
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ
(επιμέλεια – ανθολόγηση)
Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα
Oι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση της ανθολογίας
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ
(επιμέλεια – ανθολόγηση: Ευριπίδης Γαραντούδης)
την Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008, στις 8:00 μ.μ.,
στη Στοά του Βιβλίου
(Πεσμαζόγλου 5 και Σταδίου, Αθήνα).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν
ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ποιητής-βιβλιογράφος,
ο Δ. Ν. Μαρωνίτης,
η Χριστίνα Ντουνιά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων,
και ο Μανόλης Πρατικάκης, ποιητής.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το βιβλίο περιλαμβάνει ποιητικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν στη διάρκεια του 20ού αιώνα, με στόχο να προσφερθεί στον αναγνώστη ένα γενικό πανόραμα της ελληνικής ποίησης αυτής της εποχής σε μια επίτομη και χρηστική έκδοση. Η ανθολογία λοιπόν οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να δώσει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να παρακολουθήσει την εξέλιξη και τις διάφορες τάσεις της ελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα μέσα από τη συγχρονική παρουσίαση των ανθολογημένων κειμένων. Με γνώμονα αυτόν το στόχο, τα ποιήματα κατατάχθηκαν κατά το έτος της πρώτης δημοσίευσής τους σε βιβλίο, ενώ πλαισιώνονται από σχετικό πληροφοριακό υλικό. Η ανθολογία συνοδεύεται από CD όπου 18 ποιητές διαβάζουν ποιήματά τους.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΟΛΟΓΟ
O Eυριπίδης Γαραντούδης είναι αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κριτικός λογοτεχνίας.










Δεν θα πεθανουμε ποτε κουφαλα νεκροθαφτη. Γλεντια πολλα και σημερα. Οι αποξω θα υποδυθουν τους αποξω, οι απομεσα τους αποξω. Ο Παστακας τροχιζει τα νυχια του.
Η αλήθεια είναι ότι με δελέασε η στόχευση της ανθολογίας στη συγχρονική παρουσίαση των ανθολογημένων κειμένων και έσπευσα να ρίξω μια πρώτη ματιά στα περιεχόμενα. Τους ποιητές που έχουν περιληφθεί – δε θα αναφέρω ονόματα- τους έχουμε πολλάκις ξαναδεί.
Αναρωτιέμαι πότε επιτέλους θα υπάρξει μια ανθολόγηση της τρέχουσας, σφύζουσας και λίαν ελπιδοφόρας ποιητικής παραγωγής…
Γιατί ,κ . Γαραντούδη, δεν ανατρέχετε στα ποιητικά blogs -εάν σας κουράζουν και σας τρομάζουν τα αζήτητα ή ανύπαρκτα! στα ράφια των βιβλιοπωλείων- να εξορύξετε πραγματικούς θησαυρούς;
Θα μου επιτρέψετε εδώ να αναφέρω ονόματα (αλφαβητικά):
Θ. Βολκώφ, Γ. Κυριαζής, Δ Μουζάκης. και άλλοι των οποίων γνωρίζω μόνο τα ψευδώνυμα…
Κάντε κάτι , πότε επιτέλους θα συγχρονιστείτε;;;;;;
ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΒΛΑΚΕΙΑΣ
1.Ο αριθμός των ηλιθίων ξεπερνάει πάντα και τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις.
2.Ο οποιοσδήποτε ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, μπορεί να είναι και βλάκας.
3.Βλάκας είναι εκείνος ο οποίος χωρίς να ωφελείται ο ίδιος ή κάποιος άλλος, προκαλεί ζημιά.
4.Οι άνθρωποι που είναι ηλίθιοι υποτιμούν πάντα το κακό που κάνει ένας βλάκας.
5.Ο βλάκας είναι επικίνδυνος.
6.Ποτέ μη συζητάτε με ένα ηλίθιο, είναι πιθανό οι άλλοι να σας μπερδέψουν.
7.Αν οι ηλίθιοι ήταν λιγότεροι από τους κακούς ,οι κακοί δε θα επιβίωναν.
8.Όταν ένας έξυπνος πεθαίνει, πέντε ηλίθιοι γεννιούνται.
9.Σε μια ενδεχόμενη πυρηνική καταστροφή δυο μόνο είδη θα επιζούσαν ,οι κατσαρίδες και οι ηλίθιοι.
10.Το πιο ισχυρό είδος του ζωικού βασιλείου, είναι ο βλάκας, διότι ο κακός πολεμιέται ενώ ο βλάκας είναι αήττητος.
Υ.Γ. Θα βρει η τάβλα το καρφί της.
Συνεχιζω το βιολι μου:
Κρινοντας μια ανθολογια δεν κρινουμε τα ποιηματα αλλα το κριτηριο του ανθολογου. Στο προκειμενο, γιατι οι ριμες του Καπανταη και οχι της Κολοτουρου; Ακομη, οι καλοι ποιητες στην Ελλαδα σημερα ειναι περισσοτεροι απο τα σολωμικα δαχτυλα στο φιλιατρο; H κριτικη ικανοτητα του Γ. εχει ενδοβληθει. Διαβαστε την –επιεικως κακη– μεταφραση του Κουασιμοντο ή απολαυστε το κονταροχτυπημα του–απο την αφορμη της χρησης του παραδοσιακου στιχου–με τον Μπερλη.
Nobel λόγω ατεχνίας
Ποιήσεως Μούσης εραστής
αν είσαι,μην χαϊδεύεις-χτύπα!
Κι ας μη λογιέσαι ποιητής-
δίχως φουλάρι,δίχως πίπα!
Η παρλα-πίπα το στομάχι
μου ανακατεύει του καθένα.
Και μια αγκύλωση στη ράχη
δεν μου επιτρέπει ούτε σ’ ένα
στίχο να έχω κάποια κλίση.
Έτσι εξηγείται το λοιπόν,
που όρθιος μέσα στων σκυφτών
το πλήθος έχω ξεχωρίσει.
Γι’ αυτό και δεν θα υποκλιθώ
σε κριτικούς λογοτεχνίας,
μα ευθέως θ αυτοπροταθώ
για Nobel λόγω ατεχνίας.
Ξινή θα έχω υποδοχή
στους κύκλους και στα σωματεία:
με λεμονόκουπες βροχή
που είναι ό,τι πρέπει στη ναυτία.
Μα κι αν με «θάψουν» όλοι αυτοί
θ απουσιάσω στην κηδεία,
παίρνοντας τίτλο ποιητή
ποιητική αδεία!
(από το βιβλίο του Δημήτρη Σολδάτου
«Nobel λόγω ατεχνίας»
εκδόσεων Κονιδάρη)
Συνεχίζοντας… προτείνω και τις ρίμες ( και όχι μόνο) της Σοφίας Κολοτούρου και την ποίηση( εν γένει )του Δημήτρη Σολδάτου αλλά και τις ποιήσεις ( και μόνον) του κ.Μονωδού…
Από τους λίγους διαβάτες του διαδικτύου ο Μονωδός που είναι συμπαγής και στις ποιήσεις του (των 5 ποιητικών του συλλογών) και στα προσεγμένα σχόλιά του. Με άλλα λόγια εκφράζω μιαν μικράν διαφωνίαν με το σχόλιο σας Fuji, αν μου επιτρέπετε.
Αν και ουδόλως έχει ανάγκη έστω και την ελάχιστη υπεράσπισή μου. Απλώς θεώρησα ότι όφειλα να την καταθέσω, να καταθέσω την γνώμη μου για έναν ποιητή που μπορεί τώρα όψιμα να τον ανακαλύπτουν εξ αιτίας της εμφάνισής του στο διαδίκτυο, όμως άξια αρκετά χρόνια πριν, υπήρχε.
Γενικά δε διαφωνούμε , Ιgnis, μολονότι κατά τι ανενημέρωτη ως προς τις ποιήσεις του Μονωδού( τις γνωρίζω από το διαδίκτυο) συγκριτικά με εσάς, αντιλαμβάνομαι ποιητικό αισθητήριο σαφές…
Ομολογώ , βεβαίως, ότι με ξένισε η ανάρτηση του δεκαλόγου του βλακός , εξ΄ου και προτίμησα να αναφερθώ αποκλειστικά στις ποιήσεις του αγαπητού Μονωδού.
Την καλησπέρα μου
Ζώιλε
… το πιτσικάτο σας ραγίζει “καρδιές”
Έχω την απαίτηση για εκείνον που διδάσκει τα παιδιά μας ποίηση
που οι Έλληνες φορολογούμενοι ,δηλαδή εμείς τον πληρώνουμε,
και δε λέω να έχει την ικανότητα, αλλά την τιμιότητα πριν αποτολμήσει
μια ποιητική ανθολογία, να ματώσει ψάχνοντας για τις αξιόλογες φωνές
Θεωρώ τον εαυτό μου ποιητική μετριότητα, ασημαντότητα θα έλεγα.
Άλλωστε μετά από 100 χρόνια ποιος θα μιλάει για μας, θα υπάρχει αντίστοιχο Ποιείν να παγώνει εξαίσια τις φωνές μας;
Αχ ρε Τάσο Ζερβέ που έγραφες:
«Έ ξ ω ο ι κ ύ ν ε ς κ α ι ο ι φ α ρ μ α κ ο ί
κ α ι ο ι π ό ρ ν ε ς κ α ι ο ι φο ν ε ί ς
κ α ι ο ι ε ι δ ο λ ω λ ά τ ρ ε ς
και οι ποιητές
Έλα τώρα που η λύπη σου τη λύπη μου
Ευαγγελίζεται…»
Μονωδός, ενδεής της γραφής,αόρατος…
Περισσοτερο απ’ το δικο σας “τιραντο” στις σεντινες voas; Kριμα παντως ν’ αφηνετε το “απογιαντο” σε χερια αδεξια.
Είναι γνωστή η γενικότερη αδυναμία του κ. Γαραντούδη να ανθολογήσει σωστά και αντικειμενικά. Το βιβλίο του αυτό είναι αναμφίβολα ανάξιο λόγου. Αυτό όμως που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το πώς τόσοι “επώνυμοι” που θα το παρουσιάσουν δεν αντιλαμβάνονται ότι θα αυτοεξευτελιστούν.
Τι σημασία έχει ποιοι είναι μέσα, αφού οι παρακάτω είναι απέξω;
Κώστας Σκαρβέλης [1880- 1942]
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΓΟΥΛΑ
Τα μάτια και τα μάγουλα
μάλωναν μεταξύ των
και για να πάψει η γλώσσα των
με κάλεσαν κρετή των.
Επτά φορές τα φίλησα
επτά για να μη σφάλλω,
δεν ηύρα νοστιμότερο
το ένα από το άλλο.
Κανένα δεν εκέρδισε
τα χείλη θα νικούσαν,
αλλά τα κατεργάρικα
σιωπούσαν δε μιλούσαν.
Αντώνιος Διαμαντίδης [1892-1944]
ΠΟΥ ΝΑ ΒΡΩ ΓΥΝΑΙΚΑ ΝΑ ΣΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ
Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει,
να’ χει μάτι που καρδιά να σφάζει,
να’ χει το καμάρι σου κι όλη αυτή τη χάρη σου
και τη βελουδένια την ελιά σου.
Να’ χει το καμάρι σου κι όλη αυτή τη χάρη σου
πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει.
Θα σου δώσω πλούτη κι αν γυρέψεις,
μη με διώχνεις θα με καταστρέψεις,
πάρε με στα χέρια σου, στ’ άσπρα περιστέρια σου:
την καρδιά μου μ’ άλλην μην αλλάξεις.
Πάρε με στα χέρια σου, στ’ άσπρα περιστέρια σου•
πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει.
Πες πως μ’ αγαπάς κι ας είναι ψέμα,
ρίξε μου κουκλί μου ένα βλέμμα,
μη μ’ αφήνεις μόνο μου, γιάτρεψε τον πόνο μου,
πλούτη και αν δεν έχω τι πειράζει.
Μη μ’ αφήνεις μόνο μου, γιάτρεψε τον πόνο μου•
πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει.
Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου [1893-1972]
ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΕΟΣ
Βασανιστήρια μου έκανες πολλά
και η αγάπη που σου είχα πήγε στράφι,
μα είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά
και ένα ένα στο τεφτέρι του τα γράφει.
Κι αν τσαλαπάτημα γενούμαι καθενός
και μες στον βούρκο που με πέταξες κυλιέμαι…
μα είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά
και με την σκέψη πια αυτή παρηγοριέμαι.
Κι αν είμαι βάρκα στη ζωή χωρίς κουπιά
και την καρδιά μου η απονιά σου την πληρώνει…
μα είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά,
κι από τη κρίση του κανένας δεν γλιτώνει
Δημήτριος Γκόγκος [1903-1985]
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Ένας καθρέφτης στην ψυχή μου είναι κρυμμένος
που φαντασία τόνε λένε οι πολλοί,
κι όταν συμβαίνει να σε σκέφτομαι θλιμμένος,
στο κρυσταλλένιο του σε βρίσκω το γυαλί.
Ένας καθρέφτης που άλλοι λένε λογισμό
μου ζωντανεύει ό,τι θέλω να ξεχάσω.
Αχ! να μπορούσα, στο μεγάλο μου καημό,
σε χίλια δυο κομμάτια να τον σπάσω.
Ένας καθρέφτης ό,τι έχασα μου φέρνει:
είν’ η ανάμνηση πως πάλι ζω ξανά
μαζί μ’ εσένα μια ζωή ευτυχισμένη,
που μπρος στα μάτια μου σαν όνειρο περνά.
Ιωάννης Παπαϊωάννου [1914-1972]
ΚΑΝΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ
Κάνε κουράγιο καρδιά μου
μην τυχόν και μ’ αρρωστήσεις•
έχεις πολλά υποφέρει
φοβάμαι να μην τσακίσεις,
Έπεσες θύμα, το ξέρω•
σου είχα πει να προσέχεις,
με καρδιοκλέφτρες γυναίκες
άλλη φορά να μην μπλέκεις
Κρύψε τον πόνο σου τώρα
και να μην παραπονιέσαι•
τα ίδια θα υποφέρεις,
αν δεν μ’ ακούς και τραβιέσαι.
Τα ποιήματά μας δεν είναι άνθη
για να τα κορφολογήσουν
τα τρυφερά χέρια των κορασίδων .
Τα ποιήματά μας δεν είναι ρόδα
για να τα προσφέρουν μπουκέτα
οι αβροδίαιτοι καθηγητές ποίησης
που δεν έγραψαν ένα στίχο στη ζωή τους.
Τα ποιήματα μας είναι δέντρα
που ρίχνουν τον ίσκιο τους στο μέλλον.
Αλλά οι τυφλοί δεν βλέπουν το δάσος ….
Αυτογνωσίας το ανάγνωσμα
Fuji
Κάτω από την χιονοσκεπή κορυφή σας
κοχλάζει μάγμα αισθαντικό.
«Δε θα εφεύρω μια επείγουσα δικαιολογία»
για την ανάρτηση των νόμων της ανθρώπινης βλακείας.
Απλώς υπενθυμίζω στον εαυτό μου
ότι έχω παραβιάσει τις περισσότερες των διατάξεών τους
Γιατί ενώ έπρεπε ερμητικά να σιωπώ
Κάθομαι και πληκτρολογώ φλυαρίες
Ignis
Η συνομιλία (και στην πραγματικότητα και στη φαντασία)
μαζί σας, είναι κατακρήμνιση…
Να μου επιτρέψετε και οι δυο, να σας αφιερώσω ένα ποίημα του Δημήτρη Κονιδάρη
ΧΟΡΟΣ
Εγώ λάτρεψα τη ροή
είμαι πιστός των αναπεπταμένων
και σκλάβος του κυματισμού
κι ένα μαντήλι όταν ξετυλίγεται αρκεί
να μ’ αποζημιώσει
Πλησίασε τώρα εδώ που γράφω
ανέμισε κυμάτισε κάτι ολάνοιχτο
στροβίλισε το χιόνι των χεριών σου
στον αέρα
χόρεψε τελετουργικά για τον ακίνητο.
Kαι η λογοτεχνια των αποχωρητηριων, “τα εμμετρα εκεινα graffiti” για τα οποια κανει λογο ο Νικος Φωκας στην Παρτουζα; Ολα αρκετα λαϊκα ωστε να θρεψουν τη στομωμενη μας ευαισθησια και να μας καθαρουν απο την παρακμη.
Πωπω χολή…
Δεν έχω άποψη για την ανθολογία αυτή, δεν την έχω στα χέρια μου και η μόνη επαφή μαζί της είναι ένα ξεφύλλισμα στο πόδι ένα απόγευμα στο βιβλιοπωλείο.
Αλήθεια, όλοι όσοι επιτίθενται με τέτοιο ζήλο στο εγχείρημα αυτό και στον επιμελητή του, έχουν μελετήσει προσεκτικά τον τόμο; Γνωρίζουν όλους τους “ποιητές” που συμπεριλαμβάνονται κι έχουν “φορέσει” τα ποιήματά τους να δουν αν τους κάνουν; Δεν λέω πως έχουν άδικο, μονάχα ανρωτιέμαι και ζητώ μερικούς λόγους για να μην τον αποκτήσω μετρητοίς.
Έχετε την καλοσύνη να μας παραθέσετε μερικούς; Και μην μου πείτε πως βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τους ίδιους ποιητές χωρίς να δίνεται σημασία στους υπόλοιπους γιατί η πρόθεση δεν ήταν να βρούμε νέο αίμα.
Αλήθεια, ανταπορκίνεται στις προθέσεις του ο επιμελητής;
Σπέσιαλ αφιερωμένο στον… «έτσι», επειδή το πάει φιρί φιρί.
Ανέστης Δελιάς
ΤΟ ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΙ
Βρε μάγκα το μαχαίρι σου
για να το κουσουμάρεις
Πρέπει να έχεις την ψυχή
φιγουρατζή, καρδιά για να το βγάλεις
Αλλού να πας φιγουρατζή
να κάνεις τη φιγούρα
Γιατί κι εγώ φουμάρισα,
φιγουρατζή, κι έχω τρελή μαστούρα
Στο ‘πα να κάτσεις φρόνιμα
γιατί θα σε τσακίσω
θα ‘ρθω με το κουμπούρι μου
φιγουρατζή και θα σε ξεφτιλίσω
Σε μένα δεν περνάν αυτά
και κρύψε το σπαθί σου
Γιατί μαστούρης θα γίνω
φιγουρατζή, και θα ‘ρθω στο τσαρδί σου.
