
ΓΡΑΠΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
Παρουσίαση
« Η γέννηση των ετερωνύμων μου οφείλεται σε ένα σοβαρό κομμάτι υστερίας που υπάρχει μέσα μου. Δεν ξέρω αν είμαι απλώς υστερικός ή αν είμαι, πιο συγκεκριμένα, ένας υστερικο-νευρασθενικός. Κλίνω προς την δεύτερη υπόθεση, γιατί υπάρχουν μέσα μου φαινόμενα αβουλίας που η κανονική υστερία δεν τα περιλαμβάνει στα συμπτώματά της. Όπως όμως και να έχει το πράγμα, η νοητική γέννηση των ετερωνύμων μου μπορεί να εντοπιστεί στην οργανική και μόνιμη τάση μου στην αποπροσωποποίηση και την προσποίηση. Τα φαινόμενα αυτά, ευτυχώς για μένα και τους άλλους, σ’ εμένα πήραν έναν νοητικό χαρακτήρα· θέλω να πω πως δεν εκδηλώνονται στην καθημερινή, εξωτερική μου ζωή, ή στην επαφή μου με τους άλλους· εκρήγνυνται μέσα μου και τα ζω μόνος με τον εαυτό μου. Έτσι όλα καταλήγουν στη σιωπή και στην ποίηση …»
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
Από τα δοκίμια που ο Αντόνιο Ταμπούκι έχει κατά καιρούς γράψει, στο ελληνικό κοινό είναι γνωστό μόνο το δοκίμιο Η γαστρίτιδα του Πλάτωνα γύρω από την ευθύνη των διανοουμένων. Ο Ταμπούκι υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής Πορτογαλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Σιένα, και στην ιβηρική λογοτεχνία έχει αφιερώσει πολλές μελέτες, κυρίως για τη μπαρόκ και τη σύγχρονη εποχή. Μεταξύ άλλων υπήρξε ένας από τους πρώτους μελετητές του Φερνάντο Πεσσόα, του οποίου το έργο μετέφρασε, μόνος ή με τη σύζυγό του Μαρία Ζοζέ ντε Λανκάστρε, ήδη από το 1970, όταν στην Ευρώπη ο μεγάλος Πορτογάλος ποιητής ήταν ακόμα άγνωστος.
Το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει τα γραπτά που ο Ταμπούκι αφιέρωσε στον ποιητή αυτόν που σήμερα θεωρείται μια από τις ιδιοφυΐες της λογοτεχνίας του 20 ου αιώνα. Τα γραπτά αυτά ανήκουν σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους – τα τελευταία είναι από ένα βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει μόνο στα γαλλικά, και ανήκουν σε μια περίοδο όπου ο Ταμπούκι δίδαξε σε ένα Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Πρόκειται για κείμενα που έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο για την ερμηνεία του Πεσσόα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα εκεί που ο Ταμπούκι εξηγεί ότι η ετερωνυμία δεν είναι ένα παιχνίδι, όπως πίστευε ένα τμήμα της κριτικής εκείνης της εποχής, αλλά ότι πρέπει να τη δούμε στο πλαίσιο του 20 ου αιώνα, σε σχέση με τον Πιραντέλλο και τον Τζόυς και τον Ματσάντο, καθώς και με τη μεγάλη προβληματική του φροϋδιανού «εγώ».
Η ποίηση του Πεσσόα είναι η πιο σύνθετη, επίπονη, τραγική (αλλά ταυτόχρονα διαυγής και ανελέητη) ανάλυση του ανθρώπου του 20 ου αιώνα: ενός ανθρώπου βασανισμένου που χλευάζει και αυτοχλευάζεται και που, στην αλήθεια και στην κακία του, στην υπερβολική χρήση του παράδοξου, στην ικανότητα να δηλώνει ειρωνικά το αντίθετο ενός αξιώματος που ήδη χρησιμοποίησε επίσης με ειρωνεία, δημιουργεί ένα ποιητικό έργο από τα πλέον επαναστατικά του 20 ου αιώνα.
