
Ξεπουληθήκαμε στο Γιουσουρούμ για ένα κουστούμ…
Τα λογοτεχνικά περιοδικά – γενικότερα τα έντυπα τέχνης – παρουσιάστηκαν στο ιστορικό προσκήνιο, και εγκαθιδρύθηκαν ως θεσμός, κατά τη διάρκεια μιας πολύ συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Λίγο πριν, λίγο μετά την Γαλλική επανάσταση, μικρή σημασία έχει. Σε κάθε περίπτωση, είναι γέννημα θρέμμα του Διαφωτισμού. Αυτό φυσικά σημαίνει ότι η εμφάνιση τους πρακτικά συμπίπτει με την άνοδο της αστικής τάξης στην Ευρώπη. Κατʼ επέκτασιν, σημαίνει πως συμπίπτει με την κεφαλαιοποίηση της οικονομίας και τη γέννηση του Καπιταλισμού. Κι απʼ τη στιγμή που για να εκδόσεις ένα οποιοδήποτε περιοδικό έχεις την ανάγκη ύπαρξης ενός συγκεκριμένου κεφαλαίου, όλα αυτά σημαίνουν πως, από τις απαρχές της εμφάνισης τους, την έκδοση των διαφόρων εντύπων την είχαν εξʼ ολοκλήρου επωμιστεί οι μεγαλοαστοί. Θα ήταν αφελές, λοιπόν, να θεωρούμε πως αυτοί οι τελευταίοι κινούμενοι από αγνές προθέσεις και ανιδιοτελή κίνητρα επιδόθηκαν, από καθαρή αγάπη για την τέχνη, στην έκδοση των διαφόρων εντύπων τέχνης. Ένα οποιοδήποτε έντυπο τέχνης, λοιπόν, βασισμένο στους νόμους, στη λογική και στις πρακτικές της καπιταλιστικής οικονομίας δεν μπορεί να είναι απολύτως τίποτε άλλο παρά εμπόρευμα. Και μάλιστα ένα εμπόρευμα που αποφέρει κέρδη πολλά. Θυμηθείτε την περίπτωση της Βιομηχανικής τέχνης (ο τίτλος και μόνο είναι ενδεικτικός) και του εκδότη της κ. Αρνού, το πορτρέτο των οποίων με μπρίο φιλοτεχνεί στην Αισθηματική αγωγή ο Flaubert.
Στην Ελλάδα, όμως, λόγω διαφόρων ιδιαιτεροτήτων (παραπλήσιες, εδώ που τα λέμε, σε όλα τα εθνικά κράτη που ξεπηδούσαν ωσάν τα μανιτάρια κατά τη διάρκεια του δευτέρου ημίσεως του 19ου αι.) η κατάσταση ήταν ελαφρώς διαφορετική. Και ήταν διαφορετική ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι σε μία ήπειρο που ραγδαία μετασχηματιζόταν και μετασχημάτιζε τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές δομές της, ερχόταν ξαφνικά, τεχνητά – και σχεδιασμένα από τις συντηρητικές δυνάμεις της γηραιάς Ευρώπης – να δημιουργηθούν ʽοάσεις σταθερότηταςʼ (δηλαδή, συντήρησης) σʼ έναν κόσμο που άλλαζε. Το αποτέλεσμα ήταν πως, ακριβώς όπως και το κραταιό αυτό Βασίλειον της Ελλάδος, όλα τα κράτη που γεννήθηκαν εκείνην ακριβώς την περίοδο, συνήθως στην περιφέρεια της αστικο-καπιταλιστικής Ευρώπης, παρουσίασαν την αντίφαση της τεχνητής – αλλά αναπόφευκτης – δόμησης επάνω σε αστικά μοντέλα ενώ στο εσωτερικό τους δεν υπήρχε γηγενής αστική τάξη. Μόνο αριστοκράτες και φεουδάρχες. Τα παραδείγματα πολυάριθμα: Σερβία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ρουμανία. Κι όταν μίλησα παραπάνω για ʽοάσεις σταθερότηταςʼ εννοούσα ακριβώς αυτό: η θνήσκουσα ευρωπαϊκή αριστοκρατία προσπαθούσε να διασωθεί ιδρύοντας φεουδαρχικά βασίλεια στην περιφέρεια της Ευρώπης, τη στιγμή που τα ευρωπαϊκά κεφάλαια που συνέρεαν στα νεοσύστατα αυτά βασίλεια, υπό την μορφή δανείων, αναπόφευκτα δομούσαν τα κράτη αυτά πάνω σε αστικο-καπιταλιστικά πρότυπα.
