
ευχετήρια κάρτα του Δημοσθένη Αγραφιώτη
Κώστας Τουρνάς, και αλφαβητικά: Κυριακή Αδαλόγλου, Ζ. Δ. Αϊναλής, Αντώνης Αντωνάκος, Σωτήρης Π. Βαρνάβας, Θοδωρής Βοριάς, Γιάννης Βούλτος, Μιχάλης Γελασάκης, Αντώνης Γεωργίου, Διόνυσος, Μιλτιάδης Θαλασσινός, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Έφη Καλογεροπούλου, Γιώργος Κεντρωτής, Σοφία Κολοτούρου, Ελένη Κονδύλη, Θανάσης Κριτσινιώτης, Μόσχος Λαγκουβάρδος, βασιλική λόη, Ευφροσύνη Μαντά – Λαζάρου, Νίκη Μαραγκού, Λίλη Μιχαηλίδου, Δημήτριος Μουζάκης, Έκτωρ Πανταζής, Σωτήρης Παστάκας, γιώργος πήττας, Γιωργής Σαρακηνός, Δημήτρης Σολδάτος, Γιάννης Τόλιας, Γιώργος Χριστοδουλίδης
2009 μ.Χ.
(μουσική-στίχοι: Κώστας Τουρνάς)
Πώς θα είνʼ ο κόσμος μας,
πώς θα είμαστε εμείς
το 2009.
Πώς θα ζούμε άραγε
που θα είναι όλα αλλιώς
και ποιά θα είναι τα νέα.
Το 2009…
Τότε πού θά ʽμαι ʽγω,
θά ʽμαι 60 χρονών
και συ ελπίζω να φαίνεσαι νέα.
Και τα παιδιά μας
δεν θά ʽχουν καμιά
διαφορά με σένα και μένα.
Τότε που ο πλανήτης μας
θά ʽναι οπλοστάστιο
κι οι δρόμοι θα μοιάζουν μʼ αρένα.
Νά ʽσαι αισιόδοξη,
όλα θα περάσουνε,
μετά από τη νύχτα είνʼ η μέρα.
Το 2000 και πέρα…
Όταν όλοι οι τρελοί
που τον κόσμο κούρασαν,
μακριά μας θά ʽχουνε φύγει.
Τότε πια, γυναίκα μου,
μας ανήκει όλη η Γη
και τότε θα ζήσουμʼ ωραία.
Το 2009…
Κυριακή Αδαλόγλου, (άτιτλο)
Από παιδί λάτρευα τα Χριστούγεννα.
Λαμπιόνια και κεράκια.
Ξόδευα όλο το χαρτζιλίκι μου σε δώρα.
Ποτέ δε μου άρεσε το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα». Τόση μελαγχολία…
Όχι πως έχω μειωμένη την κοινωνική συνείδηση. Αλλά, βρε αδερφέ,
δε βλάπτει λίγο φως μες στη μαυρίλα μας.
Σαν τη μικρή με τα σπίρτα στην παγωνιά κάθομαι,
ανάβω μία μία τις ελπίδες μου, μάταια, δεν με ζεσταίνουν, καίγονται,
μια δυο τελευταίες μού απόμειναν,
τις κρατώ εναγώνια, μήπως κι αλλάξει κάτι.
Ένα cd σαν προβολέας πάνω μου:
«Απόψε η σκέψη μου δε βρίσκει άκρη,
απόψε λύγισε κι η αντοχή».
Χριστούγεννα του 2005
Οι δυο τελευταίοι στίχοι είναι από τραγούδι του Β. Κορακάκη, το «Πρώτο φθινόπωρο».
Ζ. Δ. Αϊναλής, Επικήδειος ΙΙ
Στη μνήμη του Αλέξανδρου-Ανδρέα Γρηγορόπουλου
Ήταν πʼ αγάπησες νωρίς το υδαρό λυκόφωτο της λήθης
παρά τη θέληση σου κι έπειτα να βουλιάζοντας
τους θύλακες της μνήμης κι η μαύρη ζούγκλα φυλακή
μια μαύρη άσφαλτος βυθός χαλί βαθύ που να βουλιάζοντας
νύχτα βαθιά μεσάνυχτα και η κραυγή πυρίτιδα να σπάζοντας τον τρόμο
Τώρα μια πυρκαγιά απλώνεται σε δάσος μαύρο νηνεμία
και τα τσακάλια από παντού μέσα από κόγχες χθόνιες
να ουρλιάζοντας μέσα στις στάχτες δρασκελώντας
με μια φωνή οργή το αίμα στον αέρα
κανένας λιόντας βασιλιάς δε θα σκυλεύσει τον νεκρό μας
Κανένα φως εξάρχειο στο πύρωμα του δρόμου
Paris,
13 – 15 Δεκεμβρίου 2008
Αντώνης Αντωνάκος, ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΑΡΚΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΟΠΕΛΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ
Ήμασταν κι οι δύο έτοιμοι για έρωτα
καθώς για ώρα μ’ άγγιζε μεσ’ το λεωφορείο.
Χάιδευα με τα χέρια μου τη φούστα της
το εξαίσιο λινό που άναβε το δέρμα
κι ένοιωθα με τα δάχτυλα
το λαστιχένιο της κιλότας περίγραμμα
και μύριζα μασχάλη βαθιά καθώς
κρατιότανε το χέρι της από τον πήχη του αστικού
εκλιπαρώντας οργασμό το χνώτο του κορμιού.
Και κατεβήκαμε εκεί σε μιαν άγνωστη στάση
με λύσσα και οι δυο πατώντας το κουμπί.
Τρέχοντας με τα τέλεια αρματωμένα μας κορμιά
στην αγκαλιά του πάρκου να χωθούμε.
Αρχίζοντας συνομιλίες τρυφερές, με κείνες
τις γλυκές σιωπές του έρωτα.
Κι όπως η καύλα μας χτυπούσε στα μελίγγια
κι οι γλώσσες μας αχόρταγα ζευγάρωναν
άγρια έσκισα εγώ τη μουσκεμένη της κιλότα
αφήνοντας σημάδια με το λάστιχο στο αφηνιασμένο της κορμί.