Μοιάζει σχεδόν πλεονασμός να πει κανείς ότι στο τεράστιο και μυστηριώδες βιβλίο που ο Πεσσόα μας άφησε, το πιο αβέβαιο κέντρο, και σίγουρα το πιο επιτακτικό, είναι η ετερωνυμία. Μια ετερωνυμία κατανοητή όχι τόσο ως μεταφορικό θεατρικό καμαρίνι μέσα στο οποίο ο Πεσσόα κρύβεται για να προχωρήσει στις λογοτεχνικοστυλιστικές παρενδύσεις του· αλλά κυρίως ως ελευθέρα ζώνη, ως terrain vague , ως μαγική γραμμή, περνώντας την οποία ο Πεσσόα έγινε ένας «άλλος από τον εαυτό του» χωρίς να πάψει να είναι ο εαυτός του.
Μέσα από μια μεθοδική τοποθέτηση, που θυμίζει ψυχαναλυτική γνωμοδότηση, η ετερωνυμία δεν είναι τίποτε άλλο από μια θεματική μεταγραφή σε λογοτεχνία όλων εκείνων των ανθρώπων που ένας ευφυής και με καθαρό μυαλό άνθρωπος υποψιάζεται ότι είναι. Θα μπορούσε ίσως να προσθέσει κανείς ότι σε καμία άλλη εποχή ένας ευφυής και με καθαρό μυαλό άνθρωπος δε θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι είναι πολλοί άνθρωποι.
Η ετερωνυμία ή ο πολλαπλός άνθρωπος· ή επίσης, παραδόξως, η παθολογία και ταυτόχρονα η θεραπεία της μοναξιάς. Μοναξιά που είναι, κατά τα άλλα, η άλλη πλευρά και ερμηνεία του ετερωνυμικού συστήματος, και μαζί με το Εγώ (και άμεση συνέπειά του) ο άλλος μεγάλος πρωταγωνιστής του 20 ου αιώνα.
Είναι ένας τέλειος φουτουριστής (ή κυβιστής ή συγχρονιστής), αλλά ξαφνικά μια φράση, ένας υπαινιγμός, ένα κλείσιμο του ματιού του, θέτουν υπό συζήτηση τον Φουτουρισμό, τον Κυβισμό, τον Συγχρονισμό. Ο Πεσσόα είναι ένας ιδιαίτερος μουσικός εκτελεστής: παίρνει μέρος στην ορχήστρα και εκτελεί τη συμφωνία που η εποχή του επιβάλλει να παίξει. Κάποια στιγμή όμως, εκεί που δεν το περιμένουμε, το όργανό του βγάζει μια νότα (έστω μία μόνο) που θέτει υπό αμφισβήτηση όλη την παρτιτούρα.
Γύρω από αυτούς τους κανόνες και τους πάντα νέους συνδυασμούς, δηλαδή γύρω από την ουσία του «παιχνιδιού» του Πεσσόα, την αληθινή του προσποίηση, επικεντρώνεται, πιστεύω το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων που δημοσιεύονται σε αυτήν εδώ τη συλλογή. Δεν έχουν την απαίτηση να προσφέρουν μια οριστική εικόνα του ποιητή με τα χίλια πρόσωπα. Άλλωστε πιστεύω ότι ο Πεσσόα απαιτεί αναγνώσεις ικανές να απορρίπτουν κάθε αλαζονική ερμηνεία, ενώ αντίθετα επιζητεί αναγνώσεις ικανές να τον ακολουθήσουν σε έναν υποθετικό χώρο. Ακριβώς ως κριτικές υποθέσεις θα ήθελα να διαβαστούν αυτά τα κείμενά μου για τον πιο μυστηριώδη ποιητή του 20 ου αιώνα.
ANTONIO ΤΑΜΠΟΥΚΙ










Η (πολλαπλή) ετερωνυμία του Πεσσόα μπορεί να λειτουργήσει ως κυματοθραύστης απέναντι στον ωκεανό της υποκρισίας, μέσα στον οποίο ζούμε, γράφουμε και διαβάζουμε, προσπαθούμε να συνεννοηθούμε… Ενας μικρός κυματοθραύστης. Φυσικά και εκ των πραγμάτων, και εκ των προσώπων, καταδικαστικά εις μάτην…
Μια γνώμη να αποθέσω εδώ.
