
ΔΙΑΦΥΓΗ
Έλεγες πως ήξερες, να πολεμήσεις τη νύχτα.
Να μερώσεις τʼ αφρισμένα κύματα.
Να νικήσεις τον άνεμο.
Όμως σαν ήρθε η ώρα στάθηκες ανήμπορη
και σʼ έδειρε η μπόρα. Και σε πάγωσε τʼ αγιάζι.
Το ξέρω πως δεν είναι εύκολο να κλείσεις όλες τις πληγές!
Κάποιες κακοφορμίζουν και σε τρώει ο πόνος.
Ή δεν μπορείς χουχουλίζοντας να ζεστάνεις δυο παγωμένα χέρια.
Ή με μόνο τη συμπαράσταση να γλυκάνεις μια πονεμένη ψυχή.
Κι ο καθένας έχει τα όριά του. Τι πα να πει «αντέχω»;
Σημασία έχει σε τι αντέχεις. Πότε αντέχεις. Πόσο αντέχεις.
Σαν τη χωμάτινη στάμνα της προγιαγιάς, που δούλεψε εκατό χρόνια.
Κι έσπασε προχθές πέφτοντας έτσι, χωρίς λόγο κι αιτία.
Αλλά δεν πρέπει να φοβάσαι.
Εμείς δεν πρόκειται νʼ αλλάξουμε πορεία.
Κʼ είναι γνωστό πως δεν κυνηγούμε εφικτούς στόχους.
Αυτό το κάνουν οι πολλοί.
Εμείς μάθαμε να παλεύουμε στα μαρμαρένιʼ αλώνια
όρθιοι, παρέα με τη φτώχεια, την πείνα και το θάνατο.
Και μέσα στον κλοιό των ιδεών και των ινδαλμάτων μας,
αναζητούμε μια ασφαλή θυρίδα διαφυγής.
Ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον.
Πορευόμαστε κουβαλώντας όλες τις δυνάμεις και τις αδυναμίες μας.
Φορτωμένοι μʼ όλους τους φόβους και τις ελπίδες μας.
Άλλωστε είμαστε βέβαιοι, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα.
16 Γενάρη 2003
Σεραφείμ Χρήστου Χατζόπουλος
Δ Ο Ϊ Ρ Α Ν Η
Ώρες ξεγνοιασιάς με το κουπί στο χέρι.
Φέτος δεν έφεραν πουλιά οι βοριάδες και τα νερά,
βαθιά και κρύα, πέτρωσαν τα ψάρια στο βυθό.
Κι όταν ο αγέρας ανεμίζει την πυκνή ψιχάλα στο πρόσωπο,
βλέπεις σε μουντούς κύκλους τʼ άστρα, πάνʼ απʼ το κεφάλι σου,
να στάζουν λιωμένο φως, που διαπερνά τους βολβούς των ματιών σου,
διαλύοντας κάθε δικό σου στοχασμό.
Κι έρχεται ύστερα ο Βαρδάρης να ξεριζώσει όσα δένδρα
απόμειναν όρθια και τα κύματα τροχίζουν τη χαίτη τους
πάνω στις μαύρες κατραμωμένες μπλάβες, που λικνίζονται
σαν πελώρια ψαροπούλια στην άκρη του γιαλού, με τεντωμένη
– όσο να σπάσει – την αλυσίδα του λαιμού τους, άλλες στεγνές
κι άλλες γεμάτες με νερά, απʼ τα τρυπημένα πλαϊνά
ή την κοιλιά τους, που άνοιξε ο χρόνος.
Και οι λεύκες λυγίζουν το ψηλό τους το κορμί με τη σειρά,
η μια διπλʼ απʼ την άλλη και τρίζουν τα γυμνά κλαδιά τους, πʼ αγκαλιάζονται
κι άλλες βογκούν, καθώς η ρίζα τους στην άμμο χαλαρώνει λίγο-λίγο,
ώσπου ξάφνου θα κυλήσουν με πάταγο στο χώμα.
Κι εδώ τελειώνουν όλοι οι δρόμοι. Κι ούτε τα διαβατήρια περνούν. *1
Ο δρόμος κόβεται στα δυο. Έλληνας δρόμος και Σλάβος δρόμος.