Κατʼ επέκτασιν, οι επιμέρους θεσμοί που μορφώνονταν στα κράτη αυτά – συνεπώς και τα έντυπα τέχνης – έπρεπε να υπακούουν, για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, στους νόμους της φεουδαρχίας. Όσο κι αν έχει αμφισβητηθεί, τροποποιηθεί κι αλλάξει τα τελευταία χρόνια η αντίληψη μας περί φεουδαρχίας κι όσο κι αν νέες διαστάσεις έχουν προστεθεί στο περιεχόμενο του όρου αλλά και στα ίδια τα δεδομένα που αυτός υπονοεί, ως ιστορικό φαινόμενο, αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η άμεση, κάθετη εξάρτηση των υποκείμενων στους εξουσιαστές εξουσιαζόμενων. Και η εγγενής της φεουδαρχίας ʽοικογενειοκρατίαʼ. Και η νοοτροπία της ʽανταμοιβήςʼ (ʽδώσε μου για να σου δώσωʼ) που αυτή καλλιεργεί. Ως εκ τούτου, διόλου παράδοξο δεν είναι το γεγονός που αυτή η νοοτροπία κυριάρχησε σε όλο το φάσμα της υπό διαμόρφωσης τότε νεοελληνικής κοινωνίας και στους θεσμούς της – και συνεπώς και στους μηχανισμούς προώθησης της τέχνης. Και η φεουδαρχία μπορεί, βέβαια, κάποια στιγμή να έφυγε. Οι νοοτροπίες όμως, βαθιά ριζωμένες, παρέμειναν.
Όταν, βέβαια, αναλογιζόμαστε όλα τα παραπάνω παύει να μας εκπλήσσει – αν μας εξέπληττε, δηλαδή, ποτέ – το γεγονός ότι όλη η ιστορία των λογοτεχνικών – και λοιπών καλλιτεχνικών – εντύπων στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την διαπλοκή, τα βρώμικα παρασκήνια και την κερδοσκοπική πρόσληψη του έντυπου τέχνης. Το μεράκι και οι αγνές προθέσεις ορισμένων εντύπων – και των εκδοτών τους – δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τη συλλογική εικόνα. Ως πότε θα κλαψουρίζουμε για την απουσία αξιοκρατίας; Τα υπάρχοντα έντυπα, και όσα θα υπάρξουν, που στηρίζονται στους νόμους, τις λογικές, τις πρακτικές και τις νοοτροπίες που επί τροχάδην προσπάθησα να μνημονεύσω παραπάνω, θα συνεχίσουν να λειτουργούν όπως ακριβώς λειτουργούν, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ιστορικά αδύνατον να δραπετεύσουν του οικονομικού συστήματος που τα γέννησε. Πετάχτε τα! Θα συνεχίσω να δημοσιεύω (ενδεχομένως…) σʼ αυτά, όπως και όλοι μας. Αλλά μέχρι πότε θα είμαστε ικανοποιημένοι από αυτό; Εκεί εξαντλείται το όραμα μας για την τέχνη; Στο να περιληφθεί το ποίημα μας, η φωτογραφία μας με τη μάπα μας, η κριτική για το καινούργιο βιβλίο μας στην όποια φυλλάδα; Προτιμάμε μια τέχνη που θα προβάλλει τα μίζερα υποκείμενα μας ή μια τέχνη που θα ʽχει τʼ αρχίδια νʼ αλλάξει, αλλάζοντας τον ίδιο τον άνθρωπο, την κοινωνία που όλοι μας ζούμε; Κι ο ρόλος ο δικός μας ποιος θα ʽναι; Εγώ θέλω να μιλήσω για την αυτοδιάθεση της τέχνης, να μου δοθεί ετούτη η χάρη…
Ένα άρθρο που θα ισοπέδωνε τα πάντα θα ήταν μάλλον κάπως ντανταϊστικό αν δεν ερχότανε να προτείνει και κάτι. Το πρόβλημα δεν είναι το μέσο. Θέλω να πω πως η ρίζα του προβλήματος δεν βρίσκεται, προφανώς, στο έντυπο ως τέτοιο. Το πρόβλημα έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι τα υπάρχοντα έντυπα, όπως λειτουργούνε, εγκλωβίζουν και καταδυναστεύουν, αντί να αποδεσμεύουν και να απελευθερώνουν, τις όποιες δημιουργικές δυνάμεις. Το ίδιο ισχύει με ολόκληρο το σύστημα ʽπροώθησηςʼ της τέχνης: εκδοτικοί οίκοι, gallιries, festivals, παραγωγοί και δεν συμμαζεύεται. Τσάμπα μάγκες, νταβατζήδες πάνω απʼ τα κεφάλια μας. Πορνοβοσκοί κατεστημένου γούστου. Ποιος φταίει όμως γι αυτό;
