Το κόλπο

Κατακαλόκαιρο, μπερδεύοντας τον καιρό
τρίβοντας τα χέρια μας πάνω στις εξατμίσεις
των αυτοκινήτων τάχα για να ζεσταθούμε

Λιοσίων

Για το πού πάτησαν τα πόδια σου
δεν προλαβαίνω να αναρωτηθώ.
Ο δρόμος μόνο ξέρει την αλήθεια.
Κι ο δρόμος δεν μιλάει.

Ο άγνωστος συγγενής

όμως τα κορμιά τους
αναδίδουν τόση ζέστα
Ε.Χ. Γονατάς

Μετά τη βόλτα και τον καφέ
κατηφορίζουμε.
Μας περιμένει μια γωνιά
αλλά είναι Κυριακή:
ο θάνατος συγυρίζει
κι απλώνει ρίζες σαν ευκάληπτος

Χωρίς θαύματα

Ό,τι ο δυνατός αέρας είναι για τα δέντρα
είναι για εμάς ο φόβος,
μας σπρώχνει να ριζώσουμε.
Τέτοια λέμε μέσα στο πηγάδι.
Απάνω βολεύουν τις πληγές όπως-όπως
και ζούνε μια ήσυχη ζωή
χωρίς θαύματα