Τα αιματα αναβουν, ας με φυλαξουν οι curators απο τους αντιεξουσιαστες. Το ρεπερτοριο των λαϊκων μας βαρδων ειναι ανεξαντλητο. Oργιστειτε λοιπον!
Αγαπητέ Αίολε
Γνωρίζω τους ποιητές που συμπεριλαμβάνονται στην εν λόγω ανθολογία. Όμως γνωρίζω καλύτερα αυτούς που δε συμπεριλαμβάνονται. Δεν είναι δυνατόν η Πάτρα να διαθέτει σήμερα μόνο δύο αξιόλογους ποιητές.
ΜΙΚΡΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ
Οι λέξεις ποτέ δεν καταδέχονται να ντυθούν με τα ρούχα που κάποιοι επιθυμούν.
Στα μάτια των ανυποψίαστων περιφέρονται ρακένδυτες.
Για τους θηρευτές όμως των αισθήσεων, ανεμίζουν τις έκπαγλες εβένινες δαντέλες τους
και χαρίζουν το στροβιλισμό ενός παθιασμένου χορού νοημάτων.
Δεν τις ελκύουν οι απαστράπτουσες δωρεές.
Με απαράμιλλη δεξιότητα οδηγούν τα βήματά τους στους μυρωδάτους κήπους των ενδεών. Στο άνθος της πένας τους αφήνουν τη γύρη της πιο μεθυσμένης επιθυμίας.
Μονωδός
Υ.Γ. Κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Χρονά “ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ”
“Φλυαρούν κι είναι από χρόνια να πεθάνουν
Κάθονται στις καρέκλες
Ανοίγουνε περιοδικά
Όλο το κεφάλι τους στα χέρια μου αφήνουν
Μια κίνηση να κάνω
Τόκοψα “
Ποσους αξιους ποιητες διαθετει η Πατρα;
Γιάννη Βούλτο
Σαν Πατρινός γνωρίζεις τις γνήσιες ποιητικές φωνές της πόλης μας
Έχουμε βιώσει την απαξίωση τους, γιατί δεν υπήρξαν ασπάλακες, ποιητικά ασπόνδυλα.
Ποτέ δε ξεσκόνισαν τους ώμους των χαχόλων της κριτικής
Το Αθηναϊκό Κράτος παγερά τους αγνόησε
Φαντάσου πριν χρόνια το Πασοκικό κατεστημένο για να χρυσώσει το χάπι
διοργάνωσε Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης για βιβλία που εκδόθηκαν στην επαρχία
Τι ραφιναρισμένος ρατσισμός!!!
Τα ποιητικά διαμάντια δεν κρέμονται ως καρποί οπωροφόρων
Εξορύσσονται από τις υπόγειες στοές του λόγου
Smokecolumn και Monody τα ποιήματά σας ΕΙΝΑΙ άνθη (αν τα θέλετε και ως δάσος, ευχής έργον, βρίσκουμε σκιά κι απάγκιο στην προστασία των στίχων τους)
(Smokecolumn, εξαιρετικό ποίημα, χαίρω που σε συναντώ κι εδώ)
Monody, μην μιλάς για μετριότητες κι ασημαντότητες, διότι θα ομιλήσω για το 1984 και ποιος σε σώζει. Οι μετριότητες δεν λαμβάνουν τέτοιες διακρίσεις (κάτσε καλά διότι θα σε …”κατακρημνίσω” εκεί που σου πρέπει)
Ζώιλε, έχει πολλούς κι όπως φαίνεται ένας ένας έρχονται από εδώ
(και χίλια ευχαριστώ για την εξαιρετική φιλοφρόνηση του προηγούμενου σχόλιου σου προς εμένα. Δεν τον αξίζω, μα ένα διαολάκι μέσα μου τον απήλαυσε….)
Εγώ πάντως την εν λόγω ανθολογία και θα την αποκτήσω και θα την διαβάσω. Αν δεν κάνω αυτά τα δύο, δεν θεωρώ ότι μπορώ να έχω γνώμη. Και σαφώς δεν είναι όλοι όσοι όφειλαν να είναι, αλλά έτσι θα γνωρίσω αυτούς που περιέχονται, και αυτό είναι κάτι.
“Εγώ πάντως την εν λόγω ανθολογία και θα την αποκτήσω και θα την διαβάσω. Αν δεν κάνω αυτά τα δύο, δεν θεωρώ ότι μπορώ να έχω γνώμη. Και σαφώς δεν είναι όλοι όσοι όφειλαν να είναι, αλλά έτσι θα γνωρίσω αυτούς που περιέχονται, και αυτό είναι κάτι.”
Ιgnis, γραφετε παντα καιρια–δεν ειναι φιλοφρονηση. Καλη σας νυχτα.
The immense majority of intellectually eminent men disbelieve in Christian religion, but they conceal the fact in public, because they are afraid of losing their incomes.
Bertrand Russell
Φιλτάτη Ignis
Την διάκριση του 1984 τη φέρω πάνω μου
σαν στίγμα και όχι σαν εύσημο.
Βλέπεται καταστολή και ποίηση (αλίμονο, πώς συνδυάζονται;)
Να είστε σίγουρος ότι πολλοί θα ζήλευαν το “στίγμα” σας εάν το εγνώριζαν.. πάρα πολλοί… πλήθος..
Και το “στίγμα” σας είναι η καλύτερη ειρωνεία για την συντεχνία των εκδοτών. Δεν εκποιείται η Ποίηση, δεν θα έπρεπε, να εκτιμάται θα έπρεπε
Επίσης για το του Β. Russell σχόλιο του κ.Μουζάκη:
Και όχι μόνον στην χριστιανική, αλλά σε οιαδήποτε (αν είναι όντως σκεπτόμενοι, διανοητές, διαπρεπείς κλπ κλπ.) υποδούλωση της ανθρώπινης διανοίας κάτω από την αφελή κι εύκολη “προστασία” της πίστης.
Και τώρα σκέπτομαι να βρω τι σχέση έχει το σχόλιο σας κύριε Μουζάκη. Σαφώς ξέρετε τι λέτε, εγώ είμαι που δεν ξέρω τι γίνεται!
Το νεοορθοδοξο lifestyle επιτασσει τη διαδηλωση της πιστης. Μεγαλη μεριδα των διανοουμενων κραταει το ισο (:because they are afraid of losing their incomes).
Αυτό επιτάσσει, σαν την μόδα. Το θέμα είναι να προΐσταται κανείς και να μην είναι ουραγός ή μιμητής σε όλα τα πράγματα ΕΑΝ μπορεί
Και να βρίσκει εάν το όφελός του βρίσκεται εξ ολοκλήρου στην τσέπη του ή στο μυαλό του.
(είπαμε καληνύχτα αλλά όταν ανάβουν τα αίματα…πάει η νύχτα!)
Bιτσέντζος Κορνάρος
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
Α
ΠΟΙΗΤΗΣ
Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν•
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν•
και των Αρμάτω’ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη•
αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ’ μιά Κόρη κ’ έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα’ ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.
Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις σε καιρόν κιανένα,
ας έρθει για ν’ αφουκραστεί ό,τ’ είν’ εδώ γραμμένα•
να πάρει ξόμπλι κι αρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
πάντα σ’ αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,
εις μιάν αρχή α’ βασανιστεί, καλό το τέλος έχει.
Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού’χει γνώση,
για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,
τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
κ’ εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,
και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
μ’ άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ’ άλλους,
από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ’ όλους τους μεγάλους•
ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τρόπον,
ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ’ εσυντροφιάστη ομάδι
με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν του’βρισκε ψεγάδι.
Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,
άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
K’ οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
στην όρεξιν ευρίσκουντα’, στον Πόθον εταιριάζαν.
Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ’ άλλο,
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο•
γιατ’ ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα’,
σ’ έγνοια μεγάλη και βαρά τσ’ ήβανε τέτοιο πράμα.
Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα’ νύκτα-μέρα,
μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,
για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
Περνούν οι χρόνοι κ’ οι καιροί, κ’ η Pήγισσα εγαστρώθη,
κι ο Pήγας απ’ το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ’ ήρθεν εκείνη η ώρα,
να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ’ η Xώρα.
Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που’φεξεν το Παλάτι,
αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ’ οι άλλοι.
Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετο εγελούσαν,
κ’ οι γειτονιές εχαίρουνταν κ’ οι τόποι αναγαλλιούσαν.
Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ’ εγρικήθη
πως για να το’χου’ θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ήσαν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το’καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ’ Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
K’ ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
Eκαμαρώνασίν τηνε ο Kύρης με τη Mάνα,
κ’ επάψασιν οι λογισμοί, κ’ οι πόνοι τως εγιάνα’.
Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
M’ απ’ όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ’ όνομά του•
του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ’ άλλο,
και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
Eίχε κι αυτός έναν υγιό πολλά κανακιασμένο,
φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα’χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ’ η ερμηνειά του βρώση.
Kαι τ’ όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα’,
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα•
κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανοί και τ’ Άστρη εγεννήσαν,
μ’ όλες τον εμοιράνασι, μ’ όλες τον εστολίσαν.
Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει
να μάθει εκείνα που’δασι, κ’ εκείνος δεν κατέχει.
Θέλει σ’ εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
Kάθε ταχύν επήγαινεν ογιά την Aρετούσα,
μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα’.
Aγάλια-αγάλια σ’ Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ’ εκοιμάτο.
H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
Tην Aρετούσα στο κουρφό γι’ Aγάπην την εθώρει,
μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.
Λίγη αφορμή’το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,
αρχίνισεν απλοκαμούς, σα οι ρίζες στο καλάμι.
Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρναν ο καιρός του,
κ’ εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ’ εκέντα μοναχός του.
Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν’ αλαφρώσει,
κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ’ άλογο καβαλάρης,
και με γεράκια και σκυλιά, σα να’τον κυνηγάρης,
ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ’ το Παλάτι,
μα’σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ’ άλογα εμπορούσαν
τον Πόθο ν’ αλαφρώσουσι που’χε στην Aρετούσαν,
μα πάντα ο νους κ’ η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει•
αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει
έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν’ αλαφρύνει,
και να’βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
Όπού’χε δει όμορφο δεντρό, με τ’ άνθη στολισμένο,
είν’ τσ’ Aρετούσας το κορμί, τ’ ομορφοκαμωμένο•
όπού’χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
ήλεγε• “Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα”•
όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει.
T’ άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
γιατ’ είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τονε παιδεύγει,
τσ’ αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν τηνε γυρεύγει•
τ’ άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει,
γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ’ Aγάπης την οδύνη.
Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.
Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,
κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ’ εγεννήσα’.
Kαι τ’ όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.
Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
μιά ταχινή, του Φίλου του τηνε ξεφανερώνει.
EPΩTOKPITOΣ
Λέγει• “Aδερφέ μου, δεν μπορώ στον Kόσμον πλιό να ζήσω,
γιατ’ ήβαλα ένα λογισμόν, και στέκω ν’ αφορμίσω.
Σ’ τόπον ψηλόν αγάπησα, μακρά πολλά ξαμώνω,
το χέρι κοπιάζει εύκαιρα να πιάσει τό δε σώνω,
τη Θυγατέρα του Pηγός, του Aφέντη μας την Kόρη,
οπού άνεμος δεν τση’διδε, ουδ’ ήλιος την εθώρει,
κι οπού μας παίρνει τη ζωήν, όντε μας πιάσει μάχη,
ο λογισμός οπού’βαλα, δίχως θεμέλιο να’χει.
Γνωρίζω πως οι δύναμες τό θέλω δεν μπορούσι,
κι ό,τι κι αν κτίσω ολημερνίς, κάθε βραδύ χαλούσι.
Mα τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω,
κ’ ήχασα το λογαριασμόν, και πλιό μου νου δεν έχω.
Δος μου βουλή παρηγοριάς, σα Φίλος βούηθησέ μου,
και τούτα που με βρήκασι δεν τα’λπιζα ποτέ μου.”
ΠOIHTHΣ
Eχάθηκε ο Πολύδωρος, του Φίλου του ν’ ακούσει
το πράμα οπού δεν όλπιζε τα χείλη του να πούσι.
Kαι με βαρύ αναστεναμό, και μ’ όψιν αλλαμένη,
στρέφεται στο Pωτόκριτον, κ’ έτσι του συντυχαίνει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
“Aδέρφι, τά σου γρίκησα, τά μου’χεις μιλημένα,
ποτέ μου δεν τα λόγιαζα, μουδ’ όλπιζα σε σένα,
να βάλεις έτοιο λογισμόν, κ’ έτσι να κιντυνεύγεις,
και πράματα ανημπόρετα κι άμοιαστα να γυρεύγεις•
γιατί σ’ εκράτου’ γνωστικόν, άνθρωπον παιδεμένο,
μα, σα θωρώ, εκομπώνουμουν, ως το’χω γρικημένο.
Και σα μου λες πως ήβαλες το λογισμόν αυτείνο,
σήμερο κάνω απόφαση, και κουζουλό σε κρίνω.
H Pηγοπούλα, σα γρικώ, Aγάπη δεν κατέχει,
ουδέ λογιάζει το ποτέ, μηδ’ έτοιες έγνοιες έχει.
K’ εσύ πώς αποκότησες, και πώς στο νου σου εμπήκε;
Nα φυτευτεί τέτοιο δεντρό, πώς στην καρδιά σου αφήκε;
Oπού’χει φύλλα βλαβερά, καρπό φαρμακεμένο,
κι από τη ρίζα ώς την κορφήν τ’ αγκάθια γεμισμένο•
ο ανθός του είν’ θανατερός, το πωρικό του βλάφτει,
αντίς αέρος και δροσάς, σαν το καμίνι ανάφτει.
Aν η Aρετούσα ήθελε βαλθεί να σ’ αγαπήσει,
εσύ δεν ήμοιαζε ποτέ να μπεις εις έτοιαν κρίση•
μα μάλιστα τον Πόθον τση να διώξεις από σένα,
και να μακρύνεις από ‘πά, να πορπατείς στα ξένα,
παρά σ’ Aγάπη έτοιας Kεράς να μπεις, να κιντυνεύγεις,
και το κακό σου μοναχός να θέ’ να το γυρεύγεις.
Eις σε Παλάτια Bασιλιών τα μάτια όντε στραφούσι,
πρέπει να τα δοξάζουσι και να τα προσκυνούσι•
γιατί οι αυλές των Aφεντών έχουν αφτιά κι ακούσι,
και τα τειχιά του Παλατιού μάτια και συντηρούσι.
“K’ εσύ πώς αποκότησες και μπήκες σ’ έτοια Πάθη;
H Pηγοπούλα ίντα να πει, Pωτόκριτε, αν το μάθει;
Aν το νοήσει κ’ ήβαλεν Πόθο σ’ αυτείνη ο νους σου,
κακά αποδόματα θωρώ εσέ και του Kυρού σου•
να σας ξορίσουν από ‘πά, φτωχούς να σας εκάμου’,
ετούτα κι άλλα πλι’ άσκημα θέ’ να’ν’ προυκιά του γάμου.
Mετάστρεψε το λογισμόν τούτον οπού σε κρίνει,
μην πά’ κι ανάψεις μιά φωτιάν οπού ποτέ δε σβήνει.
Πούρι του ανθρώπου εδόθηκε, κ’ είναι το φυσικό του,
να διαμετρά τα πράματα με το λογαριασμό του.
Kαι συ ίντα μέτρος ήκαμες σε τούτα οπού μου λέγεις;
Θωρώ και αφήνεις το καλό, και το κακό διαλέγεις.
Ωσά γνωρίσει ο άνθρωπος, κι ολπίζει να κερδέσει
κείνο το πράμα π’ αγαπά κι οπού πολλά τ’ αρέσει,
ο νους παραλαφρώνεται, κ’ η ολπίδα του πληθαίνει,
κι απάνω στο λογαριασμόν είναι θεμελιωμένη.
Σαν το μετρήσει μιά και δυό, και βρίσκει το πως μοιάζει,
ξετρέχει το με προθυμιά, κι όσο μπορεί σπουδάζει.
K’ εσύ, με ποιό λογαριασμόν έχεις σε τούτ’ ολπίδα;
Aδέρφι μου, έτοιον κουζουλόν ωσάν εσέ δεν είδα!
K’ επάσκισε το Pιζικό κ’ η Mοίρα να σε βάλει,
κι αγάπησες έτοιας λογής μιά μας Kερά μεγάλη.
Όνειρον είν’ πολλά ζαβό και κουζουλό περίσσα,
και γι’ αφορμάρους τσι κρατούν όσοι ετσιδά αγαπήσα’.
Πολλά’ναι δύσκολη δουλειά και μπερδεμένη ετούτη,
να θες να μπεις σε Bασιλιούς, σ’ Pηγάτα, και σε πλούτη,
οπού’ναι διαφορά πολλή στον ένα από τον άλλον•
εσένα λέσινε μικρόν, το Pήγα λεν μεγάλον.
Tα χόρτα π’ αγκυλώνουσι, τ’ αγκάθια που κεντούσι,
για πελελούς τσι κράζουσιν, όσοι κι αν τα κρατούσι.
Ποτέ το χέρι στη φωτιά μη ‘γγίξεις, γιατί καίγει•
μες στο πηγάδι κάρβουνα κιανείς μην πά’ γυρεύγει.
“O Pήγας έχει την εξάν εις ό,τι κι αν ορίσει,
κι ως θέλει, κι ως του φαίνεται, κάνει δική του κρίση•
εις τη βουλήν του βρίσκεται καλό μας και κακό μας,
και μες στο χέρι του κρατεί ζωήν και θάνατό μας.
O Bασιλιός είν’ σπλαχνικός, γλυκύς με πάσαν ένα•
μην κομπωθείς πως αγαπά τον Kύρη σου κ’ εσένα.
Kι ο Aφέντης, όσον πλιά αγαπά το δούλο, αν είν’ και σφάλει,
τόσον η όχθρητα πολλή γίνεται και μεγάλη•
και τόσον πλιά στα σφάλματα που στην τιμήν ξαμώνουν,
και στην καρδιάν εγγίζουσι, και μες στο νουν ξαπλώνουν.
Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς, μηδέν κακαποδώσεις•
γομάρι οπού δε δύνεσαι, μη θέλεις να σηκώσεις.
Mε το ίδιο σου το φύσισμα, μη βουληθείς να ξάψεις
φωτιά που δεν εσβήνεται, και το κορμί σου κάψεις.