Κι έσταζε ο ιδρώτας στα γυμνωμένα μπούτια
κι ένοιωσα το σάλιο απ’ το φιλί της μεσ’ τα αυτιά μου
να το στεγνώνει ο άνεμος.
Κι ένοιωσα το λαχάνιασμα και το ζεστό της κόρφο
της μήτρας το λαμπάδιασμα
τα υπέροχα ζεματιστά της χείλη να μου γλείφουν το φαλλό.
Κι εκεί πάνω στην ένδοξη διχάλα
τίναξα τους σπόρους μου.
Κι ήταν αυτό το χύσιμο ανάμεσα στα μπούτια
μια στιγμή αιωνιότητας
καθώς δυο άγνωστοι θεοί τρωτοί και εύθραυστοι
κάτω απ’ τη μυρουδιά των πεύκων και των χόρτων.
Τριγυρισμένοι από μερμήγκια θεατές.
Κι ήτανε μια μεταλαβιά των πάρκων
μια λειτουργία για τα κρησφύγετα των εραστών
τις γιάφκες τις ευλογημένες του έρωτα.
Αυτές που κρύβουν μέσα τους
σπέρματα και προφυλακτικά
κι άλλα της ηδονής απομεινάρια ένδοξα
όπως αυτή την ταπεινή κιλότα
που ξέσκισα με δύναμη.
Όπως αυτά τα άγια εσώρουχα
των εραστών τα τρόπαια
της λιτανείας κοριτσιών το λάγνο αεράκι.
Σωτήρης Π. Βαρνάβας, ΤΡΙΓΜΟΙ
Απʼ το τσαντίρι του κάθε πρωί
ο Αλί μύριζε την αιθάλη
σαν δυνατή γινόταν πιο πολύ
από του δυόσμου την οσμή ή τον ευκάλυπτο
φορούσε τη θέληση σκουτί
έδενε δυνατά τον κίνδυνο στα πόδια του
και με βροχή πατημασιές στις ράγες
έκανε τη διαδρομή για τη φυγή μια σπιθαμή
αντοχή μαλάκωνε το σίδερο
κιʼ από το λήθαργο η πέτρα
αφουγκραζότανε τις φτέρνες.
Τριγμοί
μα το αυτοκίνητο στην παρυφή
αδιαφορώντας για την αφανή φθορά του στο σασί
περήφανο για τον άδειο ουρανό του
γυάλιζε τον καθρέφτη με ομίχλη απʼ τον εαυτό του,
που να σκεφτεί
πως οι φιγούρες του στην άσφαλτο
πρωί και βράδυ κάνουν την ίδια ακριβώς διαδρομή.
Θοδωρής Βοριάς, Πριν φύγει ο παλιός χρόνος
Στο λευκό του χιονιού πιστεύω,
γιατί έρχονται νύχτες που φοβάμαι
πως το σκοτάδι θα εκτελέσει τα όνειρά μου,
γιατί ξεφεύγουν μήνες ή και χρόνια
χωρίς γιατρειά,
με την άσχημη χλομάδα
στην όψη των ημερών.
Το λευκό έκλεψα
από νεογέννητο άγαλμα.
Τα μαύρα γράμματα,
που ήταν φρεσκοβαμμένα στο κορμί του,
τα επέστρεψα στους τοιχογράφους
με συστημένη αλληλογραφία.
Έμαθα πώς παίρνουν αγκαλιά
τα νεογέννητα αγάλματα.
Απόψε θα στείλω ένα εγγόνι μου,
ένα μαρμάρινο ειδώλιο
δώρο σε κάποιον άγνωστο.
Θα ‘ναι μεσάνυχτα σαν θα το λάβει,
θα ‘ναι πρωτοχρονιά,
θα ‘ναι μοναχικός διαβάτης
στους δρόμους του χωριού
κι όλο θα ψιθυρίζει:
«Ο Ιησούς Χριστός γεννιέται
τα σκυλιά βουβαίνονται.»
Γιάννης Βούλτος, Συμβουλή προς κριτικούς
Η Ανάγνωση
Του ποιήματος
Δεν είναι Διάγνωση
Είναι Απόγνωση
Μιχάλης Γελασάκης, Το τραγούδι του εννιά
Ακόμα ένας πάει χρόνος
Ποιος θα κερδίσει το φλουρί;
Και ποιος θα βγάλει το λουρί
Που του περνάνε ταυτοχρόνως;
Ακόμα ένας πάει χρόνος
Ποιος θα τολμήσει να ευχηθεί
Με το κρασί που έχει χυθεί
Στο στόμα του και το χαλί συγχρόνως;
Ακόμα ένας πάει χρόνος
Το ημερολόγιο τιμωρώ
Ποιανής οικογενείας γόνος
Θα ʼναι το επόμενο μωρό.
Έφυγε φίλε το οχτώ
Κι εγώ παράθυρο ανοιχτό
Στο χιόνι του αφήνω
Στρώνω τραπέζι του εννιά
Ορίζω φίλους και γενιά
Και στην υγειά του πίνω.
Ακόμα ένας πάει χρόνος
Τʼ αμπάρια γέμισε του νου
Και δεν με νοιάζει που είναι ο Κρόνος
Και τʼ άλλα αστέρια τʼ ουρανού.
Ακόμα ένας πάει χρόνος
Που ήρθε απειλητικά
Και τον χαιρέτισε ο φόνος
Και σκάνδαλα πολιτικά.
Ακόμα ένας πάει χρόνος
Τι να σου πω, τι να μου πεις;
Ο μόνος είναι πάλι μόνος
Γιʼ αυτό μπορείς και να ντραπείς.
Αντώνης Γεωργίου, ΚΛΑΙΜΕ ΚΑΙ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ
(…) το διάβα τους σέρνει μια χαρακιά πάνω στον κόσμο
Θεοδόση Πιερίδη
Οργή στους δρόμους της Αθήνας, Δεκέμβριος 2008.
