Οι μάχες που εκτυλίσσονται στα σπλάχνα μου ακολουθούν μιαν ιδιότυπη κοπτική και ραπτική: κόβουν μίσχους από τα πιο απίθανα ερεθίσματα για να ράψουν αρώματα βλάσφημων, χιμαιρικών ανθέων. Ως άλλος Frankenstein αγαπώ τα τέρατά μου αλλά, αρχικώς, τα κρύβω, διότι γνωρίζω ότι αν οι άνθρωποι τα μισήσουν, θα βρεθώ ενώπιον σκληρού, μοιραίου διλήμματος: να στραφώ κατά των τεράτων μου ή κατά των ανθρώπων; Επιλέγω να στρέψω τα τέρατά μου στους ανθρώπους. Υπέρ τους, κατά τους, ας αποφασίσουν οι άνθρωποι την τύχη των τεράτων μου μέσα τους. Αν ήμουν σεμνός, θα δημιουργούσα τη σεμνότητά μου˙ όχι τέρατα.
Κατά την προσφιλή αφιέρωση των ελεύθερων ωρών μου, προσφάτως παρακολούθησα στον κινηματογράφο το φιλμ «The Day The Earth Stood Still». Πρόκειται για έργο επιστημονικής φαντασίας, στο οποίο, για πολλοστή φορά, εξωγήινοι επισκέπτονται τη γη. Τη συγκεκριμένη φορά, οι προθέσεις της επίσκεψής τους σχετίζονταν με τις οικολογικές τους ευαισθησίες: οι εξωγήινοι, εκμεταλλευόμενοι την τεχνολογική τους υπεροχή έναντι του ανθρωπίνου είδους, έρχονται με στόχο να το αφανίσουν, προκειμένου να προστατεύσουν τον πλανήτη που το φιλοξενεί. Ενδιαφέρον. Σε μια φυσιοκεντρική θεώρηση, ο από μηχανής θεός σώζει το οικείο πλανητικό οικοσύστημα.
Ο επικεφαλής των εξωγήινων, σε δεδομένη χρονική στιγμή της ταινίας, ευρίσκεται στον οίκο ενός νομπελίστα επιστήμονος, ο οποίος επιχειρεί να τον μεταπείσει. Την ώρα που ο βραβευμένος επιστήμων επιχειρηματολογεί επί του διατί ο αφανισμός του ανθρωπίνου είδους δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα της περιβαλλοντικής κακοποίησης, τα μεγάφωνα του οικιακού ηχοσυστήματος αναπαράγουν τις περίφημες «Goldberg Variations». Ο εξωγήινος, τότε, εστιάζει την προσοχή του στο αιθέριο άκουσμα, έχοντας τοπικές συσπάσεις συγκίνησης στο κατά τα άλλα ανέκφραστο δέρμα του προσώπου του. «Eίναι Bach», του απευθύνεται η συνεργάτιδα του βραβευμένου επιστήμονος, κι εκείνος αποκρίνεται «είναι πανέμορφο».
Παρακολουθώντας τη σκηνή, στα τελικά κομβία των νευρώνων μου εκκρίνεται η αναρώτηση περί του τι σκέπτονται τριγύρω μου οι άνθρωποι της κινηματογραφικής ομήγυρης. Αποφαίνομαι για το φάσμα των σκέψεων τους ως εξής: από το «σκάρτο το φιλμ απόψε» ως το «αχ, τέχνη» (έστω κι αν θα την προτιμούσαμε μετατοπισμένη προς το λαϊκότερο από τα ηχεία του επιστήμονος και, γενικώς, από όλα τα ηχεία). Όμως εγώ σκέπτομαι άλλα. Οι νευροδιαβιβαστές μου τρελαίνονται, υδροξύλια αντικαθίστανται, οξυγόνα αυτομολούν και συνάψεις αναδιανέμονται ετοιμάζοντάς με για το δελτίο ειδήσεων των βίαιων εκπολώσεων των άσεμνων νευρικών κυττάρων μου, που ώσεις τετριμμένες ούτε το σαββατόβραδο δεν καταδέχονται.