Ολόκληρη η ιστορία της τέχνης των τελευταίων πενήντα χρόνων βασίστηκε σε μια παρανάγνωση των κατακτήσεων του μοντερνισμού (βάζω μέσα όλα τα μοντερνιστικά κινήματα τόσο τα αμιγώς αγγλοσαξονικά, όσο και τα γαλλοτραφή – ντανταϊσμός, σουρεαλισμός – καθώς και τις, με τις ιδιαιτερότητες τους, ιταλικές, γερμανικές και ρωσικές πρωτοπορίες). Ο μοντερνισμός απελευθέρωσε οριστικά τον καλλιτέχνη και έστησε τον αιώνιο ανδριάντα της ελευθερίας της ατομικότητας του. Ο μοντερνισμός όμως κινήθηκε συλλογικά, επειδή συλλογικά αντιλαμβανόταν τον κόσμο και το υποκείμενο εντός του. Και επειδή συνειδητά και συλλογικά προσπαθούσε να ενοποιήσει εκ νέου το ιστορικό υποκείμενο με τον καλλιτέχνη (που είχανε μεταξύ τους διαχωριστεί σταδιακά ήδη από τις απαρχές του Διαφωτισμού), και εν συνεχεία με τον κόσμο και την κοινωνία. Γι αυτό και πολλάκις ο μοντερνιστής καλλιτέχνης του 1920 αυτοδεσμεύτηκε συνειδητά σε κοινές αρχές που επεξεργάστηκε προηγουμένως συλλογικά (τα μανιφέστα του σουρεαλισμού, Vortex). Οι επίγονοι, όμως, του μοντερνισμού, κρατώντας μονάχα το πρόταγμα της απόλυτης ελευθερίας του καλλιτέχνη και του σεβασμού της ατομικότητας του, κατέληξαν στην απόλυτη ασυδοσία, βαφτίζοντας το οτιδήποτε τέχνη, και στο βωμό ακριβώς της ατομικότητας αυτής, θυσίασαν οποιαδήποτε έννοια συλλογικότητας, συλλογικής αντίληψης περί τέχνης ή συλλογικής δράσης. Και η ατομικότητα εξέπεσε κι αυτή με τη σειρά της σε μια στυγνή εξατομίκευση. Το γεγονός ότι απλά συμπαρασύρθηκαν από τα νέα κοινωνικά δεδομένα που δημιουργούσε ο Ύστερος καπιταλισμός, δεν τους απαλλάσσει απʼ τις ευθύνες τους. Η περίοδος που ακολούθησε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (κυρίως βέβαια από το 1960 και μετά), είναι ίσως η μοναδική περίοδος στην ιστορία της παγκόσμιας τέχνης (απʼ τη χρονική στιγμή τουλάχιστον που αυτή αυτονομήθηκε από τη σφαίρα της μαγείας και της θρησκείας), που η τέχνη δεν χτίστηκε πάνω στη βάση της άρνησης, αλλά αντίθετα επάνω στη βάση της de facto αποδοχής μιας κατεστημένης κοινωνικής πραγματικότητας και κυρίως του τηλεκατευθυνόμενου γούστου της. Κοινό και καλλιτέχνης βρίσκονται σε μια μόνιμη διάδραση. Κι όσο με σκατά ταΐζεις το κοινό, το κοινό θα μάθει να θεωρεί τα σκατά σου τέχνη. Κι όσο σκατά ζητάει το κοινό, τόσο ο καλλιτέχνης δε θα κάνει τίποτα άλλο παρά νʼ αποπατεί. Ότι δηλαδή ακριβώς έγινε κατά τη διάρκεια του δευτέρου ημίσεως του 20ου αι., με τη σημαντική προσθήκη ότι, εκτός των άλλων, ο καλλιτέχνης αποδέχτηκε και τη διαμεσολάβηση ως τον νόμιμο και μοναδικό τρόπο παρουσίασης της τέχνης του. Μια απόρριψη της τέχνης μετά το 1960 δεν θα έπρεπε να εδράζεται μόνο στην φρικτή ασημαντότητα της, στην ολοκληρωτική ρήξη μεταξύ μορφής και περιεχομένου που επέφερε, στη «θεαματικότητα» της, αλλά και στους νέους, ολοκληρωτικούς τρόπους παρουσίασης που καθιέρωσε, εγκαινιάζοντας έτσι και στο χώρο της τέχνης τις νέες πρακτικές οικονομικής δόμησης του Ύστερου καπιταλισμού, και μάλιστα χωρίς την παραμικρή αντίδραση εκ μέρους των καλλιτεχνών. Αντίθετα, θα έλεγα, πως ως έναν ορισμένο βαθμό, οι ίδιοι οι καλλιτέχνες προώθησαν την πρόσληψη αυτήν της παρουσίασης – και της διακίνησης – της τέχνης τους.
Μπορεί, λοιπόν, ο σύγχρονος καλλιτέχνης να υπερβεί τη βαριά κληρονομιά που συσσώρευσε στους ώμους του η ιστορία της τέχνης των τελευταίων πενήντα χρόνων; Μπορεί να ρισκάρει εκ νέου να αυτοδεσμευθεί με συλλογικές αρχές που και ο ίδιος, σε συνεργασία και συνδιαμόρφωση και με όλους τους άλλους, θα έχει επιλέξει και επεξεργαστεί; Μπορεί να διεκδικήσει ως αυτονόητο δικαίωμα του την αδιαμεσολάβητη τέχνη, την αυτοδιάθεση της τέχνης του ως απόρροια των διαδικασιών που επέλεξε; Μπορεί να αφήσει για λίγο το καμαράκι του για να συναντηθεί εκ νέου με ομοτέχνους του απʼ όλο το φάσμα των τεχνών και να αυτορυθμίσει τη δράση του; Μπορεί να ʽανοίξειʼ μέσα από συλλογικές διαδικασίες την ανακάλυψη και την απελευθέρωση όλων εκείνων των δημιουργικών δυνάμεων που