
« Η μηχανή που διαχειρίζεται τις λέξεις μεταμορφώνοντάς τες σε στίχους για να ευκολύνεται η πρόσληψη και να καμωνόμαστε πως είμαστε λυρικοί, επομένως αθώοι, δεν λειτουργεί πλέον.»
Είναι μια φράση. Που θα πρέπει να της αντιπαρατεθείς. Και βρίσκεται πολύ πιο μακριά από την έγνοια για τη δημόσια παρουσία. Πιο μακριά από τα μέγαρα που σώζουν τα ονόματα. Πιο μακριά από τις σχολές λογοτεχνίας. Πιο μακριά από το χυδαίο που αποκαλεί ποίηση ότι δεν καλύπτει το μήκος της σελίδας.
Είναι αυτό που λέμε : Το ερώτημα. Και μας συνοδεύει σαν γκρεμός όταν γράφουμε. Και θέλουμε δεν θέλουμε πρέπει να διαθέτουμε μιαν απάντηση. Ακόμα κι αν κάνουμε λοβοτομή στην παρουσία του και συνεχίζουμε αμέριμνοι να γράφουμε.
Εδώ σταματάει η επιφάνεια και η προφάνεια. Το ερώτημα σέρνεται σαν την τετραγωνική ρίζα του 2 που εξάρθρωσε κατά κάποιους τη σχολή των Πυθαγορείων.
Αποτελεί τη μαύρη τρύπα της γραφομανίας.
Πέρα από το γεγονός ότι κάποιο ρεύμα που μας καταλαμβάνει και μας ωθεί στη γραφή, είναι ανάγκη να αναμετρηθούμε κάποτε με μια τέτοια απόφανση.
Όποιος δεν βλέπει αυτό το ερώτημα να υφέρπει, όποιος διδάσκει λογοτεχνία θέλοντας να το εκκαλύψει για τα βρώμικα φραγκάκια της απάτης του, όποιος δεν έχει αναμετρηθεί με τέτοιου είδους αποφάνσεις, παραμένει ακόμη στην πλαγιά…
Ωστόσο το ερώτημα παραμένει εκεί. Βρίσκεται σε μιαν άκρη του μυαλού… και μας φέρνει δυσφορία… και μας κάνει δυσάρεστους στις διάφορες κυράτσες που νομίζουν ότι η ποίηση είναι σαν διαφήμιση για χαρτομάντιλα , χωρίς χαρτομάντιλα…
Είναι σαν το δίχτυ που φεύγει. Το σκοινί είναι τεντωμένο. Κι αποκάτω χάος.
Τα παραμύθια τέλειωσαν. Όσοι δεν αφήσουν το μολύβι γιατί δεν τα περίμεναν τόσο οριακά… πρέπει να πάρουν θέση… ή να συνεχίσουν τον ψυχαναγκασμό τους…










ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Επιτέλους! Η σακαράκα που έφτιαξαν οι μεροκαματιαρήδες δάσκαλοι -για να ξεπεράσουν την αίσθηση ανεπάρκειας που ένοιωθαν απέναντι στους πραγματικούς δασκάλους- κλατάρησε στα χέρια των μηχανικών. Λογικό, αφού δεν ήταν παρά μια μηχανή, η οποία πάσχιζε να κάνει αυτό που τα άλογα κάνουν από τους πρώτους μήνες της ζωής τους: τον καλπασμό. Όταν ισχυρίζεσαι πως το ποίημα φτιάχνεται με λέξεις, ισχυρίζεσαι πως το άλογο είναι φτιαγμένο από ζωικούς ιστούς και το παραδίδεις στους μηχανικούς των έμβιων όντων. Θα σου πουν λιγότερα από τα μισά που ήδη γνωρίζουν οι ζωικοί ιστοί του αλόγου. Θα χάσεις την αθωότητά σου. Το άλογο; Στο εξής θα πρέπει να υποκρίνεσαι τον αθώο, για να δεις στο άλογο ένα άλογο και στο ποίημα ένα ποίημα. Αλλά, δες, η αθωότητα δεν είναι παρά ένας τρόπος να μην χρεώνεσαι τις συνέπειες των σκέψεων και των συναισθημάτων σου: μια πονηριά που καμώνεται την ευθύτητα. Λοιπόν; Όταν χάνεις την αθωότητά σου -μπροστά στη διαπίστωση πως ο λόγος δεν μπορεί ποτέ να είναι ευθύς- χάνεις την ικανότητά σου να παριστάνεις τον αθώο. Τι είναι, τότε, αυτή η εμμονή με την αθωότητα. Πώς μπορεί κάποιος να υποκρίνεται τον αθώο, όταν έχει χάσει κάθε ικανότητα να παριστάνει τον αθώο; Τι παριστάνει αυτός που παριστάνει τον αθώο, ενώ δεν μπορεί να παραστήσει τον αθώο; Παριστάνει τον υποψιασμένο! Γνωρίζω, σαν να λέει, πως δεν μπορώ να παραστήσω πια τον αθώο, αλλά η αθωότητα είναι η φυσική μου τάξη και πρέπει να την τιμώ, ώσπου να υποχωρήσει η ιστορική τάξη της υποψίας. Φυσικά, σαν να λέει, αν εγκαταλείψω εντελώς την ιστορική τάξη της εποχής μου, δεν θα επιστρέψω στην φυσική μου τάξη, αλλά απλά θα υποβιβαστώ στην τάξη της