
Σημείωση: Σας ευχαριστούμε για την ανταπόκρισή σας και τις καταθέσεις σας στο αʼ μέρος: http://www.poiein.gr/archives/1842/index.html (Μιχάλης Γελασάκης)
ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Όπως γίνεται πολλές φορές με τους ποιητές έτσι και με τον Καββαδία. Τα ποιήματά του έγιναν ευρέως γνωστά και έφτασαν στα χείλια των περισσοτέρων ανθρώπων από τις μελοποιήσεις τους. Πρέπει να είναι ο ποιητής που μελοποιήθηκε περισσότερο απʼ όλους αναλογικά με το συνολικό μέγεθος του ποιητικού του έργου. Από τα συνολικά 52 ποιήματα που έχουν δημοσιοποιηθεί έχουν μελοποιηθεί τα 28 (πολλά όπως το «Πούσι», η «Αρμίδα», το «Καραντί» κ.ά έχουν μελοποιηθεί και περισσότερες από μία φορές) Αν και πρώτος ήταν ο Γιάννης Σπανός αυτός που μελοποίησε στίχους του Νίκου Καββαδία, εκείνος που έχει συνδέσει το όνομά του με αυτό του ποιητή, όσον αφορά τις μελοποιήσεις, είναι ο Θάνος Μικρούτσικος. Άλλωστε ήταν αυτός που μελοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του μαρκόνη ποιητή. Πολλοί ίσως να μην γνωρίζουν ότι αυτός που τραγούδησε πρώτος το μελοποιημένο “Καραντί” του Θάνου Μικρούτσικου ήταν ο Κώστας Θωμαΐδης το 1986 σε δίσκο 78 στροφών. Αξιολογότατη και εντελώς διαφορετική ήταν η προσέγγιση της Μαρίζας Κωχ στους στίχους του Κόλια (όπως τον έλεγαν οι φίλοι του). Επίσης, η ποίηση του ασυρματιστή ήταν η αιτία δημιουργίας ενός συγκροτήματος εκ Ναυπλίου ορμόμενο, τους Ξέμπαρκους. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα ντουέτο που κατέθεσε μια και μοναδική δουλειά και μετά διαλύθηκε. Η δουλειά αυτή ήταν πάνω σε στίχους του Νίκου Καββαδία και δεν είχε καμία σχέση με τις προηγούμενες και με τις επόμενες μελοποιήσεις. Όλες οι υπόλοιπες μελοποιήσεις είναι σκόρπιες σε διάφορους δίσκους και από διάφορους καλλιτέχνες. Επίσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι σε πολλά τραγούδια έχουν κοπεί τετράστιχα από ποιήματα και έχει αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό η στίξη που βοηθάει για την καλύτερη κατανόηση των ποιημάτων.
1 Δεν Συμπεριλαμβάνονται αυτά της έκδοσης «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη», Άγρα 2005, που ήταν 24
Παρακάτω παρατίθενται οι μελοποιήσεις με χρονολογική σειρά.
• Η πρώτη μελοποίηση όπως αναφέρθηκε παραπάνω είναι του Γιάννη Σπανού στο δίσκο Ανθολογία Γʼ που κυκλοφόρησε το Δεκέμβρη του 1975 από την εταιρία Lyra. Η ερμηνεία είναι από τον Κώστα Καράλη (Κώστας Καραγιαννόπουλος)
ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΙ ΑΝΑΞΙΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ (Mal du depart)
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
Και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
χωρίς να σκίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων
Για το Μαντράς, τη Σιγκαπούρ, τʼ Αλγέρι και το Σφαξ
θʼ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία
κι εγώ σκυφτός σʼ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία
Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
Οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ʼχω πια ξεχάσει
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σʼ όποιον ρωτά
Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει
Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει
κι αυτό τʼ ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί
θα σημαδέψει, κι άφοβα τον φταίχτη θα χτυπήσει
Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες
θα ʼχω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.
• Το Δεκέμβριο του 1977 η Μαρίζα Κωχ μελοποίησε και τραγούδησε Καββαδία στο Δίσκο «Μαρίζα Κωχ» που κυκλοφόρησε από τη CBS.
Περιλαμβάνει 8 ποιήματα:
Φάτα Μοργκάνα
Πούσι
Αρμίδα
Μουσώνας
Σταυρός του Νότου
Θεσσαλονίκη ΙΙ
Νανούρισμα
Μαραμπού
Αυτό που ακούγεται μέχρι και σήμερα κατά κόρον είναι η Φάτα Μοργκάνα:
ΦΑΤΑ ΜΟΡΓΚΑΝΑ
Είναι αφιερωμένο στη Θεανώ Σουνά
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αρματωλούς που σ’ αγαπήσαν.
Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν’ έν’ αγόρι μ’ ένα μάτι.
Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.
Να ‘χαμε το λύχνο του Αλαδδίνου
ή το γέρο νάνο απ’ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.
Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ’ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.
Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.
• Δύο χρόνια μετά, το 1977 ο Θάνος Μικρούτσικος αφού θα πείσει τον Πατσιφά που διευθύνει τη δισκογραφική εταιρία Lyra και θα κυκλοφορήσει «Ο Σταυρός του Νότου» με απογοητευτικές ενδείξεις αρχικά και με πλειάδα αρνητικών κριτικών. Είναι ένας από τους 20 εμπορικότερους δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας. 
Ο Θάνος Μικρούτσικος παρουσίασε τα 11 ποιήματα:
Kuro Siwo – Γιάννης Κούτρας
Θεσσαλονίκη – Γιάννης Κούτρας
Σταυρός του Νότου – Αιμιλία Σαρρή
Ενα Μαχαίρι – Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Γυναίκα – Γιάννης Κούτρας
Ενας Νέγρος Θερμαστής από το Τζιμπουτί – Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Federico Garcia Lorca – Γιάννης Κούτρας
Αρμίδα – Γιάννης Κούτρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Cambay’s Water – Γιάννης Κούτρας
Εσμεράλδα – Γιάννης Κούτρας
Πικρία – Γιάννης Κούτρας
• Η μουσική ήταν του Μιχάλη Τερζή και η ερμηνεία του Κώστα Καράλη. Ο δίσκος έχει τίτλο «Τραγούδια της θάλασσας». Κυκλοφόρησε το 1983 σε δίσκο από την CBS. Μέχρι σήμερα καμία εταιρεία δεν έχει αναλάβει την επανέκδοσή του σε cd. Στα 13 τραγούδια του δίσκου υπήρχαν μελοποιημένα τα: «Αντινομία», «Ό, τι αγαπούσα» (Πικρία), “Αριάδνη στη Νάξο”.
• Τo 1984 o Λάκης Παπαδόπουλος παίρνει σειρά με τον δίσκο «Περίπου», που κυκλοφορεί από την Lyra. Στον δίσκο αυτό, που είναι προσωπικός δίσκος της η Αρλέτα (Νικολέτα Τσάπρα) τραγουδάει δύο ποιήματα του. Το «William George Allum» και το «Black and White». Στον ίδιο δίσκο υπάρχουν τα τραγούδια της που έγιναν μεγάλες επιτυχίες όπως το «Έρχεται κρύο» και η «Σερενάτα»
• Ο Κώστας Θωμαΐδης τραγουδάει το «Καραντί» για πρώτη φορά μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο το 1983. Ο δίσκος δεν κυκλοφορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Περιείχε ακόμα ένα τραγούδι σε μουσική του Θάνου και στίχους του Αντρέα Μικρούτσικου. Ο δίσκος κυκλοφόρησε από την Minos

• Το 1986 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Νίκος Καββαδίας, S/S IONION 1934» από την δισκογραφική εταιρία Minos. Ο δίσκος αυτός ήταν και η αιτία δημιουργίας του ντουέτου «Ξέμπαρκοι». Περιλαμβάνει 11 ποιήματα μελοποιημένα από τους Ηλία Αριώτη και Νότη Χασάπη, οι οποίοι είναι και οι κύριοι ερμηνευτές. Συμμετέχει η Δήμητρα Γαλάνη ερμηνεύοντας το «Γράμμα ενός αρρώστου». Ίσως αυτή ναι είναι η καλύτερη στιγμή του δίσκου. Πρόκειται για ένα αξιόλογο έργο με μια μουσική προσέγγιση πολύ διαφορετική από του Μικρούτσικου και της Μαρίζας Κωχ με λυτές ενορχηστρώσεις.

Τα περιεχόμενα του δίσκου ήταν:
Ένας Δόκιμος Στη Γέφυρα Εν Ώρα Κινδύνου
Αντινομία
Οι Γάτες Των Φορτηγών
Πούσι
Οι Προσευχές Των Ναυτικών
Γράμμα Ενός Αρρώστου (Δήμητρα Γαλάνη)
Θεσσαλονίκη ΙΙ
Καραντί
William George Allum
A Bord De L’ Aspasia
Yara-Yara
• Ένα χρόνο μετά, το 1987 οι Αδερφοί Κατσιμίχα στο δίσκο με τίτλο «Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις» μελοποιούν ένα ποίημα του Κόλια. Ήταν η «Μαϊμού του ινδικού λιμανιού» (Μαϊμού). Ο δίσκος κυκλοφόρησε από την Columbia (Minos-Emi)
• Μετά από τους αδερφούς Κατσιμίχα ο Δημήτρης Ζερβουδάκης το 1989 μελοποιεί το «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» (Γράμμα σʼ έναν ποιητή). Και αυτός ο δίσκος κυκλοφορεί από τη Lyra. (Το ίδιο τραγούδι υπάρχει δισκογραφημένο από ζωντανή ηχογράφηση στο δίσκο της Ελευθερίας Αρβανιτάκη “Η νύχτα κατεβαίνει”, Universal 1993)
• Στα τέλη του 1988 η Μαρίζα Κωχ επανέρχεται με ένα μελοποιημένο ποίημα του «Μαραμπού». Ήταν η Στεριανή Ζάλη στο δίσκο «Εθνική Οδός». Ένας δίσκος του οποίου τα τραγούδια γράφτηκαν σε μια μεγάλη περιοδεία της στο εξωτερικό. To υλικό ανήκει στην Versomusic (κυκλοφόρησε από την Sakkaris).
• Το 1991, ο Θάνος Μικρούτσικος επανήλθε με τις «Γραμμές των Οριζόντων» (Minos). με 17 μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία, από τα οποία τα 11 είναι νέες εκτελέσεις του προηγούμενου δίσκου, ενώ 6 είναι καινούργια. Με ερμηνευτές τους: Γιώργο Νταλάρα, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα και τον ίδιο.
Τραγούδια και ερμηνευτές έχουν ως εξής:
Καραντί – Γιώργος Νταλάρας
Θεσσαλονίκη – Χάρης Κατσιμίχας, Θάνος Μικρούτσικος
Ένας Νέγρος Θερμαστής από το Τζιμπουτί – Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Εσμεράλδα – Γιώργος Νταλάρας
Οι Εφτά Νάνοι Στο S/S Cyrenia – Θάνος Μικρούτσικος
Λύχνος Του Αλαδδίνου – Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας
A Bord De L’ «Aspasia» – Γιώργος Νταλάρας
Federico Garcia Lorca – Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Αρμίδα – Θάνος Μικρούτσικος
Γυναίκα – Γιώργος Νταλάρας
(υπάρχει και σε live (από το Σείριο) στο δίσκο «Το ελληνικό πρόσωπο του Γ. Νταλάρα», 1988)
William George Allum – Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Ο Πιλότος Νάγκελ – Πάνος Κατσιμίχας
Σταυρός του Νότου – Γιώργος Νταλάρας
Cambay’s Water – Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Πικρία – Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας
Kuro Siwo – Θάνος Μικρούτσικος
Ένα Μαχαίρι – Θάνος Μικρούτσικος
• To Δεκέμβριο του 1996 η Νένα Βενετσάνου ερμήνευσε την “Πικρία” σε μουσική Michael Montanaro. O δίσκος είχε τίτλο «Νέα γη» και είχε μελοποιημένα ποιήματα και από άλλους ποιητές (Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργο Χρονά κ.ά). Ο δίσκος περιείχε 12 τραγούδια και κυκλοφόρησε από την εταιρία MBI
• Τον Ιούνιο του 2004 κυκλοφόρησε ένα διπλό cd με τίτλο «Όρθιοι». Προσωπικός δίσκος του Βασίλη Λέκκα με τρία μελοποιημένα ποιήματα από τον Χάρη Παπαδόπουλο. Το «Guevara» και η «Η μικρή χορεύτρια» Το cd αυτό πλέον δεν κυκλοφορεί. Είχε κυκλοφορήσει από την Alpha records σε περίπου 2.000 αντίτυπα και για κάποιο λόγο αποσύρθηκε.
• Στις 17 και 18 Μαρτίου 2005, με αφορμή μια σειρά συναυλιών που έκανε ο Θάνος Μικρούτσικος στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, για ποιητές που έχει μελοποιήσει (χωριζόταν σε δύο μέρη όπου το δεύτερο ήταν σταθερά αφιερωμένο στον Καββαδία) ηχογραφήθηκε ο δίσκος «Σταυρός του Νότου/Γραμμές των οριζόντων» (διπλό cd). Για πρώτη φορά μελοποιείται το ποίημα «Μαρέα» και ερμηνεύεται από τον Γιάννη Κούτρα και τον Χρήστο Θηβαίο, ο οποίος μαζί με τον Γιάννη Κότσιρα τραγουδούν για πρώτη φορά Καββαδία. Κυκλοφόρησε από την EMI.
Τα τραγούδια έχουν ως εξής:
Cd 1
Σταυρός του Νότου – Γιάννης Κότσιρας
A Bord De L’ “Aspasia” – Χρήστος Θηβαίος
Cambay’s Water – Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Kuro Siwo- Γιάννης Κούτρας
Εσμεράλδα – Γιάννης Κούτρας
Αρμίδα – Γιάννης Κούτρας, Θάνος Μικρούτσικος
Πικρία – Γιάννης Κούτρας, Γιάννης Κότσιρας
Καραντί – Γιάννης Κότσιρας
Λύχνος του Αλαδδίνου – Χρήστος Θηβαίος
Μαρέα – Χρήστος Θηβαίος, Γιάννης Κούτρας
William George Allum – Χρήστος Θηβαίος
Cd 2
Οι Εφτά Νάνοι Στο S/S Cyrenia – Θάνος Μικρούτσικος
Federico Garcia Lorca – Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Γιάννης Κούτρας
Ο πιλότος Νάγκελ – Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Ενας Νέγρος Θερμαστής από το Τζιμπουτί – Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Γυναίκα – Θάνος Μικρούτσικος, Χρήστος Θηβαίος
Ένα μαχαίρι – Γιάννης Κότσιρας
Θεσσαλονίκη – Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Γιάννης Κούτρας, Χρήστος Θηβαίος, Γιάννης Κότσιρας
• Φτάσαμε στο 2007 και ακούσαμε από τους Χειμερινούς Κολυμβητές το ποίημα «Παραλληλισμοί» στο Δίσκο με τίτλο «Στο πέρασμά σου» που κυκλοφόρησε από την εταιρία Lyra.
