new-greek-poetry-anthology.jpg

B’ Αναγγελία:

Η δημιουργία μίας ανθολογίας σύγχρονης ελληνικής ποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη. Όποιος ποιητής ή ποιήτρια θα ήθελε να συμπεριληφθεί σε αυτή την ανθολογία, μπορεί να αποστείλει μία ή και παραπάνω ποιητικές συλλογές με την προϋπόθεση να έχουν κυκλοφορήσει από το 1990 και ύστερα. Την τελική ευθύνη της επιλογής των ποιημάτων έχει μία πενταμελής επιτροπή η οποία θα εξετάσει κάθε ποιητική συλλογή που θα έχει σταλεί έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2008.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποστείλουν ταχυδρομικά τα έργα τους στον ποιητή Γιάννη Λειβαδά, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία αυτής της ανθολογίας, στην διεύθυνση: Αναπαύσεως 16, Μετς 116 36, Αθήνα. Στον φάκελο να αναγράφεται υποχρεωτικά η ένδειξη: «ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» και ανάμεσα στα στοιχεία του αποστολέα να συμπεριλαμβάνεται υποχρεωτικά ένα τηλέφωνο επικοινωνίας. Τα ονομάτων των ποιητών που θα επιλεχθούν θα δημοσιοποιηθούν στο «Ποιείν» τον Ιανουάριο του 2009.

Από άρθρο του Κώστα Σοφιανού στο “ποιείν” :

Β28.- Και εδώ πράγματι, διαφοροποιούνται από τις προηγούμενες οι δύο τελευταίες μεταπολεμικές γενιές, η «γενιά του ʼ70» και η «γενιά του ʼ80»: αδιαφορούν απολύτως για τα πάντα, εκτός από την ποίησή τους (που όλο και συχνότερα, όλο και ναρκισσικό-τερα, είναι αυτοαναφορική), και την προβολή τους, που επιζητούν λυσσαλέα, με όλα τα μέσα και δίχως κανέναν ενδοιασμό..

Β29.- Ειδικότερα, η λεγόμενη «γενιά του ʼ70», είναι η πρώτη γενιά ποιητών, που αρνείται συνειδητά να υπηρετήσει ιδέες. Η γλωσσική ορθοδοξία, το πατριωτικό φρόνη-μα, η κοινωνική δικαιοσύνη, και η ελληνικότητα, (η αγωνία στοχαστικής αφομοιώσεως των ξένων τρόπων και ο πνευματικός αναβαπτισμός σε όσα ρεύματα της τρισχιλιετούς γραμματειακής και βιοτικής παράδοσής μας διατρέχουν υπογείως τις ρωμαίικες συνειδή-σεις, ώστε να σωθεί η «ιδιοπροσωπία» μας χωρίς να χάσουμε τον ευρωπαϊκό μας προσανατολισμό) διαδοχικά αιτήματα – δοκιμαστήρια των συνειδήσεων και της τέχνης των προπολεμικών γενεών, όχι μόνον άφησαν παγερά αδιάφορούς τους ποιητές της «γενιάς τουʼ70», αλλά και προκάλεσαν, συχνά, την ειρωνεία και τη χλεύη τους.

Β30.- ΄Όσο για τη λεγόμενη «γενιά του ʼ80» εκτός από το σονέτο, ως είδος «ανανεωτικό» της γερασμένης ελεύθερης γραφής, επιμένει να προσφέρει στα γράμματά μας την δική της αντίληψη περί λυρισμού, ως έκφραση «ιδιωτικών οραμάτων» και τη δική της αντίληψη περί «νεορομαντισμού», ως ρομαντισμού δωματίου.

Β31.- Το ύφος άρνηση όμως της «γενιάς του ʼ70» (όση ακόμη απομένει στους σχεδόν εξηντάρηδες εκπροσώπους της) και το ύφος αποχής της «γενιάς του ʼ80» (που από την άποψη κατοχής και καταναλώσεως υλικών πραγμάτων και υπηρεσιών είναι περισσότερο ευνοημένη) παραμένουν διάσπαρτες, σε μία απειρία εντύπων που κανέναν και τίποτα πράγματι δεν εκπροσωπούν, δεν οδήγησαν σε ρήξη με την αισθητική των προηγούμενων γενεών, ούτε με τον κομφορμισμό τους (αστικό της γενιάς του τριάντα, κομματικό, της γενιά της ήττας, παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις) τον οποίο, αντιθέτως, εγκολπώθηκαν, ενισχύοντάς τον μάλιστα και με τον απαραίτητο για την προβολή τους κυνισμό, δεν αρκούν ως συστατικά δημιουργίας ποιητικών γενεών.

Β32.- Η κατηγοριοποίησή τους επομένως σε ποιητικές γενεές, είναι πλασματική και αυθαίρετη, αφού δεν κατάφεραν να συντονίσουν τις φωνές τους, να συγκροτήσουν συνεκτική ποιητική και ιδεολογική, γενικότερα ομάδα, να διαφοροποιηθούν κρίσιμα από τους ποιητές της γενιάς του τριάντα (που το κατάφεραν) και να αποβούν προσδιοριστικοί των ποιητικών εξελίξεων.