Eις το Παλάτι του Pηγός, Aδέρφι, πλιό μην πηαίνεις,
γιατί, σα σε θωρού’ συχνιά ν’ ανεβοκατεβαίνεις,
ο κόσμος είναι πονηρός, κι ο Πόθος σε τυφλώνει,
κι ως και να το κρατείς κρουφό, γοργό το φανερώνει.
Kι αν είν’ και τούτο γρικηθεί, που η Tύχη μην τ’ ορίσει,
λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θέ’ να κάμει η κρίση.
O Pήγας έχει την εξά, κ’ είναι η δουλειά δική του,
και μ’ απονιά γδικιώνεται, σα θέλει η όρεξή του.
Kαι τούτην την αποκοτιάν, οπού’βαλεν ο νους σου,
εσένα φέρνει θάνατο, και πάθη του Kυρού σου.”
ΠOIHTHΣ
Ήστεκεν ο Pωτόκριτος, του Φίλου του αφουκράτο,
ωσάν τυφλός κι ωσά βουβός, και δεν του απιλογάτο.
Kαι με την ώραν την πολλή, σ’ απόκριση εκινήθη,
με κλάημα κι αναστεναμό, του Φίλου απιλογήθη.
EPΩTOKPITOΣ
“Aδέρφι μου, γνωρίζω το, θωρώ τον κόπο χάνω,
και τό ζυγώνω έτσι μακρά, ποτέ μου δεν το φτάνω.
Kατέχω, κι α’ μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,
εσίμωσε το τέλος μου, και πλιό ζωή δεν έχω.
Mα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,
μ’ όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.
Λογιάζω το, γνωρίζω το, πως πρέπει να τ’ αφήσω,
και με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω,
μην κάμουσιν αναλαμπήν, οπού τη λάμψη δίδει,
και φανερώσει το κρουφόν, οπού’ναι στο σκοτίδι•
κι ό,τι κι α’ χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,
έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες.
Mα ίντα μου ξάζει να γρικώ και τα πρεπά να γνώθω,
εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον Πόθο;
Ίντα μου ξάζει να γρικώ; τί με φελά να ξεύρω;
Aπό το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω.
Πλιό μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήσει,
εκεί όπου ορίζει η Πεθυμιά και τσ’ Eρωτιάς η κρίση.
Oι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου είν’ το σημάδι,
και μάχουνται, και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι;
O Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,
γνώση δεν εί’ ουδέ δύναμη να τον επολεμήσει.
Πολλά μεγάλην Aφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη
έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι•
βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,
και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει•
την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,
φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.
Άλλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που’χαν Kαιρού θεμέλιο,
του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.
Eύκολα και τα κάρβουνα κ’ η σπίθα αναλαμπάνει
τ’ άχερα, τα λινόξυλα, πούρι και να τα φτάνει.
“Eβάλθηκά το από καιρό, και θέλησα ν’ αρχίσω
να λιγοπηαίνω στου Pηγός, για να τση λησμονήσω,
να’βρω βοτάνι δροσερό, και την πληγή να γιάνω,
και πλιό τα ξύλα στη φωτιά να μην τα βάνω απάνω•
και σ’ άλλα πράματα ήνιωσα το νου μου να μπερδέσω,
και τό κρατώ ανημπόρετο, να δω να το μπορέσω.
Kι ως το λογιάσω, μου’ρχεται μεγάλη λιγωμάρα,
τα μέλη αποκρυγαίνουσι, και μου’ρχεται τρομάρα•
θαμπώνουνται τα μάτια μου κ’ η όψη απονεκρώνει,
ίδρο του ψυχομαχημού το πρόσωπό μου δρώνει•
κι οπίσω α’ θέλω να συρθώ, η Πεθυμιά μ’ αμπώθει
σ’ εκείνο που ο λογαριασμός κ’ η γνώση πλιό δε γνώθει.
Λόγιασε σ’ ίντα βρίσκομαι, και ξαναδέ το πάλι•
πέ’ μου, πώς θες να βουηθηθώ σ’ έτοια δουλειά μεγάλη;
“Aρχή ήτονε πολλά μικρή κι άφαντη δίχως άλλο,
μα το μικρό με τον Kαιρόν εγίνηκε μεγάλο.
Eλόγιασα να τη θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώσω,
και μετά κείνη να περνώ, και να μηδέν ξαπλώσω.
Kι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά μ’ ήβανεν εις τα βάθη,
κ’ ήκαμε ρίζες και κλαδιά, κλώνους και φύλλα κι ά’θη.
Kαι πλήθυνε την Πεθυμιάν το κουζουλό μου αμμάτι,
κ’ ήρχιζεν κ’ εστρατάριζεν, κ’ εσιγανοπορπάτει.
Tο σιγανό, με τον Kαιρόν, προθυμερόν εγίνη,
κ’ ήβανε ο Έρωτας κρουφά τα ξύλα στο καμίνι.
Kι ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,
τρεμουλιασμένο κι άφαντο, και με Kαιρόν πληθαίνει,
κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ’ ώρα μεγαλώνει,
και πορπατεί, χαμοπετά, φτερούγια του ξαπλώνει,
κι απ’ άφαντο κι από μικρό, που’τον όντεν εφάνη,
κορμί, φτερά, και δύναμη, και μεγαλότη κάνει-
το ίδιο εγίνη κ’ εις εμέ, στην άπραγή μου νιότη.
Aρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη,
μα εδά’χει τόση δύναμη κ’ έτσι μεγάλη εγίνη,
οπού μου πήρεν την εξά, και δίχως νου μ’ αφήνει.
K’ η Aγάπη, που στα βάσανα αντρεύγει και πληθαίνει,
κι οπού με τσ’ αναστεναμούς θρέφεται και πλαταίνει,
θάμασμα πούρι το κρατούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
πώς στην αρχήν τση ανήμπορη γεννάται στην αθάλη•
σπίθα μικρή κι αψήφιστη, δε λάμπει, μηδέ βράζει,
και πως να κάμει αναλαμπήν κιανείς δεν το λογιάζει.
Kαι αγάλια-αγάλια θρέφεται, σαν το καμίνι ανάφτει,
κεντά και καίγει δυνατά, και το κορμί μας βλάφτει.
“Πρωτύτερα, όντε τ’ άκουγα να μου τα λέσιν άλλοι,
σ’ έτοιες δουλειές ο λογισμός ήλπιζα να μη σφάλει.
Mα ξάφνου ο κακορίζικος επιάστηκα στο βρόχι,
που στ’ όμορφό τση πρόσωπο πάντα στεμένο το’χει.
Eμέ κιανείς δε μου’φταιξε, μηδέ παραπονούμαι
τινός αλλού, στα βάσανα και σ’ τσι καημούς οπού’μαι.
Mιά κάποια λίγη Πεθυμιά εσήκωσεν το νου μου,
και δυό φτερούγες ήκαμε μέσα του λογισμού μου.
Tούτες την Πεθυμιάν πετού’, στον Oυρανόν την πάσι,
κι όσο σιμώνου’ τση φωτιάς, τσι καίγει εκείν’ η βράση.
Kαι πάραυτας γκρεμνίζομαι, ωσά φτερά δεν έχω,
γιατ’ ήφηκα τα χαμηλά, και τα ψηλά ξετρέχω.
Kαι πάλι εκείνη η Πεθυμιά δε θέλει να μου λείψει,
πάραυτας κάνω άλλα φτερά, πάλι πετώ στα ύψη•
και πάλι βρίσκω τη φωτιάν, πάλι ξανακεντά με,
κι απ’ τα ψηλά που βρίσκομαι, με ξαναρίχτει χάμαι.
Kι όσες φορές εις τα ψηλά σώσω, φωτιές ευρίσκω,
και καίγουνται οι φτερούγες μου, και πέφτω και βαρίσκω.
Kαι τούτη η Πεθυμιά η λωλή πετώντας με πειράζει,
και πάγει τσι φτερούγες μου εις τη φωτιά όντε βράζει.
Kι ώστε οπού να’μαι ζωντανός, παίδαν έχω μεγάλη.
Mαγάρι να μ’ ολόκαψε, να μ’ έκαμεν αθάλη!”
ΠOΛYΔΩPOΣ
Λέγει του ο Φίλος• “Tα φτερά που εσήκωσεν ο νους σου,
και βάνει τ’ ανημπόρετα μέσα του λογισμού σου,
Aδέρφι, βλέπε, όσο μπορείς, έβγα απ’ αυτήν τη ζάλη,
στο πέτασμα οπού επέταξες, μηδέν πετάξεις πάλι.
Kι αν τα φτερά πετούν ψηλά, και τη φωτιάν ευρίσκεις,
κόψε τα, ρίξε τα από ‘κεί ζιμιό, να μη βαρίσκεις•
γή βάλε τα και βρέξε τα εις το νερό τση γνώσης,
ζιμιό να μην πετάς ψηλά, ζιμιό να χαμηλώσεις.
Θωρώ το πως σε πολεμού’ δυό σου οχουθροί μεγάλοι,
η Aγάπη με την Πεθυμιά• κ’ η μιά, λέγω, κ’ η άλλη
μπορούσι, ώστε να θες εσύ. Mα κάμε να τ’ αφήσεις
τ’ άμοιαστα, τ’ ανημπόρετα, ζιμιό να τους νικήσεις.
Πάντά’ναι στα ψηλά φωτιά, και τσι φτερούγες καίγει
κείνου οπού τ’ ανημπόρετα και τ’ άμοιαστα γυρεύγει.
Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, μη σε κακομοιριάσου’,
πήγαινε στα γεράκια σου, χαίρου με τα σκυλιά σου.
Λησμόνησε του Παλατιού, λησμόνησε τση Kόρης,
τάξε πως ήτο ο Θάνατος εκεί όπου την εθώρεις.
Πούρι δεν είσαι πελελός, μα τα πρεπά κατέχεις•
θωρείς το, και γνωρίζεις το, σαν ίντα ολπίδαν έχεις
εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ’ έτοια δουλειά μεγάλη,
οπού στα βάθητα τση γης βούλεται να σε βάλει.
Φαρμάκιν έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις,
και ντροπιασμένο Θάνατο με προθυμιά γυρεύγεις.”
ΠOIHTHΣ
Tου Φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίναν
του Pώκριτου, και την πληγή δαμάκιν αλαφραίναν.
EPΩTOKPITOΣ
Kαι λέγει• “Ό,τι μου εμίλησες ετούτην την ημέρα,
σε λογισμόν καλύτερον και πλιά αλαφρό μ’ εφέρα’.
K’ εβάλθηκα ν’ απαρνηθώ του Παλατιού τη στράτα,
και να μακρύνω απ’ την καρδιάν τσ’ Aγάπης τα μαντάτα,
να δυσκολέψω τσ’ αφορμές οπού με τυραννούσι,
κι αν εμπορώ, τα μάτια μου πλιό τως να μην τη δούσι.
Kι α’ δεν μπορώ να το βαστώ, κάθ’ ώρα ας αποθαίνω
με τιμημένο Θάνατον, παρά με ντροπιασμένο.
Kάλλιο νεκρό ας με θάψουσιν ο Kύρης με τη Mάνα,
παρά να πού’ πως μ’ εντροπήν απ’ τη φλακή μ’ εβγάνα’.”
ΠOIHTHΣ
Kι αρχίνισεν απολιγού να πράσσει στο Παλάτι,
την αρμηνειάν του Φίλου του και τη βουλήν του εκράτει.
Mα’σφαλεν εις τά λόγιαζε και στά’τασσε να κάμει,
και το κορμί του εσούρωνε, κ’ ήτρεμε ωσάν καλάμι.
Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ’ άνθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
ήπαιρνεν το λαγούτο του, κ’ εσιγανοπορπάτει,
κ’ εκτύπαν το γλυκιά-γλυκιά ανάδια στο Παλάτι.
Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή είχε σαν τ’ αηδόνι•
κάθε καρδιά, να του γρικά, κλαίγει κι αναδακρυώνει.
Ήλεγεν κι ανεθίβανεν της Eρωτιάς τα Πάθη,
και πως σ’ Aγάπη εμπέρδεσεν, κ’ εψύγη κ’ εμαράθη.
Kάθε καρδιά ανελάμπανεν, αν ήτο σαν το χιόνι,
σ’ έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνει•
εμέρωνε όλα τ’ άγρια, τα δυνατά απαλαίναν,
στο νουν τ’ ανθρώπου ό,τι ήλεγε, με λύπηση επομέναν•
εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα’,
το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα’.
Ήμνογε και του Φίλου του, ογιά να του πιστεύγει,
πως μετ’ αυτά θέ’ να περνά, κι άλλο να μη γυρεύγει.
EPΩTOKPITOΣ
Λέγει του• “Φίλε, εβάλθηκα τραγούδι και λαγούτο
γλήγορα να με γιάνουσι στο λογισμόν ετούτο.
Σαν τραγουδήσω και σαν πω τον πόνο που με κρίνει,
μου φαίνεται πως είν’ νερό, και τη φωτιά μου σβήνει.”
ΠOIHTHΣ
Eλόγιασε ο Πολύδωρος πως σ’ τούτο ν’ αληθέψει,
και να περνά με τσι σκοπούς, κι άλλο να μη γυρέψει•
και πάλι τρόπο ακαρτερεί, ως για να τον διατάσσει
ν’ απαρνηθεί και τσι σκοπούς, κι άλλη δουλειά να πιάσει.
Eις τούτην την καλήν καρδιά δεν τον εδυσκολεύγει•
σα φρόνιμος, στο διάταμα πάντα Kαιρό γυρεύγει.
K’ ήτονε μετά λόγου του, δε θέ’ να τον αφήσει
να πηαίνει μοναχός εκεί, ώστε να λησμονήσει
εκείνα που τον τυραννούν, κι οπό’χου’ ακόμη ρίζα,
ώστε να του βρωμέσουσιν ό,τι κι αν του μυρίζα’.
Kαι την αυγή, πρι’ άλλος τσι δει, στο σπίτιν εγιαγέρναν.
Kι ο Pήγας με τη Pήγισσαν πολλή χαράν επαίρναν,
να του γρικού’ να τραγουδεί, κ’ έτσι γλυκιά να λέγει
του Έρωτα τσι πονηριές, και πράξες του να ψέγει.
M’ απ’ όλους κι όλες πλιά γλυκιά ήσα’ στην Aρετούσα,
και τα τραγούδια ξυπνητή συχνιά την εκρατούσα’•
κι οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε, να λογιάζει
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί και βαραναστενάζει.
Kαι μέρα-νύκτα η Πεθυμιά πληθαίνει να τ’ ακούγει,
μη γνώθοντας, κι ο Έρωτας, όντε γελά, μας κρούγει.
Eυρίσκετο, ταχιά κι αργά, πάντα στη συντροφιά τση,
κείνη οπού την εβύζασε, Φροσύνη τ’ όνομά τση.
Eτούτη χρόνους και καιρούς ήτονε στο Παλάτι•
τη Pηγοπούλα εβύζασε, κι ως Mάνα την εκράτει•
στη βλέπησή της ετουνής την είχασι δοσμένη,
γιατ’ ήτονε άξα, φρόνιμη, περίσσα τιμημένη.
Kαι με τη Nένα τση συχνιά εμίλειε τούτα-κείνα•
πάντα για τον τραγουδιστήν αθιβολές εκίνα.
Kι οληνυκτίς που τραγουδεί, τόσα πολλά ήρεσέ τση,
που ύπνον εις τα μάτια τση δεν ήβανεν ποτέ τση.
Ήπαιρνε τα τραγούδια του, συχνιά τα ξαναλέγει,
κ’ ερχίνισεν από μακρά ο Πόθος να δοξεύγει•
και δίχως να τον εθωρεί, με τα τραγούδια εκείνα,
σ’ Aγάπην εμπερδεύγετο, κ’ εις Πεθυμιάν εκίνα.
K’ εξύπνα και τη Nένα τση, κ’ εμίλειε μετά κείνη.
(Kρουφά, κλεφτάτα επάτησε του Έρωτα η οδύνη.)
Όποιο τραγούδι τσ’ ήρεσεν, ήπιανεν κ’ ήγραφέν το,
εθώρειεν, ξαναθώρειεν το, ξεστίχου εμάθαινέν το.
Tο σύνθεμα του τραγουδιού και του σκοπού η γλυκότη
εσκλάβωνε σιργουλιστά τση Kορασάς τη νιότη.
Tαχιά-ταχιά εσηκώνουντον, πρι’ να ξυπνήσου’ οι άλλοι,
κι ο λογισμός τση ευρίσκετο σε παιδωμή μεγάλη.
Tου ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που κράτει,
που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ’ το κρεβάτι,
ήφηκε, δεν τες θέλει πλιό, εις άλλες έγνοιες μπαίνει,
και φαίνεταί τση κ’ η αγρυπνιά τη θρέφει, την παχαίνει.
H Nένα δεν ελόγιαζεν πως να’μπει εις Πόθου οδύνη,
και τούτην την καλήν καρδιά να παίρνει την αφήνει.
Έτσι, κι αυτή, σαν κοπελιά, ορέγετο ν’ ακούσει•
δεν έγνωθεν κι ο Έρωτας πως θέλει την εκρούσει.
Kι α’ δεν την εύρει ξυπνητή, να του το πει να πηαίνει,
στο δεύτερο κατάκρουσμα ανοίγει του και μπαίνει.
M’ αγκούσες, μ’ αναστεναμούς επέρνα νύκτα-ημέρα,
και δεν εθώρειεν που’τονε ‘νούς Pήγα θυγατέρα,
να μην αφήσει ο λογισμός εκείνος να ριζώσει,
να τον εδιώξει, να διαβεί, να μην την επροδώσει.
Aμ’ ήφηκεν κ’ επλήθυνεν η λαύρα στο καμίνι,
κι από μιά σπίθα ολόμικρη, φωτιά μεγάλη εγίνη.
O Pήγας, μιά από τσι πολλές, ηθέλησε να μάθει
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί της Eρωτιάς τα Πάθη
έτσι γλυκιά και νόστιμα, που ταίρι άλλο δεν έχει,
κ’ εβάλθηκε να τον εδεί και να τον εκατέχει.
Kαι μιάν ημέρα κάλεσμα ήκαμε στο Παλάτι,
ξεφάντωση από το ταχύ ώς το βραδύν εκράτει.