Αυτά είναι οι πρώτες εκτελέσεις με πρωτότυπη μουσική. Από εκεί και πέρα υπάρχουν πολλές ερμηνείες με άλλες ενορχηστρώσεις που έχουν δισκογραφηθεί. Για παράδειγμα το τραγούδι «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» (Mal du depart) έχει δισκογραφηθεί και με τη φωνή του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (δίσκος: “Αλκυονίδες Μέρες”, ΕΜΙ 2005) και με τη φωνή του Γιάννη Μαθέ (δίσκος: “Ανάσα της ζωής μου γίνε”, Legend 2004). Κυρίως όμως, επανεκτελέσεις έχουμε στα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου και της Μαρίζας Κωχ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι ερμηνείες του Βασίλη Παπακωνσταντίνου στα δισκογραφημένα live του και του Μάριου Φραγκούλη στο «Φάτα Μοργκάνα» επίσης σε live ηχογράφηση («Φεγγάρι ερωτευμένο», Sony 1999). Με τον ίδιο τρόπο ηχογράφησης έχουμε και το «Ένα μαχαίρι» από την Άλκηστη Πρωτοψάλτη (Τα παραμύθια μιας φωνής, Heaven, 2003). Ακόμα έχει δισκογραφηθεί το τραγούδι «Θεσσαλονίκη» από την Μαρία Φαραντούρη («Η ποίηση στο ελληνικό τραγούδι-live» Heaven 2003). Το ίδιο τραγούδι βρίσκεται με τη φωνή του Κώστα Μακεδόνα (Κώστας Πάκας) στο δίσκο «Τι είνʼ η πατρίδα μας» (Sony-BMG, 1993) με ενορχήστρωση του Σταμάτη Κραουνάκη. Το τραγούδι «Αρμίδα» έχουν διασκευάσει οι Apurimac-Daniel Armando («Πάμε πάλι» Lyra 2004). Τέλος, έχουμε τις ερμηνείες της Ρίτας Αντωνοπούλου στο δίσκο «Για φωνή και πιάνο», Legend 2007. Μελοποιήσεις του ποιητή υπάρχουν και σε πολλές συλλογές…
Μερικά από τα τραγούδια που έχουν αναφορές στον ποιητή ή είναι αφιερωμένα σε αυτόν είναι:
1. Για τον Καββαδία – στίχοι Αντώνης Παπαϊωάννου – μουσική, ερμηνεία Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ” Φύλλο Πορείας”, εταιρία Universal/ Phillips 1985
2. Το τραγούδι «Αρμίδα» έχουν διασκευάσει οι Apurimac-Daniel Armando («Πάμε πάλι» Lyra 2004) ενώ από τη φωνή της Milva ακούστηκε «Το Καραντί» με τον τίτλο “La lettera” (Volpe dʼ amore, ΕΜΙ 1994).
3. Στης γοργόνας το φτερό – στίχοι: Άλκης Αλκαίος, μουσική, ερμηνεία: Θάνος Μικρούτσικος, δίσκος Υπέροχα μονάχοι, εταιρία legend 2006
4. Λευκό πουλί (μέρος 1 και 2) – στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Πάνος Κατσιμίχας, δίσκος: Μέχρι να πάρεις παγωτό, σε βρίσκει ο χειμώνας, εταιρία: Impact 2007
5. Φωτεινό αστέρι – στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Όναρ (Λευτέρης Πλιάτσικας, Πένυ Ραμαντάνυ), εταιρία: Virus 2007
6. Μʼ ένα καράβι ψεύτικο – στίχοι, μουσική: Κώστας Καλδάρας ερμηνεία: Ελένη Τσαλιγοπούλου
Ευχαριστούμε τον Αντώνη Μποσκοϊτη
ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Στην οθόνη:
«Με τα μάτια στραμμένα στη στεριά» ήταν ο τίτλος του ντοκιμαντέρ που εμπνεύστηκε η Κατερίανα Πατρώνη από το έργο του Νίκου Καββαδία. Σκηνοθεσία: Κατερίνα Πατρώνη, Σενάριο: Κατερίνα Πατρώνη, Vuokko Rajala, Φωτογραφία: Laurentiu Calciu, Κατερίνα Πατρώνη, Ήχος: Vuokko Rajala, Μοντάζ: Γιώργος Διαλεκτόπουλος, Παραγωγός: Κώστας Λαμπρόπουλος, Παραγωγή: CL Productions (Έγχρωμο, 99ʼ, 2003).
Τα μικρά πεζά Λι γυρίστηκαν σε ταινία μικρού μήκους (στα αγγλικά) με τον τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea» και σκηνοθετήθηκαν από την Βελγίδα Marion Hänsen σε μουσική Wim Mertens. (1995)
Έχει γυριστεί ντοκιμαντέρ του Olivier Guiton για τον Νίκο Καββαδία με τίτλο: «Nikos Kavvadias-croisière sur la vie». Μια παραγωγή του 1994 για το κανάλι ARTE της Γαλλικής τηλεόρασης.
Η ταινία μικρού μήκους “Skipper straad” της Ειρήνης Βαχλιώτη που προβλήθηκε στο φεστιβάλ ταινιών μ.μ της Δράμας το 2003 ήταν βασισμένη στην “Βάρδια” του Νίκου Καββαδία. Κέρδισε παμψηφεί το βραβείο καλύτερης βαλκανικής ταινίας του διεθνούς τμήματος και πήρε σχεδόν όλα τα βραβεία του ελληνικού.
Για τον Νίκο Καββαδία αφιερώματα έχουν προβληθεί από την κρατική τηλεόραση, από τον τηλεοπτικό σταθμό “902” και από το τον τηλεοπτικό σταθμό “Alpha” (η μηχανή του χρόνου)
Πολλά βιντεάκια σχετικά με τον Καββαδία και με εκτελέσεις – εντός και εκτός εισαγωγικών – έργων του θα βρείτε και στο www.youtube.com (από εκπομπές και live κυρίως)
Ο Σταυρός του Νότου γράφτηκε με αφορμή μια ταινία που είχε θέμα ναυτικό με τίτλο «Πορεία 090» με σκηνοθέτη τον Τάσσο Ψαρρά
Μεταφράσεις:
Η κύρια μεταφράστρια του ποιητή στα Αγγλικά είναι η Gail Holst
Η Βάρδια εκδόθηκε στα γαλλικά με τον τίτλο Le Quart, σε μετάφραση Michel Shaunier (Denoël)
Η Βάρδια εκδόθηκε στα ισπανικά με τον τίτλο La Guardia, σε μετάφραση της Natividad Galvez (Ediciones del Oriente y del Mediterraneo, 1998)
Λι-Του πολέμου-Στο άλογό μου (Li-De la guerre-A mon cheval) είχαν μεταφραστεί στα γαλλικά από την Michelle Barbe (δεν κυκλοφορούν πια)
Ο Michel Volkovitch στην ιστοσελίδα του (www.volcovitch.com στο made in Greece) έχει μεταφράσει στα γαλλικά τις συλλογές Μαραμπού και Πούσι
Από εκδοτικό οίκο στη Μάλαγα της Ανδαλουσίας έχει εκδοθεί ανθολογία ποιημάτων του Καββαδία από το «Μαραμπού» και το «Πούσι», στο πλαίσιο Ανθολογίας εννέα Ελλήνων ποιητών. Τίτλος αυτής: «Nueve maneras de mirar al cielo».
Καββαδία έχει μεταφράσει και ο Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο στη μεγάλη Ανθολογία Ελληνικής ποίησης που έχει κάνει στα Ισπανικά
Για τις μεταφράσεις συνέβαλαν από το αʼ μέρος του αφιερώματος ο Γιώργος Μίχος, ο Σόλων Δουληγέρης και ο Γιώργος Λυκοτραφίτης
Όπως σημειώνει ο Γιάννης Ιορδανίδης για τα «70 χρόνια Ελληνικών εκδόσεων (1932 – 2002)» ο Νίκος Καββαδίας μαζί με τον Β. Νικολόπουλο είχαν μεταφράσει το κείμενο του Οʼ Νίλ «Το ταξίδι του γυρισμού» (μαζί με τα μονόπρακτα «Ψαρόλαδο» και «Το Σημάδι του Σταυρού») από τις εκδόσεις Νότη Καραβία το 1945.
Διάφορα:
Η ποιητική του συλλογή «Μαραμπού» κυκλοφόρησε σε μόλις 245 αντίτυπα με δικά του έξοδα, ενώ το «Πούσι» εκδόθηκε σε 1000 αντίτυπα.
Ένα αθησαύριστο κείμενο του ποιητή είχε δημοσιευτεί από τον Φίλλιπο Φιλλίπου στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου του 2006 και ήταν αφιερωμένο στο ζωγράφο John Corbidge
Τέλος έχει καταγραφεί μεγάλος αριθμός από ερμηνείες που δεν έχουν δισκογραφηθεί όπως και συνθέσεις. Μερικές από τις τελευταίες είναι της Λένας Πλάτωνος και του πιανίστα Χρήστου Πήττα.
Το 1978 στην εθνική πινακοθήκη είχε γίνει ένα αφιέρωμα στη Μαρίζα Κωχ, που μεταδόθηκε ζωντανά από το Τρίτο πρόγραμμα της ελληνική ραδιοφωνίας. Παραγωγός ήταν η Ελένη Καραΐνδρου. Εκτός των άλλων είχαν ερμηνευτεί τα ποιήματα «Cambay’s Water» και «Ένας Νέγρος Θερμαστής από το Τζιμπουτί» ακαπέλα από την Μαρίζα Κωχ.
Υπάρχει λογοτεχνικό βραβείο «Νίκος Καββαδίας» που δίνεται από το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Με αφορμή το βραβείο αυτό κυκλοφορεί μία έκδοση με τίτλο Χωρίς στεριές με επιλεγμένα κείμενα λογοτεχνίας και ποιήματα που τιμήθηκαν με το βραβείο αυτό από τις εκδόσεις Κονιδάρης (2004)
Σήμερα τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του ποιητή κατέχει η Έλγκα Καββαδία κόρη της Αδερφής του Τζένιας και οι εκδόσεις Άγρα.
Για τα περιεχόμενα των ποιητικών συλλογών ανατρέξτε στο αʼ μέρος: http://www.poiein.gr/archives/1842/index.html
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΕΚΤΕΝΗ ή ΣΥΝΤΟΜΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Δίνουμε βάση κυρίως στα παλιότερα, αφού τα νεότερα είναι εύκολο να τα βρεί κανείς από το ηλεκτρονικό αρχείο των εφημερίδων.
Περιοδικά:
Περιοδική έκδοση της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας: 22 και 29 Ιανουαρίου 1928 και 10 Μαρτίου 1929 (συνεργαζόταν ο ποιητής και δημοσίευε)
Διανοούμενος: τ.2 Δεκέμβριος 1929 και τ.3 Ιανουάριος 1930 (συνεργαζόταν ο ποιητής και δημοσίευε)
Νέοι Πρωτοπόροι: τ.8-9 Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1933 (συνεργαζόταν ο ποιητής και δημοσίευε)
Νέα Εστία: τ. 269 Μάρτιος 1938
Ελεύθερα γράμματα: τ.13 Αύγουστος 1945
Νέα Εστία: τ. 483 Αύγουστος 1947
Πανσπουδαστική τ.53 24 Μαρτίου 1967
Ραδιοτηλεόραση: τ.166 15-21 Απριλίου 1973
Επίκαιρα: τ. 342 20-26 Φεβρουαρίου 1975
Ταχυδρόμος: 15 Δεκεμβρίου 1977
Γυναίκα: τ.736, 29 Μαρτίου – 11 Απριλίου 1978
Κανάλι 14: τ.2 Φεβρουάριος-Μάρτιος 1981
Καινούρια εποχή: τ. 22,23,24 1982
Η λέξη: τ.27 Σεπτέμβριος 1983
Ομπρέλα: τ.13,14 Φλεβάρης Μάης 1984
Τράμ: τ.9 Μάιος 1987
Αλεξίσφαιρο: τ.23 1990
Ιχνευτής: τ.6 Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1993
Άτυπον: τ.3 Νοέμβριος 1995
Νέο Επίπεδο: τ.27, Νοέμβριος – Φεβρουάριος 1997
Νέα εστία: τ.1702, Ιούνιος 1998
Αντί-παραθέσεις: τ.4 Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1998
Ίβυκος: τ.3 Ιανουάριος Μάρτιος 1999
Ομπρέλα: τ. 71 Δεκέμβριος 2005 Φεβρουάριος 2006
Heteron ½: τ. 2 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2006
Εφημερίδες:
Πειραϊκόν Βήμα: φύλλο 6, 7, 8, 9, 10, 11 (Μάρτιος εβδομαδιαία έκδοση) 1932 (δημοσίευε κείμενά του με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας)
Η Πρωία: 15 Δεκεμβρίου 1933
Εργασία: 191/ 1933
Ηχώ της Ελλάδας: 6 Ιουνίου 1935 (Πέτρος Βαλχάλας)
Ημερήσιος κήρυξ: 7 Ιανουαρίου 1934
Νέα Κόρινθος: 17 Μαρτίου 1937
Η Αυγή 3 Δεκεμβρίου 1974
Καθημερινή 21 Ιουνίου 1977
Η Αυγή, Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 1975 και Κυριακή 16 Φεβρουαρίου1975 (δημοσιεύματα λίγες μέρες μετά από τον θάνατό του)
Η Καθημερινή 4 Αυγούστου 1977
Πρωινή, Νέας Υόρκης 19 Φεβρουαρίου 1983
Καθημερινή της Κυριακής (Επτά ημέρες) 28 Φεβρουαρίου 1999
Ελευθεροτυπία: Βιβλιοθήκη 26 Αυγούστου 2005
Πηγές:
Εκτός από το προσωπικό αρχείο στη λίστα αυτή συνέβαλαν
Νίκος Καββαδίας: Ο τελευταίος αμαρτωλός – Δημήτρης Νικορέτζος (Εντός 2003)
Νίκος Καββαδίας: Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη – Guy Saunier (Άγρα 2005)
Τα ηλεκτρονικά αρχεία των εφημερίδων Καθημερινή, Ελευθεροτυπία







Κύριε Γελασάκη,
ευχαριστώντας κατ’ αρχάς (και κατ’αρχήν) για το πολύ ενδιαφέρον, και ηχητικά, β’ μέρος του poiein corner αφιερώματός σας στο Νίκο Καββαδία, (με την ελπίδα κάποια ημέρα να το δούμε δημοσιευμένο και με τρόπο… παραδοσιακό), παραθέτω στη συνέχεια τα στοιχεία που ώφειλα ήδη από το α’ μέρος:
Ο μεταφραστής των ποιημάτων του Καββαδία στην ανθολογία Εννέα τρόποι να κυττάς τον Ουρανό είναι ο ισπανός νεοελληνιστής Rafael Herrera Montero, ο οποίος ζει και εργάζεται στην Κόρδοβα της Ανδαλουσίας (άλλος ποιητικός τόπος λόγω Γαρθία Λόρκα, βεβαίως).