σιωπής! Το απόλυτο χάος! Βέβαια, αφού η αθωότητα του λυρισμού δεν είναι παρά ένας ύπουλο ρητορικό τέχνασμα: η μορφή (το αποτέλεσμα της πονηρής διαχείρισης των λέξεων) υψώνεται σαν αλεξικέραυνο που θα μαζέψει τους κεραυνούς μιας ψυχικής καταιγίδας. Στο μεταξύ, ο ποιητής, αυτός που προκάλεσε την καταιγίδα, μπορεί να καμωθεί ακίνδυνα τον περιπλανώμενο τροβαδούρο• όλο και κάποια διψασμένη παρθένα θα βρεθεί να τον φιλέψει όλες τις παρθενιές της, χάριν του μεγαλείου της τέχνης. Η ποίηση δεν γεννήθηκε αθώα -όπως και οι άνθρωποι- αλλά πανέτοιμη να κατασπαράξει τον κόσμο μέσα στην επιθυμία της. Κάποτε δεν χρειαζόταν να παραστήσει την αθώα, γιατί δεν περνούσε από το μυαλό του ποιητή να αποποιηθεί τις συνέπειες των ποιημάτων του. Η λυρική ποίηση φανερώνει μιαν εκπληκτική αυτογνωσία. Ούτε η Σαπφώ ούτε ο Αρχίλοχος ούτε ο Αλκαίος «διακόσμησαν» τα πάθη τους• τα ισχυρίστηκαν διαυγέστατα. Γιατί; Γιατί δεν υπήρχε ένας κόσμος που τον σέβονταν και ένας κόσμος στον οποίον ζούσαν. Υπήρχε μόνο ένας κόσμος φτιαγμένος από πράγματα και καταστάσεις, από τα οποία άλλα περνούσαν από το χέρι τους και άλλα όχι. Μετά την κατάρρευση αυτού του κόσμου, θα έπρεπε να μάθουμε να ζούμε με έναν χαμένο παράδεισο, ο οποίος προσδιόριζε καθετί πνευματικό, και με μια επίγεια κόλαση, η οποία προσδιόριζε καθετί πραγματικό, απτό, ενθάδε. Η ποίηση δεν μπορούσε να υφίσταται χωρίς να αναφέρεται στον κόσμο που σεβόμαστε: αθωότητα, ευδαιμονία, λεπτότητα αισθημάτων, αποχή από καθετί βέβηλο εγκόσμιο). Η μηχανή αυτή δεν λειτουργεί πια. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να κάνει ποίηση κανείς: όπως κάνει πολιτική, έρωτα, όπως φτιάνει ένα σπίτι, όπως, κάνει παιδιά, όπως χαϊδεύεται ή γρονθοκοπιέται. Φυσικά, θα πρέπει να καταβάλει τεράστιο κόπο, προκειμένου να μάθει να διαχειρίζεται τις λέξεις. Κι αυτό, γιατί τα ποιήματα δεν φτιάχνονται με λέξεις, αλλά φτιάχνουν λέξεις. Λέξη δεν είναι μονάχα ο ήχος μιας λέξης. Λέξη είναι αυτό που νιώθουμε κάθε φορά που ακούμε μια λέξη. Η λέξη νύχτα είναι διαφορετική στον Κάλβο, στον Σολωμό, στον Σικελιανό, στον Παλαμά. Η διαφορετικότητα αυτή δεν είναι ζήτημα ρητορικής, αλλά ζήτημα καταστρατήγησης της ρητορικής. Δεν μπορούμε να καταστρατηγήσουμε αυτό που δεν παίζουμε στα δάχτυλα. Δεν υπάρχει κανένας Θεός που θα μπορούσε να μας εμπνεύσει. Ούτε κανένα ασυνείδητο που θα μπορούσε να μας ωθήσει προς το ποίημα. Ο Θεός και το ασυνείδητο είναι ποιητικές κατασκευές. Ποιος τις κατασκεύασε; Μόνο το άλογο που καλπάζει γνωρίζει. Εμείς; Ποιος λέει πως δεν είμαστε άλογα που καλπάζουν; Όχι σαν άλογα που καλπάζουν, αλλά άλογα που καλπάζουν.
Αγαπητέ κ. Μίχο
Βρίσκω το θάρρος (θράσος) να μιλήσω εξ ονόματος όσων γράφουν, εγώ που δεν γράφω! Η δική μου απάντηση στο ερώτημα δηλαδή. Λυρική; Αδιαφορώ.
Η γραφή για μένα πρέπει να καταταχθεί στα ορμέμφυτα (!), είναι και που δύσκολο να το ρεγουλάρεις- να το τιθασεύεις- να το ημερέψεις. Ρέει αβίαστα σαν το νερό από την πηγή. Κι άλλοτε νάμα κι άλλοτε δεν πίνεται…
Ο καθένας που πιάνει το κονδύλι (ας είναι και πληκτρολόγιο) έχει το δικό του που αναβλύζει, άλλος στην σιωπή και στην αφάνεια κυλάει, και άλλος σε μαρμαριστόλιστη κρήνη –όσοι πιστοί προσέλθετε. Άλλος κερνά τα δέντρα σκιερού δάσους με τη δροσιά του, τους φτερωτούς των ουρανών συνδράμει με το κελάρυσμά του, και άλλος τους πιστούς που καταφθάνουν με τα μπουκαλάκια ανά χείρας να κεραστούν τ’ αγίασμα. Άλλος σε σιωπή, και άλλος σε αρένα, άλλος σε θέατρο και άλλος σε ταβέρνα.