Προς τι τόσος θυμός;
Ανέκαθεν οι σφαίρες εκτροχιάζονταν σε κορμιά νεανικά.
Μια χαραμάδα φως πλανιέται πάνω από την πόλη,
ίσως στο διάβα της αφήσει μια χαρακιά πάνω στον κόσμο.
Περισπούδαστες τηλεοπτικές αναλύσεις˙
δεν κατάλαβαν τίποτε.
«Μην μας ρίχνετε δακρυγόνα,
κλαίμε μόνοι μας»,
φωνάζουν τα παιδιά.
Από τον καναπέ μου τι να προσθέσω;
Διόνυσος, Επικοινωνιακή Κλίμακα
Δ–Το δέκα είναι του Θεού ,το μηδέν του Βελζεβούλη!
Γ—Τι μας λές ρε φίλε εγώ ξέρω το 10 το καλό των ακροδεξιών και 0 το σίγουρο των ακροαριστερών με αστεράτο το 5 των κεντρώων που όλοι τους θέλουν και όλοι τους ξεχνάνε όταν τους πάρουν την ψήφο.
Δ—Τα φαινόμενα απατούν κύριε ταιριάζει η σημειολογία αλλά για αυτούς που έχουν ανάγκη τη βαθμολόγηση, κάθε μαθητή της ζωής, κάθε επιμελητή των λαθών του θα σου ξεδιαλύνω επι τόπου το πως μετράμε τους ανθρώπους.
Γ— Κοίτα μη πηδήξεις από κανένα παράθυρο.
Δ—Μα οι βαθμολογίες είναι στιγμιαίες ,ας πούμε τριμήνου και πρόσεξε με: Το δέκα των Θεών ,το εννιά των ποιητών το οκτώ των Κυνικών άντε και των Στωικών…
Γ—Πήρες φόρα έτσι;;
Δ—Φόρα κατηφόρα το επτά των Σοφιστών το έξη των Προφητών ,των μανιωδών διδασκάλων, το πέντε των Επικούρειων.. των fast food ανθρώπων και των αμούστακων αδιαμόρφωτων παιδιών.
Γ—-Μεχρι εδώ γήινα και ουράνια πλάσματα στα υπόγεια;;
Δ—Στα υπόγεια από τέσσερα έως άσσο βάλε όλες τις διαβαθμίσεις της απατεωνιάς, όλα τα εκπεπτωκότα τάγματα αγγέλων με κορυφαίο προς τα κάτω τον ίδιο τον Διάολο τον Πρίγκηπα του σκότους εκεί που στέλνουμε για «εύκολες λύσεις»
Γ— Γιατί τα τσαμπουνάς όλα αυτά που το πάς;;
Τσούγκρισαν τα ποτήρια ήπιαν από λίγο κρασί η τσίκνα μύριζε από το χώρο καπνιστών του μικρού ταβερνείου.
Δ— Εσύ που θα βαθμολογούσες τον πατέρα που σκοτώνει το παιδί του, τη φύτρα του την φυσική του συνέχεια;;
Γ—-Επ τι μου λές τώρα ποιός που πότε, το θέμα των ημερών είναι οι αυτοκτονίες πολιτικών προσώπων, εσύ πως το γυρίζεις στην αρχαία τραγωδία.
Δ—Είναι ένα και το αυτό καταστρέφεις τον εαυτό σου ή το σπλάχνο σου όταν έχεις μεγάλη ηθική κατάπτωση, αλλά νόμιζες άλλα η ζωή σου έβγαλε άκου μια μικρή Ικαντζίδικη ιστορία.
« Στο διάδρομο του ΙΚΑ η συνήθης βαβούρα, στη στάση του τραμ πιό συγκαταβατικά περιμένουμε τη σειρά μας. Βγαίνει ο προηγούμενος χειρουργικός ασθενής, πλακώνονται πέντε να μπούνε μαζί στη πόρτα του ιατρείου με πρώτη διαγκωνιζομένη μια σουρτούκα 65άρα με βαμμένο μαλλί και τεράστια λεκάνη. Πετάγομαι από την θέση μου, με βάσει τι βαστούν στα χέρια τους επιβάλλω την τάξη. Τα τέσσερα είναι ταχείς διεκπεραιώσεις ελεγκτικού έργου , τη βάζω στη θέση της:
«Εσείς κυρία μου τελευταία για να σας δώ καλύτερα». Όντως εντός τρίλεπτου απομονώνομαι μαζί της και ακούω το πρόβλημα. Σε λίγο ήταν λυμένο.
Ψυχοκινητικά απότοκα της κηδείας του αδελφού της σε μεγάλη πόλη της Κρήτης, μόλις επέστρεψε από κάτου και οι εκκρεμότητες υγείας μετά από μια κηδεία αποκτούν ξεχωριστή προτεραιότητα.
Πως χάθηκε ο αδελφός;; Διαβητικός που αυτοκτόνησε με φρικτό προγραμματισμένο τρόπο δέθηκε και έκανε μεγάλη δόση από την ένεση που ως τότε ήταν για αυτόν δώρο ζωής, ώς τότε. Καρφώθηκα στην καρέκλα μου άφωνος, κίνησε να φύγει. Τι τόθελα και ρώτησα. Η αίσθηση του επαπειλούμενου θανάτου το σβήσιμο της λυχνίας εγκεφάλου που γίνεται στην υπογλυκαιμία είναι απεχθέστατη αίσθηση.
Βρήκα λίγο σάλιο ,την πρόκανα.
Δ—Πως τέτοιο κακό;;
Γύρισε αυθόρμητα και χωρίς να της πω στρογγυλοκάθεται. Έψαχνε και αυτή μιαν αφορμή: «Είχε χάσει παιδί 28 χρονών λεβέντη»
«Μηχανάκια» αναρωτήθηκα φωναχτά και κούνησε το κεφάλι ένα απλό κάταγμα κνήμης-περόνης.