Εάν δεν υπήρχε εκείνο το εύρημα (αναγκαστικό ή όχι, λόγω ψυχοπαθολογικής έως και σχιζοειδούς προσωπικότητος-και συγχωρήστε μου τους όρους, δεν τους επινόησα εγώ, τα διάβασα κι απλώς τα αναφέρω) με τους ετερώνυμους, θα ήταν τόσο αναβαθμισμένος κι αναγνωρισμένος πλέον, ο Πεσσόα; Και δεν μιλώ για την χώρα μας που συχνά υποκύπτει σε μόδες κι εισάγει “ρεύματα” και δημιουργούς, αλλά και για άλλες.
Προς θεού, δεν επιθυμώ να μειώσω ούτε στο ελάχιστο το έργο του Πεσσόα με αυτήν την παρατήρηση (το έργο του είναι εκπληκτικό κι αποδεικνύει ότι το ταλέντο υπερχειλές ευρίσκεται στις ιδιοφυίες, σε άτομα που δεν βρίσκονται στα μέτρα και στα σταθμά των υπολοίπων), αλλοίμονο, απλώς ένα ερώτημα έβαλα. Μήπως δηλαδή για να “πιάσει” κάποιος, να καταξιωθεί, δεν αρκεί μόνον το ταλέντο που διαθέτει, αλλά και κάποιο είδος μάρκετινγκ, μια φρέσκια ιδέα ολοδική του που θα αφυπνίσει το κοινό, κάτι διαφορετικό να τους εξιτάρει και να στρέψουν την προσοχή τους επάνω του.
“Ο ποιητής είναι ένας υποκριτής
Υποκρίνεται τόσο απόλυτα που φτάνει να υποκρίνεται πως είναι πόνος ο πόνος που νοιώθει αληθινά”
Και μέσα στο οξύμωρο αυτό, στέκομαι στο απόλυτο της φράσης: ο ποιητής είναι ένας υποκριτής.
Αυτό είναι; Ο πετυχημένος ποιητής είναι αυτός που προσποιείται και διογκώνει μέχρι και το ελάχιστο των συναισθημάτων του για να εντυπωσιάσει το κοινό, για να κερδίσει σταθερό ακροατήριο;
Αυτό είναι ο ποιητής; Ένας ηθοποιός; Και πού είναι το ήθος που θα ποιήσει;
Θα έπρεπε να έχει ανάγκη ένα κοινό, ένα οποιοδήποτε κοινό ο ποιητής; Τελικά για ποιον γράφει, για τον εαυτό του ή για την ματαιοδοξία του;
”Εάν δεν υπήρχε εκείνο το εύρημα”, αν αγνοήσουμε, δηλαδή, όλα τα ετερωνυμικά του έργα και μείνουμε αποκλειστικά σε ό,τι υπέγραψε με το πραγματικό του όνομα, νομίζω ότι χωρίς κανενός είδους μάρκετινγκ ή κόλπα υποκριτικά, το ποιητικό έργο του Πεσσόα μπορεί να σταθεί άνετα και δίκαια και εν πολλοίς ισότιμα δίπλα σε εκείνα του Καβάφη ή του Ωντεν.
”Νομίζω”, λέω πάντα, γιατί ο θεός (εκείνος, που απέλειπεν Αντώνιον) ας με φυλάει – όχι από την γλώσσα των ετερωνύμων αλλά από εκείνη την άλλη, την ανεξέλεγκτη, των ψευδωνύμων…
Ignis
“Mην προσπαθείτε να εξάγετε συμπεράσματα”
Ο άγιος Φερνάντο Πεσσόα “πέθανε επιτέλους ένας και μόνος”
Και το Βιβλίο Της Ανησυχίας ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Σας θυμίζω την ποιητική κατακλείδα “ΠΟΙΟΙ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΝΕ” του Θωμά Γκόρπα
“Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…
Ο “άλλος” Μονωδός