τώρα καταπιέζονται και κινδυνεύουνε ποτέ να μην ακουστούν; Μπορεί να αποτυπώσει αυτές τις διαδικασίες σε έντυπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα; Μπορούν αυτά τα έντυπα εν συνεχεία να αποτελέσουν το εφαλτήριο για νέες εξορμήσεις; Μπορούν τα έντυπα αυτά να καταστούν χώροι πολυφωνικής και ελεύθερης έκφρασης με ρητώς εκπεφρασμένους στόχους, όπως, για παράδειγμα, το να καταστούν σταδιακά χώροι συσπείρωσης και συνδιαλλαγής καλλιτεχνών ή το βήμα της έκφρασης νέων καλλιτεχνών; Δεν νομίζω πως μπορεί να το κάνει. Πιστεύω πως έχει την υποχρέωση να το κάνει. Γι αυτόν τον λόγο, όμως, πρέπει να συναντηθούμε, να συζητήσουμε, να αναστοχαστούμε. Συλλογικά να δουλέψουμε και συλλογικά να κινηθούμε. Για ποιον λόγο αλλιώς να προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα έντυπα ένα ακόμη που απλά θα λαμβάνει και θα δημοσιεύει συνεργασίες;
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων αυτών πενήντα – εξήντα χρόνων της μεταμοντέρνας εποχής, η κανιβαλική εξατομίκευση βούλιαξε την τέχνη στα περιττώματα του Καπιταλισμού. Πόσο καιρό έχετε να δείτε κινήματα στο χώρο της τέχνης; Πόσο καιρό έχετε να δείτε καλλιτέχνες να προβάλλουνε δημόσια με πρόσωπο συλλογικό; Προφανώς πολύ. Κι αν δεν κάνουμε κάτι μόνοι μας, δεν ξέρω κι εγώ πόσο καιρό θα κάνετε να δείτε. Είναι μεμψίμοιρο να κλαυθμηρίζουμε για την ʽκατάντιαʼ των σύγχρονων λογοτεχνικών περιοδικών. Για την αναξιοκρατία, την αδιαφάνεια, την διαπλοκή. Μία κατάσταση που επαναλαμβάνεται και διαιωνίζεται αρμονικά μέσα στο χρόνο δεν μπορεί να είναι ʽκατάντιαʼ. Είναι μηχανισμός και φαινόμενο. Ξεχάστε το κράτος, τα Υπουργεία Πολιτισμού και τους φαιδρούς Ζαχόπουλους. Ξεχάστε τους μαικήνες, τους πάτρωνες. Και κυρίως ξεχάστε τα DVD (ή τα CD) με τσόντες και με ποιητές. Η τέχνη δεν είναι εμπόρευμα. Κι όσο θα αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα, θα ξεπουλιέται.










Απολαμβάνω το μένος σας κατά των διαφημιστών. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα. Η κυριαρχία του secondary text που λένε και οι κοινωνιολογίζοντες. Τα ομοιώματα που καμώνονται τα πρώτότυπα. Εχετε δίκιο. Ωστόσο το πράγμα δεν περιορίζεται εκεί. Ο Baudrillard μιλάει για αυτή την προσομοίωση ευρύτερα. Όταν δέχεται τηλεφωνήματα ας πούμε ο Ανθιμος Ανανιάδης(ο πρωταγωνστής της σαπουνόπερας Μαρία η Ασχημη) από τηλεθεατές που του ζητούν να το πάρει το κορίτσι, τι περιμένετε?Ποιος είναι ποιός? Υποδύονται τον υποδυόμενο στο διηνεκές…Συγχαρητήρια για το site στους οικοδεσπότες
Αγαπητέ μου ποιητή, Ζ. Δ. Αϊναλή. Συμφωνώντας με τα όσα γράφεις στο εμπύρετο κείμενό σου, σκέφτηκα -αρχικά- να δώσω κι εγώ ένα χέρι στην πρότασή σου, καταθέτοντας μιαν ορθολογική περιγραφή της παρούσας κατάστασης στον χώρο της λογοτεχνίας, η οποία έχει μετατραπεί σε χώρο μάρκετινγκ του βιβλίου. Καταλαβαίνεις πως επειδή εργάστηκα επί 13 χρόνια στο μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της Αθήνας και επί 12 σε μερικές από τις μεγαλύτερες διαφημιστικές εταιρίες, τα στελέχη των σημερινών εκδοτικών οίκων μου φαίνονται σαν πλανόδιοι καστανάδες, από την άποψη των εμπορικών ακροβατισμών τους, οι οποίοι είναι απολύτως βέβαιο πως θα οδηγήσουν σε οικονομικό κραχ. Θεωρώ πως οι αλλαγές στην αγορά δημιούργησαν μια κατάσταση συνωστισμού μπροστά στο ΥΠΕΞ το ΕΚΕΒΙ το ΕΚΕΜΕΛ και τα λοιπά καταστήματα διανομής του δημόσιου χρήματος. Σκέφτηκα, λοιπόν, να δω το πράγμα στις λεπτομέρειές του, αφού μόνον έτσι μπορούν να διαυγαστούν οι αλλαγές στον ρόλο του “λογοτέχνη”, αλλά… Αλλά μετά το μετάνιωσα και είπα να επιτρέψω στον εαυτό μου να οργιστώ. Οργισμένος, λοιπόν, σου