια, αναπτηράκια κι άλλα συναφή. Και όχι φλόγες.
“Mehr licht”
Μα όχι μόνον τότε, αλλά πάντα πριν. Διακαώς και πεισμόνως.
Αγαπητέ κύριε Αραβανή, δεν μπορώ να αρνηθώ την ειρωνεία που διακρίνετε στα λόγια μου. Ωστόσο, δεν είναι σκόπιμη, πόσο δε μάλλον στοχευμένη στην άποψή σας. Ίσως το θέμα που θίγετε είναι ειρωνικό εκ φύσεως. Η δε “ευθεία οδός” που επιλέγετε είναι ο δρόμος της σωτηρίας του γράφοντα, όχι η έξοδος από την ειρωνεία.
Την ίδια οδό θα προσπαθήσω να ακολουθήσω κι εγώ.
Δεν παρερμήνευσα τα λόγια σας. Αντιλήφθηκα (πιστεύω) ακριβώς το νόημα (ή την α-νοησία) που έχουν για σας τέτοιες εκδηλώσεις, άποψη που εν πολλοίς συμμερίζομαι κι εγώ. Ο βαθύτερος λόγος της αρχικής μου αντίδρασης-απάντησης στο σχόλιό σας ήταν η εκ μέρους σας καταδίκη όσων έσβησαν χτες τα φώτα για λίγο κι ύστερα κοιμήθηκαν τον “ύπνο του δικαίου”. Τι να κάνουμε, υπάρχουν κι αυτοί. Ο κόσμος όμως προχωρά, έστω και “πλην Λακεδαιμονίων” (http://www.kavafis.gr/lections/content.asp?id=46). Όμως για να γίνουν περισσότεροι όσοι, συνειδητά, υπεύθυνα και με συνέπεια, θα σέβονται τη Γη, χρειάζεται παιδεία και κίνητρο. Κι αν τα κέντρα που καλλιεργούν αυτή την παιδεία είναι τα ίδια που ενθαρρύνουν την “ανέξοδη-αναίμακτη-φτηνή μαζική συμμετοχή”, τα ίδια που γεννούν στην εποχή μας τα μεγαλύτερα καθάρματα, θα περίμενα η κριτική σας να στρέφεται κυρίως εκεί, κι όχι στο ανέκαθεν εύκολο θύμα, τους ανθρώπους.
Σας ευχαριστώ για την επικοινωνία.
Να είστε καλά,
Παναγιώτης Πάκος
Κύριε Πάκο,
προσωπικά δεν πιστεύω πια ούτε στοχοποιώ “κέντρα-ασσύμετρες απειλες-εξωγήινους” κτλ.
Τα βέλη μου στον άνθρωπο. Το ίδιο ένοχος όσο και όταν αθωώνεται.
Αυτή η ατιμωρησία του απλού ανθρώπου, η μετατόπιση ευθυνών σε αόρατους αιτίους, κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά. Και στην εποχή μας που οι επιλογές είναι περισσότερες από ποτε, τουλάχιστον σε επίπεδο τέχνης και μη κυβερνητικών οργανώσεων, η ευθύνη βαραίνει τον κάθε άνθρωπο.
Δεν συμμερίζομαι λοιπόν την άποψή σας.
Kυριε Βαρβερη , Καληνυχτα
φιλοξενουμαι για λιγο στο σπιτι της ποιησης σας, αλλα οσο ζεστασια κι αν αισθανομαι εκει σε λιγο θα σημανει η ωρα της αναχωρησης για να μετακομισω καπου αλλου. Η περιπλανηση μιας ξενης δεν τελειωνει ποτε, οσα απολιθωματα ανθρωπων υπαρκτων και να αντικρυσει. Στις δεσμες των αμεριμνων ποιητων, δεν φιλοξενειται η ζωη γιατι δεν φτανει.. και οταν ειναι αρκετη για να υπαρξει ζωντανη αποζητα ενα εγω νεκρικο μηπως και ξαναγεννηθει.
Έχω την εντύπωση ”αδελφοί εν poiein” πως ο Γιάννης Βαρβέρης δεν μιλάει με το θεό αλλά με τη συνείδηση του. Θα μου πείτε ότι αν η συνείδηση μας δεν είναι ο θεός τότε ποιος είναι; Πάντως τεράστια η διαφορά ανάμεσα σ΄ ένα θεό μέσα μας κι΄ ένα θεό κατακέφαλα. Ζήτημα που το έχουν κουβεντιάσει και οι αρχαίοι έλληνες. Χαμένο είδος θα μου πεις. Ναι αλλά τα γραπτά μένουν. Ίσως ο Βαρδάρης να μην είναι γνήσιος έλλην ή απόγονος του Ερεχθέως, είναι όμως ‘΄ελληνικός” εδχώ και χρόνια.