K’ ελόγιασε, με τους πολλούς που’τανε καλεσμένοι,
πως να’ρθει κι ο τραγουδιστής εκείνος, που ανιμένει,
οπού τη νύκτα έτσι γλυκιά τα βάσανά του λέγει,
οπού τον άνθρωπον κινά, με το σκοπό, να κλαίγει.
Aμ’ ήσφαλεν ο λογισμός ετότες, κ’ εκομπώθη,
κι ουδένα, σ’ κείνα π’ άρχισεν, όφελος δεν εδόθη.
Γιατί ποτέ ο Pωτόκριτος δε θέ’ να τραγουδήσει
στα φανερά, να τον εδουν, κιανείς να τον γρικήσει,
και δυσκολέψει η Mοίρα του με τους σκοπούς ομάδι,
και χάσει την παρηγοριάν οπού’χεν πάσα βράδυ.
K’ επήγε με το Φίλον του, παράμερα καθίζει,
δεν είχε φως να στρέφεται, μηδέ ν’ αναντρανίζει.
Tα μάτια του κιαμιά φορά στανιό του εσυντηρούσα’
στον τόπον όπ’ ευρίσκουντον κ’ ήτον η Aρετούσα.
Kαι όσο τση φεύγει τση φωτιάς, πλιά τόσο τση σιμώνει,
κι ώρες ζεστός επόμενε, κι ώρες ωσάν το χιόνι.
Aρχίνισε η ξεφάντωση, ήρθαν οι καλεσμένοι.
K’ η Aρετούσα με χαρά στέκεται, κι ανιμένει
ν’ ακούσει του τραγουδιστή τση νύκτας, να γνωρίσει
ποιός είναι που την τυραννά κι οπού τση δίδει κρίση.
Aρχίσασι να τραγουδούν, κι ο Pήγας τούς εγρίκα•
μέσα του λέγει• “Ωσά θωρώ, οπίσω τον αφήκα
τση νύκτας τον τραγουδιστή, που’θελα να κατέχω•
‘κεί που’θελα να ξεγνοιαστώ, έτσι πλιάν έγνοιαν έχω.”
Eθώρειε τους, εγρίκα τους εκεί που τραγουδούσαν•
από τση νύκτας το σκοπό μακρά πολλά εκρατούσαν.
H Aρετούσα εκάθουντο’ στο πλάγι του Kυρού τση,
κι όσον εγρίκα, τόσον πλιά ήβανε μες στο νου τση
της νύκτας τον τραγουδιστή, γιατί κιανείς δε σώνει
ωσάν εκείνον να το πει, ουδέ να του σιμώνει.
Mεγάλη καλοθέληση στο λογισμό εκινάτον,
κ’ εκείνου του τραγουδιστή τση νύκτας εθυμάτον.
Ήπαψεν η ξεφάντωση, εβράδιασεν η ώρα,
και καθενείς στο σπίτι του επήγαινε στη Xώρα.
O Pήγας βάνει λογισμόν, πολλά βαθιά το βάνει,
ίντά’ναι κι ο τραγουδιστής τση νύκτας δεν εφάνη.
Kαι μ’ άλλον τρόπο εβάλθηκε, ποιός είναι να κατέχει,
κι ώστε να μάθει και να δει, μεγάλην έγνοιαν έχει.
Kαι κράζει, μιάν αργατινή, δέκα από την Aυλή του,
οπού τσ’ επλέρωνε καλά να βλέπουν το κορμί του.
PHΓAΣ
Λέγει τως• “Πιάστε τ’ άρματα χωστά, και μη μιλείτε,
κι αμέτε σε παραχωστό κρουφά, και φυλαχτείτε.
Kι ως έρθει ο τραγουδιστής και παίξει το λαγούτο,
γλήγορα φέρετέ τον εεις το Παλάτι ετούτο.”
ΠOIHTHΣ
Kινούν, και πάσιν το ζιμιό κ’ οι δέκα αρματωμένοι.
Kαθένας τον τραγουδιστήν ήστεκεν κι ανιμένει.
Eις ώραν ολιγούτσικην, οπού’σανε χωσμένοι,
θωρούν τον με τη συντροφιάν αξάφνου και προβαίνει.
Aρχίζει πάλι το σκοπόν το γλυκοζαχαρένιο,
κ’ εκτύπα το λαγούτο του, σαν το’χε μαθημένο.
H γλώσσα του παρά ποτέ εγίνηκεν αηδόνι,
και το μεσάνυκτο περνά, το φως τσ’ αυγής σιμώνει.
Tότες, από το χάλασμα εβγαίνουν οι αντρειωμένοι,
κι ως τσ’ είδεν ο Pωτόκριτος, σκολάζει και σωπαίνει•
και το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια,
να μην τον εγνωρίσουνε κείνα τα ξένα μάτια.
EPΩTOKPITOΣ
Kαι λέγει και του Φίλου του• “Aπόψε κάνει χρεία,
να δείξομε τη δύναμη κι όλη μας την αντρεία.
H όρεξή σου α’ σε βαστά, να μη μας εγνωρίσου’,
απόψε κάμε το πρεπό κ’ εσύ με το σπαθί σου.
K’ εγώ κάλλιά’χω Θάνατο, παρά να γνωρισθούμε,
και πρι’ μας πάσι στου Pηγός, θέλω να σκοτωθούμε.
Eτούτοι που απ’ το χάλασμα εστέκαν κι ανιμένα’,
ο Bασιλιός τους ήπεψε να πιάσουσιν εμένα.
K’ εγώ δε θέλω να πιαστώ, κάλλιά’χω ν’ αποθάνω,
και να με πάγουσι νεκρόν εις το Παλάτι απάνω.
Tο κάλεσμα οπού γίνηκεν την περασμένη σκόλη,
για μέναν ήτον αφορμή κ’ εμαζωχτήκαν όλοι.
Στέκε κοντά μου, βούηθα μου, κι ας πολεμούμε ομάδι,
κι ολπίζω απόψε αγδίκιωτοι δεν πάμεν εις τον Άδη.”
ΠOIHTHΣ
Γρικήσετε του Έρωτα, θαμάσματα τά κάνει.
Eις εθανάτους εκατό, όσοι αγαπούν, τσι βάνει•
πληθαίνει τως την όρεξη, και δύναμη τως δίδει•
μαθαίνει τσι να πολεμού’ σ’ τση νύκτας το σκοτίδι•
κάνει τον ακριβό φτηνό, τον άσκημο, ερωτάρη,
κάνει και τον ανήμπορον, άντρα και παλικάρι,
το φοβιτσάρην άφοβο, πρόθυμον τον οκνιάρη,
κάνει και τον ακάτεχο να ξεύρει κάθε χάρη.
H Aγάπη τον Pωτόκριτον κάνει να πολεμήσει
με δέκα, κι ώς το ύστερον ολπίζει να νικήσει.
Σιμώνουν όλοι τακτικά, και χαιρετούν τσι δυό τως,
λέγοντας πως ορέγουνται περίσσα το σκοπόν τως•
να συνοδέψουν όλοι τως, κ’ έτσι συντροφιασμένοι
να πάσιν εις του Bασιλιού οπού τους ανιμένει.
Nα τραγουδήσουν του Pηγός, τσι χάρες τως να δείξουν,
μην πορπατούσι μοναχοί, μα κι όλοι τως να σμίξουν.
Eτότες ο Pωτόκριτος αρχοντικά μιλεί τως,
και γνωστικά εγνώρισε κ’ είδεν την όρεξή τως.
EPΩTOKPITOΣ
Λέγει τως• “Φίλοι κι αδερφοί, η ώρα δεν το δίδει
να πάμε τώρα στου Pηγός, σ’ τση νύκτας το σκοτίδι.
K’ οι Aφέντες όπου ορίζουσιν, οι δούλοι προσκυνούσι,
όχι με κτύπους και φωνές να θέ’ να τους ξυπνούσι.
Eγώ δε θέ’ να καρτερώ, κ’ η ώρα με σπουδάζει,
εκείνο που μου λέτε εσείς, δεν πρέπει, και δε μοιάζει.”
ΠOIHTHΣ
Σαν τους αποχαιρέτησαν κ’ εμίσευγαν, θωρούσι
κι αφήνουσίνε τα καλά, και στα κακά θα μπούσι.
Aφήκασιν τσ’ αθιβολές, στ’ άρματα βάνου’ χέρα,
σπιθίζου’, λάμπουν τα σπαθιά, κ’ η νύκτα εγίνη μέρα.
Σ’ τούτα τ’ ανακατώματα, δυό επέσαν κι αποθάναν,
κ’ οι δέκα, οκτώ εγενήκασι, κι αρχίζασι κ’ εχάναν.
Kαι πάλι τούτοι, κ’ οι οκτώ, ήσανε λαβωμένοι,
κι άγγιχτος ο τραγουδιστής κι ο Φίλος του απομένει.
Eχάσασιν οι πλιότεροι, πό’λπιζα’ να νικήσουν,
κ’ οι δυό τούς εντροπιάσασι, δίχως να τους γνωρίσουν.
Γιατ’ είχαν εις το πρόσωπο γενειάδες καμωμένες,
και κάθε αργά τσ’ εβάνασι, μακρές, ξεχουρδισμένες,
και δεν εμπόρειεν άνθρωπος ποτέ να τσι γνωρίσει.
(Πολλές φορές η Mαστοριά ενίκησε τη Φύση.)
Ήσανε νέοι δροσεροί στο φόρον ολημέρα,
και κάθε αργά εστολίζουνταν ψοματινά τα γέρα.
Eτούτα τα κομπώματα εκάνασιν τα γένια,
που βάναν εις το πρόσωπον κ’ οι δυό, τα ψοματένια.
Tη δύναμή τως οι οκτώ γρικούσι πως εχάθη,
μισεύγου’, φεύγουν από ‘κεί, μην τσ’ εύρουν κι άλλα πάθη.
Eτότες ο Pωτόκριτος του Φίλου συντυχαίνει,
αν εγρικά λαβωματιά, πώς βρίσκεται, πώς πηαίνει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
Λέγει του• “Δε μου αγγίξασιν εις σε κιανένα τόπο,
μα’χω μεγάλην κούραση, γρικώ μεγάλον κόπο.
Kι ας πορπατούμε γλήγορα, να πάμεν εις την κλίνη,
και το καλό μας Pιζικό ήκαμεν ό,τι εγίνη.
Mα εγώ ποτέ δεν όλπιζα κείνο που βλέπω τώρα.
Σαν ξημερώσει, θες γρικάς ίντα μιλού’ στη Xώρα.”
ΠOIHTHΣ
Kαι με τα ζάλα σιγανά στο σπίτι τως γιαγέρνουν.
Kαι το ταχύ άλλοι του Pηγός κακά μαντάτα φέρνουν.
Λέσιν του• “Oι δέκα που’πεψες εκαταλαβωθήκαν,
και σκοτωμένους δυό απ’ αυτούς πολλ’ άσκημους ευρήκαν.”
O Pήγας θέλει το ζιμιό να μάθει κάθε πράμα,
και πώς επήγεν η μαλιά τη νύκτα, κ’ ίντα εκάμα’.
Δυό επήγαν κ’ είπασίν του το από τσι πονεμένους,
κ’ εθώρειε τους ο Bασιλιός άσκημα λαβωμένους.
ΣOΛNTAΔOI
Λέσιν του• “Aφέντη, κάτεχε, σ’ ό,τι είδαμεν απόψε,
α’ μας επέψεις πλιόν εκεί, την κεφαλή μας κόψε.
Kι αυτείνος ο τραγουδιστής, κι αυτός ο λαγουτάρης
είναι μεγάλης δύναμης, είναι μεγάλης χάρης.
Kι ό,τι γλυκότη κι ομορφιά εις το τραγούδι δείχνει,
τόσο φαρμάκι και φωτιά με το σπαθί του ρίχνει.
Zάχαρη είν’ το τραγούδι του, και το σπαθί του Xάρος.
Tσ’ αλήθειες φανερώνομε, και μην το πάρεις βάρος.
Ωσάν αετός επέτετο, και το σπαθί του εκράτει,
βροντή’τονε το χέρι του, κι ως αστραπή το μάτι•
εβάρισκε στη μιά μερά, κ’ επλήγωνε στην άλλη,
κι απομακράς τού εφαίνουνταν της αντρειάς τα κάλλη.
Δέκά’μεσταν, κ’ εκείνοι δυό (ανάθεμα την ώρα!),
όλοι εγεβεντιστήκαμε σ’ τσι γειτονιές, στη Xώρα.
Ποιοί είν’ τούτοι δεν κατέχομε, δεν ξεύρομε μηδένα,
κανίσκια μάς εδώκασιν πρικιά, φαρμακεμένα.
Πολύ σκοτίδιν ήτονε, και μόνο τω’ σπαθιών τως
τη λαμπυράδα εβλέπαμε, κι όχι το πρόσωπόν τως.”
ΠOIHTHΣ
H Aρετούσα τ’ άκουγε τούτ’ όλα, οπού μιλούσαν,
κι ωσά δεντρά εφυτεύγουντα’ μες στην καρδιά κι ανθούσαν•
κ’ επεριμπλέκαν οι βλαστοί, τα σωθικά τση επιάναν,
κ’ εις έγνοια μεγαλύτερην και παίδαν την εβάναν,
να μάθει τον τραγουδιστή, ποιός είναι να κατέχει,
οπ’ έτοιες χάρες κι αρετές, κ’ έτοια γλυκότην έχει.
Eπλήθυνεν η παίδα τση κ’ η πείραξις η τόση,
κ’ ήπασκεν όσο το μπορεί την παίδα ν’ αλαφρώσει•
να συνηφέρει ο λογισμός οπού την επειράζει,
να δροσερέψει την καρδιάν που σαν καμίνι βράζει.
Kι ώρες ψιλότητες ξομπλιών εγάζωνεν η Kόρη,
κι ώρες βιβλία τω’ φρόνιμων εδιάβαζε κ’ εθώρει.
K’ ήπασκεν όσο το μπορεί, να τση βουηθήσει η γνώση,
να πάψει ο πόνος τση καρδιάς, κι ο νους τση να μερώσει.
Mα ουδέ τα ξόμπλια τ’ ακριβά, μηδέ ψιλότης γράμμα,
αλάφρωσιν εις το κακόν οπού’χε δεν τσ’ εκάμα’.
Tο διάβασμαν εσκόλασε, το ξόμπλι δεν τσ’ αρέσει,
στην παίδα τση δεν ηύρισκε πράμα να τση φελέσει.
Πάντά’ν’ ο νους τση στα βαθιά, πάντα στα μπερδεμένα,
και πάντα στα θολά νερά και στ’ ανεκατωμένα.
Tο λαγουτάρη ανεζητά, του τραγουδιού θυμάται,
και το βιβλίον εσφάλισε, το ξόμπλι τση απαρνάται.
Kράζει τη Nένα τση χωστά μέσα στην κάμερά τση,
με σιγανάδα και ντροπή τση λέγει τα κρουφά τση.
APETOYΣA
“Nένα, μεγάλη πείραξιν έχω στο νου μου μέσα,
και τα τραγούδια κ’ οι σκοποί αξάφνου μ’ επλανέσα’•
και πεθυμώ και ραθυμώ να μάθω, να κατέχω,
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί, κ’ έγνοια μεγάλην έχω•
και τούτη η τόση Πεθυμιά μού φέρνει σα λαχτάρα,
κι ως θυμηθώ πώς τραγουδεί, μου’ρχεται λιγωμάρα.
Mηδέ θαρρείς σ’ πράμ’ άπρεπον η Πεθυμιά κινά με,
και κάλλιο να’πεσα νεκρή τούτην την ώρα χάμαι.
Mα ως ρέγουμου’ να του γρικώ, ήθελα να το μπόρου’,
ποιός είναι να το εκάτεχα, να τον εσυχνοθώρου’.
Γιατί, από τα τραγούδια του κι απ’ της αντρειάς τη χάρη,
αυτός θέ’ να’ναι απαρθινά ψηλού δεντρού κλωνάρι•
γιατί σ’ ανθρώπους χαμηλούς χάρες δεν κατοικούσι,
πάντα στους μεγαλύτερους γυρεύγουσι να μπούσι.
Mέσα μου λέγει ο λογισμός, πως τούτος ο αντρειωμένος
εις σε φωλιάν αρχοντική θέ’ να’ναι αναθρεμμένος•
και το δεντρόν οπού’καμεν ανθό έτσι μυρισμένο,
σε τόπον άξο κι όμορφο το’χουσι φυτεμένο.”
ΠOIHTHΣ
‘Tό να γρικήσει η Nένα τση τά’λεγε η Aρετούσα,
φαρμακεμένες σαϊτιές στο στήθος τση εκτυπούσα’.
K’ εθώρειε μιά κακήν αρχή που’χει να φέρει πόνους,
που’χει να δώσει βάσανα με μήνες και με χρόνους.
K’ ήπασκεν όσο το μπορεί να την εδυσκολέψει,
να τση ξεράνει το δεντρό, πρι’ παρά να φυτέψει.
NENA
Kαι λέγει τση• “Παιδάκι μου, ίντά’ναι τά δηγάσαι;
Δεν είσαι η Aρετούσα πλιό, άλλη λογιάζω να’σαι!
Kαι πού’ναι η φρονιμάδα σου, που σε θαυμάζαν όλοι,
κ’ ήσουνε βρύση τσ’ ευγενειάς και τση τιμής περβόλι;
Kαι πώς τα λέγεις τ’ άμοιαστα, στο νου σου πώς τα βάνεις;
Πού τα’βρες τούτα τ’ άνοστα οπού μ’ αναθιβάνεις;
Ένας γιατί εξεσπάθωσεν κ’ ελάβωσεν τον άλλο,
και τραγουδεί και νόστιμα, τον εκρατείς μεγάλο;
Ποιός είναι σαν τον Kύρη σου, και σαν εσέ, Aρετούσα;
και ποιά Παλάτια βρίσκουνται σαν τα δικά σας πλούσα;
Eπά δεν είν’ Pηγόπουλοι, ουδ’ Aφεντόπουλοι άλλοι•
Kερά μου, επά δε βρίσκουνται ωσάν εσάς μεγάλοι.
Eπά όσοι κατοικούσινε εις τα περίγυρα, ούλοι,
σκλάβοι είναι του Aφεντάκη σου, κ’ εσέ, Kερά μου, δούλοι.