Οι άλλοι οκτώ ανθολογούμενοι νεοέλληνες ήσαν οι Νίκος Εγγονόπουλος, Μανώλης Αναγνωστάκης, Ντίνος Χριαστιανόπουλος, Νάσος Βαγενάς, Μαρία Λαινά, Δημήτρης Καλοκύρης, Κώστας Μαυρουδής και Δήμητρα Χριστοδούλου.
Η δίγλωσση έκδοση, με εξώφυλλο τον Γυμνό Νέο με Ελληνική Σημαία, του Γιάννη Τσαρούχη, παρουσιάστηκε τον οκτώβριο του 1996 από τις Miguel Gomez Ediciones της Μάλαγας, με την οικονομική βοήθεια του Δήμου και του Πανεπιστημίου της Μάλαγας; εκδόθηκε δε, με την ευκαιρία του I Coloquio sobre Grecia: Traducir al otro / Traducir a Grecia, και διανεμήθηκε στους συμμετέχοντες.
Αυτά για την ιστορία, φυσικά…. Γ.Λ.
Μακάρι να το δούμε και τυπωμένο… εξαιρετικό!!!
Νομίζω ότι είναι ή πιο πλήρης καταγραφή που κυκλοφορεί στο ιντερνετ…
Η ταινία μικρού μήκους στο φεστιβάλ της Δράμας είναι εξαιρετική. όποιος μπορέσει να τη βρει μην την αφήσει…
Δεν ήξερα ότι υπήρχαν και μελοποιήσεις από τον Λάκη Παπαδόπουλο. Όπως εγώ νομίζω και άλλοι είχαμε την εντύπωση ότι μελοποιήσεις είχαμε μόνο από τον Θάνο Μικρούτσικο την Μαρίζα Κωχ και τους Ξέμπαρκους…
Ευχαριστούμε!
Εγώ σας ευχαριστώ που πήγατε αυτήν την καταγραφή ένα βήμα παρακάτω.
κύριε Λυκοτραφίτη πραγματίκά συγκινητική η συμμετοχή σας.
Ευχαριστώ και το Ποιείν που φιλοξένησε αυτήν την προσπάθεια…
Ευχαριστούμε για το πλήθος των πολύτιμων πληροφοριών αλλά και για την ιδιαιτέρως επιμελημένη παρουσίασή τους. Ακόμη πιο ενδιαφέρον και πιο δυσεύρετο το υλικό από το πρώτο μέρος. Εύχομαι κι εγώ να δούμε αυτό το αφιέρωμα (α΄ και β΄ μέρος) τυπωμένο. Συγχαρητήρια για την σπουδαία δουλειά
(αντάξια του ποιητή και του έργου του)!
Κύριε Γελασάκη, συγχαρητήρια για την εξαιρετική δουλειά σας!
Επιτρέψτε μου να προσθέσω μερικά στοιχεία.
Η πρώτη μελοποίηση Καββαδία *δεν* είναι από τον Σπανό στην 3η ανθολογία, αλλά από τους Λυμούρη-Περγιάλη σε ένα δισκάκι που βγήκε το 1969. Στην πραγματικότητα δεν θα το λέγαμε ακριβώς μελοποίηση, αλλά απαγγελία με συνοδεία μουσικής. Εχουν “μελοποιηθεί” επτά ποιήματα: Παραλληλισμοί, Γράμμα ενός αρρώστου, Ένα μαχαίρι, Μαραμπού, Η μαϊμού του Ινδικού Ωκεανού και άλλα δύο που δεν τα έχω.
Το 1971 ο Πάνος Σαββόπουλος μελοποίησε την Αρμίδα, μάλιστα “λογοκριμένη”: είναι φορτωμένο με κρασί το πειρατικό και όσο που να πάμε στο Περού το φορτίο θα τόχουμε κοπανήσει. Είναι στο δίσκο “Επεισόδιο” (που έχει στο εξώφυλλο τον συνθέτη να κάθεται στο πεζοδρόμιο σχεδόν γυμνός με ένα σορτσάκι και μακριά μαλλιά εποχής). Προσοχή: Πάνος, όχι Διονύσης. Επομένως αυτή είναι η πρώτη καθαυτό μελοποίηση.
Μετά, ο Μιχάλης Τρανουδάκης έχει μελοποιήσει το Νανούρισμα, πολύ διαφορετικά από την Κωχ. Το τραγουδάει η Σοφία Μιχαηλίδου.
Ο Κώστας Χαριτάτος έχει μελοποιήσει την Αντινομία. Ο Νίκος Βεντουράτος έχει μελοποιήσει το Ήθελα.
Όπου δεν αναφέρω δίσκους, δεν τους ξέρω. Αλλά τα τραγούδια υπάρχουν, τα έχω.
Πέρα από αυτό, ο Χ. Παπαδόπουλος έχει κυκλοφορήσει στο Λιχτενστάιν (!) δίσκο με έξι μελοποιημένα του Καββαδία και ένα του Καρυωτάκη. Τα δύο από αυτά τα έβαλε ο Λέκκας στο δίσκο που λέτε παραπάνω. Ο δίσκος του ΧΠαπαδόπουλου είναι μυθικό συλλεκτικό κομμάτι, κυκλοφορεί χέρι με χέρι, δεν τον έχω.
Τέλος, τα αρχεία της ΑΕΠΙ δείχνουν μελοποίηση Καββαδία από τον Θανάση Νικόπουλο και κάποιον Ιω. Σκορδίλη. Τα βάζω εδώ μήπως και τα αναγνωρίσει κανείς.
Κι ένα δωράκι: Η αρμίδα με τον Πάνο Σαββόπουλο, η πρώτη καθαυτό μελοποίηση Καββαδία:
http://rapidshare.com/files/92803226/20.to_peiratiko__armida_.mp3
Ευχαριστώ!
Στο ψάξιμο… το πρώτο που λέτε το 1969 το βρήκα… αλλά πρόκειται όπως λέτε για απαγγελία. Κάτι παρόμοιο με τη σειρά που είχε βγάλει η Lyra για τους ποιητές. (Τώρα τα δίνει “Ο κόσμος του Επενδυτή”).
Για τους υπόλοιπους τέσσερις που αναφέρεται μετά δεν κατάφερα να βρω κάτι. Πρέπει να ψάξω καλύτερα φαίνεται!
Ο Χρήστος Παπαδόπουλος ήξερα ότι έχει μελοποιήσει κι άλλα, αλλά δεν είχα παραπάνω στοιχεία. Αυτό που ξέρω ακόμα είναι ότι με τον Βασίλη Λέκκα έπαιζαν τα τραγούδια αυτά σε μια περιοδία που είχαν κάνει εκτός συνόρων.
Από κάποιες πληροφορίες που έχω υπάρχουν μελοποιήσεις πριν από το ’71 που μπορεί να μην είναι καταχωρημένες στην ΑΕΠΙ αλλά δεν είχα αρκετά στοιχεία ώστε να τις γράψω.
Ακόμα το ψάχνω…
όπως και να έχει… οι πληροφορίες σας είναι πολύτιμες και δίνουν τροφή για παραπάνω έρευνα…
Άλλωστε εδώ καλλούμε και άλλους που ξέρουν κάτι… ειδικά από παραγωγές που έχουν γίνει στο εξωτερικό να το καταθέσουν… σίγουρα υπάρχουν και άλλα σκόρπια τραγούδια.
Εδώ να σημειώσω ότι πολλά από τα μελοποιημένα τραγούδια έχουν κυκλοφορήσει χωρίς να το γνωρίζει η Έλγκα Καββαδία.
κύριε Γελασάκη μπράβο σας!
Έχετε εκδόσει κάτι;
Μπορούμε κάπου να διαβάσουμε και άλλα πράγματα που έχετε γράψει;
φυσικά και δεν μπορείτε να γνωρίζεται όλες τις μελοποιήσεις.
Όσο για τον Πάνο Σαββόπουλο το τραγούδι είναι όντως λογοκριμένο ή ο ίδιος το άλλαξε;
Γιατί πολλοί λεν ότι λογοκρίθηκαν, ενώ οι ίδιοι άλλαζαν τους στίχους σε ποιήματα.
Μπράβο Μιχάλη, καλά να είσαι! Μου αρέσει πολύ οτι δίνεις στοιχεία για έναν ποιητή που αγαπώ, αλλά δεν τον έχω κατοικήσει όπως άλλους. Μου δίνεις το έναυσμα και το περιθώριο να ψαχθώ.
Ας μην ξεχνάμε ότι η μελοποίηση ποιητών στην Ελλάδα, κάνει δημοφιλές το γραπτό τους έργο. Έτσι, καλώς ή κακώς, γνωρίζουν οι Έλληνες την ποίηση – είναι θέμα (μουσικής) παράδοσης.
Δεν έχω να προσθέσω κάτι, πέρα από το γεγονός ότι ετοιμάζω την μελοποιημένη ποίηση ενός άλλου ποιητή, του (αποσυνάγωγου) Λαπαθιώτη. Εύχομαι και σε άλλα και ωραία.
ΥΓ. Όσον αφορά την ηλεκτονική και έντυπη δημοσίευση αυτού του κειμένου, την οποίαν προάγουν οι προλαλήσαντες, τι να πω: Θυμάμαι τον Βέλτσο, ο οποίος περηφανευόταν ότι ένα κείμενό του το πληρωνόταν δυο και τρεις φορές! Μια που το δίδασκε στην Πάντειο, μια που το δημοσίευε στα “Νέα” και η τρίτη δεν ξέρω πού! Ελπίζω να μην το δω… Γιώργη (κατά την Κρητική εκφορά) συμπλήρωσε…!
Γιώργη Μίχο, εννοώ…
Κύριε Ψαραδάκη,
γίνεται εύκολα σαφές ότι την πιάτσα (και όχι μόνο την piazza grande) την χαλάνε οι γυναίκες.
Πολλές προσπάθειες έχουν γίνει μέχρι τούδε για τον περιορισμό τους, πλην όμως τούτο δεν κατέστη έτι δυνατόν…
Α, και για να μην το ξεχάσω: Νομίζω ότι η Πορεία 090 δεν ήταν ταινία αλλά τηλεοπτική σειρά αυτοτελών επεισοδίων, με θέματα από την ζωή των ναυτικών, που προβλήθηκε απ’ την κρατική τηλεόραση το 1980. Τα επεισόδια είχαν γυριστεί (εκ του ασφαλούς, φυσικά) στο λιμάνι της Πύλου, ενώ τη μουσική είχε κληθεί να γράψει ο Θάνος Μικρούτσικος. Ετσι γεννήθηκε ο (μετέπειτα τόσο επιτυχημένος) Σταυρός του Νότου. Με έμπευση μεν, κατά παραγγελία δε… Γ.Λ.
Κακώς χρησιμοποιώ τον όρο ταινία.
Όντως ήταν τηλεοπτική σειρά.
Πολλές φορές κατά παραγγελία έχουμε ακούσει πολύ ωραία πράγματα. Ίσα ίσα που ενίοτε ανοίγει τους ορίζοντες του καλλιτέχνη μια παραγγελία ή τον βάζει σε μια διαδικασία να ψάξει…
Συμφωνούμε απολύτως.
Χωρίς, μάλιστα, να πάμε μακρυά, ο Μότσαρτ είχε επανειλημμένως παραδεχθεί ότι τα καλύτερά του έργα τα έγραψε κατά παραγγελία.
Δεν θα έκανε το ίδιο ο Μικρούτσικος;
Διαφωνώ!
Η καλλιτεχνική έκφραση δεν βγαίνει μέσα από παραγγελίες. Του Καββαδία δεν του παρήγγηλε κανένας να γράψει. Έγραφε επειδή το είχε ανάγκη, θέλω να πιστεύω. Άλλωστε και η ζωή του αυτό δείχνει.
Ο καλλιτέχνης δεν είναι εντολοδόχος. Πρέπει να εκφράζει τα προσωπικά του συναισθήματα. Απλώς σε μερικές παραγγελίες τυχαίνει να συμπήπτουν τα προσωπικά του συναισθήματα με τα άλλα, γι αυτό βγαίνει κάτι καλό.
Το Σύσση από πού βγαίνει;
Ωστόσο, στο βιβλίο του κυρίου Νικορέτζου αν δεν με απατά η μνήμη μου γράφει πως τους Επτά Νάνους ο Καββαδίας τους έγραψε όταν του είπε η Ελγκα: “Θείε, γράψε μου ένα ποίημα για τα νανάκια μου” (είχε κουκλάκια με νάνους και χιονάτη). Εξ ου και το “κόρη ξανθή και γαλανή” που αναφερόταν στην Ελγκα.
Δεν πρόκειται ακριβώς για παραγγελία, φυσικά, αλλά νομίζω πως όλα τα ερεθίσματα, ακόμα και οι παραγγελίες, μπορούν να συγκινήσουν ένα καλλιτέχνη. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάποιος θα γράψει καλά κατά παραγγελία, αλλά ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και το αντίθετο.
Οι Γραμμές των Οριζόντων είναι υπόδειγμα μελωποίησης. Μπορώ να πω ότι ο Μικρούτσικος μπαίνει στο πετσί του θαλασσινού (προέρχομαι απο ναυτική οικογένεια και το κλίμα μου είναι οικείο). Εξοχο βρίσκω τον Εγγλέζο θερμαστή. Οσοι έχετε γνωρίσει παλιούς Εγγλέζους εργάτες θα καταλάβετε πολλά απο τη μουσική αυτού του ποιήματος που κάνει τα λόγια να ακούγονται δυο φορές πιο σπαραχτικά απ΄’οτι είναι.
Η ποικιλία της μελωδίας που υπάρχει σε αυτή τη συλλογή είναι απαράμιλλη.
Το μόνο που μπορώ να πω είναι οτι συγκινήθηκα διαβάζοντας αυτή τη σελίδα. Σας αξίζουν συγχαρητήρια για την προσπάθειά σας. Ετοιμάζω το μεταπτυχιακό μου, με θέμα τον Καββαδία, κι έψαχνα για ένα περιοδικό στο διαδίκτυο και μου έβγαλε τη σελίδα σας.