Και τα τέσσερα μάτια βλέπουν πίσω απʼ τις διόπτρες
τη διαχωριστική γραμμή, με τις άσπρες σημαδούρες στη λίμνη,
ή τις μικρές ασβεστωμένες τριγωνικές πυραμίδες στη στεριά.
Έτσι η παραβίαση «είναι αδύνατη» μέρα και νύχτα.
Μερικές φορές στο παρελθόν, αλλά και τώρα,
όταν το σούρουπο κατέβει απʼ το Μπέλες και βρέξει
τα πόδια του στο καθαρό νερό της λίμνης, τα μαύρα φαντάσματα
παφλάζουν τις νηκτικές τους μεμβράνες κʼ η καρίνα
σπαθίζει την απαραβίαστη γραμμή, απλώνοντας αόρατα μερσίνια
σε ξενικούς βυθούς, βουβά, χωρίς ψίθυρο και φως
και μόνα ορατά σημεία, τα πράσινα μάτια, που σπιθίζουν
κάθε βράδυ, στʼ αντικρινό βουνό του Στρετένοβου.
Κι όταν παγώσουν στητά τα κύματα με το βοριά
και μείνουν οι βάρκες ακίνητες, η μια μπρος γυρτή,
η άλλη στου κωπηλάτη την άκρη, η τρίτη στα πλευρά,
καθώς βρέθηκαν μες στο χειμωνιάτικο πάγο,
τότε το τσεκούρι κόβει με τις ώρες το γυαλί,
μέχρι να ʼβρει το πλεούμενο χώρο λεύτερο να ταξιδέψει.
Ο σιγανός Βαρδάρης παίρνει τους κομμένους πάγους, που επιπλέουν,
τους χτυπά επανωτά σπάζοντάς τους σε μικρά κρυστάλλινα κομμάτια
και τους ταξιδεύει νότια, για να λιώσουν εκεί το κορμί τους.
Η βάρκα μπαίνει ξωπίσω τους αργά. Τα σημάδια βουλιαγμένα τα πιο πολλά.
Κι ορατές μόνο οι όρθιες μύτες των καλαμιών, που σημαδεύουν το άπειρο.
Τʼ απλωμένο χέρι αρπάζει την άκρη του σχοινιού,
που γλιστράει σα χέλι στην παγωμένη φούχτα του ψαρά.
Η πέτρα ασήκωτη στο βυθό, τεντώνει το σχοινί και τρέχει η μπλάβα
καθώς κυνηγά τους πρώτους φελλούς, που αγγίζουν τον άνεμο,
και μαζί τα χέρια δουλεύουν περπατώντας το δίχτυ,
με τα μάτια να σπαθίζουν του νερού τη διαύγεια.
Και σαν ασπρίσει το υδρόβιο όνειρο, τα κουπιά καρφώνουν
την μπλάβα στο νερό, ενώ τα χέρια ζευγαρώνουν το φελλό με το μολύβι,
μέχρι η στρογγυλή απόχη, που χάσκει κάτω χαμηλά,
να δεχτεί ολόχαρη το ολόπαχο ψάρι και να το ρίξει
για να χτυπιέται, ώρα πολύ, πάνω στο πισσωμένο σανίδι.
Πέρα το παλιό τελωνείο, περιμένει τη καινούρια συμφωνία
για νʼ ανοίξει τις κλειστές του πόρτες και τα λυκόσκυλα
του Ελληνικού φυλακίου κυνηγούν, στον πυκνό καλαμώνα,
μια παρείσακτη, ασπρόμαυρη Σλάβα γάτα.
Οι μπάρες φέτος γέμισαν νερά κι ετοιμάζονται να δεχτούν
στο ζεστό τους πυθμένα τον Απρίλη των ψαριών το χαβιάρι.
Στη ρηχή τους ανταύγεια, παίζουν οι αχτίδες του φεγγαριού
με τις ατσάλινες μύτες των κοντινών ξερών βούρλων,
που ρίχνουν ανάλαφρα το λυγερό τους ίσκιο στα ήρεμα νερά.