(το μόνον που θέλει προσοχή, είναι η έκδοση. Να έχει νερό κι όχι ..αέρα. Διότι καμιά φορά οι πηγές στερεύουν και βγάζουν…σκέτες μπουρμπουλήθρες κι ο υποφαινόμενος δεν το παίρνει χαμπάρι, απλά συνεχίζει να γράφει πυρετωδώς…)
Τι άλλο θα έλεγα; Μα τίποτε! (έτσι θα όφειλα…)
Απλά εμάς όλους που πιάνουμε την γραφίδα για να γράψουμε (ναι, βάζω και τον εαυτό μου τώρα μέσα, βεβαρυμμένο το διαδικτυακό μου μητρώο καθώς είναι από τον καταιγισμό των λέξεων που αστείρευτα αναβλύζω-τρομάρα μου!) θα πρέπει πρώτα να μας αξιολογεί ο εαυτός μας και να μας ποδηγετεί λιγουλάκι, κι έπειτα οι άλλοι. Όσον αφορά τις “δημιουργίες” δηλαδή. Διότι καμιά φορά οι άλλοι είναι κόλακες και φτιάχνουν κλίκες όπου τόσο αλληλοεπαίρονται, οπότε έτσι –κι ατυχώς- κόσμος και κοσμάκης νομίζει ότι πάει, τελείωσε, μπήκε στο Πάνθεον των Ποιητάδων και των Συγγραφέων ακόμα κι εν ζωή (κοινώς την ψώνισε), και όταν εκεί επάνω μπάζει, γίνεται το μυαλό διαμπερές ευάερον ευήλιον, πνέουν χίλιοι ανέμοι κι είναι κρίμα…
(ο διαδικτυακός μπαχτσές έχει απ’ όλα. Όμως προς μεγάλη δυστυχία ημών των αναγνωστών και οι εκδόσεις διαθέτουν, ενώ τουλάχιστον εκεί θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο αυστηρά τα πράγματα, να υπάρχει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ έστω κάποια ποιότητα…)
Θα ήθελα να διαβάζαμε πιο πολύ, και να γράφαμε λιγότερο. Και μόνον μετά να αφουγκραζόμαστε με όλες μας τις αισθήσεις αυτόν τον κόσμο, τον μικρό τον μέγα (είτε εντός είτε εκτός μας) για να γράφαμε εμβριθέστερα. Μόνον τότε. Κι έπειτα από όλα αυτά. Συνήθως η γραφή, η κακή γραφή, είναι ξιπασμένη και προπετής. Ξεκινά από την ημιμάθεια και της γνώσης και της φωνής του κόσμου, και προσπαθεί να αρθρώσει λόγο.
Γίνεται;
ΥΓ. πάντως με τίποτε δεν θα στερούσα την γραφίδα από έναν άνθρωπο που γράφει, έστω και κακά. Θα τον παρέδιδα έτσι σιδηροδέσμιο στον κοντινότερο ψυχίατρο και είναι κρίμα. Διότι η γραφή, η έκφραση, είναι ανάγκη. Όπως ανασαίνεις, όπως ξεδιψάς με το νερό, ή όπως κλείνουν τα μάτια σου για του Μορφέα την χάρη. Και κλίνεις την ζωή στα χίλια δυο της ρήματα, σε όλους της τους χρόνους και τις εγκλίσεις, ελπίζοντας κάποιο απ’ όλα να σου χαμογελάσει
ΥΓ (2) κανείς δεν είναι πια αθώος.
(μα αδιαφορούμε πλέον για την αθωότητα ή και την ενοχή)
Στα όρια της απελπισίας, σε εκείνον τον γκρεμό-χαμό. Επειδή δεν έχεις πια τίποτε άλλο σταθερό να πιαστείς. Καμιά ελπίδα διαφυγής από την ίδια την βεβαιότητα της τόσο οικείας μοναξιάς, τίποτε άλλο από εκείνο το ξερόκλαδο της γραφής σου. Κι εκεί αρπάζεσαι, μην ζαλιστείς και καταποντιστείς, ένα βήμα πριν τον γκρεμνό- χαμό σου.
Με την ορμή της απόγνωσης, αρπάζεσαι.
Δεν υπάρχουν γιατί, μονάχα αυτή η ιερή μανία.
Εννοείται πως συμφωνώ με τον φίλτατο Γ. Μπλάνα. Κι επιπροσθέτως:”Πανικόβλητό μου ποίημα,/αν δεν γραφτείς είσαι στ’ αρπάγια μου΄/αν βγεις στο φως να διαδηλώσεις; Στα δικά του./Είτε σε γράψω, είτε δε σε γράψω/ν’ αγαπηθείς δεν πρόκειται./Γράψου λοιπόν’ τουλάχιστον εγώ/θα σε κατευοδώσω ίσαμε την πόρτα./ Πάντως κι αν ακόμα δε σε κατορθώσω/Πέθανε δίχως τύψεις./Σ’έναν κόσμο τόσο πανικόβλητο/που δε διαβάζει ποιήματα,/τ’ είχε;-τίποτα μα τίποτα-να δώσει/ακόμα ένα ποίημα πανβικόβλητο;”
Σε ευχαριστώ Σταύρο Βαβούρη και για τους στίχους Σου αυτούς…[Ιδέτε “ΠΟΥ ΠΑΕΙ, ΠΟΥ ΜΕ ΠΑΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ”, εκδόσεις “Ερμής”, 1985]
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ (1992)
Άρχισε πάλι τα χαρτιά να ξεφυλλίζει:
παλιά ποιήματα, αποσπάσματα, σημειώσεις…
Στην ερημιά, άγριος χοίρος που γρυλλίζει,
ακούγεται η φωνή εντός: “θα μετανιώσεις!”
Χρόνια και χρόνια ξοδεμένα στο μελάνι,
στις άσπλαγχνες γραμμές – κενό του φύλλου.
