Ο Σωκράτης Ξένος (πατήστε στο όνομα) διαβάζει Οδυσσέα Ελύτη ΩΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ & ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ – ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ – ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΤΡΙΤΗΣ (απόσπασμα) από τον συγκεντρωτικό τόμο “Ποίηση”, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)
και σας προσκαλεί
στην παρουσίαση του βιβλίου του “Σημύδες”,εκδ. Ενδυμίων, 2008
που διοργανώνει το “Ποιείν” στο “Αλεκτον”, Σφακτηρίας 23 Κεραμεικός, τηλ. 2103422001,
την Κυριακή 15 Μαρτίου 2009, ώρα 13.00.
Θα μιλήσουν οι:
Ελένη Κονδύλη, ποιήτρια, καθηγήτρια Αραβικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Βασίλης Λαλιώτης, ποιητής, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας
ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ – Οδυσσέας Ελύτης
ΩΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ
Απαλές κοιλάδες έχει ο ύπνος ακριβώς όπως
Και η επάνω ζωή. Μ’ εκκλησάκια που βόσκουν σε χορτάρι εμπρός
αέρα
Που ολοένα μηρυκάζουν ώσπου να γίνουν ζωγραφιές
Η μια την άλλη σβήνοντας σε πλάγιον ήχο. Κάποτε
Περιοδεύουν δύο ή τρία φεγγάρια. Γρήγορα όμως χάνονται
Η ομορφιά κει που ακινήτησε διαρκεί σαν άλλο ουράνιο σώμα
Η ύλη ηλικία δεν έχει. Μόνον ν’ αλλάζει ξέρει. Θες πάρ’ την από
την αρχή
Θες απ’ το τέλος. Ήρεμα κυλάει εμπρός η επιστροφή κι εσύ την
παρακολουθείς δήθεν αδιάφορος
Τραβάς ωστόσο το σχοινί σ’ όρμο Μυρτώον έρμο
Δίχως ούτ’ ένα ελαιόδεντρο να σου απουσιάσει
Αχ Θάλασσα πάνω που ξυπνάς πως ξανακαινουριώνονται όλα!
Μικροί πως χαϊδευτήκαμε και παίξαμε πεντόβολο τα γονικά μας!
Για δες τι σηκωμό σηκώνει μες στ’ ατάραχα ο Σιρόκος ο ύπνιος•
και πως στα δύο τα χωρίζει!
Από τη μια μεριά ξυπνώ και κλαίω για τα που μου επάρθηκαν
αθύρματα
Και από την άλλη κοιμούμαι
Τη στιγμή που ο Ελευθέριος φεύγει και η Ιωνία χάνεται
Μόλις που διακρίνεται λοφίσκος μ’ απαλά κοίλα γεμάτος σγουρά
χλοΐσματα
Κι αντικρύ αντερείσματα σκληρά
Που να φυλάγεσαι απ’ όλα τα ενδεχόμενα• ενώ πρόσφυγες μέλισσες
Κατά σμήνη βομβούν και μια γιαγιά μες στ’ αλιεύματα της
δυστυχίας βρίσκει
Να βγάλει από τα λίγα της χρυσαφικά παιδιά κι εγγόνια
Ξεφόρτωτον κι απ’ το ένα πλάι σε κυλάει ο κίνδυνος και σ’ αγνοεί
Που συ ο ίδιος κάποτε θέλησες να τον αγνοήσεις
Αυτά βέβαια στα ψέματα του ρούχου που φοράς δίχως τη φόδρα του
ν’ αναποδογυρίσεις
Κει που αγγιχτήκανε οι μουτζούρες με τα χρυσά νομίσματα
Όπως τα βδελυρά με τ’ άγια
Παράξενο είναι
Πόσο ακατανόητα ζούμε αλλ’ απ’ αυτό κρεμόμαστε
Χλωρό περιστεράκι του βασιλικού φιλί που σου ‘δωσα επάνω
στο κρεβάτι μου
Και στα γραφτά μου τρεις και τέσσερις ανέμους ανορθόγραφους
Να ζαλιστούν τα πέλαγα όμως
Γεμάτο νου και γνώση ν’ ακολουθεί το δρόμο του κάθε πλεούμενο
Ταλαντεύονται τα γεγονότα και στο τέλος πέφτουν πριν κι από τους
ανθρώπους
Αλλά φανό θυέλλης δεν έχει το σκοτάδι
Πού ‘ναι η Μίλητος πού είναι η Πέργαμος πού η Αττάλεια και πού
Η Κωνσταν Κωνσταντινο ντινοπολίς;
Στους χίλιους ύπνους ένας βγαίνει ο ξυπνητός αλλά για πάντοτε.
