
Αεράκι
Θυμάμαι ότι τα σκεπάσματα του κρεβατιού
τα βγάζαμε στο μπαλκόνι για να πάρουν αέρα.
Ήταν ελαφρύ το πάπλωμα από πούπουλα,
βατόμουρα σε κίτρινο διάκοσμο,
μάλλον ιξός ή ανθάκια της μυρτιάς,
ρίγες των σεντονιών άσπρες και κόκκινες.
Ξεφλουδίζαμε αρακά στο γύρισμα της μέρας
ή κατεβαίναμε στις ποτίστρες των αλόγων
να μαζέψουμε εκεί γύρω
κουκουνάρια για το προσάναμμα.
Έτσι περιμέναμε τον πατέρα μου.
Μερικές φορές τα σεντόνια τʼ αφήναμε έξω,
τα μούσκευε η ξαφνική βροχή,
αλλά τα στέγνωνε γρήγορα ο αέρας,
ώσπου έπιανε πάλι η βροχή,
για να τα στεγνώσει ξανά ο αέρας.
Σουρούπωνε, αλλά εμείς τα διακρίναμε
από μακριά, επιστρέφοντας στο σπίτι ,
μέσα στο πλάγιο φως,
ανάμεσα στα φωσφορίζοντα αυτιά της χλόης.
Κι αναδεύονταν εκεί,
στο βάθος των πραγμάτων, αδιάκοπα,
σαν κάτι να τα έψαχνε από μέσα, να τα ερευνούσε,
αλλά αυτά απλώς αερίζονταν.
***
Νηπιαγωγείο
Γιατί θα πρέπει άραγε να μείνει σήμερα εκεί;
Κι αν δεν του αρέσει;
Να του υποσχεθούμε ότι έτσι κι αλλιώς
θα τον πάρουμε μαζί μας αύριο το πρωί;
Γιατί θα πρέπει άραγε να ξαπλώνει στο κρεβάτι ενός αγνώστου,
με τα μάτια ανοικτά, μπροστά σ΄ ένα σιδερένιο φωριαμό,
έχοντας στο πλάι του δύο άκακα μαύρα πρόβατα-
εσένα κι εμένα, δηλαδή;
Θα τον αφήσουμε επιτέλους να ζήσει όπως τʼ άλλα τα παιδιά;
Γιατί όχι, δεν θα μπορούσα να περάσω ένα απόγευμα μαζί του;
Γίνεται μήπως να πάρει το τσάι του μαζί μας γύρω στις τρεις;
-να τους το πληρώσουμε, δεν λέω.
Όχι, δεν τον αφήνω άλλο εκεί,
θα πάω να τον φέρω στο σπίτι,
θα περάσουμε τις διαβάσεις με το πράσινο,
θα τον ρωτήσω τι έφαγε το βράδυ κι αν δεν θυμάται,
θα του πω «ναι, το ξέρω, πέρασε καιρός από τότε»,
θα καθαρίσουμε μαζί ένα μήλο, θα είμαστε πια στο σπίτι,
θα τον βάλω για ύπνο, θα του διαβάσω κάτι πριν
από τον Παπουτσωμένο Γάτο,
κι αν έχει εικόνες το βιβλίο, θα τον αφήσω να τις δει,
θα φύγω μόνο αν τον πάρει ο ύπνος,
ή μπορεί και να κουρνιάσω δίπλα του για δέκα λεπτά,
με το κεφάλι μου νʼ ακουμπάει το δικό του-
και θα ξυπνήσουμε μαζί μια ώρα μετά.
Και τι μας νοιάζει, αν όλα πάνε στραβά στο μέλλον,
Αν το κάθε τι κυλάει τώρα τόσο καλά;
****
(από την Ανθολογία Νέων Ούγγρων Ποιητών που επιμελείται στα ελληνικά η Ρούλα Κακλαμανάκη, και θα βγει σε βιβλίο το 2010)










Ξεχνώντας την αδυναμία μου να απολαύσω τον ρυθμό και τη μελωδικότητα του πρωτοτύπου, απολαμβάνω το Αεράκι και το Νηπιαγωγείο ως εάν ήσαν γραμμένα στα ελληνικά, έτσι όπως μας τα χαρίζεις.
Απολαμβάνω τη σοφία μέσα από την απλότητα, αλλά και μέσα από την καθαρότητα και τη σαφήνεια του λόγου. Απολαμβάνω το μεγαλείο των «μικρών» καθημερινών στιγμών που αντιπαρερχόμαστε με σπασμωδική βιασύνη, στιγμών που έχουμε προ πολλού ξεχάσει να προσέχουμε, αφήνοντας τη ζωή να μας ξεφεύγει. Κι εσύ, δεν παύεις να μου θυμίζεις (ΚΑΙ με τις επιλεγμένες μεταφράσεις σου) ότι η ανάδειξη της ποιότητας των «αντι-κειμένων» εξαρτάται από την ποιοτική προσέγγιση του «υπο-κειμένου» (εν προκειμένω ποιητή και μεταφραστή).