Και τώρα για τις Αριστοφανικές τάσεις των απανταχού σχολιαστών. Ο Αριστοφάνης εκτός των άλλων τσάκιζε και κόκκαλα. Σύγχρονο έλληνα στο ύψος του Αριστοφάνη δεν γνωρίζω. Με πιο δικαίωμα τότε τσακίζουμε κόκκαλα. Και έχει ο τόπος αυτός ανάγκη στα ζητήματα τέχνης και δη της ποίησης, το τσάκισμα των οστών;
Λέγουν πως όσοι γράφουν δεν μπορούν να διαβάσουν τα γραφτά των άλλων. Εγώ νομίζω πως όποιος θέλει να γράφει πρέπει πρώτα να μάθει να διαβάζει τους άλλους. Να ένα κόλπο: προσωπικά, επειδή ο χρόνος είναι ελάχιστος, επιμένω και διαβάζω τουλάχιστον αυτούς που τους ζηλεύω. Καλό πράγμα η ζήλεια αν αποτελεί μέρος ή αφορμή δημιουργίας. Θα έλεγα πως κάθε άσπρο χαρτί γεμάτο θα πρέπει καταρχήν να είναι σεβαστό. Ακόμα και οι λογαριασμοί για τα έξοδα του μηνός. Υπάρχει βέβαια μια σεβαστή και άξια και ταλαντούχα κατά τα άλλα δέσποινα των γραμμάτων, που από καιρού εις καιρόν από τις σελίδες εφημερίδων που αρθρογραφεί, και όταν δεν έχει μάλλον άλλο θέμα πρόχειρο, ρίχνει και μερικούς κεραυνούς κατά των αδικιορισμένων που τις στέλνουν γραφές χωρίς τάλαντο. Εγώ θα έλεγα χωρίς εκπαίδευση και μόνο από προδιάθεση. Ούτε μια συμβουλή προς δόξαν της ανανέωσης. Έχεις καρέκλα; Συμβούλεψε πως την αξιώθηκες. Ποιοι και τι σου έσβηναν κάθε φορά. Ανοιχτά, στο οξυγόνο. Όχι στις κρύπτες των πυραμίδων ή στις θεωρείες περί θεικού και μόνο δάκλτυλου. Αλλά και έτσι να είναι προς τι το καμάρι αφού κάποιος άλλος μερίμνησε για το τάλαντο ανευ προσπάθειας ή βασανιστικής πορείας. Ας μη μιμούμεθα τέτοιο στυλ. Δεν αξίζει για ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Χρειαζόμαστε βοήθεια για να αντέξουμε την αγένεια, την αδιαφορία, την έκπτωση, είτε πρόκειται για καταξιωμένους, είτε για προσπαθούντες, είτε για οχειρομένες ομαδούλες. Βοήθεια Ρε……
Επιστρέφω στον Γιάννη Βαρβέρη. Εγώ ζήλεψα. Και γι΄ αυτό επιμένω.
<>
<>
Ευχαριστώ για τη δυνατότητα επικοινωνίας.
ΣΧΟΛΙΟ Β, για αυτά που χάθηκαν στο σχόλια 13 από λάθος.
Αντιγράφω προς κατανόηση γιατί ζήλαψα:
……Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τ’ άλλα
όμως αυτό
ανάφτηκε για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ
θα λάμπω.
…….αλλά πάνω στη σκάλα
σαν να τα βλέπω τώρα επί ματαίω
τρέμουν τα γόνατα
και πρέπει να κατέβω
μ’ ένα μονάχα δίλημμα:
ήταν η σκάλα μου ασταθής
ή οι εικόνες μου άστατες
και δεν φωτογραφίζονται.
ΣΧΟΛΙΟ 15.
Συγνώμη για το ΒΑΡΔΑΡΗΣ αντί Βαρβέρης του σχολίου 13. Αν και ως άνεμος ο Βαρδάρης είναι ότι πρέπει για κάθε ποιητή.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ : ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ
΄Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει ,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του ,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου ,
τα ” έγκριτα ” λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθ’ όλα κριτικοί
προσεύχοντε στο μηδέν ,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους ,
ταίζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα ,
στη Γρενάδα , στο Μάλι .
Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο ,
το κέρμα της δόξας ,
του διαδικτύου την αναγνώριση ,
παραποιούν στίχους ,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους ,
μέσα απ’ τα κελιά τους
γράφουν
για τ’ απέραντο γαλάζιο ,
για έρωτες , κοχύλια ,
επαναστάσεις , πεταλούδες , θεωρείες
θεωρείματα , τάσεις , υπερτάσεις ,
παραστάσεις ,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους ,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε ,
για ένα επαίτη
που είδαν μέσα απ’ τη κλειδαρότρυπα ,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα ,
την άγια νύκτα ,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ ,
ποτέ ,
ποτέ
για το χασμουρητό τους .
Διογένης Γαλήνης
21.02.08
@16
Ποίηση απόψε δεν τον νοιάζει
Πρώτη νύχτα
Που νυστάζει
Κώστας Μόντης