Και πάλι συγχαρητήρια!!!!
Συγχαρητηρια, εραστης της ποιησης του Καββαδια.
Ευχαριστω.
Υπέροχο είναι! να’ σαι καλά!
Ναυτοποιητες
Στην πρυμνη η εξαλλη γοργονα
με ροκανιδια στα μαλλια
λιγο στην Μαιριλυν παει να μοιασει
και αστο νου να γυροφερνει στα παλια.
τα στηθια της βουτα στην κατηφορα
και τα κυματα δαμαζει προσταγη
κοιτα βλεμμα, αγρια μπορα
καθε δυο ματιες που ριχνει
η μια ειναι αστραπη.
τα ματια της σαν σβολοι γυαλιζουν στο σκοταδι
τα πνευμονια τεντωνουν σαν πανια
το μονο που δεν ποθανε οι ναυτες στο καραβι
ειναι της γυναικας το προστυχο το χαδι
αυτο ηταν που προκαλεσε την μεγαλυτερη ζημια.
Στην καμπινα ενα καντηλι κρεμαστο να τρεμοπαιζει
με σπαστες κινησεις του σβερκου τ’ακολουθα ο παπαγαλος
για δυο μπουκαλια ρουμι τον πηρε απ’το Μπαρεζι ο καπετανιος
απο ενα κοκκαλιαρη ασθενικο ξεχασμενο Πορτογαλο.
Με οδηγο μια ελπιδα μονο
αοριστη σαν την ζωη τους ειν’και αυτη
ψαρευουν για να φανε μα αφηνουν λιγο χωρο
επιδορπιο γι αυτους ειναι η αυγη σε ξενη γη.
Για αλλους κοσμους μακρινους ξεμπαρκαρε το πλοιο
ξεσκιζει τον οριζοντα κανει γαργαρες τον αφρο
πνιγει τις αναιμικες αγαπες μεσα σ’ενα στιχο
Καββαδια εμεις θα πιουμε κατι αλλο
κ’αστους αλλους να πινουνε νερο.
Εμας φιλε καλε μου, τους ποιητες και ναυτικους
οι “πολιτισμενοι ευσεβεις” μας εχουνε γραμμενους
στου περιθωριου το περιθωριο και ακομα πιο αριστερα
αγκαλια με τους εγωκεντρικους και τους παρερμηνευμενους
Μα νυχτες σαν και αυτες που το ποτηρι ξεχειλιζει
η ποιηση τον ουρανο ραντιζει με πορφυροχρωμους κομητες
και των πολιτισμενων ευσεβων την στρατα τους φωτιζει
δωρο αφιλοκερδος απο τους απροσαρμοστους αλητες
Νίκος Καββαδίας
Λίγο πριν συμπληρωθούν εκατό χρόνια από τη γέννηση
του Νίκου Καββαδία, αισθάνθηκα την ανάγκη να προσδώσω
σκέψεις συνακόλουθες των συναισθημάτων μου, ως ελάχιστο
φόρο τιμής στον άνθρωπο και το έργο του.
Στον άνθρωπο, που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της ύπαρξής του,
στις καρδιές όλων μας.
Ο ποιητής, σε πείσμα της τελειότητας,
κατάφερε να τιθασέψει τα συναισθήματά του και να αποδώσει εικόνες
και σχήματα, στο άξιο επαινετικής κρίσης έργο του. Ένα έργο
προσωπικής μαρτυρίας και βίωσης, που αναδεικνύει την ανθρώπινη
συμπεριφορά και την κάθε στιγμή της τραγικότητάς της. Ενεργοποίησε,
τους μηχανισμούς δράσης, εμβαθύνοντας και αφήνοντας τα συμπεράσματά του, να μας δονήσουν και να μας συνταράξουν: Απώλειες και απουσίες, το ταξίδι και η μοναξιά, η γυναίκα – θάλασσα,
η νοσταλγία…
Δεν προσπάθησε να δραματοποιήσει τη ζωή του ναυτικού.
Η ίδια η ζωή του ναυτικού, είναι υποταγμένη στη μοίρα του,
στʼ αδιέξοδά του, στις λιγοστές του συμπάθειες…
Κατά μία έννοια, κρυπτογραφεί, σε χρόνια δύσκολα
και μάχεται την αταξία. Προσεγγίζει τις όποιες ιδιαιτερότητες, αδυναμίες ή προτερήματα, καταγράφοντας τα σπουδαιότερα.
Υπαινίσσεται και κινείται σε κατεύθυνση ανάδειξης
των προβλημάτων, εγείροντας τις συνειδήσεις.
Ανεξάρτητα της οποιασδήποτε θεώρησης ή διαπίστωσης,
κατάφερε να ανατρέψει τις μέχρι τότε γνωστές ποιητικές φόρμες,
μεταβάλλοντας μία παλαιά συλλογιστική, σε σύγχρονη και διαχρονική. Αυτό δεν του συγχωρέθηκε. Στην Ελλάδα, υπήρξαν φωνές
που βιάστηκαν να μιλήσουν, να κατηγορήσουν…
Τον είπαν αιρετικό και φέροντα τη στοιχειωμένη γραφή.
Λίγοι κατάλαβαν, τι ήθελε να πει ο ποιητής, ο κοσμοπολίτης,
με τις αριστερές φιλελεύθερες ιδέες, με τα αξεπέραστα όρια. Βέβαια, δεν είναι του παρόντος να αναφερθώ στον πολιτικό Καββαδία
ή στους προσφερόμενους της συγκριτικής ποίησης.
Θα παραμερίσω και θα αρκεστώ μόνο στα επωφελή:
Ο λόγος, που μνημονεύω την ιδιαιτερότητα της προσφοράς του,
είναι γιατί του οφείλουμε, εμείς οι ναυτικοί, οι πληγωμένοι
από τα θραύσματα της θηλιάς των στίχων του, που από την πρώιμη εφαρμογή της εξελικτικής λεκτικής του εμφάνισης, βγήκαμε ευνοημένοι. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσοι ποιητές κι αν έρθουν, το κραδασμικό ποιητικό του ανάκρουσμα, θα είναι πάντα άξιο της παίδευσης και έμπνευσής του, απόρροια της ψυχικής και πνευματικής καλλιέργειας του ποιητή, που δημιουργικά μεταβίβασε και εξάντλησε ό,τι πραγματεύτηκε. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, τον τάξαμε ʽΜόνο Πρώτοʼ
Κλείνοντας με τις ελάχιστες αυτές σκέψεις, και με τους αρμούς της δικής μου ψυχής, λιτούς από θλίψη, θα ήθελα, να αναφερθώ στον επικήδειο λόγο, που βρήκα στο βιβλίο «Ο Ναυτικός Και Το Πρόβλημα Της Μοναξιάς Στην Ποίηση Του Νίκου Καββαδία»
του Γιώργου Δεληγιάννη – (1946-1992).
Γράφει ο ίδιος: Θα τελειώσω με δυο λόγια αγάπης, που ειπώθηκαν τη μέρα εκείνη του Φλεβάρη στα 1975, πάνω στο μνήμα του ποιητή, όχι από ένα ομότεχνό του – και τον συνόδευαν πολλοί, όπως ο Τσίρκας, ο Τάσσος, ο Μόραλης, ο Παναγιωτόπουλος, ο Μπόστ, κ.ά. – μα από έναν συνάδελφό του, τον ναυτεργάτη Χρήστο Παντελίδη.
«Αγαπημένε μας σύντροφε ποιητή, ο χτεσινός άνεμος, έφερε σε μας
τους ναυτεργάτες, το πιο θλιβερό ραπόρτο. Το φορτηγό που περίμενες να σε πάρει, καθυστέρησε. Είναι τραβερσωμένο καταμεσίς του ωκεανού, ζωσμένο πούσι. Στα ποστάλια τέλειωσαν τα μαρκονίσματα. Οι ναύτες κρεμασμένοι στις σκαλωσιές, βάφουν τις άγκυρες, τραγουδώντας τα δικά σου τραγούδια…
…Ένας μαρκόνης ανήσυχος, χτες αργά έστειλε το ραπόρτο στʼ αγαπημένα σου Μαραμπού, να μη γρυλίζουν πια…
…Αδελφέ μας ποιητή, ξεκουράσου στην τελευταία σου κουκέτα. Στην πιο μικρή καμπίνα που γνώρισε ποτέ ναυτικός. Εμείς θα πάμε για σκάντζα βάρδια. Ένα καράβι που πλέει αλάργα χαμένο στο πούσι, αν βρεις τη ρότα του, θα μας πάρει. Για καλό κατευόδιο εμείς οι ναυτεργάτες σύντροφοί σου, σου αφήνουμε λίγο νερό φιλτραρισμένο απʼ τα μάτια μας, θαλασσινό νερό. Είναι μαζεμένο απʼ της θάλασσας τον καθάριο βυθό…
Γιώργος Ν. Μανέτας
Ποιητής
Μέλος της Επιτροπής Κρίσης
Νέων Μελών της Εταιρίας
Ελλήνων Λογοτεχνών.
Με χαρά, δικά σου…
Βιογραφικό Σημείωμα
Ο Γιώργος Ν. Μανέτας, είναι ναυτικός. Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1961στην Αθήνα, από Κερκυραίους γονείς. Από το 1977 ταξιδεύει στο κατάστρωμα με φορτηγά και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία.
Με τη σύζυγό του Lizete, έζησε για λίγο στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας και κατόπιν επαναπατρίστηκε. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί και ανθολογηθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχουν παρουσιάσει έργα του φορείς δήμων και κοινοτήτων. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Εταιρίας Λόγου και Τέχνης, της Επιτροπής Κρίσης Νέων Μελών της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών,
της Επιτροπής για την Ανθρωπιστική Βοήθεια του Δήμου Γαλατσίου, και Ιδρυτικό Μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου των Επτανησίων του ίδιου Δήμου.
Έχει εκδώσει τα βιβλία:
ΘΑΛΑΣΣΑ, ποιήματα (1997)
ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ, ποιήματα (1998)
ΟΞΥΤΕΡΑ ΕΓΓΥΤΑΤΗ, ποιήματα (1999) –
Βραβείο ʽΜάρκου Αυγέρηʼ της Ετ. Ελλ. Λογοτεχνών.
ΝΑΥΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΙ, ποιήματα (2001)
CD Ανθολογία Ποιημάτων (2004)
Γραίγος
Στη Νένα
– Έλα στην πλώρη να με βρεις
με το φανάρι της θυέλλης.
Από το γκρίζο της νεφέλης
μοιάζεις το φως της λυκαυγής.
Ανέβα πάνω στην ανέμη! – Δες, γυρίζει;
Βίρα την άγκυρα στη μπόμπα τη λειψή.
Αν με το σκόρτσα η ματισιά δεν τη στηρίζει,
βάλε το χέρι στην ανάγκη, το δεξί.
Παίξε σινιάλο με τα φώτα της θυέλλης
και προφυλάξου, απʼ τον καιρό που σε χτυπά.
Άμα σε χάσω από το θάμπος της νεφέλης
σε ξαναβρίσκω, στις ακτές του Μακαπά.
Σιέστα σε ρέπι, με μαυλίστρα της Μακούμπα,
ψυχρή, σαν πράσινη γουστέρα του Νεπάλ.
Στο Πόρτο Βέλιο ταξιδεύεις, στη Καρούμπα,
στο Μάτο Γκρόσο, στη Μπραζίλια, στο Νατάλ.
– Μα τι λογιάζεις μες στο βράδυ;
Στέκω της γέφυρας σκοπός!
– Σε βγάζω μέσʼ απʼ το σκοτάδι,
στο νοερό διάχυτο φως!
Ομίχλη
Εδώ, για γούστο προσκυνούν πίστης βαθύ γαλάζιο
και προσδοκούν μιας άγνωστης παντιέρας χρώμα!
Εδώ, μεσίστια κρέμομαι κι αλλάζω
στάση το σώμα.
Σινιάλο στείλε μου βροχή, δώσʼ μου μήνα το Μάρτη
και φέρε μου μια θάλασσα κι ανάμεσα στα φύκια
βυθό, χιαστή και κρύβεσαι δεμένη στο κατάρτι,
αλήθεια:
πώς αναδύεσαι άλαλη ζωσμένη την ομίχλη;
– Σκιά στο σύννεφο η νυχτιά νύφη στα βράχια η χάση!
– Όπου φεγγάρι αγάπησες απάστραψε η σελήνη
με βιάση!
– Πού ταξιδεύεις θάνατο σωρό πάνω στο κύμα;
– Γονυπετής σε δούλο μου κι οι μάγισσες γοργόνες
θρέφουν φτερά στης πλάτης μου το σχήμα,
για αιώνες.
– Πρόβαλε σήμαντρο ρυθμό στερνά με τη σφυρίχτρα
κι ό,τι διασχίσει ανάμεσα των λιμανιών, δεμένα
μπρος να τα γείρει, αφύλαχτα, τη νύχτα
μιας άγκυρας καδένα!
Άλμπα
Στον Γιώργη Μαυρογιώργη
– Δροσοσταλάζει ο άνεμος, και στης αυγής τʼ αγιάζι
θάλλουν της θάλασσας μικρά, παράξενα λουλούδια…
– Άκου τον γλάρο, ποιητή, και πες μου, γιατί κράζει
με τούτα τʼ ακατάληπτα του μισεμού τραγούδια;
– Πούθε ανεμίζει ο γλάρος σου, με γελαστή την όψη
και σκώπτης μοιάζει, καθώς λες, τραγούδια που πειράζουν;
– Στο ανάγερμα, κάθε φορά στου μαχαιριού την κόψη
μοιάζουν οι τύψεις, θα ʼλεγα, σαν γλάροι που μου κράζουν.
– Θες να του ρίξω να πληγεί, να πέσει να χτυπήσει,
νʼ αφροκοπά στα κύματα μήπως σʼ αναγαλλιάσει;
– Πλερέζα στʼ άρμπουρο φορώ κι έχω καιρό κινήσει
μια βυθοκόρο, ψάχνοντας βυθό, να μʼ αγκαλιάσει!
– Τον πορτολάνο κράτησε γερά, στα δυο σου χέρια
και δώσε του μια μολυβιά, μετά, κι όπου σʼ αρέσει…
– Στον αστρολάβο ρύθμισα του ορίζοντα τʼ αστέρια
κι αυτά που ʼδαν τα μάτια μου… Θεός να συγχωρέσει…
Εξάντας
Στη Δέσπ. Κουνατιάδου
Κακότροπος, έχω καιρό σε απάνεμο ποδίσει
και τη παντιέρα σήκωσα, μεσίστια στο κατάρτι.