«Δεν πήγε καλά το χειρουργείο, καμιά επιπλοκή τόλμησα να αρθρώσω;;» Τα μάτια της ήταν βυθισμένα στο ασυνείδητο. Δυσκολευότανε ή αυτή ήθελε να μου τα πει με τα δικά της λόγια ή τώρα τα σκεφτόταν;
Καλά που δεν την αποπήρα την πριν λίγο σαματαντζού, είχε ήδη κάτσει κάτω από το πετραχήλι που ο κλάδος κέκτηται, βαρειά βασανιστική εξουσία εμπιστοσύνης.
«Δεν έγινε χειρουργείο γιατρέ, αρνήθηκε ο πατέρας, του ζήτησαν 3 φιάλες αίμα και ήταν Μάρτυρες του Ιαχωβά»
Τόπε και ξεθύμανε ένας κόμπος ξεγαντζώθηκε από μέσα της. Ηταν η σειρά μου να σιωπήσω.
«Τον έβλεπε 8 μήνες στο κρεβάτι ένα θηρίο κορμί να μαραίνεται, έκανε όλες τις επιπλοκές. Πως τούρθε τέτοια επιλογή, δεν σκέφτηκε, στο τέλος δεν άντεξε μετά τα σαράντα του παιδιού, τελειώνοντας με τα τυπικά προσευχές μνημόσυνα και τα ρέστα τόκανε και στον εαυτό του, σκληρός και αψύς ο αδελφός μου στις αποφάσεις του»
Μούχε φύγει κάθε όρεξη για κουβέντα, τι να πω., ήδη η ουρά στη πόρτα είχε γεμίσει άκουγα το βουητό της.»
Δ—Συγνώμη σε κούρασα με την μακροσκελή κουβέντα για τη σαματαντζού θεία. Στο περιέγραψα όσο πιό συνοπτικά σήκωνε η τραγωδία, θες κάτι να ρωτήσεις;;
Γ- Μάνα δεν είχε αυτό το παληκάρι, να το βλέπει να μαραίνεται να επαναστατήσει, συνήθως οι γυναίκες έχουν το ένστικτο της επιβίωσης……
Δ—Ήρθε όλη η οικογένεια κόντρα με την ιδεολογία της, τις τράπεζες ιδεών ,τα φετίχ, τις μπούργκες του συγκεκριμένου θρησκεύματος, Αμερικάνικα κατασκευάσματα φόβου.
Γ— Έχουμε γεμίσει ιδεολογίες που μας οδηγούν κατευθείαν στο θάνατο, τι με ρώτησες λοιπόν; .
Δ—Που τον κατατάσσεις λοιπόν τον αυτόχειρα στην επικοινωνιακή κλίμακα;;
Γ—Ε, είναι ξεκάθαρο δυνατός του άσσου, χρήσιμος σαν αρνητικό παράδειγμα, με επαναρθώσιμος παρενέβη και αφαίρεσε μια ζωή, του γιου του με την απόφασή του και την επιρροή του στην πατριαρχική οικογένεια, επέλεξε λάθος παιγνίδι για να παίξει σ΄αυτή τη ζωή. Στο τέλος έδωσε την τελική έξοδο μόνος του μην αντέχοντας το κρίμα. 28 χρονών παληκάρι ,ένα απλό κάταγμα και η άρνηση της μετάγγισης, μεγάλη δοξασία του 19ου αιώνα στέρησε δύο ζωές εν έτει 2007.
Δ— Βλέπω σταμάτησες να τσιμπάς ,σου κόπηκε η όρεξη με την ανθρώπινη ματαιοδοξία, άντε και σε είχα για οχτάρι κυνικό και ψύχραιμο.
Γ—Καλά κρασά να μετρήσουμε άλλη μια φορά το γένος των ανθρώπων στραβά.!
Μιλτιάδης Θαλασσινός (Μαύρος Γάτος), Ματωμένο
Βροντάς
κι αστράφτεις, σαν τις άγριες καταιγίδες
κάλυκες, αιμάτινες ρανίδες
σκορπάς
βλέμμα σκοτεινό, σαν τραγωδία
ψάχνεις αφορμή για μιάν αιτία
πονάς
πάθη και χαμένες ευκαιρίες
ναυάγια, αρχαίες τρικυμίες
βήματα σε λασπωμένο χιόνι
ό,τι τραυματίζει και σκοτώνει
ερευνάς
ν’ αλλάξουν πρόσημο οι Ισημερίες
και χρώμα τα Μαγνητικά Πεδία
ζητάς
φίλα με, στο ματωμένο στόμα
τολμάς;
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης, ΛΕΝΕ ΠΕΘΑΝΕΣ
Στο φίλο μου Μάριο Τόκα
Λένε πέθανες, μα ακούω
φυσαρμόνικα, κιθάρα!
H σπίθα σου, τους εξηγώ,
λιώνει το συρματόπλεγμα,
συγκολλά το και που του τόπου!
Πώς πέθανες; Αφού τα δάχτυλά σου ανυψώνουν το πιάνο με σκάλα σολ,
το ουράνιο τόξο κάνουν άρπα αρχαία,
το χαρτί, πίστα όπου χορεύουν νότες!
ʽΜα είναι κρίμα οι νεκροίʼ, θρηνεί ο Μόντης.
Ζεις στις Συναυλίες σου, λαλώ ο Πατρίκιος,
δραπέτης απʼ το μνήμα, σμιλεύεις
μνημείο μουσικό μου. Σήκω,
οι γιατροί της Μεθιστορίας το δήλωσαν:
ζεις κι απλώνεις το σώμα επουράνια, λευκόπτερος, εν χορδαίς και οργάνοις.
Καθώς σε θρηνούν, σε συντροφεύω
φωνή δεύτερη ή ισοκράτη, διάλεξε.
1 Γενάρη 2009
Αποκλειστική δημοσίευση στο «Ποιείν»
Φιλολογική Πρωτοχρονιά «ποιείν» στο ΑΛΕΚΤΟΝ”
Εφη Καλογεροπούλου, ταξιδεύοντας
δέν θα πάμε.