Κύριε Λυκοτραφίτη, δεν θα μιλούσα ποτέ είτε για σας είτε για ανθρώπους του επιπέδου σας και του επιπέδου αυτής της ιστοσελίδος. Απλώς επειδή και η γνώση είναι στα χέρια οργανισμών με στόχο το κέρδος, αναρρωτώμαι αν είναι εύκολο να φτάσει κάτι εκλεπτυσμένο στα χέρια των πολλών. Για τους πολλούς μιλώ, για το κοινό. Εάν κρίνει ένας εκδότης, ένας εκδοτικός οργανισμός ότι κάποιος θα πουλήσει, πάει καλά. Αν δεν είχε αυτοκτονήσει η Σύλβια Πλαθ θα είχε φτάσει να κάνει αυτές τις εκδόσεις στην μικρή μας πατρίδα, θα είχε κριθεί κατάλληλη να “πουλήσει” έτσι και να χαρακτηριστεί μέχρι κι εδώ η μεγαλύτερη ποιήτρια του 20ου αιώνα; Πόσο εύκολα κολλάμε ετικέτες σε ανθρώπους με μόνον κίνητρο να δελεάσουμε άλλους…. Και εν ζωή, τι κέρδισαν και οι Πεσσόα και Πλαθ; Πόσο εκτιμήθηκε η διάνοια και το ταλέντο τους; Πόσο ρημαγμένοι άνθρωποι ήσαν και μοναχικοί, αντιδρώντας (ή μη αντιδρώντας) ο καθένας με τον τρόπο του; Πόσο πικρά έζησαν, ποιοι επιτέλους όσο ήσαν εν ζωή βρέθηκαν να τους εκτιμήσουν έστω και το ένα δέκατο από όσο τους αποτίμησαν μετά τον θάνατό τους;
Αυτό στηλιτεύω, το να μας κάνει κάποιος αν μας εξυπηρετεί, και να τον αφήνουμε στην άκρη αν δεν έχουμε κέρδος να βγάλουμε. Και όχι εμείς οι αναγνώστες, εμείς βρίσκουμε ό,τι κάποιοι άλλοι θέλουνε να βρούμε. Αυτό είναι το άσχημο, οι άλλοι να μας δεσμεύουν μέχρι και την ευρύτητα της μάθησης.
Ο Ποιητής είναι βορά για άγρια θηρία. Είτε σύγχρονά του, είτε μεταγενέστερα. Για αυτό τον λυπάμαι, άοπλος απέναντί τους αποτίθεται. Τα ψήγματα ψυχής του, εκθέτοντας….
Αγαπητέ μου Μονωδέ
Δεν σας έθιξα τα ιερά σας….μια απορία ήταν απλώς, που θεώρησα ότι ίσως άξιζε να την μοιραστώ μαζί με τους σκεπτόμενους αναγνώστες αυτού του ιστότοπου
Κανείς αφορισμός για ένα τέτοιο ιερό τέρας της γραφής.
Μόνον μια ένσταση στο σχόλιό σας, δεν υπάρχουν άγιοι. Οι ποιητές μακράν της αγιοσύνης βρίσκονται, ακόμα κι αν εκεί στον κλωβό της σαν τον Πεσσόα αναγκάζουν το σώμα τους να βρίσκεται. Η ψυχή τους, επειδή νοιώθει και πάλλεται γράφοντας, πάντα θα είναι βυθισμένη στην μεγαλύτερη αμαρτία, αυτή των αισθήσεων.
Αγαπητή,
για μένα ή για άλλους ανθρώπους του δικού μου (αμφιλεγομένου) επιπέδου, μιλήστε όσο θέλετε.
Η ένστασή μου αφορούσε, κυρίως, τον Πεσσόα, επειδή εκείνος, πλέον, μάλλον δύσκολα θα μπορούσε να σας απαντήσει… (Εγώ πιστεύω πάντα στα φαντάσματα, κανένα όμως δεν με έχει τιμήσει, ακόμη, με την παρουσία του…)
Συμφωνω· η υπεραξιωση του Πεσσοα ή του Καβαφη ειναι σημειο των καιρων. Ποιος απολαμβανει σημερα τον Camões;
O Πεσσοα εχει ενα λογο για ολους μας:
“Μια μερα ισως καταλαβουν οτι επιτελεσα οσο κανεις αλλος το εγγνες καθηκον μου να γινω ο ερμηνευτης ενος μεγαλου μερους του αιωνα μας. Κι οταν θα το καταλαβουν, θα πρεπει να γραψουν οτι στην εποχη μου δεν με καταλαβαν, οτι δυστυχως εζησα αναμεσα στην αδιαφορια και την ψυχροτητα, κι οτι ηταν πολυ κριμα που μου ελαχε αυτο. Κι αυτος που θα το γραψει αυτο θα ειναι, την εποχη του που θα το γραψει, ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ, οπως αυτοι με περιβαλλουν σημερα, τον αντιστοιχο μου εκεινη την μελλοντικη εποχη.”