Παραμορφώνεται η ζωή, το είδωλο φτάνει
μία γελοία δωρεά ενός καθρέφτη κοίλου…
Ο νέος Δον Κιχώτης γράφει στίχους,
ανοησία σ’ αυτό το χάος να επιμένει,
κουφός – ούτε που άκουσε τους ήχους
της σάλπιγκας, σιωπητήριο σημαίνει;
Αυτός εκεί, ανυποχώρητο το πείσμα,
βρίσκει ένα ποίημα παλιό, του ογδόντα τρία.
Σαν νοσοκόμα ευσυνείδητη κάνει το κλύσμα
στον ξεγραμμένον άρρωστο – ιλαροτραγωδία…
Και ξαφνικά σταμάτησε να γράφει
γιατί εντός υψώνεται η νέα ιδέα
(από τα έγκατα του νου, απροσμέτρητα βάθη.
δειλά στην αρχή, έπειτα θαρραλέα).
Ευθύς αλύπητα ό,τι έγραφε σβήνει,
άδικος μόχθος τα χαρτιά του μέχρι τότες.
Όλη την ύπαρξή του, άσκοπα, λύνει
στηνς νέας μουσικής τις άγνωστες νότες.
Αρχίζει πάλι η παλιά, γνωστή ιστορία:
του ποιητή η ματαιόπονη Οδύσσεια.
Στ’ άδειο χαρτί περιπλανάται με αγωνία,
ανύπαρκτοι τόποι, χώματα παραδείσια.
Δίχως επιστροφή, ο δόλιος, και το ξέρει!
Χωρίς να βρει την καμινάδα να καπνίζει,
μήτε της Πηνελόπης το λατρεμένο χέρι,
στον ώμο του να αφεθεί για να ελπίζει.
Μούσα φτωχή, αδιάντροπη θεότητα,
μη βοηθήσεις τους ποιητές, κάνε στην άκρη!
Φρόντισε ν’ ανατείλει γυμνό στην ανθρωπότητα
το υπερούσιο φως: Έρωτας, Ποίημα, Δάκρυ…
Υπάρχει ένα τέλος για την ποίηση,
Ένα τέλος για την ψυχολογία,
Την γραφή, την ανάγνωση
Και τη φιλοσοφία.
Υπάρχει ένα τέλος στα μαθηματικά,
Ένα τέλος στη φυσική,
Στη χημεία, τη γεωγραφία
Και την αστρονομία.
Τελειώνει ο κόσμος
Τελειώνει η προσωπική μας ύπαρξη,
Σε μια έκρηξη ευδαιμονίας
Ο θάνατος γίνεται
Χαρά ανεξήγητη
Χαρά ανέλπιδη
Χαρά απόλυτη
Απρόσμενη χαρά
Ανιδιοτελής χαρά
Απέραντη χαρά
Χαρά.
Για τον κο Γ. Μπλάνα μια ένσταση στο δια ταύτα.
Αν τα άλογα γνώριζαν δεν θα κάλπαζαν ( ισχύει και το αντίστροφο ) .
Επειδή δεν είναι δυνατή μια γνωσιολογία των αλόγων , άλλωστε δεν εφαρμόζεται επ αυτών το ενοχικό δίκαιο , δεν ελπίζω σε τίποτε περισσότερο από αδέξιους τριποδισμούς
( και μάλιστα στις σεντίνες και τα καμμένα μηχανόλαδα ).
Σαιτάρχα εσύ δίνεις την απόδειξη του Μ(ο)ίχειου λήμματος.
Όποιος είναι θεατής δεν είναι αθώος
Αν δε ματώσεις, τίποτα δε σου χαρίζεται
Όσα ξόβεργα κι αν στήνεις, μόνο τα τσιροπούλια του λόγου θα πιάνεις
Κι οι άπιαστοι αετοί των νοημάτων θα σε περιπαίζουν με τις εφορμήσεις τους
Κύριε Μίχο, το έχουμε πει “η άμμος και όχι το λάδι στα γρανάζια του κόσμου”
Υ.Γ. Το συναρπαστικό με τη γραφή είναι ότι λίγο πριν το τέλος πρέπει πάντα να κλωτσάς την καρδάρα με το γάλα.
Μια και το έφερε η ακριβοδίκαιη τύχη: “Και μες στον τάφο ασάλευτο και μες στο ζόφο που με κλει,/σαν κάποιο σάλεμα με πάει προς την ανατολή,/με την ασύγκριτην αυγή που ο Χάρος δεν τη σβύνει./Και λάμπει η λυρική ψυχή και μες το μνήμα εκείνη.” Τι άλλο;Κωστής Παλαμάς…
Είναι συναφής, αγαπητέ κ. Μίχο,και η επισήμανση: “Το παράδοξο της υστερονεωτερικής κατάστασης είναι ότι, ενώ η νεωτερικότητα ξεκίνησε το 1500 ως “χειραφέτηση του ανθρώπου” από παραδοσιακά δεσμά -το οποίο πάντα ισχύει ως πρόταγμα-, εντούτοις η άλλη, η γνωστική όψη της, η τάση του ανθρώπου για παντοδυναμία και αυτοθέωση, οδήγησε τελικά στη |μηδενιστική αυτοαναίρεση| του υποκειμένου: ο γνωστικός “θάνατος του θεού” έχει ως συνέπεια τον υπαρξιστικό “θάνατο του ανθρώπου” στην εποχή της “ασημαντότητας” -βλ. εν προκειμένω την ακροτελεύτια συνεπαγωγή στο |Δοκίμιο για τη γνώση και τον γνωστικισμό| του Θάνου Λίποβατς, εκδόσεις Πόλις, 2006, σελ. 102.