Άρτεμις Άρτεμις κράτα μου τον σκύλο της σελήνης
Δαγκώνει κυπαρίσσι και ανησυχούν οι Αιώνιοι
Κοιμάται πιο βαθιά κείνος που έχει περιβραχεί απ’ την Ιστορία
Μπρος μ’ ένα σπίρτο ας την ανάψεις σαν οινόπνευμα
Ποίηση μόνον είναι
Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία
Όπως μπορεί και να τη φαντασθήκαν οι πρωτόπλαστοι
Δίκαιη στα στυφά του κήπου και στο ρολόι αλάθητη.
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ – Οδυσσέας Ελύτης
ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΤΡΙΤΗΣ (απόσπασμα)
Αέτειος τύχη φυσάει κι ολοένα πιο φθοροποιό παρουσιάζονται τα ερείπια. Εγώ τα βλέπω καινούργια με στολή αετού, μεγεθυμένα μες στο μέλλον. Μια γυναίκα ξετυλίγει τον ήχο και τον στρώνει στο δάπεδο. Τα δυο πόδια που φαίνεται να προχωρούν προς τα πίσω εξακολουθούν να έρχονται καταπάνω μου. Ξάφνου ανάβουν τα φώτα και βλέπεις την ηρωίδα του έργου με τα καθημερινά της.
Μυρίζει κλεισούρα εδώ μέσα. Φαίνεται πως ο μικρός του είκοσι εννέα είναι που σκηνοθέτησε την κλοπή. Στην αίθουσα του δικαστηρίου οι δύο γυναίκες από την πολλή προσπάθεια έγιναν τρεις. Ο αγκώνας της μιας είναι συνάμα και κρύπτη. Στο βάθος υπάρχει κι ένας ανδριάς αορίστου εποχής έφιππος. Βουΐζει κι ακούς τα γεγονότα που τρέχουν. Είναι χρόνια τώρα που περιμένω μιαν απόφαση. Μα δεν παρουσιάστηκε κανείς.
Κείνοι που κάναν την παρέλαση θα’ χουν κιόλας τώρα φτάσει στην εκκλησία. Μια κυρία με σταματά και μου ζητάει λίγο νερό. Μια άλλη με κοιτάζει απ’ απέναντι. Φορά μια πλατιά κι ανάλαφρη ψάθα, προσπαθώντας να χωρέσει μέσα της όλον τον ήλιο. Δίπλα της μια μισάνοιχτη πόρτα. Κι η θάλασσα. Μια ελαφριά τρικυμία όπου κυριαρχούν εναλλάξ τ’ αρώματα της μπανάνας και της βιολέτας. Κλυδωνίζομαι κι επιμένω. Έχουνε δίκιο. Το μεγάλο μας όφελος είναι από τις πολλές μικρές καταστροφές. Έτσι εξηγείται πως οι τοίχοι όλοι καίνε και βγάζουν καπνούς, χωρίς να φαίνεται πουθενά φλόγα. Που σημαίνει ότι ο ήλιος ταξιδεύει, και όχι πάντοτε.
Ούτε ξέρει κανείς πως βρέθηκε εδώ. Διαθέτει μια πελώρια κινηματογραφική μηχανή και ίπταται. Με κάθε κλικ εκτινάσσει μικρά καθημερινά αντικείμενα, σφυρίχτρες, χτενάκια, μολύβια, βούρτσες. Μου μπαίνει ο πειρασμός και πλησιάζω. Βάζω με το νου μου ένα παλιό εγγλέζικο τραγούδι για την άνοιξη και περιμένω με δυσπιστία. Πρώτα αισθάνομαι να πέφτει χωρίς λόγο μια λεπτή βροχούλα, και σε λίγο βλέπω από ψηλά λουλούδια πολλά, σκόρπια, σε μπουκέτα και σε ολόκληρα στεφάνια. Σωστός κατακλυσμός. Την ίδια στιγμή που μήτε ακούς μήτε οσφραίνεσαι τίποτε. Αλήθεια θα ‘ναι, φαίνεται, και το ύψος του Κρόνου και το βάθος του Τάμεση.