Το βράδυ οι γλάροι κάνουν σύναξη. Και μετράς στο γαλάζιο ορίζοντα
την κατάμαυρη γραμμή τους, που σα σφήνα παραβιάζει το επίσημο φυρ
και τραβάει βόρεια, με μια σίγουρη πτήση, ποιος ξέρει για πού;
Ακολουθούν οι μακρύλαιμοι ερωδιοί, που κρώζουν αδιάκοπα
καθώς ανεβαίνουν και παίρνουν το ύψος του βουνού,
όπου στέκουν ασάλευτα τα δυο αυτοκρατορικά λιοντάρια,
πάνω απʼ τα δέκα χιλιάδες ονόματα των Βρετανών στρατιωτών
κι ύστερα σηκώνονται ακόμα πιο ψηλά, μέχρι να χαθούν ανατολικά,
για να περάσουν τη νύχτα τους σʼ άγνωστους σε μας τόπους.
Σαν τα φώτα ανάψουν στις όχθες της Πρασιάς,
ξυπνά το Σερβικό τύμπανο παλιούς σλάβικους σκοπούς,
συντροφιά με της γκάιδας τη λιγνή φωνή.
Η νύχτα αμοίραστη βαραίνει τα κουρασμένα βλέφαρα.
Μάρτης 1982
Σεραφείμ Χρ. Χατζόπουλος
*1 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Βέβαια δυο χρόνια αργότερα λειτούργησε η τελωνιακή
σύνδεση Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας ( και τώρα με τη FYROM ) στη
Δοϊράνη κι επομένως περνούν τα διαβατήρια.
Ο αγώνας των χωραφιών
Η ζωή πολύ δύσκολη τότε. Κάθε οικογένεια θεωρούσε πως είχε λυμένα όλα τα προβλήματά της αν είχε εξασφαλίσει το ψωμί της χρονιάς. Βαρύς και γεμάτος κάματο ο αγώνας της γης για τον κάθε γεωργό, νοικοκύρη. Ήθελε να οργώσει με τα βόδια ή τʼ άλογα, μέρες ολάκερες κυκλοφέρνοντας τα μικροχώραφα, του ενός και των δυο στρεμμάτων. Βαρύ το αλέτρι. Και το υνί ακόμα πιο βαρύ όταν κολλούσε πάνω η λάσπη κʼ ήθελε σε κάθε αυλακιά να το καθαρίζεις με την ξυστροπούλα. Πολλά χωράφια, που ήταν στα πλαερά, είχαν μέσα αρμακάδες, που έπρεπε να ξεχώσει, να σπάσει και να καθαρίσει. Άλλα με την πρώτη βροχή γίνονταν γιαλός και νεροκρατούσαν για πολλές μέρες και χάνονταν το σπαρτό, οπότε πάγαινε χαμένος τόσος μόχτος.
Μέρες πολλές λοιπόν κρατούσε το λασποκύλισμα κι απέκαμαν τα ζώα και οι ζευγάδες. Κι ύστερα η σπορά του δαυλιτιασμένου σταριού στα πεταχτά με το χέρι. Δύσκολη και μαστορική δουλειά. Κάθε βήμα και μια γεμάτη φούχτα απʼ το σποροσάκουλο. Και μετά το σβάρνισμα, να περιμένεις μʼ αγωνία το φύτρωμα, παρακαλώντας να βρέξει όσο χρειάζεται, για να μπορέσει το φύτρο να σκάσει τη γη και να βγει για νʼανασάνει στον ήλιο και τον αγέρα.
Πάντα όμως ξέρεις πως είναι άσκεπο το χωράφι. Κι ο Θεός τις περσότερες φορές δεν έχει μέτρο στη βροχή, τη ζέστη ή το κρύο. Ο βοριάς τα παγώνει. Ο λίβας τα καιει. Η πολλή βροχή τα πνίγει. Η αναβροχιά τα ξεραίνει. Μια, δυο στις δέκα, να ταιριάξουν όλα κατά πώς πρέπει και προσεύχεται ο γεωργός, για να πάρει καλή σοδειά, να ξεχρεώσει την τράπεζα και τα βερεσέδια στο μπακάλη και να περάσει τη χρονιά αυτός κι η φαμελιά του.