Το “ερώτημα” παραμένει: οι ποιητές από έξω παίρνουν θέση. Οι νεοσσοί δεν μιλάνε. Όλο δημόσιες σχέσεις
Μήπως τελικά κ. Μίχο το ερώτημα του Πετεφρή δεν τους αφορά;
Νομίζω ότι δεν μπορώ να γενικεύσω. Κάθε ποιητής και η γραφή του -κάθε ποιητής κι ο θάνατός του-βιολογικός και μη.Μήπως οι γενικότητες δεν είναι ο καρκίνος της ποίησης; Όσο σκέφτομαι το ερώτημα αυτό του κ. Μίχου, άλλο τόσο πιστεύω ότι το πέρασμα από τη μη-γραφή στη γραφή και τούμπαλιν συνιστά ένα είδος απώλεια; κι επανάκτηση; της παραδείσου.Να το πω: σε αυστηρά υπαρξιακή βάση. Ίσως να γράψω μια σειρά μικρών δοκιμίων περί αυτού. Άλλωστε, μεταξύ άλλων, με καλύπτει η πλατωνική προοπτική: «Και εκ πολλής συνουσίας γιγνομένης περί το πράγμα και του ζην εξαίφνης οίον από πυρός πηδήσαντος εξαφθέν φως εν τη ψυχή γενόμενον αυτό εαυτό ήδη τρέφει», ή σε μετάφραση του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου «και από την πολλή επικοινωνία με το ίδιο πράγμα και από τη συνάφεια μαζί του, έξαφνα, σαν από μια σπίθα, που ανασπίθισε, γεννιέται μέσα στην ψυχή ένα φως, που μόνο του πια τρέφει τον εαυτό του.» Αυτά, Σωτήρη, σαν μια πρώτη σημερινή, εωθινή”απάντηση”. Δηλαδή μάλλον θα επανέλθω…
εννοώ: απώλειας -επανάκτησης. Ευχαριστώ
Ας μην μπούμε στη διαδικασία παλαιοί-νέοι.
Δε συμφέρει και τις δυο πλευρές…
Ας μείνουμε στο άχρονο ερώτημα. Στο α-ληθι-νο.
Aγαπητέ κ. Μίχο,
θα ξεκινήσω με μια αυθόρμητη παρατήρηση. Η έκφραση “θέλω να πω για τους αληθινούς ποιητές η ενασχόληση μ’ αυτό το ερώτημα είναι διαρκής, σχεδόν τρεφόμαστε από την οριακότητα του ερωτήματος” μου προκαλεί αλλεργικό σοκ. Η αλλεργία οφείλεται στη χρήση της συνεκφοράς “οι αληθινοί ποιητές”-δε λέω ότι φταίτε εσείς, απλώς όσοι λένε “οι αληθινοί ποιητές”, “οι αληθινοί Ολυμπιακοί”, “οι αληθινοί γενικώς”, ωσάν να αντιλαμβάνονται εαυτόν πορτιέρη της αλήθειας, έχουν περισσότερο θάρρος απ’ όσο σηκώνει ο οργανισμός μου.
Επειδή, όμως, σπεύσατε να διαγνώσετε τα κίνητρα όσων δε συμμετέχουν εδώ, είπα, σε ό,τι με αφορά, να εξηγήσω τη δική μου αποχή-όχι ότι αναμένω να υπαναχωρήσετε στη διάγνωσή σας.
Το κείμενό σας μού είναι ακατάληπτο (λένε πως είναι κακό να παραδέχεται κανείς κάτι τέτοιο δημοσίως, αλλά πάλι, καρφί δε μου καίγεται). Ειλικρινώς δε βλέπω τη σχέση λυρισμού και αθωότητος, ούτε κατανοώ την περί αυτού επιχειρηματολογία και οριακότητα. Αδυνατώντας να παρακολουθήσω, λοιπόν, σιωπώ, και αρκούμαι σε επαναληπτικές αναγνώσεις του κειμένου σας, οι οποίες μου προσφέρουν την αίσθηση της περιορισμένης κατανόησης πλην υψηλής αισθητικής, που βιώνω και σε πολλά ποιήματα που μου αρέσουν.
Αντιλαμβάνομαι ότι ο οτρηρός κ. Γ. Μίχος θέλει να εκμαιεύσει κάτι που να τον ικανοποιήσει δεόντως. Να καταθέσω ένα άλλο ερώτημα, συγγενικό με το δικό του για να καταδείξω άλλη μια φορά την μακροχρόνια αγωνία, καλυμμένη ή όχι, του ποιητή να καταλάβει τα όριά του, αλλά και των τρίτων ιθυνόντων να καταλάβουν εκείνο. Παραθέτω από μια πρόσφατη συζήτηση με τον εαυτό μου στη συμβολή των δύο Νείλων: Από την παρακαταθήκη των ευσεβών μας πόθων να ορίσουμε την αλήθεια του όντος και βεβαίως την αλήθεια του λογοτεχνικού γράμματος διαλέγω μια μισοξεχασμένη έκφραση του 19ου αιώνα, η οποία προφανώς δεν θέλει να αποκρύψει, μεταξύ άλλων, ούτε την εγγενή, ακραία μάλιστα γνωστική της ποιότητα. Οι αποστροφές που επιλέγω ανήκουν σε ένα εκρηκτικό, εμφανώς χαρισματικό τέκνο εκείνης της εποχής, εννοώ τον Gustave Flaubert, ο οποίος βρισκόταν διαρκώς μπροστά από όλους εν γένει τους συναδέλφους του στο χώρο της τέχνης του λόγου. Η διορατικότητά του δεν είναι η συνήθης. Κατά λέξη: «Όσο θα έχουμε διαπραγματευτεί σε κάποιο χρονικό πλαίσιο την ανθρώπινη ψυχή με την αμεροληψία εκείνη, την οποία επιστρατεύουμε στις φυσικές επιστήμες για να σπουδάσουμε την ύλη, θα έχουμε διανύσει ένα τεράστιο βήμα. Είναι το μόνο μέσον στη διάθεση της ανθρωπότητας, προκειμένου να τοποθετηθεί περί του εαυτού της. Τότε μόνον θα καθρεφτιστεί με ειλικρίνεια, χωρίς στρεβλώσεις, στο κάτοπτρο των έργων της. Θα καταστεί κάτι σαν θεός, θα κρίνει τον εαυτό της άνωθεν. Ναι, φρονώ λοιπόν πως αυτό μπορεί να συμβεί. Όπως ακριβώς παρατηρείται και στην επιστήμη των μαθηματικών, το θέμα απλούστατα είναι να βρούμε τη μέθοδο.»