Μʼ έχουν ξεχάσει ολότελα, και ποιος να με ζητήσει
όταν, κι αυτοί που γνώριζα, με σβήσανε απʼ το χάρτη;
– Τι προδικάζεις; Στρέψετα πυξάρι τα κουπιά σου
και βέργισε τη θάλασσα, διαπόρι νʼ ανταμώσεις!
Κι αν οι καιροί, τα πάλλευκα γυμνώσουνε πανιά σου,
από το κάσαρο, ίσαμε την πλώρη, να τʼ απλώσεις!
– Θέλω πιαστώ απʼ τα χάλκινα, του τρίποδου πισσέψη,
να βαφτιστώ και μέσα του, σκουριά να γίνω, θέλω!
– Το ανεμολόγι αγάπησες, και ποιος να σε πιστέψει
όταν τα γράμματα, καιρό, μου φτάνουν σε μπορντέλο;
– Το σκέφτομαι, μήνες πολλούς, προσάρτηση να γίνω
και δίπλα σας θε να βρεθώ με μια περπατησιά μου!
Μʼ ανάθεμα τη θάλασσα, κι αν το νερό της πίνω,
αίμα θα γίνει θάλασσα, να σπάσει την καρδιά μου.
– Αγάπα θάλασσες λοιπόν, παντρέψου τη Στριδώνα,
πιάσε βυθούς και, πρώτιστα, δούλεψε με τη στύση…
Διώξε λεχώνα την ξανθιά τη φίλη σου γοργόνα
και στείλε την στη μάνα σου, να την παρηγορήσει.
– Το καλντερίμι διάβαινα, το πέτρινο δρομάκι,
κι ανασκιρτούσα μέσα μου καθώς για να σε δω!…
( Ανασκευάζω σήμερα σα να ʼμουνα παιδάκι,
όμως, ήμουν ανέργαστος, μικρός να συντηρώ! )
– Μόλησα την καλούμα σου, εδώ, απʼ τʼ ανηφόρι
και να σʼ αδράξω θέλησα, παιδί που λαχταρώ.
Τη ρεντιγκότα φόρεσε, τʼ όμορφο πανωφόρι,
κι αν σε κρατούν τα κύματα, κάτσε, όσο καιρό…
Αστρολάβος
Στον Νίκο Καββαδία
– Το ιστορικό σου, το ʼγραψες με το φελί του βράχου
και χάραξες με μιʼ άγκυρα, βυθούς του ωκεανού.
Είχαν πληγές τα μέλη σου, πληγές λοξές του αμάχου,
που ʼχει γνωρίσει θάλασσες κάτωθε τʼ ουρανού.
– Το σκουλαρίκι χρύσωσα, μέλημα της θαφής μου.
Της εκκλησιάς τα σύμβολα κρέμασα στο λαιμό.
Στο ξέθωρο, κάπως λευκό της ναυτικής στολής μου,
φέρω ναυάγια, κι εύχροο πανσπερμικό βυθό.
– Είσαι το σφύριγμα χορδής, στον μυθικό αέρα!
Ο γητευτής της θάλασσας βαθιά στις αποικίες.
Είσαι μια γέννηση διαρκής, στον ύφαλο και πέρα
ένας βυθός αντίθετος στις τυμπανοκρουσίες.
-Στοίχειωσα κάτου απʼ τʼ αστρικά, στο φως του σημαντήρα,
κι ως στιχουργός της θάλασσας αχός, μνήμες θα ραίνω.
Μακρόσυρτα λυπητερός ζυγώνω απʼ την πορφύρα
και γλάρος μεσʼ ακούγομαι, στα βάθη της να κρένω!…
– Στη γλωσσική σου έκφραση, μεθώ πολλά, και λάβω
το πρώτο της εικόνας σου, της ναυτικής σου γνώσης!
Έχω καιρό στα χέρια μου έναν μικρό αστρολάβο
και ψάχνω τον αστέρα σου, με φόβο, πριν της πτώσης…
Ναυτίλος
Στο Χρόνη Πολυχρονάκη
– Κίνησα πάλι από νωρίς, να ʼρθώ να σου μιλήσω
για κείνα τα μεσόδρομα, σινάφικα καράβια…
– Φύσηξε μεσοβέζικο, και πώς να σου μηνύσω
που ταʼ χω απίκου κρεμαστά, βαφτήρια, και μοράβια;
– Αυτή σου η έκφραση… Λοιπόν, τρόπους δε σου ʼχουν μάθει;
– Οχτώ βυζάχτρες χταποδιού στα πόδια μου πλεγμένα…
– Ερασμική, που του ʼμαθες τη γλώσσα του με λάθη…
– Κάθε ριξιά κι ανάσανε, διπλά, πριν από μένα.
Θωρώ κι αυτήν, που γελαστή δήθεν κρατά τη νύστα.
Σαν κεραστής την Έμπουσα γελώ, για λίγη σάρκα…
– Εδώ, στο νυχτοπάλεμα, σε ψάχναμε στη λίστα…
– Ξανάρθω από τα κύματα, παλεύοντας μια βάρκα!
Ας μείνω… – Αμεταγύριστος, για του βυθού το χρώμα!
Για το ψηφί που ʼχει φθαρεί στην υφαλοταινία.
Κι άπλευστος όπως ξέμαθες, αντίπραξε το σώμα,
κακόσιτος του χορταριού, σε πείσμα και μανία.
Ο νυχτομπάτης δρόσισε, η αύρα της θαλάσσης.
Άστρα μικρά μαγευτικά στα χέρια σου πλασμένα.
Πες μου, αν θέλεις, γάτη μου, ποιος τα ʼθελε να φτιάσει
τα μέλη, πες μου, μέσα του, δεν ήταν κουρασμένα;
Ναύδετο
– Καθώς θα λύνω, κάθε κόμπο του σταυρού,
σʼ ένα ποδόστημα θα γράψω σερενάδα
να σʼ τη σκορπίσω στον αγέρα, με λιακάδα…
– Ψέματα λες, στην άκρη του γιαλού
μαΐστρος φύσηξε, και σʼ άκουσα να λες:
« Ένα κοχύλι θα κρεμάσω στο λαιμό σου…»
Όμως, το ξέρω, είναι η θάλασσα καημός σου
κι εσύ βιγλάτορας στα τείχη του βυθού
ήχο λεπτό, σου μινυρίζει ένα τραγούδι
ο παντοδότης Ποσειδώνας φύλακάς σου.
Βρήκε λιμάνι επά στο μέρος της καρδιάς σου…
– Έλα, της θάλασσας ανέγγιχτο λουλούδι,
πάνω στο κύμα, μʼ ένα σέπαλο ας με φτάσεις
μεθυστικό, να με δροσίσει τʼ άρωμά σου!
Νύχτα, στο γραίγο έχω βαφτίσει τʼ όνομά σου
« Όρκη… Σε ναύδετο προσμένω να περάσεις…
Θαλασσοκόρη
Στον Ρένο Αποστολίδη
– Φέρνω νυχτέρι από παλιό Σαντορινιό
και μια μποτίλια, μαυροδάφνη από την Κρήτη.
Mέσα σε πήλινο, αρχέγονο απʼ τη Χιό,
που ʼχε μεθύσει ο Ποσειδών την Αμφιτρίτη.
– Έλα!… Θα σου ʼχω ένα τραπέζι προσφορές
κι από φουντάδο, ασημόφτιαχτο δικέλλι.
Το δισκοπότηρο μυθώδη απʼ τις Αιγές,
που το ʼχε τάξει ο Μακεδόνας στη Νεφέλη.
Την υπνοφόρο μαυροδάφνη σου θʼ ανοίξω
που την ανάσα, ξαναδίνει του πνιγμένου.
Και πλάι στο θρόνο του θανάτου θα τη ρίξω,
τις Ερινύες να μεθώ του αδικημένου.
Και την αυγή, με τις καλόμορφες Νηρηίδες,
θα ταξιδέψουμε μαζί για την Αθήνα.
Καθώς θα φτάνουμε ανοιχτά στις Σκειρωνίδες,
απʼ τα βαθιά θα ξαναδείς την Ελευσίνα.
– Μήνες φορτώνω απʼ τον Ευφράτη κεχριμπάρι.
Τους πειρατές χτυπώ να φτάσω στη Μελίτη.
Για το Σιπάρ, μάλαμα φέρνω σε πιθάρι,
από ρεσάλτο στη Φοινίκη.
Θα γίνω κάτοικος και σχήμα αυτής της άμμου.
Σημίτης σκλάβος στην κοιλάδα της Νιπούρ,
για να ʼβρω διάδημα σμαράγδι της Περγάμου
να σʼ το φορέσω στην αρχαία στοά της Ουρ.
Σμίλη προβάρω να χαράξω τον γρανίτη.
Βραχογραφώ την Αμορίτικη μορφή σου.
Και μια βραδιά στο καπηλειό του Ελαμίτη,
μεθώ για πάντα με το νέκταρ της ψυχής σου.
Τάο Τε
Στον Λάζαρο Κλεινό
Φορτίο το ρύζι πήραμε με στάμπα του Μακάο
και στο καράβι επέβαιναν Κινέζοι λαϊκοί.
Απʼ το Γιεντάι περάσαμε στις πόστες του Ρουγκάο,
και βάλαμε την πλώρη μας ξανά για Σινική.
Τη Σιγκαπούρη φτάσαμε, τη Βόρνεο, τη Σουμάτρα
και στη Τζακάρτα γνώρισα την πρώτη του Μπαλί.
Την ομορφιά της έφταναν, του Σάντος η Μουλάτρα
και η Ρενέ απʼ την Τουλόν, που μʼ έμαθε φιλί!
Πόντο το πόντο μπήκαμε στον κόλπο της Βεγγάλης
και πέρασα με πράτιγο, σε μπάρα του Μαδράς.
Ποντοπορώ κυρίαρχος μιας θάλασσας μεγάλης –
κι αν θέλησες καινότροπα γοργό να μʼ αγαπάς,
από το Ντάρμπαν κόπιασε, σε σπίτι του Λεσότο,
στο Κάτεντρακ, τη Βία Πρε, στην Πράσα Μαουά.
– Στον Ινδικό μετοίκισες; – Αν μου σταλεί ραπόρτο,
στείλʼ τε μου με τη βίζιτα και τα Πεκινουά…
Σθενώ
«Κυκλόφερνε η Σθενώ μέσα στη νύχτα
φιδογλιστρώντας στα νερά της καταιγίδας.
Την ξέκρινα στη λάμψη των κεριών
στο κύμα της υδάτινης παγίδας.»
* * * *
Στραφτάλιζε βαρύ άρμα οχτάτροχο
στη ρούγα του βυθού για τα ταξίδια.
Στο ξάγναντο οι κοπέλες με τα γλύφανα
λαξεύανε του θρόνου τα πλουμίδια.
Συνόδευαν στο πλάι εφτά δελφίνισσες
με κάτασπρους ασφόδελους του πόνου.
Και σπάγανε με σάλαγο τα κύματα
μικρές θαλασσοκράτειρες του θρόνου.
Μνημόνευαν σοφούς πάνω στο δώμα της
που σύριζαν βαριά μες στο σκοτάδι.
Στο θάμπος των κεριών έμοιαζαν δαίμονες
που πέταγαν πηγαίνοντας στον Άδη.
Ανέβαζαν πνιγμένους όπου γνώρισαν
τον θάνατο, κρυμμένοι στην αγκάλη τους.
Νεράιδες των βυθών σκουτιά τους ντύνανε
καθώς η νύχτα σκέπαζε τα κάλλη τους.
Ομόθρονη στο εφτάπυλο τους δίκαζε
μαντάτορας, πιστή της Αμφιτρίτης.
Και πίσωθε ο Πρωτέας διαβολόσχημος
νʼ αλλάζει, και να παίρνει τη μορφή της.
Παντόθες οδυρμός, μέσα στο δώμα της
συνάρχοντες, φρουροί, νεκρός που αγκομαχούσε.
Στο φλίισμα του ακρόβραχου με ζύγωσε,
και φώναξε η Σθενώ που αχολογούσε:
«Θα μοιάζω από συθέμελα στην Έριδα!
Σαν βράχος, που το κύμα μαστιγώνει.
Βαριά όμως κατάρα στέκει απάνω μου
που τώρα χίλια χρόνια με πληγώνει.
Αν σʼ έκαμα να κλάψεις, για ό,τι αντίκρισες
ακούμπησε άμα θέλεις πάνωθέ μου.
Ο θάνατος κι αν χτύπησε αλάθητα
ανάλαφρη πνοή μοιάζει του ανέμου.
Πολύχρωμο χαλί σκέπει τα πέρατα!
Με πορφυρό ο ήλιος βάφει όλα τα νέφη.
Κι αποκοιμιέται – αν θες – ο πόνος μέσα μας
στους ράθυμους ρυθμούς τα μάτια στρέφει…»
Θυμάμαι
Στον Μιχάλη Σταφυλά
Όπου κι αν βρίσκομαι, όπου και να ʼμαι,
θέλω ταξίδια και καράβια, να θυμάμαι.
Θέλω του φάρου, τ ʼ άγιο φως που περιστρέφει,
να μου φωτίζει κάθε σκέψη, που επιστρέφει.
Οσμίζομαι τη θάλασσα, όπως ήταν πρώτα,
και πάλι, σκέφτομαι, του καραβιού τη ρότα.
Καθώς, στη σκέψη βρίσκομαι κοντά του,
νιώθω πρωτόπειρο πουλί, στο πέταγμά του.
Βλέπω, στο σχήμα των συννέφων, κάστρα!
Με φως κατάλαμπρο, τη σελήνη και τʼ άστρα.
Καθώς, πολλές οι στιγμές πανωθέ μου,
τα ξέφρενα λόγια θυμάμαι, τʼ ανέμου.
Εικόνες άπειρες, που μου θυμίζουν
παλιές φωτογραφίες μου, που κιτρινίζουν.
Που χρόνια τώρα, κρέμονται στον τοίχο,
και φέρουν στοχασμό, σʼ ενθύμιο στίχο.
Το πρόσφατο σχόλιο του κ.Μανέτα μ’ έφερε ως εδώ. Είναι λοιπόν το β’ μέρος ενός αφιερώματος -τρόπον τινά- στο Νίκο Καββαδία.
Την άποψή μου για το α’ μέρος την κατέγραψα στη σχετική ανάρτηση. Τούτο δω τώρα είμαι μια εμπεριστατωμένη και αρκετά αναλυτική αναφορά στις μελοποιήσεις των τραγουδιών του Καββαδία που έχουν δισκογραφηθεί και γι’ αυτό αξιόλογη. Τα όποια μικρά λάθη ή παραλείψεις δεν επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα. Αποφεύγει δε να κάνει οποιαδήποτε κρίση ή σύγκριση και πολύ καλά κάνει. Δεν είναι αυτή η δουλειά της.