Β33.- Η πλασματικότητα όμως της κατηγοριοποιήσεώς τους σε γενεές, δεν αναιρεί την ποιότητα και τη γνησιότητα της ποίησής τους. Μπορεί να μην ανέδειξαν, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, ηγετικές μορφές και μεγάλα μεγέθη, έδωσαν όμως είκοσι οπωσδήποτε αξιόλογους, ελάσσονες, ποιητές και πολλά καλά ποιήματα, και η ποίησή τους, γενικότε-ρα, διόλου δεν υστερεί από την ποίηση που γράφεται σήμερα και στις δύο ακτές του Ατλαντικού, αν δεν υπερτερεί κιόλας κατά περιπτώσεις.
Από σχόλιο του Δημήτρη Μουζάκη στο “ποιείν”

Προσωπικώς, έχω αποδεχθεί την υποκριτική του ποιητή σε δύο επίπεδα: πως είναι αρκετά σημαντικός για να σημαίνει (πρώτο) με ένα λόγο που έτη φωτός απέχει από αυτόν της καθημερινότητάς του (δεύτερο). Την αξία του την προσδιορίζω ως διαμεσολαβημένη συγκίνηση. Ο διαμεσολαβητής είναι το κηδειόσημο: το ποίημα. Δε μου καίγεται καρφί αν ή πώς το εννοεί. Με ενδιαφέρει αυστηρά αν κατάφερε να το γράψει. Ξέρω ότι κατάφερε να το γράψει, όταν οι σωματικές μου αποκρίσεις επιβεβαιώνουν την απόπειρά του. Ξεκινώ να διαβάζω μετά την εκτύπωση-πριν είμαι ξένος.

Αδιαφορώ για τους τρόπους που μεταχειρίστηκε για την αρχειοθέτηση του πονήματός του στην ιστορία. Αδιαφορώ για το αν το καύσιμό του είναι μια μαθηματική ακολουθία ή μια γάτα που σκαρφάλωσε στη λεκάνη. Δεν τον ξέρω-δε θα κλάψω στην κηδεία του. Το σώμα και τα χούγια του θα λείψουν μόνο στους οικείους του.

Το κηδειόσημο θα είναι εκεί για όλους τους περαστικούς και για μένα.

Από σχόλιο του Γιώργου Μίχου στο “ποιείν”

“Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα.”

To κρατάω αυτό προσθέτοντας πως από κάποια άποψη ο πολιτισμός μας μπορεί να οριστεί ως τεράστια βιομηχανία λήθης του θανάτου. Πράγμα που σημαίνει ότι τον εγκαθιστά στο κέντρο του.

Το γεγονός ότι ένας ποιητής νιώθει την ανάγκη να επιχειρηματολογήσει δείχνει ότι τουλάχιστον έχει μια προβληματική σχέση με το χρόνο που ανοίγει για να γράψει.

Η ποίηση δεν εξαρτάται από αυτούς που τη γράφουν, αλλά από αυτούς που την έχουν ανάγκη. Και αργά ή γρήγορα το γρονθοκόπημα στο σάκο θα συναντήσει τον ανύπαρκτο αγώνα του.

Το ότι τα πράγματα είναι προβληματικά φαίνεται από το γεγονός πως γίνεται μάχη για τα αυτονόητα. Το “πραγματικό” πάντα θα υπερβαίνει τους λόγους που επιχειρούν να το εκφράσουν.

Δεν θα διαφωνήσω ότι ο ποιητής θέλει ρομαντική προδιάθεση, οξυμένη και από την αδιαφορία της κοινωνίας για το ρόλο του.

Και βρίσκω το κηδειόσημο ευφυές με την έννοια ότι περισώζει ένα όνομα κι όχι ένα ποίημα.
Είναι το κηδειόσημο όσων θέλουν να σώσουν το όνομά τους.

Εγώ γράφω ραβασάκια…:)

Και θεωρώ την ενασχόληση με το βίο μου διαστροφή ενός κοινού δηλητηριασμένου από το πολύ εσώρουχο που έμαθε να καταναλώνει.

Κανείς δεν ξέρει τι αντιποιητικότητα και τι ψυχρή εκτέλεση θέλει η φράση που κάνει τον απέναντι να ανατριχιάζει.

Το παράξενο δεν είναι που δεν μπορώ να κατοικήσω τον κόσμο αν δεν τον τακτοποιήσω λεκτικά. Το παράξενο είναι που η διαστροφή μου πιάνει αποκάτω τη σιωπή των άλλων.

Αν κατάλαβα καλά εδώ έχουμε μιαν απόπειρα ανανέωσης των προθέσεων του γράφοντος για να σπάσει ο ορίζοντας της αναμονής. Να φύγουμε από τη χειραγώγηση του τύπου: Μπορώ να γράψω κι εγώ σαν τον τάδε. Το κεκυρωμένο να γίνει αφετηρία και όχι κατάληξη.

Αυτό δεν γίνεται από πρόθεση. Χαρίζεται.