το ξέρω.
σε κάποια ναί.δύο,τρία,ίσως.το πολύ.
στα άλλα όχι.σίγουρα όχι
τα ταξίδια εννοώ.
αυτά πού κάθε βράδυ
σχεδιάζουμε γελώντας
και περνάμε όμορφα
και σ΄αγαπώ ακόμα
κι όταν στίς λεπτομέρειες διαφωνούμε
μα στο τέλος συμφωνούμε
και ξέρω πώς ξέρεις και εσύ
ότι δέν θα πάμε σε όλα
όχι τουλάχιστον σε όλα.
και περιμένω με χαρά απόψε
και πάλι το επόμενο ταξίδι
να σχεδιάσουμε,το δικό μας.
αυτό πού δέν θα πάμε.
Γιώργος Κεντρωτής, ΘΗΤΕΙΑ
Και γυψ και φρούραρχος στου σώματος τα ρείθρα
και ερυθροχίτων γαριβάλδης των θελγήτρων,
που ελύτρωνε τα νούφαρα από των ελύτρων
τις πάχνες, άχνιζε με ανάσες την κηρήθρα
των ανασσών. Το μέλι ομού με την ξινήθρα
τού απόσταζαν ζωμούς ασμένως, και με φύτρων
βαριές σπαθιές αυτός εθέριζε των κίτρων
εκλάμψεις, που θα ετήλωναν και κολυμβήθρα.
Των μόσχων ανεδείχθη μέγας οικονόμος,
των στενωπών μηχανικός και λογοθέτης.
Πλην ξέμεινε από φρούραρχος κι απ’ όρνιο οικέτης
κλεισμένος στον οντά τού όντως όντος. Όμως
χαμένος στις περιδινήσεις των θωπειών,
καταπώς λέγαν κι οι αρχαίοι, ώχετο απιών.
Σοφία Κολοτούρου, ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ 2008/2009
Έντονα φώτα, που ταιριάζουνε στο χιόνι,
σε πολιτείες Βόρειες, σʼ ουρανούς
περίκλειστους και γκρίζους, σε τοπίο
που ένα πολύμηνο χειμώνα υποδηλώνει
κι ανθρώπους κουρασμένους και ψυχρούς
που κουβαλούν των πάγων το φορτίο.
Τα φώτα ετούτα ανήκουν στο Βορρά,
στη μέση του χειμώνα, που τραβάει
σε μάκρος, σαν σκιά στους τόπους
που παιχνιδίσματα γυρεύουν, λαμπερά
του ήλιου, που το Νότο ευλογάει
κι εμάς, τους τυχερούς ανθρώπους.
Το ηλιοστάσιο του χειμώνα το γιορτάζουν
οι Κέλτες και οι Σάξονες για χρόνια,
μʼ ένα μανδύα ωραίο, χριστιανικό.
Μα εδώ στο Νότο, ψεύτικα φαντάζουν,
κακόγουστα, τα φώτα στα μπαλκόνια,
σαν θέαμα τσίρκου και βλαχαδερό.
Τα δέντρα, φορτωμένα πορτοκάλια,
νεράντζια, μανταρίνια, στραφταλίζουν
με τις ακτίνες του ήλιου, το Γενάρη-
κι οι καφετέριες γεμάτες, στʼ ακρογιάλια.
Τί απʼ όλα χιόνια σας θυμίζουν
και την Ευρώπη αντιγράφετε, να πάρει;
Κι είνʼ η θρησκεία λάστιχο, που εν μέρει
τεντώνεται να φτάσει το Χριστούλη
-δεν είδα φάτνη εφέτος, πουθενά
μόνο σπιτάκια Βαυαρέζικα και Merry
Christmas και “Θα πλέξω τούλι”
κι όλα προς πώληση στην Αγορά.
Ωστόσο, αντιστεκόμαστε στο Νότο
-ένας μικρός πυρήνας, που επιμένει,
δύο χιλιάδες και οκτώ, μαζί, γενναία.
Ένα κεράκι εγώ θʼ ανάψω πρώτο
-στη φύση μας άλλο στολίδι δεν πηγαίνει-
και πάμε, δύο χιλιάδες και εννέα.
Ελένη Κονδύλη, 301
Χάθηκα στο ξημέρωμα κάποιας Ανατολής
μέσα στʼ αναδυόμενα φυλλώματα, στις θροϊζουσες σταλαγματιές δροσιάς με την παράδοξη καθημερινή έκβαση
μέσα στα μυστηριώδη μηνύματα των όρθριων πουλιών.
Αυτός, ο κόσμος μου;
Αυτό, το σύναγμα των καρπών μου;
Εδώ κάπου, στα πρόπυλα του ύπνου του αιώνιου, χαμένη η ψυχή μου;
Μια στάλα δροσιάς σφραγίζει του μετώπου μου την αγωνία
Και του κορμιού μου τη φθορά.
Να σʼ αντικρίσω γυμνό απʼ τη συγκατάβασή σου
δεν ταʼ αντέχω ακόμη
πάνω στου είναι μου την άταχτη συστάδα αναδύεται ένα ήρεμο φύλλο ελιάς πράσινο κι ασημί
ποιος να το ξέρει τι κουβαλάει πάνω του, πόσες φορές ανέβηκε το Αραράτ των λογισμών μας
Πάρε τις αναλαμπές της ζωής μου
κι από τα μάτια μου τη σκιά
μέσα μου το αίμα ανταριάζεται, κυκλοθυμεί, χιμά στου νου μου το φόβο και τον εξορίζει
μακριά απʼ της καρδιάς μου την πρώτη εκείνη κορυφαία διαγραφή.
Μες στα φυλλώματα των δέντρων κραυγάζει τώρα η ζωή
Νυμφεύτηκα τους δρόμους της με βάφτισαν παιδί των πουλιών
αναγνωρίζω
τον κάθε ήχο
έμαθα να μετράω το θρόμβο της δροσιάς πάνω στην πυρκαγιά της ζωής μας.