Εγώ πάντως θα συμφωνήσω με την παρατήρηση του κ.Μανέτα ότι “Λίγοι κατάλαβαν, τι ήθελε να πει ο ποιητής…” και γι’ αυτό όσοι (πολλοί) προσπάθησαν να μελοποιήσουν τους στίχους του απέτυχαν. Εξαίρεση αποτελεί ο Θάνος Μικρούτσικος που είναι φανερό ότι ενέκυψε στην ποίηση του Καββαδία, με αποτέλεσμα να μας δώσει μερικά μικρά αριστουργήματα, ερμηνευμένα ιδανικά -κατα την άποψή μου- απο το Γιάννη Κούτρα αλλά και τον ίδιο το συνθέτη.
Σημαντικότερη στιγμή αυτής της “συνάντησης” Καββαδία-Μικρούτσικου είναι -πάντα κατα την άποψή μου- το “7 νάνοι στο S/S Cyrenia”.
Αξιόλογα -αν και μεμονωμένα- δείγματα είναι επίσης το “Φάτα Μοργκάνα” της Μαρίζας Κωχ(αν και δεν μου αρέσουν οι αυθαίρετες περιλήψεις ποιημάτων προς χάριν της τραγουδοποιίας) και το “Γράμμα σ’ ένα ποιητή” του Δημ. Ζερβουδάκη (το παραπάνω σχόλιο ισχύει και γι’ αυτό το τραγούδι που έχει αλλαγμένο και τον τίτλο παρεμπιπτόντως).
Ο κ.Μανέτας τώρα είχε την ευγενή καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας μερικά απο τα ποιήματά του. Αν και έχουν αναρτηθεί σαν σχόλιο και επομένως δεν ζητάει “επίσημα” τη γνώμη μας, θέλω να πω ότι είναι πάρα πολύ ενδιαφέροντα!
Η ποιήσή του είναι εμφανώς επηρεασμένη απο αυτή του Καββαδία και δεν κάνει καμμιά προσπάθεια να το κρύψει. Πολύ καλά κάνει -κατα την άποψή μου πάλι- και για το ένα και για το άλλο. Δεν είναι μόνο οι ναυτικοί όροι που χρησιμοποιεί και η συχνή παρήχηση του “ρ”, αλλά κοι η χρήση πολλών όμορφων -κοινών κατα τ’ άλλα- λέξεων που συνήθιζε να χρησιμοποιεί ο Καββαδίας. Και πάλι καλά κάνει νομίζω. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι διακρίνω την ίδια αφοπλιστική ειλικρίνεια των στίχων.
Παρ’ όλ’ αυτά και πέρα απ’ το γεγονός ότι έχει και αρκετά στοιχεία απ’ τη ρομαντικούς του μεσοπολέμου, η ποίηση του κ. Μανέτα δεν στερείται προσωπικού ύφους.
Αν έπρεπε να επιλέξω κάποιο αυτό θα ήταν το ΣΘΕΝΩ που μάλλον δεν παρατίθεται ολόκληρο αν κρίνω απ’ τους αστερίσκους. Επιτρέψτε μου όμως μια πολύ μικρή παρατήρηση κ.Μανέτα, μ’ όλο το θάρρος και χωρίς την παραμικρή διάθεση αρνητικής κριτικής.
Ο τελευταίος στίχος της τρίτης απ’ το τέλος στροφής (“που τώρα χίλια χρόνια με πληγώνει”) θα αποκτούσε μεγαλύτερη -ίσως- “δύναμη” αν είχε γραφτεί “που χίλια τώρα χρόνια με πληγώνει”. Έτσι βέβαια θα ακουγόταν πιο “Καββαδιακός” και γι’ αυτό ίσως το αποφύγατε.
Στο «ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου», του αγαπημένου μου Καββαδία, υπάρχει ο στίχος:
«που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει»
[«που ΧΡΟνια ΤΩρα και καιΡΟΥΣ το γιΟ της περιΜΕνει» ή περιμένει… ανάλογα το πώς θέλουμε να εκφωνήσουμε].
Αν αμοιβαία μεταθέταμε τα «χρόνια» και «τώρα», δε θα ακουγόταν καλά.
Στο συγκεκριμένο όμως στίχο που επικαλείστε επειδή τα: «τώρα», «χίλια» και «χρόνια» είναι τρεις συνεχόμενες δισύλλαβες λέξεις, νομίζω πως
είτε
«που ΤΩρα ΧΙλια ΧΡΟνια με πληγώνει»
είτε
«που ΧΙλια ΤΩρα ΧΡΟνια με πληγώνει»
είτε
«που ΤΩρα ΧΡΟνια ΧΙλια με πληγώνει»
ακούγεται το ίδιο δυνατά και είναι απλώς θέμα επιλογής του ποιητή να επιλέξει το πώς και το τι.
Να σημειώσω επίσης ότι θεωρώ ότι τα ποιήματα του κ. Μανέτα κακώς επέλεξε ο ίδιος να υπάρχουν ως σχόλιο. Είναι κρίμα…
κ.Πρίμπα
ίσως να έχετε δίκιο ότι δεν είναι θέμα “δύναμης” αλλά μάλλον προσωπικής προτίμησης. Τώρα μάλιστα που το ξαναδιαβάζω θα προτιμούσα μια σύνταξη που δεν ανέφερα ούτ’ εγώ αλλά ούτε κι εσείς.
“που ΧΙλια ΧΡΟνια ΤΩρα με πληγώνει”
Εν πάση περιπτώσει δεν νομίζω ότι πρέπει να επιμείνουμε σ’ αυτή τη λεπτομέρεια και να μείνουμε στη συνολικά πολύ καλή εντύπωση που έκανε και στους δύο – αν κατάλαβα καλά απ’ το τελευταίο σας σχόλιο- η ποίηση του κ.Μανέτα.
Αγαπητοί, εξηγήστε μου ποιος από τους παρακάτω στίχους έχει περισσότερη δύναμη:
που τώρα χίλια χρόνια με πληγώνει
που χίλια χρόνια τώρα με πληγώνει
που χίλια τώρα χρόνια με πληγώνει
που ‘δώ και χίλια χρόνια με πληγώνει
και σε τι συνίσταται η δύναμη αυτή;
Συγχαρητήρια στον κο Μανέτα!
Λάθος δικό μου αγαπητέ Παναγιώτη. Το διόρθωσα νομίζω…
Δεν διορθώσατε τίποτε, φίλτατε περιηγητά. Απλώς ανασυνταχθήκατε στη γραμμή της “προσωπικής προτίμησης”, με την ελπίδα να αποφύγετε το casus belli 🙂
@23 Τελευταία απάντηση από Stavros Lambrakis 25/2/09
@24 4/10/09 Μετά από 8 μήνες έρχεται να μας αναλύσει
φιλολογικά – φιλοσοφικά τον χαρακτήρα Καββαδία
(δικαίωμα του) (για μένα δήθεν).
@25 ” Με χαρά , δικά σου ….”
8/10/9 τέσσερεις ημέρες μετά
λες και κάποιος τα ζητάει , παραθέτει βιογραφικό
δραστηριότητες (ναυτικός + λογοτεχνικά officia ) και
μέρος της “ποιητικής” του.
Κύριε Μανέτα με δυό φεγγάρια στη θάλασσα
ναυτικός δεν γίνεσαι . Ίσως ποιητής !!!
Όμως λάθος η ανάρτηση που διάλεξες για να ΠΡΟΒΛΗΘΕΙΣ .
Επίσης ζήτα να μάθεις τον ορισμό κρυπτομνησία .( δεν λέγω
λογοκλοπή γιατί για μένα δεν υφίσταται )
Καλό απόγευμα .
Αμφισβητείτε αγαπητέ Παναγιώτη το δικάιωμα της προσωπικής προτίμησης; 🙂
Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα απο προτιμήσεις, η τελευταία μου εκδοχή #29, δεν ξέρω αν είναι η ορθότερη συντακτικά, δεν είμαι φιλόλογος, αλλά είναι συνηθέστερη. Έτσι νομίζω τουλάχιστον.
Αγαπητέ Περιηγητή, τη γνώμη σας επίσημα πήρα, γιʼ αυτό και σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια…
Σας αποστέλλω παλαιότερα και νεότερα ποιήματα. Παρακαλώ μόνο να δείτε το απόσταγμα της ψυχής
κι όχι το δόλο, (όπως επισήμανε ο φίλος Τυρταίος)…
Ευχαριστώ και εσένα φίλε Παναγιώτη!!
Φίλε Τυρταίε, όλοι σχεδόν κάτι αγαπήσαμε, κάπου ακουμπήσαμε για να διαμορφώσουμε λογοτεχνικό ύφος.
Φανταστείτε τον Καββαδία – τουλάχιστον στα πρωτάτα του – χωρίς τον Ουράνη. Και τόσους άλλους…
Φανταστείτε το Χριστό χωρίς τους συνεχιστές του αποστόλους…
Όσον αφορά τη σελίδα… αναγνωρίζω το λάθος μου, ωστόσο θέλησα να μοιραστώ με φίλους, τούτο το πόνημα,
έξω από τους ʽστενούςʼ λογοτεχνικούς κύκλους (σωματεία και εταιρίες). Όσον αφορά τα φεγγάρια, είναι εννιά.
Με φυλλάδιο (6) και (3) με διαβατήριο – ανασφάλιστα, βλ. Υ.Ε.Ν.
Με εκτίμηση
Γιώργος Ν. Μανέτας
Νηνεμία
Στον Μιχάλη Κατσαρό
Τη θάλασσα διψώ, την θεογόνα,
του στολιστή το χέρι στα βαθιά.
Ας είχα του πελάγου μια σταγόνα,
σπουδή να τήνε κάνω στʼ ανοιχτά.
Το βάπτισμα να πάρω του ανέμου,
την δύναμη της βρόχινης ροπής,
η ομίχλη να στραγγίζει απάνωθέ μου,
του ορίζοντα να μένω εραστής.
Στις γέφυρες να βρίσκομαι τα βράδια,
τʼ αστέρια νʼ αναλάμπουν στις σκιές,
και μέσα στο λυκόφως, τα σκοτάδια
να παίρνουνε παράξενες μορφές.
Ιέρεια, του μύθου κολυμβήθρα,
το κάλεσμα προσμένω στην ακτή.
Με τρίχινο βαφτήρι εδώ που ήρθα,
σταρώνω με τʼ αλάτι το κορμί.
Πορεύομαι,
γλάρους ακίνητους, καθώς
τη σύναξη θωρούν, της αθερίνης.
Την Αίθρα ή την Γαλάτεια
σε πύρινες ανάμεσα ηλιαχτίδες.
Την ακύμαντη εμπρός μου Γαλάζια,
την έμβρυα βαθυκύανη άρμη.
Ξυλάρμενα και χάλκινα στον όγκο των αφρών
που σέρνουνε πεισματικοί βοριάδες λαμνοκόποι.
Της βροχής την αντίλαλη πτώση,
τους δαίμονες αφρούς δίχως απόχρωση.
Όσες αγάπησα στο θάμπος του πυρός
μάγισσες κοσμομάντισσες σε ράχες πολυκύμαντες.
Την ξέθωρη γραμμή του ορίζοντα,
τους θύσανους διάφεγγους Διόσκουρους.
Σκιές στο διάμηκες,
στο κιάλι της μπαλέστρας.
Προσήνεμος
– Για σένα, ξάγναντα μια θάλασσα θωρώ
κι ό,τι ωφελεί τη μνήμη μου, σου γράφω.
Το κάθε σύθαμπο χαρώ
και σε καμβά το ράφω.
– Θυμούμαι, τότε που έφευγες ταξίδι σοροκάδα
κι ήρθα μικρό και κάθισα, στην πρύμνη χελιδόνι.
Λεπτουργικά, μαστόρευες μιαν άγνωστη Κυκλάδα,
στου ξύλου το τιμόνι.
– Θυμούμαι, απʼ όταν έφυγα με τη βοή του ανέμου,
τις βορινές τις θάλασσες τα πλάσματα σκοτάδια.
Τον αφρισμένο σάλαγο που σπούσε απάνωθέ μου,
θυμούμαι όλα τα βράδια.
Κάθε γραμμή του ορίζοντα τα δίπλατα λιμάνια,
της Κύπρου τα λιθόστρωτα την Δαμασκό στο βάθος.
Την Εσπεράνσα, που έφερνε στο Μπέλεμ τα βοτάνια,
και παρασέρνω λάθος.
Τον μελωδό, που κούρσεψε στο Βίδο απʼ τη Σπιανάδα,
έναν μικρόν ανάγλυφο σε στύλο Ποσειδώνα.
Και κάποια νύχτα, σε όνειρο, πως ήρθα στην Ελλάδα
για σε, ξωθιά γοργόνα.
Θάλασσα
Δεν ξέρω, πού είσαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
– να ξεπηδήσω απʼ τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό που με κρατούν οι κάβοι,
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.
– Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απʼ τη μεριά μου
και στα δαρμένα κύματα, θε να σʼ αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θαʼσαι κι αξελόγιαστος, θα σʼ αρραβωνιστώ.
– Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις… κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μʼ έσυρε στο βυθό.
– Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα ʼρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
– Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.
– Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
– Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στʼ αστέρια τʼ ουρανού.
– Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
– Κάτω απʼ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.
Αντιγνωμία
Στον Τάσο Εγγλέζο
– Πάει καιρός, που ανάλαφρα την ταξιδεύω.
Για την ανεύρετη ομορφιά για τʼ αφρισμένα χείλη.
Για τʼ όνειρο, της λευτεριάς του μακρινού πελάγου.
Για τις χαρές, που μου ʼδωσε, κι αυτή με τη σιωπή της…
Το κεντημένο αγάπησα, στον ήλιο της φουστάνι.
Τα θάμνα, τʼ αφροστόλιστα και λυγερά μαλλιά της:
Καθώς διαβαίναν τα πουλιά κι ακούρμαζαν οι γλάροι,
το φτέρωμά τους χάιδευε με το γαλάζιο χέρι.
– Αναζητώντας, μέσα μου την τρυφερή φωνή της,
το θέλησα, ταξιδευτή, να βυθιστώ μαζί της.
Με τη σφοδρή ανατάραξε παλάμη, την ψυχή μου.
Με θέλησε στα κύματα, σα να ʼτανε η καλή μου.
Με μέθυσε, κάποιαν αυγή με το χαμόγελό της,
με το κρασί του αλμόλοιπου με λαχταράει δικό της
και με γλεντάει στʼ ακρόβραχο, εκεί που σπάει το κύμα,
εκεί μου φτιάχνει γλυκερό το τελευταίο μου σχήμα.
