lafelicitanellapoverta.jpg

321

Εδώ
ίσως χωράει ένα κλαδί ελιάς
λίγα δάκρυα, λίγες σταγόνες δροσιάς, λίγες σταλαγματιές αίμα
κι ένα μικρό απάγκιο για τους διωγμένους βοριάδες.
Ελάτε παιδιά μου
γυναίκα εγώ
σας γέννησα στην οδύνη της θάλασσας
στον αφρό του μανιασμένου πελάγου
κάτω από ένα μικρό ύφαλο, ένα ανεπαίστητο βουνό κάτω,
από τα όρια του γνωστού κόσμου
πέρα
από το ψηλαφητό της ευτυχίας στην καταχνιά μου
ναι, ξανά και ξανά θα το λέω,
εκεί όπου τίποτα, πέρʼ απʼ τη γέννησή σας,
δεν ήταν νʼ απαντέχω.
Ξέρω μονάχα
πως ένας κλώνος ελιάς θα σφραγίσει μια μέρα την πατρίδα μου και τη γενιά μου
θα σημαδέψει μια για πάντα την καρδιά μου.

Δημοσιευμένο στο Περιοδικό Ευθύνη και στο www.e-missos.gr


441

Προσευχή

Χαρισμένο στο Θωμά Καραχάλιο

Μάθε με να είμαι υπεράνω
του υψηλού κινδύνου και των πράξεων.
Να μεθάω με την πραγματικότητα, να νήφω με τα όνειρα, να εκφράζω γλώσσες, να ανασταίνω χώματα,
να υπάρχω.

Να υπάρχω μέσα στις σπόρους και τα μικρά ζωντανά,
να κοιμάμαι σα φύλλο μέσα σε ρυάκι,
να πεθαίνω για λίγη ειρήνη, να πολεμάω για λίγη ευτυχία.

‏2003‏‏-‏11‏‏-‏06‏
446

Σʼ ανοίγω στο κουρασμένο μου φως σαν λεπίδι
Κι ανασαίνω των πόρων τις ευωδιές
ακροβολιστής τυφλός – σιωπηλός όσο η ομίχλη.
Σκοτεινός όσο η ομίχλη. Φωτεινός- καθαρός όσο της μοίρας η κάθε απόφαση.
Δίνω στο δάκρυ σου παρουσία
Σταλάζω στη δροσιά σου ένα ρεφραίν
Δις, δις, τρεις, δις, δις, τρεις…
Πυροκροτώ την εσπερινή σου θυσία, την πρωινή σου ματιά

Επικροτώ και πλέκω ακροστιχίδες του θανάτου. Εδώ μαζεύω τις λέξεις. Μα ούτε μια δε μιλά. Κοντολογίς απλώνω τα δίχτυα. Τα ψάρια μου κοιτούν τραυματισμένα.
Μέσα στα μάτια αναγνωρίζω τη ζωή τους, ξεπλένω στης οργής μου το αίμα, στη θάλασσα ίσα που προλαβαίνω να τα στείλω πάλι ζωντανά,
και οι λέξεις μου και πάλι δε μιλούν.

Και πάλι
νοσταλγώ να μιλήσω με κάθε ηχώ, με κάθε στάχυ που μουρμουράει στην πεδιάδα
Και πάλι
νοσταλγώ να στήσω κουβεντούλα με τους ανεμόμυλους και κάθε τοίχο τραυματισμένο.
Προφέρω λέξεις σιωπηλές, φορτωμένες ευτυχία, ακόντια, πυροτεχνήματα.

Έγινα έμπορος όπλων. Εμπορεύτηκα το φορτίο των λέξεων και τις εσπερινές θυσίες μέσα σε κάθε όνειρο. Τώρα μπορώ νʼ απολυθώ, τα μεταξένια μου σκοινιά να σκίσω, μια μάλλινη τριχιά βαριά να ζώσω,
και είναι τούτʼ η ζεστασιά του θανάτου πιο τρυφερή από των όπλων στις φλογισμένες άκρες.