λέω: Τέχνη με αρχίδια δεν μπορεί να παράγει ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ γιατί δεν έχει καθόλου αρχίδια. Τα αρχίδια που είχε η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ τα έχασε όταν ο Άρειος Πάγος διέταξε την εκτέλεση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, και οι εκτελεστές του θεώρησαν σωστό να του κόψουν τ’ αρχίδια και να τα πετάξουν πάνω στον βράχο της Ακρόπολης, πριν τον πνίξουν (και τον Ανδρούτσο και τον βράχο) και το πετάξουν (και τον Ανδρούτσο και τον βράχο) στα πόδια της Αθήνας. Έτσι, δήλωναν τι έχουν σκοπό να κάνουν σε όποιον δεν αναγνώριζε τους νέους δυνάστες. Εξάλλου, όταν ο Καραϊσκάκης πυροβολήθηκε από πράκτορα των νέων δυναστών, είπε: «Εγώ ξέρω ποιος είναι. Αν γλιτώσω θα τον κανονίσω. Αν δεν γλιτώσω, κλάστε μου τ’ αρχίδια». Ήξερε τι έλεγε. Τόσο ο Ανδρούτσος, όσο και ο Καραϊσκάκης υπήρξαν πρόσωπα που δεν υποτάχθηκαν ποτέ, εκφραστές μιας άμεσης δημοκρατίας με συνεργατικό χαρακτήρα. Έκτοτε, οι χυδαίοι μετέτρεψαν τους ιερούς θεσμούς των Ελλήνων: την εκκλησιά, το σπαθί, το τραγούδι και την μάζωξη του λαού, σε κόλαση. Και άρχισαν να σφάζουν. Τελείωσαν το 1974. Πολύς χρόνος. Πλην όμως, όλο και κάποιοι ξέφυγαν. Μερικοί από αυτούς έχουν αρχίδια και έμαθαν στα παιδιά τους να έχουν αρχίδια. Συνεπώς, καλλιτέχνες με αρχίδια μπορούν να υπάρξουν και στην Ελλάδα. Και υπήρξαν. Και θα υπάρξουν. Υπέφεραν λίγο. Αλλά όποιος έχει αρχίδια αντέχει, γιατί ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΙΟΣ ΜΕ ΤΡΑΜ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΔΕΙΟ ΚΙ ΟΛΟΦΩΤΟ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΓΑΛΗΝΗ ΤΩΝ ΜΠΑΧΤΣΕΔΩΝ Μ’ ΕΝΑ ΣΚΟΠΟ ΤΟΥ ΤΑΞΕΙΔΙΟΥ: ΠΡΟΣ Τ’ ΑΣΤΡΑ.
Το έγραψε ο Raymond Chandler ότι «η διαφήμιση είναι η πιο περίτεχνη σπατάλη ανθρώπινης ευφυΐας»
Εκεί που κρατούσα σημειώσεις τι θα ρωτήσω τον κ. Χάρη Βλαβιανό την Παρασκευή στο Πολύεδρο σχετικώς με την «περιττή τέχνη»
Δε ξέρω τι με έπιασε και ξεφύλλισα μετά από χρόνια το βιβλίο του Πατριάρχη της διαφήμισης David Ogilvy
Γράφει στην εισαγωγή: Όταν μίλησε ο Αισχίνης, είπαν: «Τι ωραία που μιλάει»
Αλλά όταν μίλησε ο Δημοσθένης είπαν: «Ας βαδίσουμε εναντίον του Φιλίππου»
Υ.Γ. Σκωτσέζικη παροιμία: «Να είστε ευτυχείς όσο ζείτε, γιατί αλλιώς θα είστε για πολύ καιρό πεθαμένοι»
Ο καθένας κάνει την δουλειά του. Είμαστε ελεύθεροι να έχουμε τις επιλογές μας. Αν με ενοχλεί κάτι, κλείνω την τηλεόραση (δεν την ανοίγω παρά σπανίως), κλείνω την εφημερίδα όταν ρυπαίνει, κλείνω το βιβλίο ακόμα κι αν το έχω αγοράσει. Κλείνω και τον υπολογιστή όταν η οθόνη παύει να είναι φωτεινή και (απο)φέρει σκότος νόησης.
Γυρίζω τα νώτα σε ό,τι με χαλάει. Ακόμα κι αν τα αφήνω ακάλυπτα στο ύπουλο, δεν χρειάζεται να το κοιτώ, δεν χρειάζεται να θρέφω με ό,τι θα μπορούσε να εκληφθεί ως συνενοχή.
Γιατί να μας ενοχλεί τόσο η διαφήμιση; Υπάρχει και η δυσφήμιση, υπάρχουν κι άλλα πολλά. Αλλά κυρίως υπάρχει το αναφαίρετο δικαίωμα του να έχουμε κρίση και να επιλέγουμε σύμφωνα με αυτήν. Με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε, με τι θα θραφούμε. Και ανάλογα με την τροφή μας, γινόμαστε και το είδος των ζώων που θα πορεύονται σ’αυτόν τον κόσμο (δεν αποποιούμαι την προβιά τελικώς κύριε Μπλάνα. Απλώς την καλυτερεύω, την κάνω ει δυνατόν στιλπνή γούνα κι όχι κατσιασμένη τρίχα ύαινας)
Και ναι, φυσικά, τα άστρα. Και ο καθένας μπορεί να συμβολίζει ό,τι θέλει με αυτά. Αρκεί να ίστανται ψηλά, ψηλότερά του. Για να τον κάνουν μια μέρα δίποδο κι όχι τετράποδο ή να έρπει…
Κι αν βγάλει και φτερά στους ώμους κι όχι “ριπίδες να χτυπούν τον αέρα” (αχ ο Ελιοτ…), τότε δεν θεάται μα θεούται..