Όταν έρχονταν η ευλογημένη ώρα του θερισμού, όλο το χωριό, βρίσκονταν στο πόδι. Τα δρεπάνια έκοβαν τα χερόβολα, που σε λίγο τα ʼδενε ο πατέρας ή ο θείος με το δεματικό και τα ‘κανε δεμάτια. Κι όταν μέσιαζε η μέρα, κάτω απʼ τον ίσκιο της γκορτσιάς περίμενε το σκόρδο, το αλάτι, το λάδι, το νερό και το χωριάτικο ψωμί να γίνουν σκορδάρι, για να φάνε να χορτάσουν και να δροσιστούν οι θεριστάδες, μέσα στον κάματο και το λαμπάδιασμα του μεσημεριού. Γύρω τα τζιτζίκια παράβγαιναν στο τραγούδι με τον κατσουλιέρη, τη σταρήθρα και την κρασοπούλα.
Και μετά το θέρο το κουβάλημα στʼ αλώνια και το θημώνιασμα. Κι έπρεπε από τότε και μέχρι νάρθει η πατόζα, να φυλάνε μέρα και νύχτα τις θημωνιές απʼ τʼ αδέσποτα γαϊδούρια, που τις δεκάτιζαν. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που ενώ οι γεωργοί φύλακες κοιμόντουσαν από τη μια μεριά της θημωνιάς, τα γαϊδούρια άλεθαν από την άλλη τα στάχυα. Άλλοτε πάλι έρχονταν οι λύκοι το βράδυ και δεκάτιζαν τα γαϊδούρια, που έχουν ξινό κρέας και το νοστιμεύονται πολύ οι λύκοι, όπως έλεγαν οι γεροντότεροι στο Βαρδαλή.
Κι ο Άγγελος, που συχνά κοιμόταν με τη μάνα του στʼ αλώνι, πολλές φορές πρωί – πρωί με τʼ άλλα παιδιά του μαχαλά, πετάγονταν απʼ τον ύπνο κι έτρεχαν γύρω – γύρω στις θημωνιές και πιο μακριά, για να δουν τίνος το γάιδαρο έφαγαν το βράδυ οι λύκοι, τις περσότερες φορές δεμένο στο παλούκι του. Μαζεύονταν όλα τα παιδιά τριγύρω στο φαγωμένο γαϊδούρι, που του είχε απομείνει μόνο η ραχοκοκαλιά με τα παΐδια, η κεφάλα και τα ποδάρια ξαπλωμένα στο κατάξερο χώμα, αδιάψευστα τεκμήρια της νυχτερινής γαϊδουροφαγής.
Όλη τη περίοδο, που διαρκούσε το αλώνισμα, το επίκεντρο της ζωής του χωριού, ήταν τʼ αλώνια. Κι όταν έρχονταν η πατόζα κι έπαιρνε θέση κοντά στη θημωνιά, ενώ το τρακτέρ πιο πέρα άρχιζε να τη γυρίζει ασταμάτητα με το μεγάλο λουρί, τότε οι αλωνιάτικες δραστηριότητες γίνονταν πιο έντονες.
Ο Άγγελος έβλεπε μʼ ενδιαφέρον το τρακτέρ και την αλωνιστική μηχανή, την πατόζα, όπως την έλεγαν. Όλα έπρεπε να δουλεύουν σαν ένα καλοκουρντισμένο ρολόι στο αλωνιστικό συγκρότημα. Ο καθένας στο πόστο του και στην δουλειά του. Ο μηχανικός, οι εργάτες, ο ανεβατορίστας, ο κόφτης, ο ταϊστής, ο τσουβαλάς, οι χαμάληδες για τη μεταφορά των τσουβαλιών του σταριού στο σπίτι. Όλοι στη θέση τους. Δούλευαν για να ξεχωρίσει το στάρι από τις καλαμιές. Κι απ το μεγάλο χωνί σωριάζονταν δίπλα το ψιλοκομμένο άχυρο.
Κι ύστερα άρχιζε ο αγώνας με το άχυρο. Παλιότερα οι χωριανοί το κουβαλούσαν χύμα, μέσα σε κοφίνες που φόρτωναν στα ζώα, ή με το κάρο, που είχε γύρω – ψιλή σήτα και το σώριαζαν στον αχυρώνα. Αργότερα οι μπαλαριστικές μηχανές, που κινούνταν κι αυτές μʼ ένα λουρί από το τρακτέρ, έδεναν το άχυρο σε μπάλες με σύρμα κι έτσι οι γεωργοί μπορούσαν πια να αποθηκεύσουν στον ίδιο αχυρώνα τριπλάσιο άχυρο απʼ ό,τι πριν και με λιγότερη κούραση.