Το χρονικό διάστημα, το οποίο έχει διανυθεί από τότε έως σήμερα είναι αντιστρόφως ανάλογο της ποιότητας της συνολικής προόδου, η οποία έχει σημειωθεί στον τομέα που μας αφορά. Οι θεωρίες περί τη λογοτεχνία γεννήθηκαν, ήκμασαν και παρήκμασαν με χαρακτηριστική ευκολία, χωρίς να παγιώσουν τον πολυπόθητο χρυσό κανόνα. Ο ποιητής, για να κλείσω σχολιάζοντας έιδικότερα το ζήτημα που μας έθεσε ο κ. Γ. Μίχος, μένει αβοήθητος. Σταματά να γράφει όταν νοιώσει ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΟΗΜΑ: στη Γαλλία ο Ρεμπώ, π.χ., στα καθ’ ημάς ο Μ. Αναγνωστάκης. Θυμάστε άλλους-άλλες,άραγε;[Οίκοθεν νοείται ότι Σας ευχαριστώ που φέρνεται το Χαρτούμ(μου) στο Λεκανοπέδιό (μας) και όχι μόνον…]
ERRATΑ: άμεσες διορθώσεις παραδρομών…1] “εκείνον”…κι όχι εκείνο και 2] “φέρνετε”…κι όχι, φυσικά, φέρνεται.
Μίχο,
διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη φράση.Πέρα από το ότι δεν κατανοώ τη σημασία της,δε βρίσκω καν διατυπωμένο ένα ερώτημα.
Ας το εκλαϊκεύσει κάποιος και για μας τους “νεοσσούς”,αν θέλετε τη γνώμη μας.
Aγαπητοί
η ουσία του ερωτήματος πληγιάζει στις όχθες του…πυρηνικά δεν μπορεί να απαντηθεί το σφάλμα της σημειολογίας…οι δορυφόροι του θολώνουν τα σεντόνια με καταθλιπτικό θόρυβο τύπου πλανόδιον…οι άλλοτε δάσκαλοι αφήσαν πίσω τους μαθητές που καμπάρεψαν σ’ αλλότρια μυστήρια…ο Σικελιανός παίζει το ντέφι στην οδό κι η ιερή αρκούδα βοσκάει βλήτα…στα χείλη μου στεγνώνει όλο και περισσότερο η συνδρομή, λευκή της δίψας και βρομερή της θλίψης…κι ούτε ένα χαρτομάντηλο στη χαρτομαντηλοθήκη…μόνο η κιθάρα μου μέσα…πιο καλή μοναξιά.
Μετά τιμής,
Δ.Γ. Μουζάκης
Μίχο,
το ερώτημά σου μου ήταν ακατάληπτο,γιατί απλώς…δεν υπήρχε.
Πάω τώρα,κατά την προτροπή του Ανώνυμου, να διαβάσω κανένα σοβαρό βιβλίο,μπας και μπορέσει κάποτε ο “νεοσσός” σαν μεγαλώσει να απαντήσει…
Γιάννη, μη φεύγεις. Θα τα καταφέρουμε και αδιάβαστοι. Τις δικές σου αποσκευές θα τις κουβαλήσω εγώ (είμαι χαμένος από χέρι).
Γιάννη, γύρνα πίσω. Ο αγαπητός κ. Μίχος λέει ότι συνηγορεί σ’ ανύπαρκτο, διαβολικό ερώτημα.
Δεν ξέρω αν όντως το έθεσε ο κ. Πετεφρής, αλλά δε θα ήθελα να είμαι στη θέση του.
Η πολυπόθητη λύση: η μηχανή του αθώου λυρισμού είναι η κλίση (Γιώργο Μίχο, σβήσε μου την κλήση).
Με εκτίμηση προς όλους,
Εγώ
Παράκληση προς τους διαχειριστές της σελίδας, κ. Παστάκα και Αραβανή:
Παρακαλώ (δεδομένου ότι δεν μπορώ να το πράξω μόνος μου) να κατέβουν όλα τα σχόλιά μου σε αυτή τη συζήτηση.
Ευχαριστώ.
Κ. Μίχο, στην ψυχολογία είστε εξίσου καλός με τη στιχοπλοκή. Χορδές το πρέπει, χορδές το θέλω.
Για την αποκατάσταση των πραγμάτων:
Είναι τουλάχιστον ατυχής η επιλογή της λέξης “νεοσσοί” από τον κύριο Παστάκα,ως χαρακτηρισμός των νεότερων, και πιθανόν πιο άπειρων ,ασχολούμενων με τα ποιητικά.Τη στιγμή μάλιστα που προκατέλαβε το ενδιαφέρον τους για “δημόσιες σχέσεις”.