Εννοείται κλείνω και το περιοδικό. Και στο τέλος, αν δω κι αποειδώ, δεν το ξαναγοράζω. Όση διαφήμιση και να το υποστηρίζει. Κι ακόμα και να μου προσφέρουν κίνητρα να το κάνω, δικά μου συμφέροντα. Διότι πού είναι το συμφέρον μας να βρισκόμαστε; Σε ένα έλος ή σε μια φωτεινή πεδιάδα; Τι να την κάνω την πρώτη θέση, το θεωρείο, όταν το έργο που παίζεται δεν είναι καλό; Αρκεί ένα στασίδι, ένα σκαμνάκι στην ακρούλα στο ωραίο.
Κάποτε πρέπει να έχουμε στην ζωή μας το σθένος να τα αρνηθούμε όλα αυτά. Όχι για να μας καμαρώσουν οι άλλοι που αντισταθήκαμε, αλλά για τον εαυτό μας και μόνο.
Μακάρι να έχετε την δύναμη όσοι γράφετε και το μπορείτε να διαχωρίσετε την θέση σας από τα κακώς κείμενα. Εμπρακτα. Και να βρείτε να δημιουργήσετε νέες οδούς. Μακάρι να έχετε και την δύναμη και τη αισιοδοξία, και την θέληση και σε διάρκεια.
Οι συλλογικές προσπάθειες όμως έχουν πάντα ρωγμές κι από εκεί μπαίνει ο αέρας κι ο κουρνιαχτός του κάθε προσωπικού (οικονομικού συνήθως) συμφέροντος
Να είστε βέβαιη καλή μου Ignis πως αν όλοι ή τουλάχιστον οι περισσότεροι άνθρωποι έκλειναν τα περιοδικά και την τηλεόραση και έβρισκαν μια καλαίσθητη γωνιά για να δοκιμάσουν τα φτερά τους, όπως κάνετε εσείς και όπως κάνω εγώ, θα έμπαιναν στα σπίτια μας, θα μας έσερναν με το ζόρι μπροστά στην τηλεόραση, θα μας βασάνιζαν για να αρχίσουμε να διαβάζουμε τα περιοδικά τους. Δεν ξέρω τι γνώμη έχετε σχηματίσει για τους παράγοντες που «κάνουν» κι αυτοί τη «δουλειά» τους, αλλά σας λέω πως δεν σας υπολογίζουν ως ανθρώπινο πλάσμα. Σας βλέπουν μόνο σαν πηγή ενέργειας γι’ αυτούς. Είναι βρικόλακες, πιστέψτε με. Απλά σας αφήνουν και με αφήνουν ήσυχους, επειδή έχουν αρκετό αίμα από το πλήθος. Είναι, όπως θα έχετε δει, υπεράνω νόμου. Σκεφτείτε, λοιπόν, πως το δικαίωμά μας να έχουμε τις επιλογές μας δεν το αντλούμε -πρακτικά- από τους νόμους, οι οποίοι το κατοχυρώνουν, αλλά από την αδυναμία του πλήθους των άλλων να επιλέγουν αυτό που επιλέξαμε. Αν ξαφνικά απέρριπταν όλοι ό,τι τους ρυπαίνει, νομίζετε πως οι δημιουργοί των ρύπων θα κάθονταν να μας κοιτάζουν; Όχι βέβαια. Από αυτήν την άποψη, η γωνιά μας είναι στημένη -χωρίς να ευθυνόμαστε εμείς γι’ αυτό- πάνω σε ρύπους. Και είναι φυσικό κάτι τέτοιο, αφού ο άνθρωπος είναι ζώον κοινωνικόν, πλασμένο από την κοινωνία για την κοινωνία, όπως λέει ο Αριστοτέλης. Φαντάζεστε έναν γονιό να προσπαθεί να μάθει στο παιδί του να αποστρέφεται τους ρύπους, όταν το στέλνει στο σχολείο, όπου οι δάσκαλοι είναι υποχρεωμένοι να το μάθουν να αναλύει και να γράφει δημοσιογραφικά και διαφημιστικά κείμενα ή να πραγματοποιεί δημοσκοπήσεις, σύμφωνα με τα άθλια εγχειρίδια; Πώς γίνεται να απαγορεύσεις σε αυτό το παιδί την τηλεόραση, όταν το δύστυχο έχει ανάγκη να μοιράζεται με τους συμμαθητές του κοινά πράγματα, γιατί αυτή είναι η φυσική διαδικασία πνευματικής και συναισθηματικής ανάπτυξης; Γίνεται να κάνεις Αυτό το παιδί έναν «καλλιεργημένο άγριο»; Όχι, βέβαια. Το ανθρώπινο είδος επιβίωσε μέχρι σήμερα, επειδή κατάφερε να διακρίνει ανάμεσα στο καλό και στο κακό και να δίνει τραγικές μάχες για την επιβολή του πρώτου πάνω στο δεύτερο. Ασφαλώς και δεν είναι αρχή το «Καθένας Κάνει τη