Σας θαυμάζω, Ζώιλε, ειλικρινώς:
Ενώ υποτιμάτε παντελώς το τονικό σύστημα της νεοελληνικής, παρά τούτο, τονίσατε άριστα τον Καμόες. (Αναρωτιέμαι πού τον θυμηθήκατε…) Κάτι τέτοιο, οπωσδήποτε δεν θ’ άφηνε ασυγκίνητο τον Πεσσόα!
“Ενώ υποτιμάτε παντελώς το τονικό σύστημα της νεοελληνικής, παρά τούτο, τονίσατε άριστα τον Καμόες. (Αναρωτιέμαι πού τον θυμηθήκατε…) Κάτι τέτοιο, οπωσδήποτε δεν θʼ άφηνε ασυγκίνητο τον Πεσσόα!”
Copy-paste απο την wikipedia. Δεν γνωριζω πορτογαλικα. Ο θαυμασμος ειναι αμοιβαιος. Ευτυχως εσεις δεν ψαρωνετε (:στο μελλον κανεις δεν θα θυμαται το Σολωμο, ολοι θα μυρηκαζουν την τελευταια αντιστοιχη Δημουλα η τον αυτοχειρα της εποχης). Μια ιδανικη προσωπογραφια μου:
“Μητε βαθυς στες σκεψεις ηταν, μητε τιποτε./Ενας τυχαιος, αστειος ανθρωπος.”
Διορθωνω απο ψωροπερηφανεια: μηρυκαζουν
Κι εγώ που είχα ελπίσει σ΄έναν υπόγειο αθέλητα ηθελημένο συνειρμό με τον Μύρη!…
Γιατί το διορθώσατε;
Με τον καβαφικο ή τον αλλον;
O δευτερος παραπονιεται οπου δει γιατι κανεις δεν επαινει τον μεταφραστικο οργασμο των εκδοσεων “Ηριδανος”.
Ο πρωτος μας παραδοθηκε πεθαμενος και “για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος”. Ακομη ζω –ή ειμαι οπως εγραφη νεκροζωντανος;–και ειναι φανερο οτι η εξωθεν καλη μαρτυρια με πολυνοιαζει.
Επαναλαμβανω, διορθωσα απο ψωροπερηφανεια ή
Η πριγκιπισσα Ζενια διαφερει απο την original Ζενα οσο ο φαντης απ’ το ρετσινολαδο.
“Μόνον μια ένσταση στο σχόλιό σας, δεν υπάρχουν άγιοι. Οι ποιητές μακράν της αγιοσύνης βρίσκονται, ακόμα κι αν εκεί στον κλωβό της σαν τον Πεσσόα αναγκάζουν το σώμα τους να βρίσκεται. Η ψυχή τους, επειδή νοιώθει και πάλλεται γράφοντας, πάντα θα είναι βυθισμένη στην μεγαλύτερη αμαρτία, αυτή των αισθήσεων”
Ignis
Ερίτιμος κυρία μου
Πολλαπλασιάζω το επιτίμιο για την ασέβειά σας
Ποίηση
Αρένα των στιγμών
Όπου οι μάρτυρες της γραφής
Κατασπαράζονται από τα θηρία των αισθήσεων.
Και τώρα μπορείτε να με κατηγορήσετε για Βερμπαλισμό και να με λιθοβολήσετε
Όμως ένας Μονωδός που σέβεται τον εαυτό του
ποτέ δεν άδει εν χορώ.
Monody
Αξιότιμε κύριε
Αντιλαμβάνομαι.
Μα ποτέ δεν θα κατεδίκαζα έναν Μονωδό να άδει εν χορώ εις οιονδήποτε χώρο.
Του προσφιλέστατού σας Πεσσόα το ανάγνωσμα:
Για να σε χαιρετίσω
Για να σε χαιρετίσω όπως σου πρέπει,
Τους στίχους μου πρέπει να κάνω άλογο,
Τρένο,
Σαΐτα,
Βιασύνη,
Του κόσμου τα πράγματα.
(Είδατε; σας τιμώ, δεν σας λιθοβολώ)
Σχόλιο που αφορά προηγούμενες τοποθετήσεις της 7ης Απριλίου και πλέον έχουν “παραγραφεί” ή αφαιρεθεί πιθανόν ως κίνηση καλής πρόθεσης ή διάθεσης.