Πολύ δύσκολη όμως και άχαρη η δουλειά αυτών που δούλευαν στο μπαλάρισμα. Καθώς τάιζαν τη μπλαριστική μηχανή με άχυρο, ή έδεναν τις μπάλες με σύρμα, γέμιζαν τα πλεμόνια τους από την ντούχνα της σκόνης και της ανεμίδας μέσα στην αφόρητη κάψα, που πύρωνε ολάκερο το Θεσσαλιώτικο κάμπο. Και δεν ήταν λιγοστοί εκείνοι, που μέσα σε λίγα χρόνια απόχτησαν δύσπνοια και δεν μπορούσαν και με καλό καιρό πια να πάρουν ανάσα, μέχρι που τους σταμάτησε και τώρα κοιμούνται αγέραστοι στο νεκροταφείο του χωριού, εδώ και πολλά χρόνια.
Αλλά και τʼ ανοιξιάτικα, η φακή, τα ρεβίθια, το σάμι, ο βίκος, το λαθούρι, το καλαμπόκι, είχαν όλα το δικό τους αγώνα.
Όποιος δε βοτάνισε φακή και ρεβίθια σκυμμένος όλη μέρα, δεν ξέρει τίποτε. Να πιάνεται η μέση σου απʼ την πρώτη μέρα. Και να θέλεις πολλές άλλες μέρες για να τελειώσεις το βοτάνισμα. Και να πληγιάζουν τα χέρια σου απʼ τα ασπράγγαθα και τα τριβόλια.
Κι όταν έρχονταν η ευλογημένη ώρα της συγκομιδής!
Να ξεριζώσεις τη φακή και αφού την ξεράνεις, να τη στουμπίσεις χερόβολο-χερόβολο για να ξεχωρίσεις τη σπέρματα από το άλλο φυτό!
Και τα ρεβίθια μετά το ξερίζωμα και το ξέραμα, να τʼ απλώσεις στʼ αλώνι και να τʼ αλωνίσεις με τʼ άλογα γυροφέρνοντας ώρες πολλές το ακίνητο στριερό. Κι ύστερα να τα λιχνίσεις με το καρπολόι και να τα δερμονίσεις με τετράγωνο δερμόνι στηριγμένο σʼ ένα ξύλινο καρπαολόι.
Και το σάμι, αφού το ξεριζώσεις και το δέσεις ανά τέσσερα χερόβολα, να στήσεις τις κουκουμπέλες σʼ ένα ίσο μέρος για να ξεραθούν κι ύστερα να το τινάξεις πάνω στο τσόλι μʼ ένα μικρό ξυλαράκι, με πολύ μεγάλη προσοχή, για να μην πέσουν και τα χώματα από τις ρίζες.
Κάποτε, προπολεμικά, έλεγε η μάνα του Άγγελου πως είχε έρθει στο χωριό Βαρδαλή ένα συνεργείο, που εγκαταστάθηκε στην αυλή του Νίκου Ζιάρκα, κοντά στο πέτρινο γιοφύρι, με τα κατάλληλα μηχανήματα και πάγαιναν οι χωριανοί το σάμι τους και τόβγαζαν σαμόλαδο και κείνη τη χρονιά είχαν μπόλικο λάδι για τηγάνισμα και για πίτες.