19‏2003‏‏-‏11‏‏-‏‏

468

Ήταν ένα όμορφο πρωινό –
καθόταν στις πάχνες και κοιτούσε.
Ένιωθα κι ανταπέδιδα. Το ίδιο συναίσθημα του χαλκού.
Δηλαδή, φίλε, ένα μετέωρο βάρος. Δε θέλησε να μʼ αγγίξει, δε με πλησίασε.
Τις σιωπηλές του άκρες μετά είδα κι αυτές μετέωρες, αιχμάλωτες σαν κυρα-φροσύνες
Ευφροσύνες… καλότυχες στʼ όνομα, σαν τον θανάση που δεν πέθανε, σαν τον αργύρη που δεν πρόδωσε,
Με λένε ευτυχία, με λένε ευτυχία…
Το ξέρεις;
Το πρωινό με κοιτάζει και δεν το υποψιάζεται
πλουτίζει σκοτάδι, πετρώνει. Δε θα ʽναι τίποτα, ούτε μια λέξη. Σε λίγο το πρωινό στέκεται στην έρημη νυχτιά και χαμογελάει. Υπάρχει μια γωνιά και γιʼ αυτό, απέναντι στέκεται μια γυναίκα έρημη, ένα γυμνό κορίτσι, για κάποιον κι αυτός για κείνην, ματιά απλή και τρυφερή.
Τίποτα πια δε μας χωρίζει, απʼ το πρωινό και την πάχνη του: το φάντασμα του κορμιού σου βρίσκεται ακριβώς πάνω στην ύπαρξή μου.
Επίστευσα, διό ελάλησα. Εγώ είπα, πας άνθρωπος ψεύστης.
Πάγωσα, μʼ άφησες μοναχή στη νύχτα σου. Τώρα πια ακούω των πουλιών το διάλογο. Διαπληκτίζονται πάνω στη μέρα και πάνω στην αλήθεια, διεκδικούν βαθιά τον έρωτα.
Περνά το πρωινό, απορεί. Νόμισε πως πλούτισε κάποτε. Τώρα;
Στη λίμνη η κυρα-φροσύνη ερωτεύεται ξανά.
Ο αργύρης γίνεται ιούδας
Ο θανάσης τελειώνει
Κι εμένα με λένε νύχτα.

‏2004‏‏-‏02‏‏-‏28‏
Δημοσιευμένο στο Λάθος τρένο. Τίτλος: κυρα-φροσύνες. σελ. 23, νομίζω και στο λέξημα


571

Τσουγκράνα λέξη

Σήμερα θα σε σφάξω ενθύμιο, αφού στα μαύρα πρώτα θα ντυθώ.
Με χαιρεκάκια θα σου ψάλλω νεκρώσιμες βρισιές, θα βγάλω στο κατόπι τις πομπές σου, λέγοντας:
Περάστε τυφλοί, χωλοί, χολεριασμένοι, άσεμνοι, ματαιόδοξοι ρομαντικοί! Πιείτε!
Ένα πικρό καφέ-πραμάτεια γύρω στα δέντρα που κλαίνε, τις ρίζες που νιώθουν στενάχωρα, τα κομμένα κλαδιά στο βάζο μου!
Πιείτε, καθώς θα πίνω τη πομπή σας αναρτημένη στα κλειστά, απολαυστικά μου μάτια.
Λάθος επίθετο. Λάθος επίθεση. Λαθεμένα, όλα λαθεμένα.
Θα σε σφάξω ενθύμιο, και θα βαφτίσω τα εντόσθια ντροπή, το σώμα επιθυμία, το αντρείεμα πόθο.
Πόθο.
Τσουγκράνα λέξη, ξέσκεπη ελπίδα. Πως δε θα δω, πως δε θʼ ακούσω, πως δε θα ζήσω.
Ελπίδα πως το ενθύμιο είναι αυτό που δεν έζησα, πως τα δάκρυα ήταν πάντα, μέχρι το τέλος μάταια, πως τα μάτια ήταν απʼ την αρχή σφραγισμένα. Ό,τι κι αν είδαν. Ό,τι κι αν πόθησαν. Ό,τι κι αν έκλαψαν.
Τις μικρές πέτρες με τη τσουγκράνα τις χαϊδεύω καθώς σε σκάβω κατοικία μου. Κι αν θάψω στο κατώφλι μου, κι αν σου ποτίσω κυπαρίσσι,
θυμίαμα από μένα δε θα ιδείς.
Βλαστήμια η κάθε σου ώρα.
Ξάγρυπνο μίσος, ξάγρυπνο στης γλύκας το κατόπι. Το κυνήγι της ευτυχίας τελείωσε. Υψώθηκαν πύργοι ανάπαυσης. Δε θα σε δω. Δε θα σʼ ακουμπήσω.
Πριν γεννηθώ για σένα, νεκρή με είχαν στολίσει,
Κι η φορεσιά ανέπαφη, σʼ ένα παρθένο ενθύμιο θα καταρρεύσει, ένα κουτί με λέξεις κι ένα στεφάνι αγκάθια.