Θανάσης Κριτσινιώτης, Ήρθαμε εδώ…
Ήρθαμε εδώ
για να μας αγγίξει για λίγο
η φλογάτη γελαστή σελήνη.
Ήρθαμε εδώ
να μοιραστούμε τον ίδιο αέρα
με τις ύαινες.
Ήρθαμε εδώ
να απορήσουμε με τη δύναμη του μυρμηγκιού,
Ήρθαμε εδώ
να νοιώσουμε μια καυτή ανάσα
πίσω απʼ το αυτί μας.
Ήρθαμε εδώ
για να μας χαράξουν,
τα αόρατα ξυράφια του χρόνου
Ήρθαμε εδώ
για να χαϊδέψουμε το λαιμό ενός σκύλου.
Ήρθαμε εδώ
για να δούμε τις φλέβες
ενός σφαγμένου ήλιου
να καρφώνονται σαν σύριγγες
στο κορμί μας
Ήρθαμε εδώ για να δούμε
ένα ξανθό κεφάλι
να χάνεται στον άνεμο…
Λάρισα, 22-09-2007
Μόσχος Ε. Λαγκουβάρδος
ΠΟΣΟ ΥΠΕΡΟΧΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΕ ΤΙ!
(Πεζό ποίημα)
«Στο φως της μοναδικότητας, στο εσωτερικό φως, όλα τα πράγματα
επικοινωνούν το ένα με το άλλο! »
Ανέβηκες στο βουνό; Είδες σάρα ποτέ σου; Είδες το μεγάλο κατήφορο; Όλα κατρακυλούν στο βάραθρο, στην άβυσσο. Τίποτε δε μένει σταθερό. Δε διαρκεί. Τίποτε δε ζει . Ούτε δέντρο, ούτε φυτό. Ούτε ζώο ή ερπετό. Η σάρα προκαλεί το δέος.
Ακόμα και αυτή όμως εμπνέει το θαυμασμό. Πόσο υπέροχο είναι κάθε πρόσωπο, κάθε πράγμα. Κάθε πρόσωπο στη μοναδικότητά του είναι υπέροχο. Το φως της μοναδικότητας, το εσωτερικό φως , κάνει όλα τα πράγματα να επικοινωνούν το ένα με το άλλο.
Δεν αγνοούμε τον πόνο και τη θλίψη. Μέσα στη θλίψη και στον πόνο θα ευλογήσεις τη ζωή. Ένας άνθρωπος έχασε τον αδελφό του, τα τρία από τα πέντε παιδιά του και μάλιστα με τραγικό τρόπο. Εγκατέλειψε το χωριό του και ζει φτωχικά στη Λάρισα δίχως συγγενείς και φίλους. Ένα φτωχός γέρος. Μα δε λυπάται τον εαυτό του. Κάποιος που τον βρήκαν τόσες συμφορές που θα είχαν λυγίσει τους περισσότερους από μας. Από πού αντλεί τη δύναμη;
Η ουσιαστική γνώση τείνει να χαθεί στη σύγχρονη εποχή. Η σύγχρονη εποχή προσβλέπει σε ένα κάποιον (γενικό) άνθρωπο.
Έγραφα αυτές τις σκέψεις μέσα στο αυτοκίνητο, το πρωί , σε κάποιο χωριό, την ώρα της έρευνας για ναρκωτικά. Ένας αστυνομικός ήρθε και μου πρόσφερε απ΄ το παράθυρο ένα όμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο. Κατάλαβε ότι αγαπούσα την κρυμμένη ομορφιά που βρίσκεται σε όλα τα πράγματα, όταν τα δεις με αγάπη. Πόσο υπέροχο είναι το κάθε τι στη μοναδικότητά του, στο φως της παρουσίας του αγίου Πνεύματος, στο άρωμα που υπάρχει στον καθένα και στο κάθε τι. Η αιωνιότητα σε κάθε στιγμή του χρόνου!
βασιλική λόη,βραδιά ποίησης στο Α.Π.Θ.
ρόδινα στόματα
ξοδεύουν στίχους
στην νυχτερινή είσπραξη
της επαφής,
απάτητη η χλόη της νιότης τους,
τα μάτια
συνεργοί ή αντίπαλοι
αποταμιεύουν.
στο λίγωμα της ώρας,
σοκολατένια προσφυγή
που περνά από χέρι σε χέρι
ισορροπεί το ξόδεμα.
Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου, Λόγος θωπευτικός
Όλα τα ω και τα ευ που μου είπες
και του α τη χαρά και του α την απορία
Τα σπλάγχνα μου η λύρα σου
…και σαν δοξάρι ο έρωτας
με παίρνει χορδή στο βιολί σου
Ένα κελάδημα τα τρυφερά μου στήθη
στο ράμφος της χαράς σου
Έλα ν’ ακουμπήσω στα χείλη σου
γλυκιά ζάχαρη την αρχαία αγάπη
Νίκη Μαραγκού, ΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
Από το μοναστήρι άρπαξε ο Χατζηομεραγάς
100 σιτζατέδες και 120 κιλίμια
600 κομμάτια μυζήθρα
ζάρφια, χανάπια, δισκάρια ασημένια
περονομαχαιροκοχλιάρια 500
και έναν σταυρόν θαυμαστόν με διαμαντικά
και 32 κάμηλους
όπου φόρτωσαν τα συλληθέντα
και τα πήραν στα χάνια της Λευκωσίας
μαζί με την Παγώνα, την Πεζούνα και την Αγγελέτα.
Δεν άκουσαν οι Κύπριοι τον Δεσπότη που τους έλεγε
ότι η Κύπρος ήταν πολύ κοντά στην Τουρκία
και δεν ωφελούσε να ξεσηκωθούν.