Αλλά δεν ήταν μόνο το στάρι, το κθάρι, η βρώμη, η βρίζα, η φακή, τα ρεβίθια, το καλαμπόκι και το σάμι, που ήθελαν ένα μεγάλο αγώνα για να πάρει κανείς καλό μπερικέτι. Ήταν και τʼ αγριόχορτο και ο βίκος και τα λαθούρι που έπρεπε να κοπούν με την καλά σφυρισμένη και τροχισμένη κοσιά στην ώρα τους. Κι ύστερα αφού ξεραθούν από το ένα μέρος, να γυρίσουν με το δικριάνι από την άλλη και κατόπι να μπλανιστούν και να γίνουν δεμάτια για να φορτωθούν στο άλογο, το γάιδαρο ή το κάρο και να
μεταφερθούν στο χωριό. Και εκεί ο μεγαλύτερος, που ήξερε και την τέχνη, να καλοφτιάξει τεχνική και στέρεη τη θημωνιά. Απʼ αυτή τη θημωνιά, μπλάνα-μλάνα θα έπαιρναν το χειμώνα οι νοικοκυραίοι και θα τάιζαν τʼ άλογα, και τα βόδια στο ντάμι, όταν έξω θα κρυοφυσούσε ο βοριάς ανεμίζοντας τις πεταλούδες του χιονιού και τα κρούσταλλα θα κρέμονταν μακριά σπαθιά, απʼ τη αστρέχα μέχρι το χώμα.
Ε αγώνας κι αυτός! Κι άραγε θα περίσσευε λίγο στάρι για το μύλο, ή έπρεπε όλο να πουληθεί, για να ξεχρεώσει ο γεωργός το δάνειο που πήρε από την Αγροτική Τράπεζα και τα βερεσέδια στο μπακάλη; Χώρια που ήθελε να κρατήσει για σπόρο και να δώσει και τη ρόγα του γελαδάρη!
Καλός νοικοκύρης ήταν εκείνος που αφού έδινε παντού όπου χρωστούσε, γέμιζε με στάρι το αμπάρι του για το ψωμί της χρονιάς και είχε στο κελάρι του όλα τα απαιτούμενα: τραχανά, μπλιγούρι, χυλοπίτες, φακή, ρεβίθια, φασόλια, %










KATEΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ
Γιατί τα όνειρα δε με πλησιάζουν πιά
και στέκουνε μακριά
παράμερα τρομαγμένα;
Μήπως τα όνειρα είναι από ύλη φθαρτά
και τους φοβούνται τους πεθαμένους;
Γιατί εκεί που πρώτα ήτανε ένα σπίτι από κάτασπρο φως
είναι ένα σπίτι χιονιού
και στο κουδούνι σε φορείο κολλημένο το φεγγάρι…
………………………………………………..
Στο βυθό
ένα πρόσωπο απίστευτα οικείο
εκτυφλωτικά σκοτεινό
με σέβεται. Με προστατεύει.
………………………………………………..
Με επιταχυνόμενο πιό γρήγορο – πιο γρήγορο
πιο γρήγορα στις φτερούγες μου ρυθμό
μ’ ιδρώτα παγωμένο σιωπηρό
διασχίζω της πόλης τα λιμνάζοντα νερά
Η ώρα της προδοσίας ήρθε.
——————————————–
Θα γράψω ένα ποίημα
που θα μιλά για τους σκοτωμένους
να κλάψουν όλοι γύρω
μιάς ευωδιάς
που άκουγε μονάχα ο Μπετόβεν
τα κρίνα και τα γαρύφαλλα
στ’ όνομα του ελέους
των βολεμένων ποιητών
των ξεπουλημένων γραφιάδων
……………………………………
Λαμπρινή
Μου άρεσε πολύ η Δοιράνη (ιδίως το τέλος με την αμοίραστη νύχτα…) .
Καλογραμμένο και το “ο αγώνας των χωραφιών” . Εικόνες και μνήμες του κάμπου
Ευχαριστώ τον Γιώργο Ανυφαντή για τα θετικά του σχόλια.
Κύριε Σεραφείμ,είστε καταπληκτικός και πολύ ταλαντούχος!Μου θυμίζετε,Γεώργιο Βιζυηνό.Είναι ο αγαπημένος μου.
Ευχαριστώ για τα θετικά σας σχόλια. Θα ήθελα, αν ήταν δυνατόν να μάθω την προέλευση του επωνύμου σας. Το δικό μου προήλθε από το επώνυμο Χατζής επειδή κάποιος πρόγονός μου πριν την επανάσταση του 1821 επισκέφθηκε του Αγίους τόπους και σε ειδική τελετή οι εκεί ιερείς τον ονόμασαν Χατζή οι δε απόγονοί του Χατζόπουλοι.
Γειά σας και να είστε πάντα καλά.
Σεραφείμ