‏2005‏‏-‏11‏‏-‏26‏
Δημοσιευμένο στο Λάθος τρένο. Τίτλος: ανέπαφη. σελ. 40

619

Ας τα πάρουμε ξανά μπροστά.
Να τα βάλουμε σε κουτάκια, μην ξεφύγει κανένα.
Τα κουτάκια ας είναι ανοιχτά σα μικροί, ταχτοποιημένοι,
Ορίζοντες.
Άντε τώρα να βρεις μια κουβέντα τόσο εύθραυστη.
Ορίζοντας, και να εννοείς ανοιχτός! Και πώς να τον ορίσεις!
Κιόλας ένα κιγκλίδωμα. Βουνά στο βάθος. Κιόλας το χάος να υπάρχει εδώ, ανοιχτό το κουτί και μπροστά η πεδιάδα. Σαν τεράστιο πηγάδι.
Πρόσεχε λίγο πώς μιλάς, θα παρεξηγηθείς.
Το είδες; Σε παρεξήγησαν. Σου είπαν: ζήσε.
Ήξεραν αν ήθελες; Κάθε προστακτική με ταράζει, όπως το ξεκίνημα αυτοκινήτου σε πάρκιγκ, σιωπή, μέσα στη νύχτα…
Χτες ονειρεύτηκα.
Πως είχα φίλους. Η ώρα, περίκλειστη-κλειστή, δεν πρόλαβα.
Να δω το πρόσωπο της ευτυχίας να χαμηλώνει.
Ψηλά σαν όραμα οι στόχοι της καθημερνότητας, να δεις, θα τα κάνω τα ψηλά απλά, τόσο απλά, που θα χάσουν κάθε νόημα έκπληξης, ευχαρίστησης, θα θρηνήσει θύματα κάθε όνειρο.
Ξυπνάς και σε σέρνει η πραγματικότητα απʼ τη μύτη.
Θυμήθηκα τα κουτάκια τώρα, που δεν είναι δικά μου. Μήτε δικά σας.
Ποιος τα φέρνει εδώ, μές στη ζωή μου, αυτά τα κουτάκια;
Ποιος καθηλώνει τα συναισθήματα, τις πορείες, τις εξεγέρσεις, τις διεργασίες της ποίησης;
Εν αρχή εποίησε
Αυτόν τον μοναδικό στίχο δεν θα μπορέσω να τον χτίσω πουθενά.
Αφαιρώ, αφαιρώ, διαπραγματεύομαι. Πάντα με το χτες. Δεν έχει τίποτα να δώσει.
Ότι είναι χτες, είναι αόριστο. Αριόστο, ποιητής; Άρρωστο, επίθετο…
Ρώμη. Πρωτεύουσα της ιταλίας. Ξύπνησα κι ο τίβερης έχει χαλάσει. Δεν κόβει πια την πόλη στα δύο, αφορμή ζητάει να στείλει τους ιούς του στους πέρα κάμπους της απουλίας.
Και κανείς δε μιλά.
Αλήθεια, κατοικεί κανείς στα κουτάκια;
Κανείς. Έρημη ανάμνηση ο κάθε χώρος. Φύγαν όλοι.
Μα, πού πήγαν;
Αριθμημένα όλα.
Κι ο χρόνος αριθμημένος μʼ ένα ξυπνητήρι. Και μιαν έκρηξη.

‏2007‏‏-‏04‏‏-‏30‏
664

Χύθηκε η απίστευτη μελάνη στα πόδια σου.
Ζήτησε ίχνη από την ευτυχία μιας παλιάς ιστορίας που παραδόθηκε στα χέρια της.
Λάτρεψε τις στιγμές που έχεις ακόμα φυλαγμένες στη μνήμη
Λήστεψε τις στιγμές που θέλεις για πάντα δικές σου
Αποξενώθηκε ως ένα μαύρο στίγμα, ένα γλυκό ίχνος αγάπης.
Και τότε μια κραυγή περπάτησε μαζί με τη μελάνη
Φυγάδεψε μακριά το μέλλον
Εγκλώβισε αβίαστα το παρόν σε μια παρατεταμένη δυστυχία…

‏2008‏‏-‏01‏‏-‏28‏