Λίλη Μιχαηλίδου, Μπορείς να φύγεις
να βγεις έξω στο δρόμο
αυτόν που οδηγεί στις κορυφές των βουνών
στην προφύλαξη απʼ τους βλεφαρισμούς
της σκληρής πόλης
Είναι ακόμη νύχτα
και τα ζεστά σου μάγουλα προδίδουν
μιαν αναστολή
μιαν αντανάκλαση αναστολής
που θωπεύει τα μάτια
Ίσως αυτό να σημαίνει ότι μʼ αγαπάς
και ότι τα δέντρα στις πλαγιές
φύτρωσαν απʼ τα φιλιά και τα χάδια σου
Μα μπορείς να φύγεις
στις πέντε το πρωί
όταν τα κλαδιά του ονείρου
θα έχουν τσακιστεί αναπάντεχα
απʼ το κορνάρισμα του λεωφορείου
που αναμένει στη στάση των μελλοθάνατων…
Βρυξέλλες
Δεκέμβρης 2008
Δημήτριος Μουζάκης, ΜΠΑΜΠΟΥΣΚΑ
Τι θα κλείσω σήμερα
μες στη λέξη;
Λέξη θα κλείσω μες τη λέξη
σήμερα.
Χθες φυλάκισα μια.
Κάθε χθες και μια κρατούμενη λέξη.
Μόνο να τη διηγηθώ μπορώ.
Τ’ αύριο δεν έχει λέξη·
μητ’ ευχή μητ’ επιθυμία
πιάνεται για λέξη.
Μπορεί μες στο σακούλι να ‘χεις
όλα σου τα γράμματα
να πεις «να, μ’ αυτά θα κάμω λέξη»
κι όταν με περίσκεψη και πρόγραμμα
πας να την αρθρώσεις
χείλη και γλώσσα να σου κουλαθούν.
Αντί για σχέδιο έχω σχεδία.
Αναταράσσομαι όπως θέλουν
τα κύματα των ωρών
ακούγοντας για μουσική τα δευτερόλεπτα
σήμερα – πριν με κουφάνει ο χρόνος
προτού τα δευτερόλεπτα σωπάσουν.
Έκτωρ Πανταζής, ΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ ΠΕΤΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΥΡΕΤΟ ΜΟΥ
Απ τα χαυτεία μέχρι τ ακρόπυλα χίλιοι αιώνες κάθοδος
Η μελαγχολία έρχεται κατά κύματα I am Sorry
Μαλ αρμέ σκίζει τη βιτρίνα
Το κλίμα πλανιέται στην ατμόσφαιρα
Η διαφάνεια μάς σταματά σαν μύγες σε τζάμι
Όλη η θάλασσα σ ένα μπουκάλι
Ξηλώνονται πεζοδρόμια
Το κέντρο γίνεται παραλία
Λούζεται σύγκρυο ο Δεκέμβρης
Στη χάση του ήλιου χίλιες φωτιές αντιφεγγίζουν
Πίνω καφέ πίσω από δάσος καλαμάκια
Προθήκες αεροτινάσσονται
Έφηβοι ξεχύνονται τρελά πουλάρια
Τούς πέφτει αφορμή και λύνουν τα φουλάρια
Όλη η θάλασσα σ ένα μπουκάλι
Καίνε οι οθόνες σιλικόνη
Μαλ αρμέ στις φλόγες Αθήνα
Ο κύκλος τσακίζεται στην ασυμμετρία της διαμέτρου
Μαύρα πουλιά πετούν στον πυρετό μου
Σωτήρης Παστάκας, Λαιμητόμος Μαμά, Ι
Με βρίζει. Πάλι.
Με προσβάλλει.
Λόγια της δωρεάς.
Δώρα της πάλης.
Την άλλη παρειά.
Στρέφω στην ξενιτιά.
Δεν κλείνω
τη γραμμή. Στερεύω.
γιώργος πήττας, Α-Λέξεις…
Και εκεί που ξαφνικά Συ δεν υπάρχεις γιατί στην εκ προμελέτης δοσμένη τροχιά μιας σφαίρας βρέθηκες, εγώ, γεννιέμαι.
Απρόσωπος, ασχημάτιστος, άμορφος ακόμα, πλην όμως φλογοβόλος και λιθοβόλος θραύστης των κρυστάλλων που διαφυλάττουν την ενεστώτα πώληση της ύπαρξής Σου, πυρπολητής των κάδων που περιέχουν τ’ απόβλητα της μνήμης τους.
Α! το στερητικόν στις Λέξεις μιας γενιάς, Αλέξης.
Α-Λέξεις :
αιμορραγική κατάληψις των ασφάλτων, των οδοστρωμάτων, των προθηκών και των τμημάτων επιτέλους! Για πρώτη φορά, ο Αληθώς Αναμάρτητος τον λίθο βαλέτω!
Α-Λέξεις:
και είναι πολλοί, πέτρες βροχή φωτιά καταιγίδα ωραία οργή ολόφωτη ορμή, έρωτας δικαίου κεραυνοβόλος – κεραυνοβολημένος στην έκσταση του Χάους.
Και εκεί που ξαφνικά Συ δεν υπάρχεις, Υπάρχεις.
Άρχεις εκ του Θανάτου των εν ζωή νυσταλέων περιπάτων μας, εκτρέποντας την αταξία εις τάξην εξέγερσης –να τους πάρει και να τους σηκώσει- φλογοβόλοι και λιθοβόλοι θα μείνουν,γιατί ενός Α-λέξη μύριοι έπονται.
Α-Λεξίσφαιροι!
Πλήρεις Λέξεων, πλήρεις Γραμματικής πλήρεις Συντακτικού.
Θυμωμένοι, Α-Λεξίφιλοι, Συντεταγμένοι, Εγγράμματοι εξ ενστίκτου.
Ες αεί.
Γιωργής Σαρακηνός, ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ ʽ78
VI
Τώρα σʼ ένα δωμάτιο
Με το στόμα στυφό σάμπως
Το μέλλον να πλησιάζουμε
Κατάλληλη δεν είναι η κατανόηση…
τώρα σʼ ένα δωμάτιο
στενό
σαν την καρδιά μου
προσμένοντας το χέρι σου
αντίπερα να περάσουμε
σμπαραλιάζοντας τους εφιάλτες
της απάντησής σου:
«Το λεπίδι κάτω απʼ τη γλώσσα
Το πετάμε σαν η αγάπη διασχίζει το δρόμο
Στη μέση της ασφάλτου λίγο αίμα
Και οι ρόδες της θεϊκής εκμετάλλευσης
Χωρίς κορνάρισμα, αφού
Το κορμάκι είναι μαλακό, ούτε που κάνει
αίσθηση στα δυναμικά Dunlop!