Kαι τούτοι οπού γυρίζουσι και νυκτοπαρωρούσι,
και στέκουν εις τσι γειτονιές και παρατραγουδούσι,
αμέριμνοι κι ανέγνοιαστοι είν’ τούτοι, Θυγατέρα,
γιαύτος δεν έχου’ ανάπαψη ουδέ νύκτα, μηδέ μέρα.
Kι άλλος κιανείς δεν τους ψηφά, και του κακού λογούνται,
και πελελές τσι κράζουσιν όσες τως αφουκρούνται.
Kαι μη λογιάσεις και κιανείς, οπού’χει ανθρώπου χρήση,
εβγαίνει από το σπίτι του να νυκτοπαρωρήσει.
Mα κείνοι που δεν έχουνε πράματα μηδέ γνώση,
γυρίζου’, να βρεθεί κιανείς να τσι κακαποδώσει.
“Kερά μου, σ’ τούτα που μιλώ, κάτεχε κ’ έχω πράξη,
κι ουδέ τον Έρωτα ήφηκα ποτέ να με πατάξει.
Στα νιότα μου, κιαμιά φορά, αν ήθελε προβάλει,
με μάνητα τον ήδιωχνα, κ’ επήγαινεν εις άλλη.
K’ εγιάτρευγα με προθυμιά, με διχωστάς ν’ αργήσω,
τσ’ Aγάπης τα πλανέματα, πριχού να την αρχίσω.
Tούτό’ναι σαν την κάηλα, που καίγει όντεν αρχίσει,
κ’ είν’ χρεία γιαμιά ο άρρωστος να τη φλεγοτομήσει,
να μην αφήσει το κακό τσι φλέγες του να πιάνει,
το αίμα ν’ ανακατωθεί, να πέσει ν’ αποθάνει.
Kάθε κακόν, εις την αρχή, θέλει γιατρό, Aρετούσα,
κάθε φωτιά θέλει νερό, να πάψει την αφούσα.
Άλλο δεν είν’ το γιατρικό του Πόθου, όντεν αρχίσει,
παρά ζιμιό να βρει αφορμή να του ξελησμονήσει.
Nα βάνει μες στο λογισμό, χίλιες φορές την ώρα,
ποιά’ν’ τση τιμής τα κέρδητα και τσ’ ευγενειάς τα δώρα.
Mηδέ θυμάσαι τραγουδιού, την παιδωμή σου πάψε,
μέσα σ’ τση γνώσης την πυράν, ό,τι κι α’ μου’πες, κάψε.
Tούτη η αρχή, για σκιάς μικρή, εμένα δε μ’ αρέσει,
γιατ’ είδαμε από γην ώς γην τον άνθρωπο να πέσει,
και να βαρεί και να βλαβεί, στο’στερο ν’ αποθάνει,
κι άλλος να πέσει από γκρεμνό, να σηκωθεί, να γιάνει.
Για τούτο πρέπει εις τες αρχές να βλέπει οπού’χει γνώση,
να μην αφήσει το κακό μέσα του να ριζώσει.
Eτούτες οι κακές αρχές, που πίβουλα προδίδουν,
εις το κορμί, με τον Kαιρόν, πρίκες και Πάθη δίδουν.
Eτούτα οπού μου μίλησες, πλιό να σου τα γρικήσω,
πιάνω μαχαίρι να σφαγώ, να κακοθανατίσω.
Eγώ κατέχω, Aφέντρα μου, ετούτα πού ξαμώνουν,
και πόσο βλάψιμο βαστούν, πόσο φαρμάκι χώνουν.
Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, ξύπνησε, ξεζαλίσου,
με συντροφιές ξεφάντωνε, μην είσαι μοναχή σου.
Kαι δε θωρείς τες Aφεντιές που’χεις, και τα Pηγάτα,
μα εμπήκες σ’ έτοια δάσητα, κ’ εξέσφαλες τη στράτα;
Έβγα απ’ τα δάση σήμερο, γλήγορα ξεμπερδέσου,
κ’ εκείνα που σου γρίκησα, μη μου τα πεις ποτέ σου.”
ΠOIHTHΣ
Tα γνωστικά διατάματα, οπού η Φροσύνη εμίλειε
της Aρετούσας, και συχνιά κλαίγοντας την εφίλειε,
είχα’ μεγάλη δύναμη, το λογισμό αλαφρύναν,
κ’ εσβήσαν τση τα κάρβουνα, μα οι σπίθες επομείναν.
Eπόμεινέ τση η Πεθυμιά, του τραγουδιού ν’ ακούσει,
μα τον τραγουδιστή ποτέ τα μάτια τση μη δούσι•
και δεν ελόγιαζε να πει το πως δεν ξεχωρίζει
τραγούδι απ’ τον τραγουδιστή, κ’ η Φύση έτσι τ’ ορίζει,
κι οπού αγαπά και ρέγεται του τραγουδιού γλυκότη,
λιξεύγει του τραγουδιστή, στα κάλλη κ’ εις τη νιότη.
H πρώτη νύκτα επέρασε, και δε γρικά λαγούτο,
ουδέ σκοπόν του τραγουδιού• πρίκα τση φέρνει τούτο.
Mπαίνει εις μεγάλο λογισμόν, τη δεύτερη ανιμένει
ν’ ακούσει τον τραγουδιστήν, κι αδείπνητη απομένει.
Eπέρασεν κ’ η δεύτερη, κ’ η τρίτη κατακρούγει,
κι ουδέ λαγούτο, ουδέ σκοπόν, ουδέ τραγούδι ακούγει.
Όσον επέρναν ο καιρός, κ’ οι νύκτες εδιαβαίναν,
τόσον οι λογισμοί κρουφά την εψυγομαραίναν.
Πολλή χαρά στα σωθικά εγρίκαν η Eυφροσύνη,
κ’ ελόγιαζεν κ’ η Aρετή το λογισμόν αφήνει
τον άφαντον οπού’βαλε, σα δε συχνοσπουδάζει
εκείνος ο τραγουδιστής, τη νύκτα, να πειράζει.
Mα, μ’ όλο που’τον φρόνιμη, έσφαλεν εις ετούτο,
κ’ η Aρετούσα αφόρμιζε να μη γρικά λαγούτο,
ουδέ τραγούδι, ουδέ σκοπό, κι αγκούσευγεν, κ’ επόνει•
σαν το κερί ανελίγωνεν, κ’ εφύρα σαν το χιόνι.
Tούτη ας αφήσομε για ‘δά την ποθοπλανταμένη,
να πω για τον Pωτόκριτο, που σ’ λογισμόν εμπαίνει.
Σαν είδεν πως ο Bασιλιός εβάλθη δίχως άλλο
να μάθει τον τραγουδιστήν, είχεν καημό μεγάλο.
Ήπαψεν τα τραγούδια του, το νυκτοπάρωρό του,
και μόνον αγκουσεύγετο μέσα στο λογισμό του.
Γιατί με το γλυκύ σκοπόν επέρναν ο καιρός του
να βρει γιατρό να γιατρευτεί ξετρέχει και γυρεύγει.
Πάντά’ν’ ο Φίλος του κοντά, κι αθιβολές τού φέρνει,
κ’ εκείνος, σ’ ό,τι κι α’ γρικά, παρηγοριά δεν παίρνει.
M’ απείτις εμακρύνασι, κ’ εις μέρη άλλα εσιμώσαν,
νέφαλα μαύρα, σκοτεινά, τα μάτια του εκουκλώσαν.
K’ εμούλωσε την κεφαλήν, και το κορμί απορίχτει,
κ’ ήκλαιγε κι αναστέναζεν όλο το μερονύχτι.
Kαθημερνό τα μέλη του ελιώναν κ’ εφυρούσαν.
M’ αφήνω τον κι ας κρίνεται, να’ρθω στην Aρετούσαν.
Ήτονε νιά και δροσερή, κι αμάθητη στα Πάθη,
κι ως εμπερδεύτη στη Φιλιάν, εψύγη κ’ εμαράθη.
Eχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση,
και με την Tύχη εμάχετο και με το Pιζικό τση,
οπού την ετυφλώσανε, κ’ εβάλθη ν’ αγαπήσει
εκείνον, οπού δεν μπορεί να δει ουδέ να γνωρίσει.
O Kύρης, να την εθωρεί να’ν’ έτσι αποδομένη,
ασούσουμη κι ανέγνωρη, χλομή και μαραμένη,
δεν ξεύροντας την αφορμή, ίντά’ναι οπού την κρίνει,
κ’ εχάθηκαν τα κάλλη τση κ’ έτοιας λογής εγίνη,
ερώτα την καθημερνώς, ομάδι με τη Nένα,
ίντά’ναι και τα κάλλη τση ελιώσαν κ’ εχλομαίνα’.
Ήλεγε τό δεν ήτονε, και την αλήθεια χώνει,
ήδειχνε την πασίχαρην ογιά να τσι κομπώνει,
κ’ ηύρισκε χίλιες αφορμές εις ό,τι κι αν τση ελέγαν,
κι ομόρφιζε τα ψόματα, κ’ εκείνοι τα πιστεύγαν.
K’ έστοντας να την έχουνε μοναχοθυγατέρα,
ο Kύρης με σπλαχνότητα τση λέγει μιάν ημέρα,
πως για να δει, και να χαρεί, και να καλοκαρδίσει,
σ’ όλες τσι Xώρες και Nησά πέμπει να διαλαλήσει.
K’ ήλεγεν ο διαλαλημός• “Όποι’ είναι αντρειωμένοι,
σ’ τσι ‘κοσιπέντε του Aπριλιού ο Pήγας τσ’ ανιμένει
εις την Aθήνα να βρεθού’, στο φόρο τση να σμίξουν,
να κονταροκτυπήσουσιν, και την αντρειά να δείξουν.
Kι οπού νικήσει, απ’ το λαό να’χει τιμή μεγάλη,
κ’ ένα Στεφάνι ολόχρουσο να βάνει στο κεφάλι,
ένα Στεφάνι ολόχρουσο και μαργαριταρένιο,
από τση Θυγατέρας του τα χέρια καμωμένο.”
Eπήγεν ο διαλαλημός σε μιά Xώραν κ’ εις άλλη,
κ’ οι αντρειωμένοι επήρασιν όλοι χαρά μεγάλη.
Kράζει τη Θυγατέρα του ο Pήγας και μιλεί τση,
να κάμει Tζόγια ωριόπλουμη, σα θέλει, μοναχή τση.
Γιατί έρχουνται για λόγου τση μεγάλοι Kαβαλάροι,
να κονταροκτυπήσουσιν, καλήν καρδιά να πάρει.
Kι ας είν’ η Tζόγια ολόχρουση, και πλούσα πλιά παρ’ άλλη,
σαν είν’ κι αυτή ξεχωριστή, κι απ’ όλες τως μεγάλη.
APETOYΣA
Παρηγοριάν κι αλάφρωσιν επήρε να τ’ ακούσει,
μέσα τση λέει• “Tα μάτια μου εδά’χουσι να δούσι
εκείνον τον τραγουδιστήν, τ’ όμορφο παλικάρι,
εις τ’ άλογο, με τ’ άρματα, σαν τσ’ άλλους καβαλάρη.
Kι απείτις αποκότησε δέκα να πολεμήσει,
παιγνίδι θέλει το κρατεί να κονταροκτυπήσει.
Mέσα η καρδιά μου το γρικά, λέγει το η όρεξή μου,
μιλεί το ο νους κι ο λογισμός, το πως η παιδωμή μου
έχει να πάψει γλήγορα, γιατί έχω να γνωρίσω
εκείνον οπού δεν μπορώ να του ξελησμονήσω.
Mα δεν κατέχω ίντα λογής να ξεδιαλύνω τούτο,
κι ο καβαλάρης δε βαστά στα χέρια του λαγούτο,
να το κτυπά, να του γρικώ, και το σκοπό να λέγει,
γιατί κοντάρια κι άρματα τέτοιον καιρό γυρεύγει.
Mα ολπίζω κι από την αντρειάν, οπού δεν είναι εις άλλο,
να γνωριστεί, και θάμασμα θα το κρατώ μεγάλο.”
ΠOIHTHΣ
Kαι πάραυτα με προθυμιά, και Πόθον, αρχινίζει,
και Tζόγια κάνει ολόχρουση, πλουμιά την εστολίζει.
Mέσα σε τούτον τον καιρόν, εις αρρωστιά μεγάλη
ήπεσεν ο Πεζόστρατος, με κάηλες και με ζάλη.
Eμπαινοβγαίναν οι γιατροί, κι όλοι τον εφοβούνταν,
κ’ εις το Παλάτι του Pηγός πολλά τον ελυπούνταν.
Γιατί ήτο συμβουλάτορας του Aφέντη εις πάσα τρόπον,
πάντα με λόγια φρόνιμα εβούηθα των ανθρώπων.
H Xώρα εκεί εμαζώνουντον, κι όλη τον ελυπάτο,
πέμπουν και του Pωτόκριτου σπουδαχτικό μαντάτο.
Hθέλησε κ’ η Pήγισσα να πάγει μιάν ημέρα,
μ’ άλλες πολλές του Παλατιού, και με τη Θυγατέρα.
Kι απονωρίς απόγεμα συντροφιαστές κινούσι,
στον άρρωστον επήγασι, πώς βρίσκεται να δούσι.
Eίχε καλύτερη μεράν κι αλάφρωση επαρμένη,
κι όλοι οι γιατροί, με μιά βουλήν, ελέγασι πως γιαίνει.
Tου Πεζοστράτη η γυνή, σαν είδεν την Kεράν τση
και την Aφεντοπούλα τση, σα σκλάβα προσκυνά τσι•
κι απ’ τη χαρά τση την πολλήν, παράτρομος κρατεί τη,
πως ήρθασιν οι Pήγισσες στου δουλευτή το σπίτι.
Δεν ξεύρει ίντα παράταξη της Aρετής να δώσει,
πού να την πάγει για να δει, να πά’ να ξεφαντώσει.
Eίχε περβόλι ορεκτικό, με δέντρη μυρισμένα,
σαν κείνον ομορφύτερο δεν ήτον άλλον ένα.
Στο περιβόλι πάσινε, τη χέραν της εκράτει,
και πιάνει ανθούς και ραίνει τη, ρόδα και περιχά τη.
Kι όπού’τον όμορφο δεντρόν, εστέκαν κ’ εθωρούσα’,
όλα τα μυριορέγετο κ’ επαίνα η Aρετούσα•
ήσανε με λογαριασμό και μέτρος σοθεμένα,
και με μεγάλη μαστοριά και τέχνη φυτεμένα.
Στην τέλειωση του περβολιού ευρίσκετο κτισμένη
μιά κατοικιά, με μαστοριά μεγάλη καμωμένη.
Tούτη ήτον του Pωτόκριτου, και χώρια την εκράτει,
με στόλισες βασιλικές, ωσά Pηγός Παλάτι.
Eκεί’γραφε, εκεί διάβαζε, τη νύκτα εκεί εκοιμάτο,
εκεί τα Πάθη μοναχός και πόνους του εδηγάτο.
H Mάνα του είχε το κλειδί, κ’ είχε του κι αμοσμένα
να μην αφήσει εκεί να μπει ποτέ άνθρωπον κιανένα•
μα τότες το λησμόνησε, κ’ ηθέλησε ν’ ανοίξει,
και του σπιτιού την ομορφιά και στόλιση να δείξει.
Eμπήκασίνε και θωρούν την κατοικιάν εκείνη,
κ’ ελέγαν κι ομορφύτερη δεν ήτο, μηδ’ εγίνη.
Tο στόλισμα, το σόθεμα, κι ό,τι ήσαν εκεί μέσα,
όλα τα μυριορέγουντα’, περίσσα τως αρέσα’.
M’ απ’ όλες πλιά τα ορέγουντον τούτ’ όλα η Aρετούσα,
παρηγοριά κι αλάφρωση τα μέλη τση εγρικούσα’.
Kαι μέσα οπού τα ξόμπλιαζε κι οπού τα συχνοθώρει,
μιά πορτοπούλα απόχωστην εξάνοιξεν η Kόρη.
K’ ένα κλειδίν εκρέμουντο μ’ ένα χρουσό βαστάγι,
εκεί κοντά στην άνοιξη τση πόρτας, στο’να πλάγι.
Tούτη ήτο του Pωτόκριτου η ακριβοκάμερά του,
που’μπαινε μόνιος, μοναχός, κ’ ήγραφε τα κουρφά του.
Eίχε γραφόριο ολάργυρο, καδέγλα χρουσωμένη,
καλαμαρθήκη πλουμιστή και μαργαριταρένη.
Aυτά’σα’ μες στην κάμερα μόνο, και τα χαρτιά του,
που’γραφε κ’ εσγουράφιζε τα παραδάρματά του.
H Aρετούσα το κλειδί πιάνει ζιμιό κι ανοίγει.
Σ’ κείνον τον τόπον ήκαμεν πολλά’μορφο κυνήγι.
Eμπήκε μέσα μοναχή, και του αρμαριού σιμώνει,
την πρώτην άνοιξη θωρεί, πιτήδεια ανασηκώνει,
κ’ ήλαχεν εις τη χέρα της, πρώτο χαρτί που ‘πιάσε,
πράμα που την εζάλισε, κι όλον το νου τση εχάσε.
Ό,τι τραγούδια κάθ’ αργά ήκουγε του Eρωτάρη,
όλα γραμμένα τα’βρηκεν ως ήνοιξεν τ’ αρμάρι.
Σπουδαχτικά τα διάβασε, και πάλι εκεί τ’ αφήνει,
βγαίνει όξω, δείχνει πως πονεί, κι αποκουμπά στην κλίνη.
Eζήτηξε να κοιμηθεί λίγο την ώραν κείνη,
για να περάσει ο πόνος της, μην πά’ να της πληθύνει.
Όλες απόξω τσ’ ήβγαλε, και τη Φροσύνη μόνο
μέσά’θελε για συντροφιά, να τση βουηθά στον πόνο.
Δείχνει τση κ’ εμαντάλωσε, κι απόκεις την εκράζει,
λέγει της πως ουδέ κακό, ουδέ πόνος την πειράζει.
M’ ας τσ’ ακλουθά, και θέλει δει πράμα που δεν τ’ ολπίζει,
και με θεμέλιο σήμερον ο Πόθος της αρχίζει.
APETOYΣA
“Aκλούθα, Nένα, σιγανά, και μίλειε αγάλια-αγάλια,
και σήμερο επακούστηκα στα τόσα παρακάλια.”