Εσπεράνσα
Στη Θεανώ
Τη γνώρισα μια Κυριακή μες στη βροχή
κι ήθελα τόσο να της πω μια καλησπέρα,
όταν οι στάλες πέφτανε με τον αέρα
και υγραίναν του προσώπου της κάθε πτυχή.
Είχε μιʼ αρχέγονη ομορφιά το σώμα της,
κισσός πλεγμένος πέφταν τα μαλλιά της,
το κόκκινο στα χείλη είχε το στόμα της
και κάτι από τα σύννεφα η ματιά της.
Πάνω της, κίτρινο φορούσε το φεγγάρι
και σκουλαρίκι έναν αστέρα λαμπερό.
Έμοιαζε κύμα ζωγραφιάς, ανέμου χάρη!
Είχε τον ήλιο περασμένο στο λαιμό.
Είχε πια φύγει όταν με πήρε το σκοτάδι,
με τη βροχή, προς ένα γκρίζο ουρανό.
Μες στα ταξίδια, είναι ο πόνος και το χάδι,
που ακολουθούν σε κάθε τόπο μακρινό…
Μορφές και χρώματα
Στον Κυριάκο Βαλαβάνη
– Διαπλέοντας, φανταστικό υποβρύχιο διάκοσμο,
διακρίνουμε παράξενα σχηματικά στους βράχους
κι αγκυροβόλια παλαιών παροπλισμένων πλοίων.
Σκιές ενάλιες στη δομή μας δυσκολεύουν κάπως,
όμως περίσσια το ηλιοφώς στα σκοτεινά μας στέλνει
θριαμβικές δέσμες φωτός, μορφές ωραίων θυσάνων.
– Θύσανοι φωτός, ας παρασυρθούν,
να δώσουν θαύμα στην ψυχή σας
κι ό,τι σύνθεση χρωματική.
Ας παρασυρθείτε ορμητικά
στους μαγεμένους υγρούς κήπους,
που νεράιδες υφαίνουν μορφές και χρώματα.
Πλάσματα αινιγματικά, σχεδόν αόρατα
διασχίζουν τους αμέτρητους κοραλλιοϋφάλους –
υδρόζωα άπειρα, εντυπωσιακά και ψάρια παραδείσια,
σε λιβάδια κοραλλιογενή ελαφοκέρατα:
Εχθρός το κύμα, κι ο αδιάκοπος ανασασμός
της σάρκας τους το μάρμαρο πληγώνει.
Τι θέλω
Στην Έπη Παπανικολάου
Το πλοίο, να κυλάει αργά, στην φεγγαρόλουστη θάλασσα.
Του φουγάρου οι σπινθήρες, να φτάνουν στον ουρανό
και να γίνονται άστρα πεντάγωνα.
Τα άστρα, να γίνονται μοσχεύματα της ψυχής μου,
κλυδωνισμοί μεσονύχτιοι
κι έρεβος λευκό στους όρμους της.
Τα μάτια μου, φωταγωγοί να εναλλάσσονται.
Να κρούουν εικόνες στα κάτοπτρα,
και να με συντροφεύει ο ʽΜεγάλος Θαλασσινόςʼ
στην ιόνια γη των πατέρων μου,
στη συναρμογή των λέξεων,
ως να κατοικήσω την διαδοχή
φυλάχτορας, της κουπαστής των πόντων.
Ως να υψωθώ στον δροσισμένο αέρα
γλάρος, με χορτασμένη την ψυχή από θάλασσα.
Υδροδόκη
Χρώμα γαλάζιο
πασίχαρο στα μάτια μου,
Δεκαοχτώ χρονών.
Στα κύματα, νυμφεύτηκα
την έκταση ομορφιά σου.
Στις άκρες των χειλιών σου, συλλέγω
ρανίδες λάμπουσες,
κι ανάγλυφες βαθύχροες θαλασσόπετρες.
Θαυμαστικό σου τʼ όνομα!
Να μου σκορπίζεις, κι εγώ
δοξαστικά να σε συλλέγω…
– Όταν θα γίνεις
σκοτάδια σχήματα, καλόμορφε,
θα σε διακρίνω!
Γενάρη μήνα,
καθώς θα ντύνουν
σκουτιά τη σάρκα σου,
άρμη και ψύχος.
– Σε σχήματα,
ενάλιος γύρισα
να σʼ αντικρίσω
στο λυκαυγές,
σε βράχο,
– Να σπάζει αφρός –
κι εσύ
γύρω του ασώματη
νʼ ασθμαίνεις,
αιφνίδια,
λεύτερη.
Ατλαντίς
Στην Ισμήνη Βενιζέλου
Με την πλεύση μου θα ʼθελα
νʼ αντικρίσω σε, πόλη στην άρμη,
βαπτισμένη στα δάκρυα του αλμόλοιπου.
Να σε δω στων αφρών την αθάλη
ως ανθό των κοράλλινων κάμπων,
αγριλίδα στην ένυδρη φύση.
Στην ειρκτή μοναξιά των κυμάτων
των καημών νοσταλγός σου να γίνω,
στον απόμακρο αχό των Σειρήνων.
Στην απάνεμη αγκάλη των βράχων
Ατλαντίδα να ʼρθείς στο σκοτάδι,
με την πλεύση μου θα ʼθελα!
Οξυτέρα Εγγυτάτη
Στον Βαγγέλη Παπαθανασίου
– Ρέουσα κοινότητα παντοδύναμη,
μακρινή Ανδρομέδα προήλθες
μυθική στην άβυσσο.
– Στην αιθρία,
κατοικώ την ξηρά κυματούσα,
ανωνύμων συρρέω ακρομόλων.
Σε κοιλάδα θολή, βυθισμένη
καρτερώ μυστικής αμμοδόκης.
– Παντοδότειρα!…
τους λαούς νʼ αναθρέψεις,
στον αφρό της Μεσόγειος.
Ουτοπία
Στον Βασίλη Βασιλικό
Θωρώ στην αχτή την απείραχτην άμμο της.
Την πυκνόφυτη γη, με τις δύσβατες άσπες.
Δεν χαρώ νυσταγμό τόσα χρόνια θωρώντας την
κʼ είνʼ ανώφελη πια μια στεριά που δεν φτάνω.
Ας βυθίσω μεμιάς την πλανεύτρα την σκέψη μου.
Στην αδιάβατη γη να βρεθώ της ψυχής μου,
μέχρις ότου τʼ άμορφα νέφη σκορπίσουνε
και ξανά πάλι δω την μικρή της Κασσιόπη.
Ορίζοντας
Στον Μάκη Αποστολάτο
Διαβάτες σιωπηλοί μοιάζουν τα κύματα
Θολά φαντάσματα τα σύννεφα που φτάνουν
Πρόβαλε κι ο θόρυβος που κάνουν
Σειρήνες στο στρατί του μισεμού
Με σκέψεις που τις διάβρωσε η αρμύρα
Συχνά παραλληλίζουν πως η μοίρα
Τις στέλνει σʼ αφιλόξενες πατρίδες
Ακοίμητες στα μάτια τις κοιτάζουν
Τα χείλη τους κινούν και τις προστάζουν
Σιωπή
Στους νυχτοφώτιστους φανούς
Σπουδή θα πάθουν και φοβέρα
Αλλιώτικη του ξίφους που αντικρίζεις
Κατάβαση αστραπής φτάνει μια μέρα
Κι εμείς
Σε τούτο το στρατί του μισεμού
Ταξίδι με το φως και τον αέρα
Τʼ αμπάρια μας δοσμένα σε μια ρότα
Φορτώσανε τʼ αστέρια τʼ ουρανού
Σαν πρώτa
Ναυσίν άριστοι
Σε όσους η μοίρα
στάθηκε έρημος
Είναι ανάγκη, να διέρχομαι συνέχεια των Κυκλάδων
ως να πλησιάσω των ματιών τους το βυθό.
Τα σχήματα των μυστικών τους λέξεων νʼ ανασύρω
και να τους αποδώσω, με λόγο αρμυρογέννητο.
………………………………
Ποια νυχτωμένη της είσοδο, δεν ακράγγιξαν
και ποιάν αφετηρία της…
Μη δεν αλμάτισαν, στη συμμετρία της μέσα;
Μη δεν σκόρπισαν, πλαγκτόν πολύφωτο,
μʼ απροσδιόριστο σχήμα;
Άσκησή μου η σιωπή, στη μοναξιά του ωροδείχτη.
Αναψυχή μου η θάλασσα, στην άμμο της κλεψύδρας.
Η θάλασσα, δεν ακολούθησε τα αισθήματά τους…
Έγειρε σάβανο, τη νύχτα
και κακοσόρισε την τύχη τους, κρυφογελώντας.
Τους έσυρε, στην υγρή κάθοδο της αβύσσου
και βύθισε, των ματιών τους τα έλκηθρα,
σʼ ένδυμα φωτός.
Λυκαυγή
Στον Αριστείδη Πετρόπουλο
Αρχαία κρυστάλλινα γύρω μας βλέμματα
φωτίζουν στο γκρίζο της άναστρης νύχτας
σκιές των βυθών λεκτικές σαν τον άνεμο,
με όψεις χλωμές στην διάφανη ομίχλη.
Κατόπιν βροχής της πανσέληνης άνοιξης
περνούν συνετά την αντίπλευρη όχθη
πλημμύρες μορφές, στων βυθών τα περάσματα
θρηνούν τις πληγές των ανάσκελων βράχων.
Σκορπίζουν στο κύμα διερχόμενοι απρόθυμα
εντός των αφρών της υδάτινης κλίνης,
ενάλια ντυμένοι – γυμνοί ταξιδεύοντας
αλάργα στη χαίτη ενός όστρακου γόνου.
Αντιγνωμία Ι Ι
Στον Γιώργο Φερεντίνο
– Υγρός ανέκφραστος
Αιμόφυρτος θνησιγενής βυθός
Αργό το φως
Κι ο θάνατος στη μνήμη μου:
Κραυγή σε φυσαλίδες.
– Μαθήτεψα στο σώμα της, μικρός αφρόγλαρος
Ιόνιος λευκοσκότεινος σωρείτης
Φεγγαροδέσμη της νυχτός
Χαλκός αφρός
Κέλυφος πότε νυκτικό
Κλαδί από κρίταμο.
– Δυσδιάκριτα διαρρέει στο αίμα σου,
Βοριάς φονικός,
Υγρός ναυσιπλόος θάνατος.
Νηρηίς
Στον Νάνο Βαλαωρίτη
Στάθηκα λίγο, νʼ αγναντέψω από τα πέλαγα…
Είδα μια πόλη, ξακουστή για χίλια χρόνια!
Στις πολεμίστρες κι απʼ τα τείχη τα αιώνια,
με χαιρετούσαν οι γενναίοι, και τους γέλαγα!
Είδα καράβια, με τελώνια και αυθέντες.
Όσους κουρσάρους που ποθούσαν τʼ αψηλά της.
Τριγυρινά, και στʼ άλλα πέρατα κουβέντες
άκουγα μόνο, στʼ όνομά της!…
Είδα κοντά της ηγεμόνες, πλάι στα κύματα.
Τη συνοδιά των διαλεχτών απʼ τα Βυζάντια.
Είδα σπιγούνους, να τη σπρώχνουν τʼ αποστήματα
στο μισεμό, και στη κατάντια…
Είδα της Δύσης άνεμο, τα στοιχειωμένα ζάρια…
Τον Ποσειδώνα, που ʼβγαλε βούκινο στο κοχύλι.
Είδα και τα νησόσπαρτα στα τοξωτά της χείλη,
τους πειρατές, που φόρτωναν πραμάτεια της στʼ αμπάρια…
– Ήθελα να ʼχα μια ρακή, να μέθαγα τις τύψεις
νʼ ανέβω από τον Εύξεινο στη στράτα να με βρεις!
Μα πρώτα πες μου, τη χαρά και πώς θα τήνε κρύψεις
όταν την άμπωτη έρχομαι, ξανά για να με δεις;
– Πήγα μακράν και κρύφτηκα, στη χιώτικη τη ράχη
και καθώς ξέρεις, έφτασα, στης Σμύρνης τʼ ανοιχτά…
Αν με ρωτάς ποιον μούτισαν κοντά στο καταράχι,
δεν με λυγάει Κομιτατζής, στο θάνατο μπροστά.
– Ώστε στην πόλη ανέβηκες, του πλοίου τη σκάλα πάνω
και πολεμώντας γύρισες στου Πόντου τις σπηλιές;
– Έχω στα μάτια δυο στεριές, μα δεν τις φτάνω.
Μοιάζουν του Αιγαίου θάλασσες, κι ακρογιαλιές!
Κων/πολη 1990
Σύμβολο
Στον Λευτέρη Μαρματσούρη
Όταν την πρωτοστόλιζαν, τα μάρμαρά της πάνω
τα σμίλευαν θαλασσουργοί, φάντες, μικροί τεχνίτες
σε πλοία γοργόνες λαξευτές σκυφτές στον πορτολάνο,
κάμναν σπουδές βαλλιστικής χτυπώντας τους κομήτες.
Την καλοχρόνιζαν πολλά, κι οι χρυσολάτρες άντρες,
και την κερνούσαν, κι έπινε, κρασί μαγαρισμένο.
Στο κομπολόι μετρούσανε κεχριμπαρένιες χάντρες,
κι έστεκε τέσσερις καιρούς, μʼ όνομα ξεχασμένο…
Την εστεμμένη θέλησα, κοντά για να τη φτάσω,
και προσδοκώντας να σταθώ μπροστά στους μυροφόρους,
για την μερσίνη των Θεών κι εφέτος θα γιορτάσω,
με μισαλλόδοξο λαό κι ασκούντες μισθοφόρους.
Το σμαραγδένιο δίπετρο μακρύ, λαμποκοπάει
και προς το λόφο του Αρδηττού μοιάζει να ταξιδεύει…
Σʼ ένα καμβά κάποια μικρή την Αθηνά κεντάει,
και το ρουμάνι του Υμηττού στα χέρια της θωπεύει!
Γαλάζιο
Στον Χάρη Ντάμη
Δυο φινιστρίνια, στη καμπίνα που είχα, στρογγυλά,
– που μοιάζανε πολλές φορές εμένα να κοιτάνε,
είχαν στεφάνια γύρω τους σαν στόμα που μιλά
με ύφος μάλλον στοργικό σα να παρακαλάνε.
Στους μήνες, που ταξίδευα μες στον γαλάζιο υγρότοπο,
– κι αφού ο ήλιος την πορεία του είχε πάρει,
τα ένιωθα να μου πετούν αχτίδες καταπρόσωπο
και να με προκαλούν με πονηριά και χάρη.