Είναι στ αλήθεια κρίμα να αντιμετωπίζονται έτσι “αφ’ υψηλού” οι νέοι από τους παλαιότερους-λογική του στρατού…
Εσύ παλι, αγαπητέ Γιώργο,βιάστηκες να αποδώσεις τη μη συμμετοχή κάποιων στη συζήτηση στην άγνοιά τους-απάντησα γιατί κάτι τέτοιο για μένα,αρχικώς τουλάχιστον ,δεν ίσχυε…απλώς δεν κατάλαβα την ερώτηση.
Καμιά παρεξήγηση από τη μεριά μου.
Και δε θα το παίξω έξυπνος να απαντήσω-δεν είμαι και θεωρητικός της λογοτεχνίας,άλλωστε.
Και όσα γράφω δεν εμπίπτουν σε θεωρητικές προγραμματικές αρχές,ώστε να μπορούσα και να τις διατυπώσω.
Θα συμφωνήσουμε κ. Κυριαζή: στην τέχνη γεννιέσαι είτε μεγάλος, είτε νεοσσός…
Κύριε Παστάκα,
ελπίζω αυτή η θέση σας να είναι μόνο και μόνο για να συμφωνήσουμε κάπου-εγώ προσωπικά,διαφωνώ.
Παράδειγμα;…Οι πρώτες ποιητικές συλλογές της κυρίας Δημουλά.
Γιώργο Μίχο,
δε θα αμφισβητούσα ποτέ την αξία του χώρου αυτού.
Ούτε και τις καλές προθέσεις συνεργατών και φίλων που το στηρίζουν.
Απλώς στάθηκα σε μια φράση που μου φάνηκε “κάπως”…Να μην το πω δηλαδή;..
Oι “νεοσσοί” παραπέμπουν περισσότερο στη νεαρά ηλικία και λιγότερο στους ατάλαντους…Ξέρω,φιλολογισμοί,μα…αυτή είναι η διαστροφή μου, όπως ξέρετε.(Κάτι ξέρεις εσύ που δε χωνεύεις τους φιλολόγους-o.k,ούτε αυτό θα το πάρω προσωπικά,αν και…θα μπορούσα. 🙂 )
Το ότι ο κύριος Παστάκας καταφέρνει να κρατά αυτό το χώρο με διάθεση προσφοράς κι αυτοθυσίας είναι φυσικά κάτι που όλοι του το αναγνωρίζουμε…
Μα είναι στ’ αλήθεια κρίμα βρε Μίχο να μπερδεύουμε τις “πασοκιές” με τύπους άδολους όπως ο Μουζάκης…
Ακόμη και αν διαφωνεί κανείς με τις απόψεις του,η όλη του στάση μέσα στο Ποιείν δείχνει έναν άνθρωπο που φλέγεται για την Ποίηση-και το λιγότερο που του αξίζει,η ειρωνεία…
Ίσως τελικώς Μίχο να έχεις δίκιο-η θανατίλα μας κυνηγάει ως εδώ…(κι αυτό το λέω ακόμη και αυτοκριτικά.)
Κύριε Μίχο,
αν ήμουν στη θέση σας θα πρόσεχα πάρα πολύ ..Το να μιλάτε για “πασοκιές” τόσο άκριτα και επιπόλαια , πέρα από το ότι αυτό από μόνο του συνιστά την υψίστη πασοκιά, προσβάλλει δημόσια την εικόνα σας που τόση ευαισθησία έχετε επιδείξει για να την περισώσετε…
Aγαπητέ κ. Μίχο,
Ατέλειωτες οι χορδές σας. Μην τις τεντώνετε άλλο, γιατί θα κατσαρώσουν.
Αν πάλι επιμένετε στο τέντωμα, μην ξεχνάτε τα αποσιωπητικά.
Αγαπητέ κ. Μίχο,
Βάλτε τον ορισμό της πασοκιάς στο κείμενό σας. Αν το πάρει χαμπάρι κανείς, θα σας πω τι ψήφισα.
Αγαπητέ κ. Μίχο
Για πασοκιές να μιλάτε όσο θέλετε…Άλλωστε γι΄αυτές μιλάω κι εγώ.
Σε ποιους τις απευθύνετε συνέστησα να προσέχετε…
Γιατί έτσι θα δυσκολέψετε τον κ.καθηγητή που θα πρέπει να συμπεριλάβει τον ορισμό της πασοκιάς κατά Μίχο. Που να ψάχνει ο άνθρωπος στα έγχορδα….
Συμφωνώ για τις μη περaιτέρω απαντήσεις σας .
Θα πρότεινα να εμβαθύνετε λίγο στα ερωτήματα…και το …κοιτάμε…
Πατέρα, αναστήθηκες; Δεξιός είμαι.
Α ρε Μίχο μου έκλεψες τους επισκέπτες από το σημερινό πόστ….
Χαλάλι σου…
Πάντως λέω να μετονομάσουμε το τόπικ από
“Το ερώτημα”
σε
“Οι Απαντήσεις”…
πασοκιά: αμεροληψία πρώην πασόκου, νυν θαυμαστή Ελύτη και Χατζηδάκη.
στο βάθος κήπος-πασοκιά: αδυναμία αποβολής της πασοκιάς.
Τέλος.
Ε ρε voas που μας χρειάζεται… 🙂
“Να είναι καλά εκεί που είναι το παλικάρι.”
Μίχο,κάνε “χχχααααα ” να μυρίσω-έχεις πιει;…
Καλός λόγος από τα χείλη σου έσταξε για άνθρωπο… 🙂
Δεν υπάρχουν μυστικά Μίχο. Μην παραπλανείς τον κόσμο..