Παραλλάσσω το σενάριο, κρατώντας σταθερές τις προθέσεις του εξωγήινου: αφανισμός των ανθρώπων προς προστασία της γης. Καμία υπεροχή, όμως, του εξωγήινου πολιτισμού στο τεχνολογικό επίπεδο. Σαφής υπεροχή, ωστόσο, του εξωγήινου πολιτισμού στα ζητήματα της τέχνης: ουράνια λόγια μέσα στην ποίηση, καινοφανείς αστραποβόλες μορφές στα γλυπτά, ζωγραφική που καταστρατηγεί απαξάπαντα τα δεδομένα της ανθρώπινης οράσεως, γεννώντας πρωτόγνωρα ρίγη οπτικής ηδονής εξωγαλαξιακής προελεύσεως.
Η ώρα της μάχης καταφθάνει. Τη θύρα του λαβυρίνθου μου κρούει ο Valéry: «Ένας μοντέρνος καλλιτέχνης οφείλει να χάνει τα δύο τρίτα του χρόνου του προσπαθώντας να βλέπει ό,τι είναι ορατό, και κυρίως να μη βλέπει ό,τι είναι αόρατο» . Ο Valéry τραβά το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου, επιτακτικά ζητώντας τη συμμόρφωσή μου στη θέση της κινηματογραφικής αιθούσης, όπου το μυοχαλαρωτικό τούτο δίωρο ανήκει. Με πληροφορεί πως η σκέψη μου δεν είναι παρά μία φαιδρή, μη αξιοποιήσιμη ασυναρτησία, επιστρατεύοντας ένα σωρό λογικά επιχειρήματα για να με πείσει.
Το δεξί εγκεφαλικό μου ημισφαίριο γραπώνει, τότε, ο Γιάννης Λειβαδάς:
Ο θάνατος είναι
Ώριμες μπανάνες
Ό,τι χειρότερο
Θα μπορούσα να σκεφτώ
«Αν η χειρότερή σου σκέψη», μου λέει ο Γιάννης Λειβαδάς, «είναι οι ώριμες μπανάνες, τότε ποιητής δε λέγεσαι αν το θάνατο ντραπείς με τη χειρότερή σου σκέψη να υβρίσεις». Κοφτά τελειώνει:
Η γραφή είναι γεμάτη από τον ποιητή
σαν θαλάμη.
Ο Valéry και ο Λειβαδάς κονταροχτυπιούνται μέσα μου ανηλεώς. Είναι αδύνατον να προβλέψω την έκβαση της διαμάχης τους. Αντίθετα, γνωρίζω καλά ότι το έργο πρόκειται να τελειώσει με θρίαμβο της ανθρωπότητας. Περίεργος καθώς είμαι για τις αβεβαιότητές μου, γράφω το ποίημα, εγκαταλείποντας τις ετυμηγορίες και τα σχόλια σε σας:
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΩΝ ΕΞΩΓΗΙΝΩΝ
Απόψε οι εξωγήινοι θα ʼρθουν ένοπλοι
αλλ’ όχι με τα συνήθη τους
εξελιγμένα πολυβόλα.
Ποιήματα, νότες και γλυπτά
θα ʼχει η υπεροχή τους
κι όλη τους η τεχνολογία
θα εξαντλείται στα περίτεχνα πινέλα τους.
Απόψε το έργο πάλι θα τελειώσει
με θρίαμβο της ανθρωπότητας
όμως οι άνθρωποι
για μια, έστω, φορά
στα σπίτια τους, του τέλους, θα γυρίσουν
κλαμένοι που κατατρόπωσαν
τους καημένους τους καλλιτέχνες.
1.Μετάφραση Χαράς Μπανάκου-Καραγκούνη
2.Λειβαδάς Γιάννης, 2008. ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ, ΜΠΙΖΝΕΣ, ΣΦΙΓΞ, Ηριδανός
3.Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Λειβαδά ΑΤΗ











Κι όμως…
οι “εξωγήινοι” αυτοί θα ήσαν μια κάποια λύσις
(κατάλαβα καλά; την ταινία δεν την είδα- δεν την ξέρω, μα τέτοιους “βαρβάρους” θα τους ήθελα πολύ)
ΥΓ. όσον αφορά το πρώτο μέρος, για τα τέρατα, αυτά θέλουν προσοχή διότι κάνουν τερατογενέσεις. Αν είναι ανεξέλεγκτα. Δεν ξέρει κανείς πόσα είναι, πότε και πού θα επιτεθούν. Η μόνη λύσις είναι να συνταχθούν ως στράτευμα, να αναγνωρισθούν, να καταμετρηθούν, να στοιχηθούν, και να πατάσσεται η εκάστοτε ανυπακοή των.