δουλειά του». Και ο παραγωγός παιδικής πορνογραφίας τη δουλειά του κάνει. Και ο κλέφτης και ο ψεύτης και ο δηλητηριαστής των τροφίμων τη δουλειά τους κάνουν. Θα τους εκχωρήσουμε, λοιπόν, τον κόσμο, τον υπαρκτικό μας ορίζοντα και θα αποσυρθούμε; Γνωρίζετε άραγε πως ακόμα και η διαφήμιση περιορίζεται -τουλάχιστον τυπικά- από νόμους; Έχετε παρατηρήσει πως το μεγαλύτερο μέρος των διαφημίσεων αυτοκινήτων παρουσιάζουν αυτοκίνητα σε παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας και θα έπρεπε με τους ισχύοντες νόμους να αποσυρθούν; Θα μου πείτε πως δεν υποχρεώνει κανείς κανέναν να βλέπει αυτές τις διαφημίσεις. Κι εγώ θα σας πω πως δεν είναι εκεί το ζήτημα. Το ζήτημα είναι πως οι διαφημίσεις υπάρχουν. Ακόμα κι αν κανείς μας δεν έβλεπε τηλεόραση -πράγμα που θα σήμαινε πως θα προτιμούσαν να μας δέσουν με αλυσίδες όλους παρά να χάσουν τόσα χρήματα- ακόμα και τότε δεν θα έπαυε να υφίσταται η παραγωγή ρύπων, ενάντια σε οποιαδήποτε αρχή πολιτισμού. Το πώς θα αντιδράσουμε –συλλογικά ή κατά μόνας- είναι ένα ζήτημα μεγάλο. Αλλά από την στιγμή που η θέα του ουρανού υπήρξε το μεγαλύτερο κίνητρο για τη δημιουργία του ανθρώπου από ένα τριχωτό ζώο, η ποίηση εν γένει, εκτός από έκφραση πρέπει να είναι και αρχή κοινωνικής διαμόρφωσης. Είναι προφανές πως η ποίηση συμβάλλει στην καλλιέργεια του ανθρώπου, ενώ η διαφήμιση στην άθλια σχηματοποίηση και παραποίηση της σκέψης και των δημιουργιών της. Συνεπώς, η διαφήμιση πρέπει να περιοριστεί αν είναι δυνατόν και η ποίηση να αναλάβει σπουδαιότερο ρόλο στην κοινωνική ζωή. Μα ακόμα κι αν δεν γίνεται τέτοιο πράγμα, οφείλουμε να καταδεικνύουμε τον έναστρο ουρανό στους γύρω μας και να τους δείχνουμε τα σκουπίδια. Υπάρχει μέσα μου κάτι που δεν μπορώ να το κατανικήσω, γι’ αυτό γράφω ό,τι γράφω: ο ουρανός, τ’ αστέρια παραείναι θεϊκό θέαμα ώστε ν’ αφήσω το κάθε ερπετό να καταστρέψει το πέτρινο βάθρο από το οποίο ατενίζω το σύμπαν.
“Απλά σας αφήνουν και με αφήνουν ήσυχους, επειδή έχουν αρκετό αίμα από το πλήθος.”
Α, ναι. Αυτό σίγουρα. Αίμα για δέκα ζωές. Εξ άλλου το δικό σας, ή το δικό μου μπορεί να είναι δηλητηριώδες.
Μου άρεσε πολύ το κείμενό σας κ.Μπλάνα. Γράφετε ορθά και γοητευτικά ακόμα και στα απλά πράγματα όπως είναι ένα σχόλιο κάτω από μια ανάρτηση (δικαιώνω το Ηλιόδεντρο που πριν λίγες μέρες το επεσήμανε) , λες και η ίδια η ανάρτηση είναι το εφαλτήριο για άλλες σκέψεις. Ωραίο αυτό.
Αλλά έχω μια μικρούλα επιφύλαξη σε αυτό που γράφετε για τα αυτοκίνητα (εκεί κόλλησα!). Δηλαδή όχι ακριβώς αυτό, το σκεπτικό του, επειδή είναι η αφετηρία και για την όλη οπτική του θέματος. Δεν είναι πως αν παρακολουθήσω ένα αυτοκίνητο να κάνει παραβιάσεις θα το μιμηθώ. Δεν είναι ότι θα τρέξω ξέφρενα, θα κινδυνέψει η ζωή μου ή των υπολοίπων αν πεισθώ να γίνω δαίμων της ασφάλτου, δεν είναι ότι θα σκεφτώ ότι αν πάρω αυτό το αυτοκίνητο παροτρύνομαι να πράξω παρόμοια.
Είναι το μήνυμα που μου περνάει ότι αυτό το αυτοκίνητο μπορεί να υπερβεί τα συνήθη, μπορεί να με οδηγήσει εκεί που δεν με πάει ένα συνηθισμένο εντός των ορίων. Ότι αυτό το συγκεκριμένο είναι ιδιαίτερο, είναι το άτι μου, το άλογο το ανήμερο που θα τιθασεύσω μόνον εγώ.