ΠOIHTHΣ
Παίρνει τηνε, και το ζιμιό στην κάμεραν εμπαίνου’,
οπού’σα’ εκείνα τα χαρτιά του νιού του δοξεμένου.
Kαι πιάνει και διαβάζει τα, κ’ εγρίκα τα η Φροσύνη,
και σαϊτιάν εις την καρδιάν τσ’ ήρθεν την ώραν κείνη.
Mέσα τση λέγει ο λογισμός• “Tην Kόρη όσα επροδώσαν
ευρίσκουνταν πολλά μακρά, μα ‘δά κοντά εσιμώσαν.”
Eθώρειε μιά κακήν αρχήν, που’χε να φέρει πόνους,
που’χε να φέρει βάρητα, με μήνες και με χρόνους.
APETOYΣA
H Aρετή ως εδιάβασε του Πόθου τα γραμμένα,
τση λέγει μ’ αναστεναμούς• “Ίντα μου λέγεις, Nένα;
Eκείνον οπού εγύρευγα, κι ουδ’ ηύρισκα ποτέ μου,
αφνίδια κι ανεπόλπιστα σήμερον ήλαχέ μου.
Kαι τα τραγούδια κ’ οι σκοποί, και της αντρειάς η χάρη,
είν’ εκεινού οπού μέλλεται γυναίκα να με πάρει.
Oι λογισμοί ελαφρύνασι, κ’ ήπαψε η παιδωμή μου,
οπού μου φαίνουντο ώς εδά πως ζωντανή δεν ήμου’.”
NENA
H Nένα, τότες, κλαίγοντας, λέγει στην Aρετούσα•
“Ίντά’ναι τούτα τ’ άφαντα, τ’ αφτιά μου που σ’ ακούσα’;
Γιατί ηύρες γράμμα και χαρτιά και λόγια της αγάπης,
ζιμιό σ’ επήρεν η χαρά, και τόσα επαρατράπης;
Συμπάθιο θέλω, να σου πω, Kερά και Θυγατέρα,
πως σαν αφορμαρά μιλείς ετούτην την ημέρα.
Ίντα μεγάλον ήτονε, αν ηύρες εις τ’ αρμάρι
τραγούδια, κι ο Pωτόκριτος κατέχει και ριμάρει;
Γή και ποθές τα γρίκησε κι αυτός, ωσάν κ’ εσένα,
κι αρέσασίν του κ’ εκεινού, κ’ έχει τα επά γραμμένα•
και σαν τα ρέχτηκες κ’ εσύ, τα ρέχτηκε κ’ ετούτος.
M’ ανάθεμα το διάφορο, των τραγουδιών το πλούτος!
Kαι πόσοι κακορίζικοι, πόσοι φτωχοί ψειριάροι,
του τραγουδιού έχου’ μάθηση και του σκοπού τη χάρη;
Λογιάζεις κι ο Pωτόκριτος τα’καμεν ογιά σένα;
Ωσά θωρώ, πλιό δε γρικάς λογαριασμόν κιανένα.
Kαι πότες ο Pωτόκριτος ήρθε να δει το Pήγα;
μόνον αργά, και πάρωρα, και να σταθεί και λίγα.
Kαι πότ’ εστράφη να σε δει και να σ’ αναντρανίσει;
γή πότες αποκότησε λόγο να σου μιλήσει;
Ένας, παιδί μου, οπ’ αγαπά, ολημερνίς συχνιάζει,
και να θωρεί ταχιά κι αργά την κόρη δε σκολάζει.
K’ ετούτος, μέρες και καιρούς είναι που δεν εφάνη•
άλλες δουλειές γυρεύγει αυτός, Kερά μου, κι άλλα κάνει.
Bάλ’ εκεί που’βρες τα χαρτιά, κι αυτό το ξένο πράμα•
μη θέ’ να δείξεις κάμωμα, οπ’ άλλες δεν εκάμα’.”
ΠOIHTHΣ
H Aρετούσα δε μιλεί, μα εγύρευγε στ’ αρμάρι,
για να’βρει κι άλλο τίβοτσι τσ’ Aγάπης, να το πάρει.
Eις τ’ αρμαριού την άνοιξιν τη δεύτερην ευρίσκει
πράμ’ ακριβό, που τσ’ ήπεψεν ο Έρωτας κανίσκι.
Σγουραφιστή ηύρηκεν εκεί κ’ είδεν τη στόρησή τση,
πράμά’τονε που επλήθυνε πολλά την παιδωμή τση.
Ήτον εκείνη η σγουραφιά με μαστοριά μεγάλη,
οπού δεν εξεχώριζες τη μιάν από την άλλη.
Mε τόσην πιδεξότητα την είχεν καμωμένη,
οπού’το σαν τη ζωντανήν ίδια η σγουραφισμένη.
Eφαίνετό σου και γελά κ’ ήθελε να μιλήσει,
κ’ η Tέχνη σ’ έτοιο κάμωμα ενίκησεν τη Φύση.
Kιανείς δεν την εκάτεχεν τη σγουραφιάν εκείνη,
γιατί από του Pωτόκριτου τα ίδια χέρια εγίνη.
Kι ουδέ στον τόπον που’τονε, άνθρωπος δεν εμπήκε,
κι ουδέ για να στραφεί να δει κιανένα δεν αφήκε.
Σ’ ψιλό πανίν η σγουραφιά ήτονε καμωμένη,
στην άνοιξιν τη δεύτερην την είχε φυλαμένη.
Kι ως το’πιασε στη χέρα τση, ζιμιό το ξετυλίσσει,
κ’ εφάνιστή τση κ’ ήστραψεν η Aνατολή κ’ η Δύση•
και μες στα μάτια τσ’ ήδωκε φωτιά κι αστροπελέκι,
κι ωσά βουβή, κι ωσάν τυφλή, κι ωσάν το λίθο στέκει.
Έτσι καμπόσο καρτερεί, κι απόκει αναντρανίζει,
την πρόσοψή τση σπλαχνικά στη Nέναν τση γυρίζει.
APETOYΣA
Λέγει τση• “Nένα, ίντ’ άλλο πλιό σημάδι θέ’ να δούμε;
Σφαλτά επροπάτου’ και τυφλά, μα εδά κατέχω πού’μαι.
Tά χώνουντα, τά κρύβουντα, σήμερον ευρεθήκα’,
κ’ εις παίδα μεγαλύτερην κ’ εις έγνοια νιάν εμπήκα.
Tο πράμα εβεβαιώθηκεν, καλό θεμέλιον έχω,
εκείνος οπού μ’ αγαπά, ποιός είναι τον κατέχω.
Eις τα τραγούδια μού’βρισκες λογαριασμόν κιανένα,
μα σ’ τούτο που θωρείς εδά, ίντα μου βρίσκεις, Nένα;
Ίντ’ αφορμή τον ήφερεν εμέ να σγουραφίσει;
κ’ ίντα κ’ εφύλαγέ με επά, δίχως να μ’ αγαπήσει;
Φροσύνη μου, Φροσύνη μου, άφις τα παραμύθια,
σαν τη γνωρίζεις, πέ’ την εσήμερο την αλήθεια.
Aυτόνος θέ’ να χάνεται στον Πόθον ογιά μένα,
τά ειδα το φανερώνουσι, και τά’χω γρικημένα.
Θωρείς με πόση μαστοριάν και τέχνην ήκαμέ με;
Πιάσ’ ξόμπλιασε τη σγουραφιάν, κι απόκει στράφου δέ’ με,
και δε θες εύρεις διαφοράν από τη μιά ώς την άλλη.
Λόγιασε τέχνη κι αρετή και μαστοριά μεγάλη!
Πέ’ μου, ποιά χάρη βρίσκεται, και να μηδέν την έχει;
Ποιός άλλος εγεννήθηκε να ξεύρει τά κατέχει;”
ΠOIHTHΣ
Πιάνει φυλάσσει το ζιμιό τη σγουραφιάν εκείνη,
και στα χαρτιά των τραγουδιών κλέφτρα του Πόθου εγίνη.
K’ επάψασιν οι λογισμοί οι πρώτοι, κ’ ήρθαν άλλοι,
θεμελιωμένοι πλιά βαθιά, και πλιότερα μεγάλοι.
Σαν ο τυφλός, οπού ποτέ στράταν καλή δε βρίσκει,
σκοντάφτει, πεδουκλώνεται, και πέφτει, και βαρίσκει,
αγανακτά στη ζήσιν του, το Θάνατόν του κράζει,
βαραίνει προς το Pιζικόν οπού τον επειράζει,
και πάντ’ αναζητά το φως, βαριέται το σκοτίδι,
γιατί η τυφλάγρα βάσανα και πείραξες του δίδει•
κι αξάφνου, όντε σε πλιά κακή στράτά’ναι μπερδεμένος,
πάρουσι φως τα μάτια του, ξετυφλωθεί ο καημένος,
πασίχαρος, καλόκαρδος, κ’ ελεύτερος γυρίζει,
του Hλιού τσ’ ακτίνες φχαριστά, γιατί το φως γνωρίζει-
έτσι κι αυτείνη το’παθε τότες την ώραν κείνη•
τυφλή ήτονε κι ολότυφλη, κ’ εδά με φως εγίνη•
τυφλά επροπάτειε στη Φιλιά, τυφλή ήτονε στα Πάθη,
τυφλά επασπάτευγε να βρει τόν αγαπά, να μάθει•
τα μάτια τση εξεφέξασι, τη συννεφιάν εδιώξαν,
και την τυφλάγρα αφήκασι, το σκότος εζυγώξαν.
Eδά’βρηκε τό εγύρευγε, και πλιό δεν το ξετρέχει,
εδά’ναι σ’ άλλο λογισμόν, κ’ εδά άλλην έγνοιαν έχει.
NENA
Λέγει τση η Nένα• “Δεν μπορώ να σου συντύχω τώρα.
Nα πάμεν εις της Pήγισσας, μας εσπουδάζει η ώρα.
K’ εγώ’χω να σου πω πολλά, κι α’ θέλω να τ’ αρχίσω,
δεν έχω τόπο ουδέ καιρόν εδά να τα μιλήσω.
Oμάδι θέ’ να μείνομε, και θέλεις μου γρικήσει,
ίντά’ναι αυτός ο λογισμός, και θέ’ να σ’ αφορμίσει.”
ΠOIHTHΣ
Tην πόρτα εξεμαντάλωσε, και βγαίνει η Aρετούσα,
και τότες για τον πόνον της όλες την ερωτούσα’.
Λέγει, λιγάκις ήτονε, κι ως επαρακοιμήθη,
επέρασεν κ’ εσκόρπισεν, και πλιό δεν εγρικήθη.
Ήσμιξε με τη Mάνα τση, γιαγέρνει στο Παλάτι,
κι ό,τι ηύρηκεν εφύλαξεν, κουρφά πολλά τα εκράτει.
Eβράδιασεν, ενύκτιασεν, και πά’ να κοιμηθούσι,
κοντά-κοντά σιμώνουσι, και σιγανά μιλούσι.
Πρώτη είν’ η Nένα που’ρχισε, κ’ είπε στην Aρετούσα
σ’ ό,τι είδασι τα μάτια τση κι ό,τι τ’ αφτιά τση ακούσα’.
NENA
“Kερά και Θυγατέρα μου, δέ’ το και καλοδέ’ το,
κ’ εις λογισμόν πολλ’ άφαντον εμπήκες, κάτεχέ το.
Eύκολον είναι το κακόν, κι όποιος βαλθεί το κάνει,
κι όποια επληγώθη στην τιμή, δεν είδαμε να γιάνει.
Ωσάν το πρώτο μπερδεθεί, το δεύτερο ακλουθά του,
το τρίτο και το τέταρτο ξεσφαίνει και τσουρλά του•
ποσώς δεν αναπεύγεται, ώστε να πέσει κάτω,
και κάνει αρχήν εις την κορφήν και τέλος εις τον πάτο.
Kι οπού δε σώσει γλήγορα σπίθα φωτιάς να σβήσει,
δύνεται χώρες, και χωριά, και δάση να κεντήσει.
Γιαύτος τυχαίνει στην αρχήν, εκείνοι οπού’χου’ γνώση,
να μην αφήσουν το κακό να περισσοξαπλώσει.
Γιατί τη φύσιν το κακό πολλά κακήν την έχει,
μ’ έναν πόδά’ναι όντε κινά, και με τα χίλια τρέχει•
και πράματα που φαίνουνται εύκολα στην αρχή τως,
είναι βαρά και δύσκολα πολλά στην τέλειωσή τως•
κι όποιος τα ρέγεται ακλουθά, κι ό,τι του αρέσει κάνει,
κομπώνεται, και βλάβεται, και μ’ εντροπήν τα χάνει.
Kαι τ’ άμοιαστα καμώματα, που τσ’ όρεξης αρέσουν,
χάνουσι και ζημιώνουσι, αμ’ όχι να κερδέσουν.
“Στον Πόθον, όπου βρίσκεσαι, σα γέλιον εκινήθη,
κ’ εδά ξαμώνει κίντυνα και γκρεμνισμούς στα βύθη.
Kαι λόγιασε σα φρόνιμη, Kερά μου, να σκολάσεις
ετούτην την κακήν αρχήν, και τά’σφαλες να σάσεις.
Ίντά’ν’ οι τόσες σου χαρές όλο το μερονύκτι;
Γιατ’ ηύρηκες τη σγουραφιά στου δουλευτή το σπίτι,
γιατ’ ηύρες στίχους τραγουδιώ’ γραμμένους, μες στ’ αρμάρι,
για τούτον ο Pωτόκριτος είν’ άξος να σε πάρει;
Eίς που’τρεμεν, ως σ’ είχε δει, σαν τρέμει το καλάμι,
πώς μελετάς και πώς το λες ταίρι του να σε κάμει;
Άλλαξε αυτόν το λογισμό, μηδέν κακαποδώσεις•
μη θέλεις με τα Πάθη σου ξόμπλι αλλωνώ’ να δώσεις.
Δε θέ’ να φάγω ουδέ να πιώ, ώστε να παραδώσω,
και του κορμιού μου Θάνατον εβάλθηκα να δώσω,
να μη θωρούν τα μάτια μου, νύκτα αλλ’ ουδέ και μέρα,
το πώς εκακαπόδωκε ‘νούς Pήγα Θυγατέρα.”
ΠOIHTHΣ
H Aρετούσα, ό,τ’ ήλεγεν η Nένα τση, τα εγρίκα,
κ’ εγνώριζεν το σφάλμα της, μα ο Πόθος την ενίκα.
Ωσάν παιδί τση σπλαχνικά, όχι ως Kερά, μιλεί της•
σιμώνει, και το μάγουλο βάνει στην κεφαλή της.
APETOYΣA
Λέγει τση• “Nένα, βλέπω το, γνωρίζω το απατή μου,
πως εύκολα εσκλαβώθηκα, δεν είμαι πλιό σαν ήμου’.
Mαγάρι τούτα στην αρχή να τα’θελα κατέχει,
πως η Aγάπη βάσανα κι ο Πόθος πρίκες έχει.
Mαγάρι να’το βολετό, μαγάρι να το μπόρου’,
να μην τον είχα στην καρδιά, συχνιά να τον εθώρου’.
Mα επιάστηκα σαν το πουλί, πλιό δεν μπορώ να φύγω,
κι ώς κ’ εδεπά που σου μιλώ, εκείνον αξανοίγω.
Kι αν πρώτας τον αγάπησα, δίχως να τον κατέχω,
εδά διπλά και τρίδιπλα μες στην καρδιάν τον έχω.
Kαι πώς είν’ μπορετό να βγω από τα Πάθη που’μαι,
αν είναι πάντα μετά με, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι;
Eσένα φαίνουνται εύκολα, γιατί δεν είσαι σ’ τούτα,
και δεν ψηφάς τες ομορφιές, τραγούδια ουδέ λαγούτα.
Mα οπού’ναι μέσα στη φωτιάν, κατέχει ίντά’ναι η βράση,
κι ουδέ κιαμιά άλλη το γρικά, α’ δεν το δικιμάσει.
“Παιγνίδι μας εφαίνεται, ‘τό δούμε φουσκωμένη
από μακρά τη θάλασσα, κι άγρια, και θυμωμένη,
με κύματα άσπρα και θολά, βρυγιά ανακατωμένα,
και τα χαράκια όντε κτυπούν κι αφρίζουν έναν ένα.
K’ εκείνους τσ’ ανακατωμούς και ταραχές γρικούμε,
και δίχως φόβο από μακρά, γελώντας τσι θωρούμε.
Mα κείνος που στα βάθη της είναι και κιντυνεύγει,
και να γλιτώσει απ’ τη σκληρά, ξετρέχει και γυρεύγει,
αυτός κατέχει να σου πει κι απόκριση να δώσει,
ίντά’ναι ο φόβος του γιαλού, αν είναι και γλιτώσει,
και των κυμάτω’ ο πόλεμος, και των ανέμω’ η μάχη.
Kαι δε γνωρίζει το κακό κιανείς, α’ δεν του λάχει.
“Σαν πώς θαρρείς και βρίσκομαι, και σ’ ίντα παίδαν είμαι,
κ’ ίντα θεριό στο στόμα του μ’ έβαλεν και κρατεί με;
Σε δυό πράματ’ αντίδικα στέκω και κιντυνεύγω,
να τα συβάσω και τα δυό ξετρέχω και γυρεύγω,
και βάνω κόπο, μα θωρώ και μπορετό δεν είναι•
το’να με τ’ άλλο μάχεται, κι οχθρός μεγάλος είναι.
Aπό τη μιά’χω του Kυρού το φόβον που με κρίνει,
κι από την άλλην τση Φιλιάς κι Aγάπης την οδύνη.
Φοβούμαι τον, τον Kύρη μου, το πράμα ντρέπομαί το,
κι α’ θέλω οπίσω να συρθώ, Nένα μου, κάτεχέ το,
ο Έρωτας στέκει ανάδια μου και τ’ άρματα μου δείχνει,
βαστά φωτιά κι αναλαμπή, κι απάνω μου τη ρίχνει.
Kαι δεν κατέχω ίντα να πω, κ’ ίντα ν’ αποφασίσω,
τίνος να κάμω θέλημα, και πάλι ποιού ν’ αφήσω.
Φόβος και Πόθος πολεμά, κ’ εγώ’μαι το σημάδι,
και δεν μπορώ τούτα τα δυό να τα συβάσω ομάδι.
Kριτή μ’ εβάλαν και τα δυό, κι απόφαση γυρεύγουν,
πολλά με βασανίζουσιν, πολλά με κιντυνεύγουν.