Μία είναι η Ιστορία. Του Μητσοτάκη…(έτσι για να ξεφύγουμε από το “πασόκος” πια…)
Κύριε Παστάκα το “νεοσσός” σε μεγαλογράμματη γραφή ΝΕΟΣΣΟΣ
σας δίνει την απάντηση…
Ζητά τη βοηθειά σας και εσείς τη δικιά του…
Έτσι προχωρά η Ιστορία. Όχι βέβαια αυτή του Μητσοτάκη.
Υ.Γ @ Μουζάκη
Αν επιθυμείς ακόμη το σβήσιμο των σχολίων σου, παρακαλώ ενημέρωσέ μας. Ευχαριστώ.
Ας προσπαθήσω μεταμεσονύχτια να δώσω μιαν απάντηση στο ερώτημά σου.
Αναρωτιέμαι πώς προκύπτει η δημοσιότητα στους λογοτεχνικούς κύκλους με τόσα ατσαλάκωτα λογοτεχνικά περιοδικά.Πάντως το “τσαλάκωμα” της όποιας αξίας τους δεν πρόκειται κάποια στιγμή να το αποφύγουν.
Το κακό είναι πως εθιστήκαμε όλοι στον παράγοντα μιας παγιωμένης αντίληψης για τους “καταξιωμένους”.Ακούμε το “όνομα” και υποκλινόμαστε,πιθανόν γιατί έχουμε ανάγκη να κοιτάμε πότε πότε τα παπούτσια μας -από ντροπή.
Δύσκολα θα διακρίνει κάποιος την αξία της δημιουργίας-γιατί θα πρέπει προηγουμένως να μας πνίξει όλους η σκόνη των κατεδαφισμένων.
Κάτι που ακόμη αργεί,ως φαίνεται,να γίνει.
Όμως δε νομίζω ότι θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στην εμφάνιση του Ενός-αυτή δε θα συμβεί,αν δεν υπάρξουνε Πολλοί μέσα από τους οποίους κάποιος θα ξεχωρίσει.
Η εποχή μας δεν ευνοεί τη δημιουργία του λόγου αλλά τη σιωπή των δημιουργών.
Το τέλος της ομορφιάς όμως δε θα έρθει ακόμη κι αν η γη καταστραφεί-ακόμη και τότε, η στάχτη της στο διάστημα θα ταξιδεύει ως χαριτωμένη,νηπιακή μουτζούρα στην άσπρη κόλλα του γαλαξία.
Είμαι αισιόδοξος,γιατί το Ωραίο δεν έχει ανάγκη τα μάτια μας-και πολύ περισσότερο τη γραφίδα κάποιων-για να υπάρξει.
O προορισμός
Στίχοι-Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς
Το σίγουρο είναι ότι ξεκίνησα πάλι αργά
Και πάω με τα πόδια συνέχει χαζεύω, κοιτάζω
Μυρμήγκια που σκάβουν στου κόσμου το ρήμαγμα
Μου λένε να σκάψω λιγάκι κι εγώ, μα διστάζω
Κι αν είμαι σε κάτι στ’ αλήθεια καλός
Φοβάμαι πως είναι το αμήχανο βήμα
Μα εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Κι αν είναι ένας τρόπος για να ΄ρθω είν’ αυτός
Ν’ αλλάζω στη διαδρομή συνεχώς
Ν’ αλλάζω στη διαδρομή συνεχώς
Το σίγουρο είναι ότι πηγαίνω στην ομορφιά
Μα ο μέσα μου αντίπαλος βιάζεται-τρέχει να φτάσει
Κοιτάω τ’ όνομά του που αστράφτει στην αγορά
Ακούω το τραγούδι του που θέλει απλά να σου μοιάσει
Κι αν είναι σε κάτι στ’ αλήθεια καλός
Φοβάμαι πως είναι ο μηχανισμός του
Μα εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Κι ο δρόμος σου σίγουρα δεν είν’ αυτός
Να μένω ο ίδιος μα πιο βιαστικός
Να μένω ο ίδιος μα πιο βιαστικός
Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει σιγουριά
Στο δρόμο αυτό δεν υπάρχουν ταμπέλες και βέλη
Μονάχα ουρανός και αέρας και μοναξιά
Κι αυτό που η καρδιά μου συνέχεια κι ακούραστα θέλει
Κι αν είμαι σε κάτι στ’ αλήθεια καλός
Το ξέρω πως είναι ότι απλά συνεχίζω
Κι εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Πως είσαι ο δικός μου ο προορισμός
Θα φτάσω εκεί κάποτε θα ΄ρθει ο καιρός
Να σου τραγουδήσω να γίνουμε φως
Να σου τραγουδήσω να γίνουμε φως…
Αφιερώνεται στον kyriaz για το εξαιρετικό τελευταίο του πόστ.
Mίχο, για να θεωρείς ότι αγρυπνώ με Στιγκοτρόπαιο, θα πρέπει να έχεις πολύ κακή άποψιν για την αγοραστική μου ισχύ.
Εγώ, πάντως, σαν έρθει η ώρα, για να δεις τι φίλος είμαι, θα σε δανείσω.
Παρεμπιπτόντως, ως ατακαδόρο σε προτιμώ επί εξοχικών και, δευτερευόντως, όταν ποθείσαι (και αρέσεις).
Κυριαζ
Εν αφασία διατελών
αλλ’ έχων φρένας σώας
μένω απλώς παρατηρών
ανάσκελα τας πόας
κληθείς , ο τάλας , υφ’ υμών
ίνα συσφίξω θώας –
την νέμεσιν των νεοσσών ,
(προθέσεως γαρ αθώας )
εύρον το κλέος των Αχαιών
να μάχεται τους Τρώας.
Δεν είμαι ο Φήμιος των επών
μα ο αδαής ο voas
Κύριε Μίχο,
Ευχαριστώ…