Αγαπητέ κ. Αραβανή: Δεν επιζητώ να κάνω διάλογο μήτε και αποσκοπώ σε απόκριση από την πλευρά σας, ή την πλευρά οποιουδήποτε. Δηλώνω επίσημα (όχι μόνο για σένα μα και για κάποιους που έχουν σαν χόμπι να καταχωρούν διάφορα στη στήλη των σχολίων), πως είμαι μέλος μιας πολύ μικρής κοινωνίας όπου ανταλλάσσουμε τις απόψεις μας και τελευταία αποφασίσαμε να καταθέτουμε ορισμένες απʼ αυτές και στο Ποιείν – λόγω του σεβασμού και της εκτίμησης που τρέφουμε στο πρόσωπο και το έργο του Σωτήρη Παστάκα, και μόνο. Κάνουμε και χρήση του ίδιου υπολογιστή γιατί, καθώς είναι ευρύτερα γνωστό, μόνο ένας από μας διαθέτει internet και το χρησιμοποιούμε τα σαββατοκύριακα από κοινού• το γράφω μη τυχόν και ρωτήσει κανείς γιατί καθυστέρησα τάχα να απαντήσω.
Άκουσε λοιπόν: το τι μπορεί να συμβαίνει στη διαχείριση των εισερχομένων του Ποιείν δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω, και το πώς εσύ φροντίζεις να κάνεις τη δουλειά σου δεν με αφορά στο παραμικρό. Εκείνο που με αφορά είναι η εμπάθειά όχι μόνο προς εμένα μα και προς εκείνους που ξέρουν τα πράγματα καλύτερα από σένα, και από μένα. Πολλοί από τους γραφιάδες που συμμετέχουν εδώ κάνουν το σώβρακο του Σεφέρη σφεντόνα και νομίζουν πως για να είναι κάποιος ποιητής δεν χρειάζεται παρά να πάρει μια κόλλα χαρτί και να αρχίσει να γράφει.
Επικεντρώνομαι λοιπόν προς πάσα δημιουργική φαντασία: απαντώ ξεκάθαρα και δημόσια πως, όταν άνοιξα εκείνη τη νύχτα το Ποιείν βρήκα μπροστά μου, μεταξύ άλλων, και το σχόλιο του κυρίου Βουρλιώτη. Και επίσης δημόσια σου απαντώ πως συμμερίζομαι τις θέσεις του σε μεγάλο βαθμό.
Αντιλαμβάνεσαι πως το τι σχολιάζει κανείς, καθώς και το περιεχόμενο των σχολιασμών του, είναι δική του δουλειά και δική του ευθύνη παράλληλα. Δεν σου πέφτει λόγος, δεν μου πέφτει λόγος. Όπως και ο τρόπος με τον οποίο θα συμμετάσχει κάποιος στο site αφορά μόνο τον ίδιο. Ως εκ τούτου η στάση οποιουδήποτε δεν με αφορά και δεν είμαι ο «Βουρλιώτης», αν κάτι τέτοιο νομίζεις.
Αντίληψη στον πάγο. Εμένα βρήκες να μου προσάψεις; Την «ερώτησή» σου για το πώς είναι δυνατόν να γνωρίζω την ύπαρξη του σχολίου δεν την κατανοώ, και αυτό διότι το σχόλιο βρισκόταν εντός πλαισίου, on line που λέμε, τουλάχιστον μέχρι νωρίς το πρωί (γύρω στις 5) της Δευτέρας 7/4. Παραπέρα δεν γνωρίζω και δεν έχω λόγους να γνωρίζω τίποτε άλλο.