Αν δεν σου λείψει ένα κομμάτι ζωής, όνειρα μην περιμένεις. Του χα-
μού πάντοτε είναι ιδιοκτήτης ό καιρός, κι εμείς σχεδόν σοφοί αλλ’
ως γέροντες, που ο ύπνος μας μαθαίνει ολόκληρους απέξω. Μας απο-
στηθίζει. Το εικοσιτετράωρο μας είναι μια συνεχής ανάκριση. Είναι
χρόνια τώρα πού περιμένω μιαν απόφαση. Στην πραγματικότητα
όμως δεν υπάρχει τίποτε. Κάθε καθρέφτης έχει κι από ‘να δικό του
είδωλο που, μόλις πάω να κοιταχτώ, με αλλοιώνει. Κατά λάθος μα-
θαίνει κανείς και μυστικά που περνούν γι’ αλήθεια. Μολονότι τόσο
εκτεθειμένη στο φως δεν ξεβάφει.
Η παρέλαση ακόμη συνεχίζεται. Μπρος πάνε οι σαλπιγκτές και πί-
σω τους οι βαθμοφόροι με τα διακριτικά τους. Από το πλάι στη δια-
δρομή προφταίνουν να ιδρυθούν ζαχαροπλαστεία και ζυθοποιεία.
Σκέφτεσαι τι σπουδαίο θα ήταν να μπορούσε όλος ο τελευταίος πό-
λεμος να χωρούσε σ’ αυτό το τετραγωνάκι. Τώρα οι πρώτοι θα έχουν
φτάσει κιόλας στη στροφή του δρόμου και θα πλησιάζουν στο λιμά-
νι. Με το που αρχίζει να σκοτεινιάζει, ό καφετζής της γωνιάς σκαρ-
φαλώνει σ’ ένα τραπέζι για να κρεμάσει ένα φαναράκι. Μόλο που δεν
έχει δεύτερη παράσταση απόψε. Ετοιμάζομαι να τρομάξω.
Ακούγεται μια βοή. Θα ‘ναι τα γεγονότα που ολοένα τρέχουν. Με-
ρικά παραχαραγμένα σαν χαρτονομίσματα. Ζητώ ν’ αγοράσω αξιο-
πρέπεια σαν αυτή των ελεφάντων που απομακρύνονται για να πεθά-
νουν. Είναι μέρες τώρα που ανεβοκατεβαίνω σκαλιά χωρίς να βρί-
σκω το σπίτι μου. Θα πρέπει να γραφτεί και το τελευταίο κεφάλαιο
της ιστορίας, για να δω αν ανήκω στη φυλή σας. Δε μου αρέσει.Όλα
τελειώνουν κάποτε.








wishing I was here
Κύριε Γιώργο Ξένο, με όλο το σεβασμό, μόλις άκουσα την απαγγελία σας του “ΩΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ”.
Δυστυχώς δεν μπορώ να μην κρύψω το γεγονός ότι σας λείπει… το νεύρο της γραφής του συγκεκριμένου ποιήματος που γράφτηκε από τον ποιητή στο Πόρτο Ράφτη.
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης & Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας
!*!
Πράγματι κύριε Μίχο και είχε γίνει και θέμα με τις φωτογραφίες που τράβηξε ο ανεκδιήγητος κύριος Νίκος Δήμου. Το Πόρτο Ράφτη το αναφέρω γιατί στην πρώτη έκδοση της ποιητικής συλλογής “Στα δυτικά της λύπης”, όπου και περιλαμβάνεται το εν λόγω ποίημα, στον κολοφώνα του βιβλίου αναφέρεται επί τούτου η τοποθεσία και ο χρόνος συγγραφής των ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη, όπως επίσης και η συνήθεια του στις τελευταίες του συλλογές να τις κυκλοφορεί την ημέρα των γενεθλίων του. Να μην ξεχνάμε ότι ήταν το τελευταίο του βιβλίο που κυκλοφόρησε όσο ο ποιητής βρισκόταν στη ζωή. Το “Εκ του πλησίον” κυκλοφόρησε (αν και έτοιμο και με τις οδηγίες του ίδιου) μετά το θάνατό του ή την επιστροφή του στο επεκέκεινα. Το χιούμορ σας δεν το σχολιάζω, θέλω να πιστεύω ότι είστε περισσότερο σοβαρός από το να παίζεται με λέξεις που δεν μπορείτε να αντιληφθείτε. Σας ευχαριστώ
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης & Υ.Φ.Λ.