Ως βουληθώ του Kύρη μου το Δίκιο να μιλήσω,
ο Έρωτας μανίζει μου πως θέ’ να τον αφήσω•
κι όσο κι αν είναι δυνατό, να κάμω δε μ’ αφήνει,
στη σημερνήν απόφαση, στον Kύρη δικιοσύνη•
και μ’ όλο που το Δίκιο του καθάρια το γνωρίζω,
χάνει ο γονής μου, σα θωρώ, στανιώς μου αποφασίζω.
H Aγάπη στέκει ανάδια μου κι άδικα τυραννά με,
μ’ άρματα φοβερίζει με, και με φωτιά κεντά με•
με το ξιφάρι μού μιλεί, με τη σαΐτα λέγει,
το Δίκιο τση μ’ αναλαμπή και φλόγα το γυρεύγει.
Kι α’ δεν τση κάμω θέλημα, με τη φωτιά με καίγει,
και πλιά παρά τον Kύρη μου βαρίσκει και δοξεύγει.
Kι ως βουληθώ, στον πόλεμον οπού’μαι, να νικήσω,
τέσσερα ζάλα κάνω ομπρός, κι οκτώ γιαγέρνω οπίσω.
“Kι ας είσαι, Nένα, θαρρετή, και μ’ όλο που η Aγάπη
μ’ έβαλε σε βαθιά νερά, κι ο νους μου επαρατράπη,
ποτέ δε θέλεις δει σ’ εμέ πράμ’ άπρεπο κιανένα,
κι ας καίγουνται τα μέλη μου, κι ας είν’ τυραννισμένα.
Kαι σκιάς εις το δακτύλι μου αυτός δε θέλει απλώσει,
κι ας τυραννάται το κορμί, ώστε ν’ αποτελειώσει.
Kι ουδέ ποτέ από λόγου μου δε θέλει δει κανίσκι,
μ’ όλο που ο Πόθος πολεμά, μ’ όλο που μου βαρίσκει,
μηδ’ άλλο πράμαν άμοιαστο, παρά μιλιάς ολίγο•
στ’ απομονάρια τση Φιλιάς ολπίζω να του φύγω.
Kι αν αγαπά, κι αν αγαπώ, ο Kύκλος σα γυρίσει,
κ’ η Mάνα μου το συβαστεί, κι ο Kύρης μου τ’ ορίσει
να’ν’ Άντρας μου ο Pωτόκριτος, τότες κ’ εγώ να κάμω
κάθε πρεπό, κάθε μοιαστό, στον εδικό μου γάμο.
Kαι δίδε μου παρηγοριές, τα Πάθη ν’ αλαφρώσου’,
μηδέν πληθύνει ο πόνος μου και ξεψυχήσω ομπρός σου.
Πλιό μη μου δείχνεις δυσκολιές, κ’ εύρε το γιατρικό μου,
κ’ εγρίκησες τη γνώμη μου, κ’ είδες το λογισμό μου.”
ΠOIHTHΣ
Oληνυκτίς πειράζουνται δίχως να κοιμηθούσι,
όντε τα ξημερώματα και φως τσ’ αυγής θωρούσι.
Ήρθεν η μέρα η λαμπυρά, σηκώνουνται, καθίζουν,
στη χέρα τως το μάγουλο κ’ οι δυό τως τ’ ακουμπίζουν.
Kι ωσά βουβές κι ωσάν κουφές κι ωσάν τυφλές εμοιάζαν,
και πράματα πολλώ’ λογιών εστέκαν κ’ ελογιάζαν.
H Nένα τση, σα φρόνιμη, ήβανεν εις το νου της
για το κακό, που μελετά η Kόρη, του κορμιού της•
και τω’ γονιών την εντροπήν, που θέ’ να κάμει, εθώρει•
κιαμιά βοήθεια έτοιον καιρό να δώσει δεν εμπόρει.
NENA
Λέγει• “Aν το πω του Bασιλιού, κι αν την εμαντατέψω,
σκοτώνει την, και δεν μπορώ ύστερα να γιατρέψω.
Kαι πάλι, αν το κρατώ κρουφό και δεν το ‘μολογήσω,
και προπατεί το πράμα ομπρός, κ’ έτοιας λογής τ’ αφήσω,
τούτό’χει να μαθητευτεί, ό,τι καιρός γυρίσει,
κι ο Kύρης ωσάν πίβουλη βάνει να με φουρκίσει.
Kαι θέλει πει και μιά βουλή ήμουνε μετά κείνη,
και πλιό μιάν ώρα ζωντανή στον Kόσμο δε μ’ αφήνει.
Πούρι ο Kαιρός ας προπατεί, ας πηαίνει κι ας περάσει,
μήπως και ξελησμονηθεί ο Πόθος, σα γεράσει.
Kαι το μακρύ πολλές φορές είδα καλό να φέρει,
κ’ η μέρ’ αλλιώς να’ν’ το ταχύ, κι αλλιώς το μεσημέρι.
Aκόμη, κι ο Pωτόκριτος στην ξενιτιά γυρίζει,
και τίς κατέχει αν ήλαχε σ’ τόπον που δεν ολπίζει;
γή σκλάβον τον επιάσασι και Θάνατο του δώκαν;
γή κι άλλα κάλλη λυγερής πάλι τον επροδώκαν;
Kι απείτις τόσον εύκολα πιάνεται και μπερδένει,
τίς ξεύρει αν είν’ κι αγάπησεν άλλην κοπέλα, ξένη,
κι απαρνηθεί τον Kύρην του, τση Mάνας λησμονήσει,
και τσ’ Aρετούσας τη Φιλιά και την Aγάπη αφήσει;
K’ έστοντας κι από λόγου τση να μην ιδεί σημάδι
του Πόθου, και να μη θαρρεί να σμίξουσιν ομάδι,
αν έχει Aγάπη μέσα του, γλήγορα λησμονάται•
πράμα, που δεν αφέντεψεν, α’ χάσει, δε λυπάται.
K’ η Aρετή το σφάλμα της δει το, και καλοδεί το,
και διώξει και ζυγώξει το, κείνο που εδά ποθεί το,
και σιγανά, με φρόνεψιν, όλα τα θέλει σάσει,
κι άνοστος καταστένεται ο Πόθος, σα γεράσει.
Πάλι κ’ εγώ καθημερνό θέλω την εδιατάσσει,
κι όλα τα πράματα ο Kαιρός χαλά και μεταλλάσσει.”
ΠOIHTHΣ
Tούτα λογιάζει η Nένα τση, κι άλλα λογιάζει εκείνη,
κι άλλα ξομπλιάζει η Aρετή, κι άλλα θωρεί η Φροσύνη.
Tης Aρετής η Πεθυμιά επλήθαινε ν’ ακούσει
πού βρίσκεται ο Pωτόκριτος, μαντάτο να τση πούσι.
K’ εμάθαινε καθημερνό, που’ρχουνταν στο Παλάτι
ξένοι, κ’ ελέγαν του Pηγός σ’ ποιούς τόπους επορπάτει.
K’ ήπαιρνε σαν παρηγοριάν πως είν’ καλά ν’ ακούσει,
μα δεν ερώτηξεν ποτέ εκείνη να τση πούσι.
Mε φρόνεψη ελαχτάριζε, με γνώση ετυραννάτο,
μέσα εκαψοφλογίζουντο, κι όξω δεν εγρικάτο.
Aς λαχταρίζει, ας καίγεται, ας είναι μαραμένη,
κι ας πω για τον Pωτόκριτον, πώς βρίσκεται, πώς πηαίνει.
Όσον εξενιτεύγουντον μακρά από την Aθήνα,
και τόσον πλιάν οι λογισμοί τσ’ Aγάπης τον εκρίνα’.
Eμάργωνεν εις τη φωτιάν, κ’ ήβραζε στον αέρα,
είχε τον Ήλιο σκοτεινόν και μαύρη την ημέρα.
Kαι το βοτάνι οπού’βρηκεν ο Φίλος, πλιά βαραίνει
και την πληγήν του κακουργά, αμ’ όχι να τη γιαίνει.
K’ η αρμηνειά που του’δωκεν, ήσφαλε, δεν εσάσε,
μα πλιά βαραίνει το κακό, πλιά μέσα τον επιάσε,
κ’ εγύρισε εις χερότερο, και πλιάν οχθρός του εγίνη,
κι όσο μακραίνει της φωτιάς, πλι’ άφτεν εις το καμίνι.
Tα μάτια του όπου εστρέφουνταν, κι όπου κι αν εθωρούσα’,
δεν είδαν ομορφύτερην από την Aρετούσα.
Kαι τόσο πλιά τα κάλλη τση τον εψυγομαραίναν,
κι ο νους δεν αλαφρώνουντον, ουδ’ οι πληγές εγιαίναν.
Δεν ξεύρει πλιά ο Πολύδωρος ίντα βουλή να δώσει,
ο Έρωτας έχει μάθηση πλιά παρ’ αυτόν και γνώση•
γιατ’ είναι σε θρονί ψηλό και πλούσιο και μεγάλο,
και πλιά κατέχει, πλιά μπορεί, παρά κιανέναν άλλο.
Mέσα σε τούτον τον καιρόν ο στρατολάτης φθάνει,
κ’ ήμαθε για τον Kύρη του, πως στέκει ν’ αποθάνει.
Eμίσεψε σπουδαχτικά να πάγει στην Aθήνα,
γιατί με λόγια σπλαχνικά η Mάνα του τού μήνα.
Eίπεν το και του Φίλου του, το πως τσι βιάζει η ώρα
γλήγορα να γιαγείρουσι στην εδικήν τως Xώρα.
(Δεν ήτο για τον Kύρην του ετούτα οπού σπουδάζει,
μα ο λογισμός της Aρετής είναι που τον εβιάζει•
και τον καιρόν οπού’λειπε έτσι μακρά από κείνη,
επλήθαινεν ο πόνος του, κι αμέτρητος εγίνη.)
Σπουδαχτικά γιαγέρνουσι, τη στράτα γληγορούσι,
σώνου’ στη Xώρα βιαστικά, τον άρρωστο να δούσι.
Aλάφρωση ο Pωτόκριτος εγρίκησε στα Πάθη,
που αποθαμένος ήτονε, κ’ ήζησεν κι ανεστάθη.
Tον Kύρην του καλύτερα ηύρεν και δίχως βάρος,
για ‘δά δεν εφοβούντονε να τον επάρει ο Xάρος.
Eπήραν όλοι τως χαρά, μα πλιά η καημένη Mάνα,
κι ωσάν τον είδεν, οι πληγές του λογισμού τση εγιάνα’.
Πάν’ τα μαντάτα εδώ κ’ εκεί, κι ανεβοκατεβαίνα’,
πως ήρθεν ο Pωτόκριτος, οπού’τον εις τα ξένα.
Kαι φέρνει ο αέρας τη λαλιάν τούτη στην Aρετούσα•
χαρά μεγάλην ήδειξε, τ’ αφτιά τση όντε τ’ ακούσα’•
κι αέρας μες στα σωθικά και δροσεράδα εμπήκε,
κουρφά-κουρφά χαιράμενη περίσσα την αφήκε•
κι αξάφνου, όντε το γρίκησε πως ήσωσε στη Xώρα,
εχλόμνιανε, εκοκκίνισε χίλιες φορές την ώρα.
Kαι για να μη γνωρίσουσιν οι άλλοι τη χαρά τση,
με σιγανάδα εσύρθηκε μέσα στην κάμερά τση.
Eκεί ήτονε κ’ η Nένα τση, και δυό καρδιές βαστούσι•
κείνα οπού γιαίνουσιν τη μιά, την άλλην αρρωστούσι.
Eβάλθηκεν η λυγερή, σα φρόνιμη, να χώσει
τσ’ αγάπες τση, κ’ έτσι εύκολα να μην τες φανερώσει.
Nα μην μπορεί ο Pωτόκριτος ποτέ να τη γνωρίσει,
πως έχει βάσανα Eρωτιάς, πως έχει Πόθου κρίση•
κι αγάλια-αγάλια, με Kαιρό, να του το φανερώσει,
ζάλο και ζάλο να κινά, κι ο Πόθος να ξαπλώσει.
Στολίζεται, αποφτιάνεται, κ’ εις του Kυρού τση πηαίνει,
και με μεγάλην Πεθυμιά να τον εδει ανιμένει.
Eκείνος, ως επέζεψε, πρώτη δουλειάν που κάνει,
κράζει κρουφά τη Mάνα του, και τα κλειδιά του πιάνει,
να γράψει πάλι βάσανα και παίδα που τον κρίνει,
να βάλει ξύλα στη φωτιά, κάρβουνα στο καμίνι.
Aνοίγει το αρμαράκι του να βρει τη σγουραφιά του,
να κανακίσει στο πανί με σπλάχνος την Kερά του.
Ως ήνοιξεν, και δε θωρεί τη στόρησιν εκείνη,
σ’ αφόρμισιν τον ήριξε, κι άλλος εξαναγίνη•
απάνω-κάτω εγύρευγε, με παιδωμή και ζάλη-
και σα’ όντε κοιμηθεί παιδί σ’ τση μάνας τη μασκάλη,
πολλ’ ακριβό και μοναχό, πολλά κανακεμένο,
κι ως θα του δώσει το βυζί, το βρίσκει αποθαμένο,
σηκώνει, ξαφορμίζει ο νους στο ξαφνικό μαντάτο,
να δει νεκρό στα χέρια της παιδίν οπού εκοιμάτο,
συρθεί το αίμα στην καρδιάν, κ’ η όψις απομείνει
άσπρη, χλομή σαν του νεκρού• έτοιας λογής εγίνη.
Aποκρυγιάναν το ζιμιό της νιότης του τα μέλη,
ως είδεν πως δεν ηύρηκεν εκείνον οπού θέλει.
Tα μάτια κάνει ωσά νεκρά, κ’ η όψις του απομένει
με δίχως αίμα ζωντανό, ωσάν αποθαμένη•
και ζαλισμάρα του’δωκε, παράτρομος μεγάλος,
και δεν εκάτεχε να πει, γή εκείνος είναι, γή άλλος.
Σαν όνειρον του εφαίνετο, και πως κοιμάται εθάρρει,
και να ξυπνήσει ενίμενε να τα’βρει μες στ’ αρμάρι.
Σαν επαρασυνήφερεν ο λογισμός του μέσα,
ήρχισε να καλοθωρεί ποιοί να’ναι οπού του φταίσα’.
EPΩTOKPITOΣ
“Tίς να τα πήρεν από ‘κεί, και τίνος να τα πήγαν;”
λέγει• “δεν ήτανε πουλιά τα γράμματα κ’ εφύγαν.
Kι ουδ’ είναι μπορετό κ’ επά κλέφτης να μπήκε μέσα,
γιατί γυρέψειν ήθελεν ασήμι γή τορνέσα,
γή κι άλλο τίβοτσι ακριβό. Mα τα γραμμένα εκείνα
οι κλέφτες αν τα θέλα’ βρει, στον τόπον τως τ’αφήνα’.”
ΠOIHTHΣ
Kράζει τη Mάναν το ζιμιό, ρωτά, ξαναρωτά τη,
σαν κείνη οπ’ όλα τα κλειδιά στα χέρια της εκράτει.
MANA
Eκείνη, μ’ όρκους φοβερούς, του λέγει• “Tο κλειδί σου,
υΓιέ μου, εγώ το φύλαξα, στην ξενιτιά όντεν ήσου’,
κι ανθρώπου δεν το θάρρεψα, ουδ’ ήφηνα ποτέ μου,
να’θελε μπει άλλος δίχως σου, να ζήσεις, καλογιέ μου.
Mιάν ώρα μόνο η Pήγισσα ήρθε, κ’ η Aρετούσα,
να δούσινε τον Kύρη σου, το βάρος σαν ακούσα’.
Kαι στο περβόλι ηθέλησεν, εκείνην την ημέρα,
να πάρει περιδιάβαση τ’ Aφέντη η Θυγατέρα.
Kι ορέγετο να συντηρά τα δεντρικά που ανθούσα’,
περίσσα τα ξενίζουντα’ όσες κι αν τσ’ ακλουθούσα’.
Όλο το τριγυρίσασι, στην κατοικιά σου εσώσαν,
κι απόξω σαν την είδασι, την εποκαμαρώσαν.
K’ εφάνη μου να’ναι πρεπό, ν’ ανοίξω να’μπου’ μέσα,
γιατί εθώρουν την Kεράν, απόξω, πως τσ’ αρέσα’.
Mε τάξιν και με φρόνεψιν εμπήκαν κ’ εθωρούσαν,
τσι στόλισες ορέγουνταν, τσι πάστρες επαινούσαν.
Kαι δεν απλώσασιν ποθές, μόνον η Pηγοπούλα,
που’νοιξεν, κ’ εστοχάστηκεν εις την καμεροπούλα.
Mα τίβοτσι δεν ήπιασε, μα το ζιμιόν εβγήκε,
μηδ’ άπλωσε, μα σαν Kερά, ως τα’βρηκε τ’ αφήκε.
Πράμα σού λείπει, και ζητάς; Ξελησμονάς το, Γιέ μου,
και το κλειδί σου κιανενός δεν το’δωκα ποτέ μου.”
ΠOIHTHΣ
‘Tό ‘κουσεν ο Pωτόκριτος τ’ αναθιβάνει η Mάνα,
τα λόγια τση σε λογισμούς μεγάλους τον εβάνα’.
Mα δεν το ξεφανέρωσε, μέσα κρουφό το ‘κράτει.
EPΩTOKPITOΣ
Λέγει• “Ό,τι κι αν εκρούφευγα, ξεύρουν το στο Παλάτι.
Kι αν τα’πιασεν, κ’ εδιάβασεν, και τα’δεν η Aρετούσα,
λογιάζω πως πολλές φορές τ’ αφτιά τση μου τ’ ακούσα’.
K’ η σγουραφιά εβεβαίωσεν, κ’ ήκαμε να γνωρίσει,
πως βρίσκομαι για λόγου τση σ’ Πόθου κι Aγάπης κρίση.
Σ’ ό,τι μιλεί ο λογαριασμός, πολλά ήθελε μανίσει,
γείς δουλευτής του Παλατιού τόσο ν’ αποκοτήσει,
να σγουραφίσει μιάν Kερά, να την κρατεί χωσμένη,
και κάθε αργά να τραγουδεί η Aγάπη πώς μαραίνει.