Αλλά γιατί θες τόσο πολύ να μάθεις ποιος «κρύβεται» από πίσω; Ή αν ο κύριος Βουρλιώτης βρισκόταν δίπλα μου ενόσω καταχωρούσε τον σχολιασμό του; Αν παράλληλα σχολιάζαμε το ζήτημα το χειρισμού της συγκατοίκησης όλων αυτών των ετεροτήτων στο Ποιείν; Αυτό θα μας καθιστούσε συμμορία;
Εσένα αυτή είναι η δουλειά σου; Ακόμη κι αν το «Βουρλιώτης» είναι ψευδώνυμο (που ανάθεμα, γιατί ο άνθρωπος είναι σε κάποιους γνωστός) τι πρόβλημα έχεις; Σχεδόν όλοι με τους οποίους επικοινωνείς στο site δεν χρησιμοποιούν ψευδώνυμο; Και μήπως δεν είναι γνωστό πως ανά περίπτωση καλούνται ορισμένοι να σχολιάσουν εσπευσμένα προς άμεση υποστήριξη; Και αρκετοί δεν παίζουν διπλό ρόλο; Εδώ εγώ ο ίδιος ανακάλυψα, σε δύο διαφορετικές σελίδες του Ποιείν αντίστοιχα, δύο σχόλια που δεν είναι δικά μου και όμως φέρουν την υπογραφή μου. Θα βάλω το FBI να ερευνήσει; Ή θα το χρησιμοποιήσω για να «ξετινάξω» τον ανόητο για όσα έγραψε; Όχι, άλλαξα ρότα στα σχόλια συνεχίζοντας να γράφω κι εγώ υπογράφοντας με το όνομά μου. Αυτό τον σταμάτησε.
Μάλλον έμοιασε καλή ευκαιρία να «εκτεθεί» κάποιος που χαλάει την εικόνα εντός της οποίας ορισμένοι αιθεροβατούν. Η οποία, ας επισημανθεί, δεν θεωρώ πως αφορά συλλήβδην το Ποιείν. Υπάρχουν και άνθρωποι που ξέρουν καλά τι γράφουν ή που δεν τους ενδιαφέρει να σχολιάζουν κατά κόρον.
Η κόντρα όσο σκληρή κι αν είναι οφείλουμε να λειτουργεί μόνο εντός των ειδικών σχολιασμών που παραθέτουμε και δεν υπάρχει λόγος να αφορούν σε προσωπικά στοιχεία του «υπογράφοντος». Αν βέβαια πιστεύει κανείς πως κι αυτό μπορεί να ωφελήσει στην ανάδειξη της ποίησης, ενημέρωσε τους πάντες να πράξουν αναλόγως.
Δυστυχώς, αν και θα κάνω προσπάθεια να συμβεί το αντίθετο, ο κύριος Βουρλιώτης, ο κύριος Μάνζελος και κάποιοι ακόμη με τους οποίους συμφωνώ σε πολλά σημεία, δηλώνουν την έντονη δυσαρέσκειά τους σιωπηλά και πιθανότατα θα σταματήσουν να γράφουν στο Ποιείν ακόμη δεν ξεκίνησαν. Όσον αφορά όμως εμένα, θα συνεχίσω να στέλνω κείμενα στο Ποιείν και να σχολιάζω όταν θα έχω λόγο να το κάνω, πάντα με τη δική μου υπογραφή, με μοναδική από πλευράς μου προϋπόθεση να υφίσταται ως κύριος υπεύθυνος του site ο Σωτήρης Παστάκας. Θα συνεχίσω επίσης να παροτρύνω και όσους εκτιμώ, να συμμετέχουν κι αυτοί. Είτε γράφουμε ανά δεκαπέντε στον ίδιο υπολογιστή, ή ο καθένας μόνος του μέσα στην καλογερική που διάγουμε.
Μέσω μιας τέτοιας πίεσης θα αποκτήσει δυναμική ο διάλογος, όχι με τις εκατοντάδες αλόγιστες φιλοφρονήσεις για αυτούς που στέλνουν τα μη-ποιήματά τους (που καλώς κάνουν και τα στέλνουν, και καλώς δημοσιεύονται)• που προφανώς δεν έχουν περάσει από το μυαλό κάποιων α) πως θα οδηγήσουν εκείνους στην παράκρουση και β) θα δημιουργηθεί μία (ακόμα) εντελώς αδόκιμη συγκριτική αναφορά για την ποίηση, καθηλώνοντάς την μεταξύ του λουριού της μάνας και της λογιστικής διάταξης προσώπων και συναισθημάτων στη μνήμη.
Κάλλιο να μου έλεγες να πίναμε ένα ποτό και να το συζητούσαμε.
Κύριε Λειβαδά,
Το Ποιείν του αγαπητου σας κύριου Παστάκα (και δυστυχώς ή ευτυχώς και δικό μου) είναι ανοικτό σε πρόσωπα-σχόλια-ψευδώνυμα κτλ. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Και φαίνεται αν τα εφαρμόζουμε.