Ο καθένας έχει τα δικά του. Καλό είναι να είναι να χειραγωγούνται εύκολα, και τα επαχθέστερα εξ αυτών να ευνουχίζονται εγκαίρως ώστε να μην πληθύνουν, να μην αυξηθούν ανεξέλεγκτα.
(πάω να ευνουχίσω την φλυαρία μου τώρα, καλημέρα σας)
Καλό σας μεσημέρι κύριε Μουζάκη,
Ο πόλεμος κι η μάχη είναι δημιούργημα της νοσηρής ανθρωπότητας. Κανείς έξω απ΄τη Γη δεν είναι επιθετικός ή… (μονάχα προσγειώνεται κι απογειώνεται).
Σας ευχαριστώ
Κώστας Ρεούσης
&
Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας
!*!
….”βία το θηλυκό του βίου,
οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου…”
Το Υπερθέμα της καταστροφής από μέσα – το γράπωσες θαρρώ άψογα (αντίθετα με όσα διαβάζω στα σχόλια, και ακόμα δεν είδα τίποτα…).
Ποτέ Υπερθέαμα.
(Τώρα θα αρχίσουν τα ακομπανιαμέντα σύμμεικτα…)….
… θα συμφωνήσω με τον κ. Ρεούση.
Σε αντίθεση με τους ενδογήινους, και μάλιστα αυτούς που αρέσκονται να λέγονται “έλλογοι”, ποτέ μου δε φοβήθηκα τους εξωγήινους…
THOMAS DE QUINCY
MURDER CONSIDER AS ONE OF THE FINE ARTS
and John… you have to become blind to see… man!
Saludos
Gas Reousis
Δεν θέλω να ανοίξω κουβέντα, εξάλλου ο Μουζάκης είναι το ζήτημα που απαιτεί σχόλια.
Αλήθεια:…. φίλοι, ο Μουζάκης μιλάει από τη θέση του γήϊνου ή του εξωγήϊνου;
(Η τρύπα πιο μεγάλη από το μακαρόνι….)
Σιωπώ γιατί σήμερα το βράδυ ξαναβαφτίζομαι.
“Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ Ανωφέρεια και Κατωφέρεια”… σας θυμίζει κάτι;
Με τις ευλογίες μου
Πάτερ Κωνσταντίνος
τροφή στο πνεύμα είναι το κείμενό σου
απολαυστικό
Με σαγηνεύουν τα θεριά
αλλά πιότερο οι θηριοδαμαστές τους
Οι λέξεις και οι νότες
που κανένας κόσμος
κανένα πλάσμα είτε γήινο
είτε μη μπορεί να αρνηθεί
την σαγήνη τους
και αν στ αλήθεια βλέπαμε
την Γη αλλά και εμάς
όπως μας αρμόζει
τότε ο καθένας μας
θ’ άνθιζε λέξεις και νότες
Την καλημέρα μου, Δημήτριε
Και εις την σκοτιάν βαθείαν,
εις το απέραντον διάστημα,
τα φώτα σιγαλέα
κινώνται των αστέρων
λελυπημένα
Ανδρέας Κάλβος
Στις αρχές του 22ου αιώνα. Η πυραυλοκίνητη Honda με χαριτωμένους ελιγμούς
εγγίζει το χώρο προσεδάφισης της διαγαλαξιακής βιβλιοθήκης του ΠΟΙΕΙΝ.
Ο μηχανοναύτης φορώντας αντιμετεωριτικό μπουφάν παραμένει για λίγο στο θάλαμο αποσυμπίεσης συναισθήματος και κατόπιν ίπταται ως την είσοδο.
Σκέφτεται, τι καλά που πριν ένα αιώνα τα βιβλία ήταν από χαρτί, τα ξεφύλλιζες, τα άγγιζες, τα μύριζες.
Τώρα τα ποιήματα σε μια μικρή πλάκα από κέβλαρ με πλήκτρα οπτικής αφής
που ανιχνεύουν την κόρη του οφθαλμού, και προβάλλουν σε ολόγραμμα το ποίημα.
Μου είπε ότι το βιβλίο του
ονομαζόταν η Βίβλος της Άμμου
διότι όπως η άμμος ούτε το βιβλίο
είχε αρχή ή τέλος
Χόρχε Λουίς Μπόρχες