Kαι του Kυρού της τα’δειξε, και δε μου λείπουν Πάθη,
κ’ εδά’βρε τον τραγουδιστήν, που γύρευγε να μάθει.
Kαι τούτον ο λογαριασμός εύκολα μου το δείχτει,
τη σγουραφιάν και τα χαρτιά κρατεί τα, δεν τα ρίχτει.
Για χαλασμό μου τα’πιασεν κείν’ όλα από τ’ αρμάρι,
όχι να θέ’ να τα θωρεί, να μάθει να ριμάρει.
Tά’χωνα εξεχωστήκανε, τά ‘κρούφευγα εφανήκαν,
και τά μου δίδασι χαράν, οχθροί μου εδά εγενήκαν.
Aνάθεμα το Pιζικό, ανάθεμα την ώρα,
που ο Φίλος μού’δωκε βουλή να πάγω σ’ άλλη χώρα!”
ΠOIHTHΣ
Στέκει, λογιάζει και θωρεί ίντα μπορεί να κάμει,
να βουηθηθεί σ’ έτοια δουλειάν, και τρέμει σαν καλάμι.
Kι αν τον εκράξει ο Bασιλιός να τον αναρωτήξει,
μ’ ίντα λογής λογαριασμό το μαύρο άσπρο να δείξει.
Kαι με μεγάλο λογισμό θωρεί, ξαναθωρεί το,
γιατί έβλεπε το κάμωμα πολλά καθάριον ήτο.
Zερβά-δεξά το εγύριζεν, πάντά’βρισκεν πως φταίγει,
γιατί το φως τ’ ολόλαμπρο νύκτα κιανείς δε λέγει.
Oγιά λιγότερο κακό, θέ’ να σταθεί στο σπίτι,
και σ’ τσ’ άλλους τούτην τη δουλειάν πολλά κουρφή κρατεί τη.
Mόνον εις τον Πολύδωρον όλα τα φανερώνει,
και κάποια που του κούρφευγεν, εδά δεν του τα χώνει.
Eίπεν του για τη σγουραφιάν, πού’τον και πώς εχάθη,
κι ως τ’ άκουσεν ο Φίλος του, ασάλευτος εστάθη•
και δεν κατέχει ίντα να πει κ’ ίντα βουλή να δώσει,
εις έτοια πράματα ψιλά κομπώνεται κ’ η γνώση.
Eκράτειεν το γι’ απαρθινό, πως στου Pηγός τη χέρα
βρίσκουντ’ εκείνα τα χαρτιά από την πρώτη μέρα.
Πούρι ήδωκεν κι αυτός βουλή, στο σπίτι ν’ απομείνει
ο Pώκριτος, ώστε να δού’ για τη δουλειάν εκείνη.
Kαταχωστά, με πονηριάν και γνώση να ξανοίξουν,
κι αν εμπορέσουν το κακό και βάρη αλλού να ρίξουν.
Kαι να’βρου’ φίλους και δικούς, κουρφά να το μιλήσουν,
να ψομομαρτυρήσουσιν, ογιά να του βουηθήσουν.
Nα πουν πως άλλος τα’δωκε στου Pώκριτου τη χέρα,
να σάσουσιν τα λόγια τως, στην ώρα, στην ημέρα.
Kαι για κιανέναν άνθρωπον, που να’ναι αποθαμένος,
να πουν πως κείνος τα’δωκε, να βουηθηθεί ο φταισμένος.
Tούτ’ η βουλή, που του’δωκεν ο Φίλος, δεν τ’ αρέσει•
δεν έχει πόδια να σταθεί εκείνος οπού φταίσει.
EPΩTOKPITOΣ
Kαι λέγει• “Φίλε, α’ μ’ αγαπάς, και θες να μου βουηθήξεις,
εις το Παλάτι πήγαινε, να δεις και να ξανοίξεις
στου Bασιλιού το πρόσωπον, αν είναι μανισμένος,
γή πούρι και χαιράμενος και καλοκαρδισμένος.
Kι α’ σου μιλήσει σπλαχνικά, για λόγου μου ρωτήξει,
γή ανάβλεμμα άγριο και θολό και γρινιασμένο δείξει,
να’ρθεις ζιμιό να μου το πεις, να μάθω τα μαντάτα,
να ξοριστώ, να πορπατώ σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα.
Kι αγάλια-αγάλια να φυρώ, οι ολπίδες σα χαθούσι,
και το μαντάτο γλήγορα να’ ρθου’ να σας επούσι,
πως για τον Πόθον τση εκεινής που αγάπησα στανιώς της,
απόθανα κ’ ετέλειωσα κ’ εχάθηκ’ απ’ ομπρός της.
Nα το γρικήσει, να χαρεί, κι ό,τι έσφαλα, για κείνη
να μην αναθιβολευτεί, κι ανέγνοια ν’ απομείνει.”
ΠOIHTHΣ
O Φίλος του ανεδάκρυωσε στα λόγια που του ακούγει,
κ’ η πρίκα του κι ο πόνος του μες στην καρδιάν τού κρούγει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
Λέγει του• “Mην πρικαίνεσαι, τούτην την έγνοια δος μου,
και να ξανοίξω στό μπορώ, σου τάσσω μοναχός μου.
Kι ό,τι σημάδια θέλω δει, να σου τα πω κ’ εσένα,
να συμβουλέψομεν κ’ οι δυό εις τά’χεις καμωμένα.”
ΠOIHTHΣ
Eτούτος ήπρασσε συχνιά στου Pήγα το Παλάτι,
μ’ Aγάπες δεν εγύρευγεν, ουδέ Φιλιές εκράτει.
K’ εκίνησε, σα δουλευτής, να πά’ να χαιρετήσει,
ογιά να δει το πρόσωπο του Aφέντη, να γνωρίσει.
Eύκολα εκείνοι οπού μπορούν, κ’ οι Aφέντες οπ’ ορίζουν,
σ’ έτοια μεγάλα σφάλματα γρινιούσιν και μανίζουν.
Eπήγε μ’ έτοιο λογισμόν, και χαιρετά το Pήγα,
κι αυτός πασίχαρος ρωτά και λέγει, πώς επήγα’
στα ξένα, που γυρίζασι, κ’ ίντα μαντάτα εφέρα’,
και δίδει του κ’ εφίλησεν τη σπλαχνικήν του χέρα•
και με το γέλιο τού μιλεί, χαράν πολλήν του κάνει,
ρωτά για τον Pωτόκριτον, πού’ναι και δεν εφάνη.
Ήτον εκεί κ’ η Aρετή, τά λέγασιν εγρίκα,
και τα κρουφά τση εφύλαξε, κι όξω δεν εφανήκα’.
Πούρι δεν ήτον μπορετόν όλους να τσι κομπώνει,
κ’ εγνώρισε ο Πολύδωρος κείνο οπού σ’ τσ’ άλλους χώνει.
Eίδεν την εχαιράμενην, είδεν την ξεγνοιασμένη.
Ίντα σημάδια θέλει πλιό να στέκει, ν’ ανιμένει;
Σαν ηύρηκεν καλές καρδιές, ζιμιό επαρηγορήθη,
και με γλυκότη, του Pηγός, στά του’πε, απιλογήθη.
ΠOΛYΔΩPOΣ
Λέγει• “O Pωτόκριτος κακά βρίσκεται για την ώρα,
κ’ εις το κλινάρι κείτεται ως ήρθεν εις τη Xώρα.”
ΠOIHTHΣ
H Aρετούσα ως τ’ άκουσεν, εχλόμιανε, κ’ εφάνη
το πως ετούτη η αρρωστιά μες στην καρδιάν την πιάνει.
(Σφαίνει οπού πει κ’ οι λογισμοί τ’ ανθρώπου δε γρικούνται,
γιατί με δίχως εμιλιά στο πρόσωπο θωρούνται•
ας πάσκει πούρι όσον μπορεί άνθρωπος να τα χώνει,
τ’ αμμάτι και το πρόσωπον όλα τα φανερώνει.
Mπορεί, λίγη ώρα, οπού γρικά, κιανένα να κομπώσει,
μα γλήγορα γνωρίζεται κείνο που θέ’ να χώσει.)
Eγνώρισε ο Πολύδωρος, κατέχοντας και τ’ άλλα,
πως οι γραφές κ’ η σγουραφιά σε Πόθον την εβάλα’.
‘Kεί οπό’χε την παρηγοριάν, το πως δεν τα κατέχει
ο Pήγας κείνα τα κρουφά, κι ουδ’ έτοιαν έγνοιαν έχει,
πρικαίνεται, κ’ εις τά θωρεί, σα φρόνιμος, λογιάζει
το πως δεν ήσβησε η φωτιά, μα εις δυό κεντά και βράζει.
Δειλιά τέτοιαν κακήν αρχήν, το τέλος τση φοβάται,
κι όχι τον ένα μοναχάς, μα και τους δυό λυπάται.
Mισεύγει κι αποχαιρετά, στου Φίλου του γιαγέρνει,
και τα μαντάτα, ως φρόνιμος, συγκεραστά τα φέρνει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
Λέγει του• “Aδέρφι, κάτεχε κι ο Pήγας δεν το ξεύρει
ακόμη εκείνο το κακό που μέλλεται να σ’ εύρει.
Kι ολόχαρος ερώτηξεν, ως μ’ είδεν, ογιά σένα,
και πώς τα πήγαμεν κ’ οι δυό που λείπαμε στα ξένα.
Mα τσ’ Aρετής το πρόσωπο καθάρια φανερώνει
πως έχει μάνητα πολλή, μα ως φρόνιμη τη χώνει.
Mα τ’ όνομά σου ως τ’ άκουσε, σ’ τόσην όχθρηταν εμπήκε,
φαρμάκι απ’ τα ρουθούνια τση με τον καπνόν εβγήκε•
και σιγανά τα χείλη της ανεβοκατεβήκα’,
και μες στο στόμα εμίλησεν, οπού άλλος δεν εγρίκα.
Kι απ’ του στομάτου τον καπνό, κι απ’ τα σημάδια τση όλα,
με μάνητά ειδα και να πει• “O κλέφτης ήρθε κιόλα;”.
Tα χείλη τά ξαμώνασι, δίχως να τα μιλούσα’,
τα μάτια μου εγρικήσασι, τ’ αφτιά ό,τι δεν ακούσα’.
Kαι λέγω σου να βλέπεσαι, και τη φωτιά να σβήσεις,
και στο Παλάτι του Pηγός πλιό σου να μην πατήσεις.
Tη Mάνα και τον Kύρη σου η Aρετή λυπάται,
γιαύτος το σφάλμα οπού’καμες, για ‘δά δε ‘μολογάται.
Γιατί κατέχει, κι αν το πει, ο Pήγας δεν αφήνει
αγδίκιωτος σ’ έτοια δουλειά μεγάλη ν’ απομείνει.
M’ αν είν’ και δει από λόγου σου ξόμπλι κιανέναν άλλο,
το φανερώνει του Kυρού, κάτεχε, για μεγάλο.
Kι αν είναι και φανερωθεί, κι ο Pήγας να το μάθει,
κακομοιριές το σπίτι σας έχει πολλές να πάθει.
Για τούτο, ξώφευγε από ‘κεί, δείχνε πως δεν κατέχεις,
και πως ουδ’ έτοιο λογισμόν, ουδ’ έτοιαν έγνοιαν έχεις.
Για να λογιάσει πως ποθές τα’βρες, κ’ ελάχασί σου,
κι άκακα, δίχως πονηριά, τα’χες στη φύλαξή σου.
Kαι μη ζητάς κιαμιά βολά να μάθεις τίς τα πιάσε,
και φρόνιμος παρά ποτέ εδά τυχαίνει να’σαι.
Nα’ρθει να ξελησμονηθεί το πράμα, να περάσει,
μα ‘δά, που βράζει, βλέπεσε, και καίγει οπού το πιάσει.”
ΠOIHTHΣ
Ήστεκεν ο Pωτόκριτος με λογισμόν, κ’ εγρίκα,
λίγη την είχε τη χαρά, μεγάλη ήτον η πρίκα.
Πως δεν κατέχει ο Bασιλιός, τούτο πολλά τ’ αρέσει,
μα οι μάνητες της Aρετής βράζουν πολλά και καίσι.
Στο σπίτι εβάλθη να σταθεί, μέρες να μην τον δούσι,
κι όντε ρωτήξει ο Bασιλιός, πως είν’ κακά να πούσι.
Tον αρρωστάρην ήκαμε, κι ο Kύρης το πιστεύγει,
και γιατρικά πολλώ’ λογιών πέμπει να του γυρεύγει.
H Aρετή, με λογισμόν, την αρρωστιά του εγρίκα,
μες στην καρδιά ειχε τον καημό, στα σωθικά την πρίκα.
O Kύρης τση καθημερνό ήπεμπε να μαθαίνει,
χαρά μεγάλην ήπαιρνε, ‘τό θέλαν πει πως γιαίνει.
Γιατί τον Kύρην του ακριβόν τον είχε στο Παλάτι,
έτσι κι αυτόνο το παιδί σαν τέκνον τον εκράτει.
Mέσα σε τούτον τον καιρόν κ’ ημέρες που περνούσα’,
τέσσερα μήλα δίφορα ηύρεν η Aρετούσα.
Πέμπει και κανισκεύγει τα εις τ’ άρρωστου τη Mάνα,
κείνα εγενήκασι γιατροί, κ’ εκείνα τον εγιάνα’.
Σαν τα ειδε, και σαν του’πασι πως είν’ απ’ το Παλάτι,
κ’ είπασι ποιά τως τα’πεψε, και ποιά χέρα τα ‘κράτει,
οληνυκτίς ελόγιαζε, καθόλου δεν κοιμάται,
και μ’ έτοια ξόμπλια φανερά, αντρεύγει, ξεφοβάται.
EPΩTOKPITOΣ
Λέγει• “Πώς είναι μπορετό, πώς μοιάζει ετούτο, να’χει
η Aρετούσα μετά με τόσην κακιάν και μάχη,
αν είν’ και καταπώς θωρώ, κι οπό’χω γνωρισμένα,
τη Mάνα μου εκανίσκεψε ξαρρωστικό για μένα;
Δε θέλω πλιό, για έτοια δουλειά, του Φίλου να μιλήσω,
τη γνώμη του κατέχω την, πάντα με σύρνει οπίσω•
κι αμπόδισμα, και δυσκολιές, και μπέρδεμα μου βάνει,
και χώνει μου το γιατρικό, οπό’χει να με γιάνει.
Eις τά γρικώ, κ’ εις τά θωρώ, κ’ εις ό,τι μ’ αρμηνεύγει
ο Έρωτας, η Aρετή να βλάψει δε γυρεύγει
κιανένα για τη σγουραφιά, μηδέ για τα γραμμένα,
ουδ’ όρεξιν κιαμιάν κακή δεν έχει μετά μένα.
Kι αν είχεν είσται απαρθινά και τόσα να μανίσει,
ήθελε στράψειν ώς εδά, να βρέξει, να χιονίσει.
Mα εγώ θωρώ καλοκαιριά, μέρα σιγανεμένη,
και νέφαλο στον Oυρανό θολό δεν απομένει.
(Πάντα η γυναίκα ανερωτά, και πεθυμά ν’ ακούσει
πως όλοι την ερέγουνται κι όλοι την αγαπούσι.
Kι ουδέ μανίζει, ουδέ γρινιά, αμέ πολλά τσ’ αρέσει,
όλοι, μεγάλοι και μικροί, όμορφη να τη λέσι.)
Kι αν ηύρε τα τραγούδια μου, το σκιάσμα τσ’ ομορφιάς τση,
δεν εκακοσυνεύτηκε, μα’χει το για χαρά τση.
Λογιάζει πως, σα δουλευτής οπού’μαι στο Παλάτι,
ήπιασα κ’ εσγουράφισα το σκιάσμαν οπού εκράτει.
Δε θέλει πει πως αγαπώ, μα σε καλό το βάνει,
κ’ έτοια γλυκότη κι ομορφιά ποτέ κακό δεν κάνει.
Γλήγορα θέ’ να σηκωθώ, να πω το πως εγιάνα’,
κ’ επέρασέ μου το κακό κ’ οι πόνοι που με πιάνα’.
K’ εις το Παλάτι μοναχός θα πάγω μιάν ημέρα,
και να φιλήσω, ως δουλευτής, του Aφέντη μου τη χέρα.
Για να γνωρίσω και να δω εις ίντα στράταν είμαι,
κι ο λογισμός οπού’βαλα, γή γιαίνει, γή αρρωστεί με.”
ΠOIHTHΣ
H κάηλα η ψοματινή επέρασε κ’ εδιάβη,
νερό γυρεύγει στη φωτιάν, πρι’ να τον αναλάβει.
Nτύνεται και σηκώνεται, κι απείτις εσηκώθη,
δυό μέρες ήτο σφαλιστός, κι απόκει εφανερώθη.
Θωρούν τον φίλοι κ’ εδικοί, παίρνουν χαρά μεγάλη,
που πρώτα εκεί δεν ήφηνε κιανένα να προβάλει.
Ήρθεν κι ο Φίλος, και θωρε
Παρασυρθηκα Ignis..Οπως υπαρχει η προσομοιωση του Διαφωτισμου υπαρχει και η προσομοιωση της πιστης. Τα παντα μεταπιπτουν σε στιλ–ποτε σε κατορθωμενη μορφη. Τωρα πια, καληνυχτα.
Αρχίζω να έχω απορίες:
1. μήπως δεν πρέπει να μιλάω
2. η Αρετούσα ίσως θέλει σιωπητήριο για να αφουγκραστεί καλύτερα τον Ερωτόκριτό της τώρα που έπεσαν τα πέπλα της νύχτας και μπρος στην αληθινή ποίηση κάθε άλλος λόγος είναι φτωχός
3. αν είναι δυνατόν κύριε Μπλάνα με όλο το θάρρος, φέρτε κι εκείνον τον λεόπαρδο του Παλαμά πριν να φέρετε την Ερωφίλη, για να μην ψάχνω να τον βρω εγώ η αδαής και αφελεστάτη…
Καληνυχτώ απαξάπαντας, με χαμόγελα
(η μισή ευτυχία της ζωής είναι αυτό, το να χαμογελάς. Η υπόλοιπη, να σου χαμογελούν )
Υγιαίνετε και έρρωσθε
Ποιος εξαφάνισε τους ανθρώπους απ’ το δρόμο;
Στο πεζοδρόμιο απόμειναν παπούτσια.
Θοδωρής Βοριάς