!*!
Παρόραμα
ΕΠΕΚΕΙΝΑ και όχι επεκέκεινα. Με συγχωρείτε.
Αναφορικά με το νεύρο που αναφέρω έχει να κάνει με τη χροιά της απαγγελίας και με την εκφορά του ποιήματος που τονικά και όχι μόνο είναι τουλάχιστον… υπνωτική/ο σε αντίθεση με το τι;… το ποίημα. Να είστε πάντα καλά.
Κώστας Ρεούσης
κ. Ρεούση
Παρακαλώ
Αλλά κοιτάξτε: Γιώργος Ξένος εδώ δεν υπάρχει.
Υπάρχει όμως ο Σωκράτης Ξένος
Μα μην του λέτε πώς ν` αγαπήσει
Ο έρωτας, ακόμα και αυτής της μορφής, έχει αυθορμησία,
δε βγαίνει σε κοπή κατά παραγγελίαν αντιγράφου
Και φυσικά δεν πρέπει να σας παρεμβάλω μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία
Είναι μια προσωπική εκσπερμάτωση…
Ανταποδίδω το σεβασμό,
μπορείτε να επιστρέψετε ήσυχα στη γνώμη σας
Ο Σωκράτης Ξένος αγαπάει και αγαπιέται με όλα τα νεύρα του σώματος και της καρδιάς
δεν χρειάζεται και τη φωνή
Σωκράτη, σε ευχαριστούμε για το χθεσινό απομεσήμερο
που έμοιαζε σαν αμάξι ήρεμο
στην ανηφοριά.
Και εις άλλα με υγεία.
Καλημέρα σας κύριοι Σωκράτη Ξένο, Γιώργο Μίχο και Σπύρο Αραβανή.
1. Να με συμπαθάτε για το “Γιώργος” αντί για το “Σωκράτης”. Εκ παραδρομής η αλλαγή και παρασυρόμενος από το πρώτο σχόλιο του Κ.Γιώργου Μίχου.
2. Να αντικαταστήσουν οι Κρέοντες τις Αντιγόνες.
3. Κύριε Αραβανή προς θεού ότι σχολίασα δεν είχε να κάνει με μομφή προς τον κ. Ξένο.
4. Και σε κανέναν δεν λέω πώς να αγαπήσει. Ο έρωτας είναι όπως τα δαχτυλικά αποτυπώματα… μοναδικός.
5. Επιμένω πως “ΩΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ” αγαπημένος της Σελήνης… εγείρομαι από ύπνο αιώνιο διατηρώντας αιώνια μια άλλου είδους ομορφιά.
6. Και σεβαστή η προσωπική σας εκσπερμάτωση όπως και του καθενός.
7. Η ποίηση χαράσσεται για ν΄απαγγέλετε και κάθε απαγγελία έχει την ΏΡΑ της.
Ευχαριστώ και με συγχωρείτε για τα όποια παροράματα
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης
Γράψτε μου κ. Ρεούση μια διεύθυνση, να σας στείλω τις σημύδες κι η ισυρή συγγένειά μας, η αγάπη για την ποίηση και τους ποιητές, τα κάλυπτε φαίνεται αποξαρχής όλα, μα, κακώς, το παραβλέψαμε λιγάκι
κιαν γνωρίζετε ή συναντήσετε κάποτε τη Ρωξάνη με το “Ψιχάδι” της στη Λεμεσό δώστε της, παρακαλώ, ζωντανούς χαιρετισμούς απ’ τον Ξένο
Σας ευχαριστώ
(sokratisxenos@yahoo.gr)