Η φρίκη ξερνάει τον πόνο της
Λεκέδες στο μαύρο λάστιχο της ψυχής μας
Θανάσιμη σκουριασμένη βελόνα
Κάποιων τρυπάει το μπράτσο
Να φύγει το μοιρολόι
Για την αυτοκτονία την αδιάκοπη.
Βάσανο…
Αναίτιο έγκλημα;
Η ζωή!
Κι έφταιγε τι, Αλέξη;
Και φταίει, τι;
Βολόντια, οι ουρανοξύστες της χώρας
Ο τάφος σου που δεν κλείνει
Κι ας πρόκειται μόνο για πενταόροφες πολύ-
κατοικίες στα Εξάρχεια…»
Δημήτρης Σολδάτος, CRISTMAS $PIRIT
( από το βιβλίο του Nobel λόγω ατεχνίας, εκδόσεις Κονιδάρη 2008 )
Εσύ με πόσα φωτάκια
θα στολίσεις τη θλίψη σου φέτος;
(με σπρέι σε τοίχο)
Στου κρεοπώλη τις σακούλες
κηδεύονται οι γαλοπούλες.
Και τα σφαγμένα αθώα δεντράκια
νεκροστολίζουν με φωτάκια.
Φέτος οι κόκκινες οι μπάλες
είναι της μόδας – κι όχι άλλες.
Και το αίμα απʼ την Παλαιστίνη
ψάλλει το “επί γης ειρήνη”.
Στα super market με κουπόνια
κερδίζεις δώρα – καλά ψώνια!
Στης Coca-Cola το κουτάκι
ο Αι Βασίλης αρκουδάκι.
Κι ο παλιός χρόνος ο παππούλης
με lifting δείχνει νεαρούλης.
Καιροί γεμάτοι αδειοσύνη,
Χρόνια πολλά, Χριστιανοσύνη!
Γιάννης Τόλιας, ΟΛΟΛΥΖΟΥΣΑ ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ
Νυκτερία ληθοκτόνος
εκτρέφουσα
τις ωδικές λέξεις μου
ολολύζουσα ανάμνησις
πίπτεις δακρύμορφος
και ακμάζεις επί του χάρτου
σβέννυται ο μαρασμός
και πλημμυρίς ευώδης
με κατακλύζει
μεθύσκω
των ωχρών ονείρων
τη θωπεία
των ευγλώττων ηδονών
ατενίζω
τους ψιθυρισμούς
αφιπτάμενος των στεναγμών
κρημνίζω στο έρεβος
τις οιμωγές του νόστου
Την πρωίαν
θα ημερώσει
η έξαψις
και τεθλιμμένη αύρα
τους στίχους μου
θα διασπείρει
Ου δύναμαι
εις το διηνεκές
Αγρυπνείν.
Γιώργος Χριστοδουλίδης, Το απραγματοποίητο
Πόση βροχή δεν έπεσε
Από τους δισταγμούς σύννεφων
Μαύρος ήταν ο ουρανός
Κοιλοπονούσε
Νερό πολύ να βρέξει ήθελε
Δεν έβρεξε
Αόρατος τοίχος ο δισταγμός
Όσο τον ανεβαίνεις
τόσο πιο πολύ ψηλώνει
πάνω του σπάνε
κύματα ψηλά
έρωτα έγκλειστου
στο ανομολόγητο
εξίσου επιδέξια αποτρέπει
ζωές στεγνές να βρέξουν
που τρεκλίζουν
στη μεθόριο
της στεριάς με τη θάλασσα
Τι γίνονται όλα αυτά
Που δεν έγιναν;
με ρώτησες.
Σε όνειρα-φράγματα υποθέτω αποθηκεύονται
και από εκεί διοχετεύονται
σε μέλλον διψασμένο
με παραπόταμους που εκτείνονται
και χάνονται πέρα από τους χάρτες
σταγόνα-σταγόνα να ποτίζουν
το απραγματοποίητο.










Εξαιρετική η πρωτοχρονιάτικη ανθολογία! Τα συγχαρητήριά μου για την επιλογή.
Μη στερεύεις Σωτήρη. Όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχουν και ραπιστές. Μα κι εμείς θα γινόμαστε πιπό πολύ, όσο πρέπει, Α-λεξίσφεροι, που λέει και ο Γιώργος.
Καλή χρονιά Ανθρωποσύνη, με υγεία, αγάπη και ειρήνη.
Και, να φυτρώσει επιτέλους αυτό το έρημο το απραγματοποίητο…
-super- αϊναλής εκ παρισίων αν πρέπει να το πω.
Τότε που ο πλανήτης μας
θά ʽναι οπλοστάστιο
κι οι δρόμοι θα μοιάζουν μʼ αρένα
Ήρθαμε εδώ
για να μας χαράξουν,
τα αόρατα ξυράφια του χρόνου
Με βρίζει. Πάλι.
Με προσβάλλει.
και σ΄αγαπώ ακόμα
Το λεπίδι κάτω απʼ τη γλώσσα
Το πετάμε σαν η αγάπη διασχίζει το δρόμο
Ου δύναμαι
εις το διηνεκές
Αγρυπνείν.
Τα αίματα στο πεζοδρόμιο των Εξαρχείων
ας γίνουν τα διόδια
για να περάσει το 2009
Καλή χρονιά σε όλους
καλη χρονιά
με καλυτερη συνείδηση…
Καλή χρονιά και για τους ματαιόδοξους που θέλουν να αλλάξουν αυτό το κόσμο, εύχομαι η ματαιοδοξία μας να μην υπερβαίνει την δυστυχία μας.