Ως προς το 50% του Ποιειν που μου αναλογεί, θα συνεχίζω να μην κρύβω πρόσωπα και καταστάσεις όταν δεν φέρονται έντιμα (και έχω στοιχεία για αυτό) είτε αυτοί είναι ξένοι είτε είναι πολύ φίλοι μου. Όπως απαιτώ να κάνουν και αυτοι για εμένα.
Και ακριβώς επειδή σεβάστηκα το κρασί που ήπιαμε εκείνο το Σάββατο, σας ρώτησα δημοσίως.
Ως προς τις αναρτήσεις νέων-αγνωστων ανθρώπων για τις οποιες γίνεται λόγος, πράγματι θέλει πολύ λεπτους χειρισμούς. Αλλά μας σταυρώσατε πολύ γρήγορα. Και ξεχάσατε τα 800 πόστ που προηγήθηκαν.
Το μέλλον είναι εδώ, τα σχόλια ανοικτά.
Αγαπητέ φίλε, παραβιάζω την αποχή μου: σε όσα αναφέρεις δεν διαφωνώ σε τίποτα. Δεν βιάστηκα, ούτε και είδα όμως κανένα ποστ. Επαναλαμβάνω ότι δεν έχω καθημερινή δυνατότητα επαφής με το διαδίκτυο. Ενημερωθήκα όπως ενημερώθηκα και ένιωσα πως προσβλήθηκα βαθιά. Δεν έχω να προσθέσω τίποτε παραπάνω απ’ όσα ήδη καταχώρησα. Θέλω να πιστεύω πως σχετικά με την δεοντολογία που ακολουθώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Από πλευράς μου λοιπόν το θέμα έχει λήξει. Ευχαριστώ.
ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Έχει το ποίημα ζωή πριν από εμάς;
Μήπως το ποίημα είναι αρχέγονος σπόρος
που με τη γέννησή μας
ελπίζει κάποτε να σπαρθεί σε γόνιμο έδαφος;
Έχουμε εξουσία ζωής ή θανάτου επί του ποιήματος;
Εμείς διαλέξαμε το ποίημα ή αυτό εμάς;
Δια βίου μοχθούμε για την ανάπτυξη του ποιητικού δέντρου
Τις εποχές της ανομβρίας σταλάζουμε στις ρίζες του
το νάμα των δακρύων μας
Συλλέγουμε και γευόμαστε τους καρπούς του
Πλην κάποιων που για την απόκτηση μάταιου πλούτου
ενίοτε τους εκθέτουν προς πώληση
Κι όταν μας αγγίζουν οι μέρες των παγετών
οι αδύναμοι της αντοχής
τσακίζουν τα κλαδιά του
και τα καίνε για να ζεσταθούν
Τότε μόνο πεθαίνει το ποίημα
Υ.Γ.
Για να μάθεις να νιώθεις, πρέπει η ποίηση να σε έχει σκοτώσει
και να σε έχει αναστήσει χίλιες φορές.
Παρ’ όλα τα ανωτέρω (κυρίως του πρώτου μέρους των σχολίων, εάν θα μπορούσαν να διακριθούν σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις -ίσως όχι λίγο αυθαίρετα), και για να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, όπως γράφει χαρακτηριστικά -και μάλλον λίγο οδυνηρά- ο Κουτσουρέλης, το έργο του Πεσσόα, όπως και του Καβάφη, εξ αιτίας ακριβώς της βαρύτητας αλλά και του ιδιάζοντος/ιδιομόρφου χαρακτήρα του, συνέτεινε τελικά στην αφάνεια της πορτογαλικής λογοτεχνίας εν γένει. Ποιός ξέρει σήμερα άλλους πορτογάλους λογοτέχνες του 20ού αιώνα εκτός του Πεσσόα, με τον τρόπο που ποιός ξένος ξέρει άλλους έλληνες πλην του αλεξανδρινού;
Και παραφράζοντας, πολύ λίγο, τον πιο πάνω κριτικό, “ο Πεσσόα δεν είναι παρά η ευχάριστη εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον πικρό κανόνα” (της μοναξιάς των πορτογαλικών γραμμάτων).