Μου δίνει το όνειρο. Μου περνάει το πέρα από τα όρια. Μου χαρίζει τον αναγκαίο ρυθμό του καλπασμού, το ταξίδι πέρα από τον εαυτό μου…
Βέβαια δεν ξέρω πώς λειτουργεί η ίδια διαφήμιση σε ένα παιδί 18 ετών, υποθέτω δεν την χρειάζεται καν, με το που βλέπει τον δείκτη στο κοντέρ να ανεβαίνει, κι ας είναι και σαράβαλο, αυτός παίρνει την “δόση” του. Είτε του δώσεις κάτι που πλασαρίστηκε για ζόρικο, είτε το 15ετίας 4θυρο του μπαμπά, τα ίδια χάλια θα κάνει άμα τον αφήσεις στην άσφαλτο χωρίς τον φόβο της τιμωρίας…
Άρα ίσως να μην είναι η διαφήμιση το πρόβλημα αυτό καθαυτό. Η διαφήμιση είναι απλώς το μικρό φτωχό μας υλικό όνειρο, η ταπεινή διέξοδος της ασημαντότητας του καθενός, η διαφήμιση μας σερβίρει -ύπουλα αν θέλετε- το μέρος του ονείρου που θα μας δελεάσει. Εναπόκειται στην κρίση αλλά και στην κουλτούρα μας να δούμε τι θα προσλάβουμε από αυτό.
Το πρόβλημα είναι πάντα η παιδεία.
Και φυσικά έχετε δίκιο για τα κακώς κείμενα της εκπαίδευσης. Τα αχαρακτήριστα , τα κενά, τα ελλιπή, τα στρατευμένα. Διότι εάν από κει η παιδεία ήταν σωστότερη, αν δεν επιβραβευόταν ότι είναι μαγκιά να μην διαβάζεις και αυτός που διαβάζει δεν το κάνει για τον εαυτό του παρά να μπει στο πανεπιστήμιο να μαζέψει τα χίλια διπλώματα για να κατορθώσει στο τέλος να γίνει απλώς ένας καλός (χαμηλόμισθος) υπάλληλος (ίσως κάποιου που δεν είχε καλούς βαθμούς και δεν πήρε καν διπλώματα), αν λοιπόν γίνονται όλα αυτά σωστά θα είχαμε αρτιότερα άτομα. Αν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι εκπαίδευση δεν σημαίνει αναγκαστικά και μόρφωση, και σίγουρα δεν συνεργεί στο να αποχτηθεί κουλτούρα (αυτή η τόσο ενοχοποιημένη λέξη) και ποιότητα ατόμου.
Τότε ίσως και οι άνθρωποι θα είναι σε θέση να μην καταπίνουν αμάσητο αυτό που βλέπουν, και γιατί όχι, να βλέπουν ακόμα και μέσα στην διαφήμιση ποίηση, ίσως και να κάνουν διαφήμιση με ποιητικότερο (ποιοτικότερο) τρόπο.
(και το βάθρο μας για να κοιτάμε τα αστέρια να μην καταλήξει να είναι μια χωματερή, παρά πέτρινο όπως ορθά θέλετε)
Όλα είναι δυνατά. Και όλα μπορούν να γίνουν με πολλούς τρόπους. Οι ίδιες οι πράξεις μπορούν να είναι από χυδαίες ως και θεϊκές. Η απάντηση είναι στο πώς γίνονται και πού στοχεύουν.
(υποθέτω ότι αυτό το τελευταίο, το πού αποσκοπούν, δίνει και την απάντηση στο γιατί δεν εντάσσονται η παιδική πορνογραφία και άλλα ελεεινά και τρισάθλια στο “όλοι κάνουν την δουλειά τους” που είπα αρχικά)
Πάντως μου αρέσει ο δυναμικός τρόπος αντίστασης και όχι ο παθητικός ο δικός μου που βασίζεται αποκλειστικά στο δικαίωμα της άρνησης.
Μακάρι να είναι πάντα εφικτός.
ΥΓ.
πάντως δεν θα τα έβαζα τόσο με τους διαφημιστές. Αναγκαίοι για τον ρου του κόσμου είναι.
πχ. και για να θυμηθώ και το άλλο βιβλίο εδώ, αν δεν ήταν ο απόστολος Παύλος να διαφημίσει τον Ιησού, πού θα ήταν τώρα η ιστορία;;;;
(με παίρνει να μιλάω έτσι ή πέφτουν λίθοι;)
Σωστά τα λέτε καλή μου Ignis. Για να δούμε και την άλλη άποψη, το δικαίωμα της άρνησης είναι ιερό και συχνά πιο δυναμικό από πολλές “αντιστάσεις” που αναπαράγουν τους ρύπους. Καμιά φορά, επίσης, με τους λίθους που πέφτουν φτιάχνονται οι ομορφότεροι ναοί.
Πόσο καιρό έχετε να δείτε κινήματα στο χώρο της τέχνης; Πόσο καιρό έχετε να δείτε καλλιτέχνες να προβάλλουνε δημόσια με πρόσωπο συλλογικό; Προφανώς πολύ. Κι αν δεν κάνουμε κάτι μόνοι μας, δεν ξέρω κι εγώ πόσο καιρό θα κάνετε να δείτε.
Πρόσωπο συλλογικό στον κατ’ εξοχήν χώρο της ατομικής έκφρασης και της ατομικίστικης συμπεριφοράς;
Nα ένα καλό ανέκδοτο.
K.σ.Μ
ή Κουσουμου κατά τον αγαπητότατό μας κύριο Μίχο
http://giorgosmixos.blogspot.com/2008/05/h.html