Άλλοτε πάλι, τα ʼνιωθα να με συνωμοτούν,
να κλυδωνίζουν μόνα τους να στρέφονται σε μένα,
να μου ζητάνε εκστατικά να μάθουν να μιλούν
στις μοναξιάς τις ώρες μας, να πούμε περασμένα!
Δύο ματάκια γνώρισα, στο χρώμα του τοπάζιου.
Ίσως, τα πιο πραγματικά ζεστά κι αγαπημένα.
Μέσα τους έβλεπα τον κόσμο του γαλάζιου,
και στην καρδιά μου, μείνανε, βαθιά και ριζωμένα.
1977
Κύμα
Στη Γεωργία Δαλιανά
– Αλάργα μέσʼ απʼ τα ποτάμια ταξιδεύω…
Έχω περάσει στα μαλλιά του ωκεανού.
Νερένια άβυσσο, το γούστο που γυρεύω:
«Κοχύλι Τρίτωνος, την δόξα του χαμού!»
Ξέρω το κύμα, τον βυθό και την αντάρα!
Έχω για ορμήνια του Νηρέα μυστικά…
Και με βλογούνε οι Νηρηίδες στην κατάρα,
όπως τη στέλνει ο Ποσειδώνας στʼ ανοιχτά.
– Όταν ματίσεις τη σκουριά με το κορμί σου,
λαμπρή να βάλεις φορεσιά με τη Στριδώνα.
Να μοιάζει απόκοσμη στη λίθο η μορφή σου,
όπως στις πρώρες των Φοινίκων, η γοργόνα.
Πρόσφερε το αίμα σου, για θάλασσα κι αλάτι
κι αν η Αμφιτρίτη δεν ρισκάρει ανταλλαγή,
δώσʼ της εκείνο από κοχύλι το ʼνα μάτι
και ρίξʼ τη εκεί, απʼ όπου ήρθε, να πνιγεί.
Σαγκάη
Στον Παύλο Τσαλπαρασίδη
Παύλο,
σου γράφω από τα «σπίτια» στο ποτάμι
καθώς ψαρεύω, συντροφιά με μια Κινέζα.
Κρατά μακρύ μέσα στα χέρια της καλάμι
κι έχει δολώσει σκαρτσιμά τη μεσσηνέζα.
Εδώ, το ρύζι προσκυνάνε για καρπό τους
κι έχουνε γούστο τους τη μέντα και το κάρυ.
Φορούν στη βόλτα τʼ ακριβά τα κιμονό τους,
και κάνουν βήματα κοφτά, ξέρεις, με χάρη…
Στα πάρκα, θέλοντας να κάνουνε αστεία,
μας δείχνουν δράκους και προτάσσουνε τα στήθη!
Με τη φωτιά να συνεπάρει απʼ την εστία
και τις σκιές να ζωντανεύουν απʼ τα τείχη…
Παύλο, σαν φύγω απʼ τη Σαγκάη ένα πρωί
– και θα ʼχω αφήσει πίσω έκδηλα τη λύπη,
θα μοιάζει ο έρωτας να φεύγει την αυγή
καθώς θα βλέπω ανατολή και θα μου λείπει…
Σινική Θάλασσα 1978
Πίντα
Στον Βασίλη Ιωακείμ
Κάνε το ξύλο ασίγαστη φωτιά
και δώσʼ μου τέχνη, σίδερο στʼ αμόνι,
για να σου χτίσω απόψε με νοτιά
ένα καράβι, θάλασσες να οργώνει…
Για να βρεθούμε! πέρʼ απʼ τις στεριές
να βγάζουμε στους χάρτες τις πορείες,
και στα ταξίδια να ʼχεις να μου λες
παλιές σου αγαπημένες ιστορίες.
Για τον Βερίγγειο, μέχρι τα φουρνώ,
το Πορτ Ελίζαμπεθ, το Σάντος και το Ντίσκο.
Από τα μπαρ του Χιούστον να περνώ
και πάντα μεθυσμένο να σε βρίσκω.
Βηρυτός
Στη Μαριάμ
– Στέκεις στη πίντα της ακτής
πάνω σε κάβο που τεζάρει.
– Στη Δαμασκό θε να με βρεις
ή στης Σιδώνας το παζάρι.
Έχω τον πόλεμο, πατρίδα!
Έχεις ανάγκη να σʼ το πω;
– Μα… στην ομίχλη που σε είδα…
– Δεν σʼ έχω εχθρό μου, σʼ αγαπώ!
– Εδώ… γιατί δε σκοτεινιάζει;
– Είνʼ το φανάρι, της ντροπής!
Σε μένα θάνατος ταιριάζει
κι όπου ησυχία της θαφής.
Με το μπαρούτι κοινωνάμε…
– Φτιάχνουν θρησκεία στʼ όνομά του;
– Έχουν το χρήμα, δεν κοιτάνε
την αγωνία του θανάτου.
– Και τη σημαία, πότε τη χάλασες;
Μέσα στη δίνη του πολέμου;
– Στάζουν τα μάτια μου δυο θάλασσες,
σε κάθε φύσημα του ανέμου.
Ο Βράχος
Στον Αλέξανδρο Πούλο
Βράχος είμαι, και στέκομαι κι έχω γιγάντινη όψη
κι ήρθαν φορές που βρήκανε κι ακούμπησαν οι οχτροί μου
στο γρανιτένιο μου κορμί, το χιλιολαβωμένο.
Είμαι και σχήματα πολλών και λείψανα κοράλλια
και μέλη έχω στα μέλη μου τα έμβρυα της θαλάσσης
μα… θύμωσα ως αντίκρισα ακρόπρωρα φρικώδη,
κορμπίτες και κωπήλατες εμβολοφόρες Τριήρεις.
Βυζαντινούς βαρδιάτορες αντίκρισα στη βίγλα
και στο σταντάρδο Αγαρηνών πειρατική παντιέρα.
Τους σκλάβους μες στα κάτεργα τους αλυσοδεμένους,
κι όσους τους διέταζαν σκληρά μανούβρες, και ρεμέτζα!
Απόψε, άνεμος χάιδευε τα σχήματά μου μέλη
κι ήρθαν ξανά και φτάσανε κι ακούμπησαν οι οχτροί μου
στο γρανιτένιο μου κορμί, το χιλιολαβωμένο
το σύγχρονο, που το κοσμούν δίκροτα και φουσάτα…
Νίτο
Στον Φίλιππο Φιλίππου
Κοίταξε την πλοηγίδα,
σέρνει κύματα ξοπίσω!
– Φτάσανε και τα μελτέμια…
– Μάθε με να τα ξηγήσω!
– Δίμορφη και κοσμοπλάνα…
– Τη λαξεύανε στην Κρήτη;
– Μη ρωτάς, κανείς δεν ξέρει
τον θαλασσουργό τεχνίτη.
– θα το ξέχασες! Δεν είπες
πως, του Ποσειδώνα η χώρα…
– Ήταν κάποτε, το ξέρω,
όμως δεν υπάρχει τώρα.
– Μα τι λες; Άκου, μιλάνε!
– Το μυαλό σου φτερουγίζει.
– Να, του Ποσειδώνα η κόρη
τραγουδά και μου σφυρίζει.
Το μικρό της Αμφιτρίτης
βόρτες φέρνει απά στην άμμο.
– Χόρεψε με τη ματιά σου
κι άσε την να πέσει χάμω.
– Θα στη βρω! – Στην καταιγίδα;
– Κάπου εκεί θα κολυμπάει…
ʽʽΈνας ναύτης που τους βλέπει
το γυρίζει και γελάειʼʼ.
Βρε Μπενίτο, χαμογέλα!
– Α! Μας χαιρετά ο Ντάντε!
– Οδηγήτρα είναι η πλώρη
και της μηχανής το αβάντε.
– Γεια σου, Ντάντε! Καλό δρόμο.
Φέγγε με το πυροφάνι!
– Κοσμομάντισσα γοργόνα…
– Πέρασε, και δεν εφάνη!
Σαν ταξιδέψεις…
Στον Ματθαίο Λω
Σαν ταξιδέψεις, πάντα
μετρώντας τον εξάντα,
να σεργιανίζεις πέρα
με γαλανή παντιέρα.
Βέντο με γρύλο τριόπα
στη βαρδαφόγο σʼ το ʼπα
ματσόλα και καβίλια
για χίλια μίλια
με φίλο σου κι οχτρό σου
τον διπαράλληλό σου.
Κάβο μανίλα τριέμπολο
με πλέξιμο δεξίστροφο.
Τρισίλιο και παρέμβολο,
κορδόνι δίστροφο!
Γιώργος Ν Μανέτας
Σας ευχαριστώ κύριε Πρίμπα για τα καλά σας λόγια.
θα προαπαθήσω να γίνω καλύτερος άνθρωπος…
Με εκτίμηση Γ. Μανέτας
” …. για να διαμορφώσουμε λογοτεχνικό ύφος.”
Ναι όταν ξεκινώ να γράψω έχοντας δεδομένο
ότι είμαι ποιητής ( πράγμα που δεν σου αμφισβήτησα
μα με φειδώ χρησιμοποίησα το επίρρημα του πιθανού ).
Εκείνο που δεν αποδέχομαι , είναι οι εμπειρίες
οι παραστάσεις , οι προσλαμβάνουσες από την μικρή
σου , θητεία στη θάλασσα .
Και για να νιώσεις ήρεμα σου λέω πως κατά
την ταπεινή μου κρίση , έχεις περάσει την ωραία πύλη
που οδηγεί στην ποίηση και ακόμη σε τιμά η αποδοχή
του ότι κάπου πάτησες.
Σε ότι αφορά εμένα δεν μπορώ να φανταστώ κανένα
Χριστό γιατί δεν τον γνωρίζω.
Μάθε επίσης πως ο πλέον στενός κύκλος της λογοτεχνίας
σε ότι αφορά την ποίηση , είναι το ΠΟΙΕΙΝ και δεν
μοιράζεσαι τίποτε , παρά εκθέτεις την δουλειά σου προς
κρίση
Τα προσωπικά μου συγχαρητήρια για το ” Νίτο”.
Τώρα αν και θα κινδυνεύσω να κατηγορηθώ γι αυτό
που καυτηρίασα , να σου αφιερώσω κάτι , για να δεις
πως γράφουν όσοι δεν ακούμπησαν πουθενά παρά μόνο
στο πετσί τους , που όταν το ξύνουν βγάζει
ΣΚΟΥΡΙΑ και ΑΛΑΤΙ.
Σπουδή φορτηγού ποντοπόρου
Σε όλους τους Αργοναύτες που μάτωσαν
μέχρι να φθάσουν στο όνειρο.
Αθήνα 17/6/05
Μίνιου πηχτού αρωματιά.
Μυροδικό μουράβιας.
Σ’ένα καρνάγιο της ωχρόφαιας Μπατάβιας
πάνου σου , έκανα την πρώτη δρασκελιά.
Παράλληλοι, μεσημβρινοί
των πόλων αμφιλύκη.
Ζωή και όνειρα έγραψα υποθήκη
για ν’αγναντεύω απ’ του φτερού σου την ακμή.
Τρισίλιο διπλοκαντυλιά.
Γκάϊδες και ρεφόρτσα.
Κοντά σου άντρεψα, πηγαίνοντας στα όρτσα.
Μαζί στα gales τα fog-patches τα πηχτά.
Σπάγκος κερί και βαρδαμάς.
Μπουλντούζια μουσαμάδες.
Πε μου τι μέτραγα; Torturas η παράδες
Χριστός εγώ στο πληρωμά σου η Βαραβάς.
Βουρκόχρωμα του λιμανιού
αλτάνες της ρεστίας.
Χίλια ορμέμφυτα, μιάς μόνης δυσαιτίας
ότι σ’αγάπησα, στην άκρη του μυαλού.
Λογάριθμοι και Almanac.
Χρονόμετρο εξάντας.
Στο ρογοβύζι Αργεντίνας κουβερνάντας
λαγνείας αμαθήματα επήρα βραδυνά.
Αστέρια και αστερισμοί.
Star-finder παλινώρια.
Και αν μας πέτυχε σαπρόφυτων λευκόρροια
ο νους σε ’κείνη ΤΗΝ , την πρώτη την καλή.
Ορίζοντες στραβά γυαλιά
Μπούσολα και πορείες.
Του καμπουνιού σου ψευδολάγνες ιστορίες
γιά δυό γοργόνες και μιά κόστα τροπικιά.
Θάλασσες ποντορεματιές.
Bay-δες και approaches.
Ένας κατάπλους ψευδαισθήσεις χίλιες τόσες.
Πριν αποπλεύσεις , της στεργιάς χίλιες ευχές.
Λινέλαιο λαμπογυαλιά.
Φανάρια της αθάλης.
Εάν δεν ξέβρεις την Corona Borealis
δύσκολα θά ’βρεις το αστέρι του Βοριά.
Bacon , δυό μάτια αβγά.
Porridge με μαύρο τσάϊ.
Ο κατραμόκωλος σε παίρνει απ’ την Shanghai
γιά να σε φέρει στων Olmecos τα νερά.
Σταυρόστικτος μηχανικός
μισότρελος Marconi.
Όταν πεισμώσεις δεν ακούει το τιμόνι
και η μπαρκέτα ψευδογράφει τελικώς.
In dry-dock δεξαμενή.
Φουντάγια και αρόδου.
Του καθαρμού σου, μιάς ρουτίνας περιόδου
γιά με αντάλλαγμα, η πελαγήσια αναμονή.
Small-pox Vacunacion.
Μαλάρια χολέρα.
Δεν με τρομάζουν φθάνει νά ’ρθει ’κείνη ’μέρα
των ταξιδιών μου αναπόληση καιρων.
Οξύδωση διπλή σκουριά.
Ποντίκια κατσαρίδες.
Όλα ετούτα στην ψυχή μου ευμενίδες
αρκεί να γέρνω στο γιατάκι στωϊκά.
Σουγιάς φανάρι και σκουφί.
Μιά ρόδα με καβίλιες.
Οι προσμονές μου από σε, συν μία χίλιες.
Το ότι γερνώ κοντά σε ’σένα μου αρκεί.
Ρούμι Cubano Bacardi.
Μεθύσι αλκοολίκι.
Κόρης πεντάμορφης φάλτσο ερωτηλίκι
στις πίντες μέ ’ρηξε και κάβου συλλογή.
Ρέλια πανιόλα και μπουλμές.
Αμπάρι κουραδόρος.
Της Aventura ιδαλγός μα μασκοφόρος
της ναυτοσύνης μεγαλεία και…….να κλαίς.
Ψαρόλαδο Μπονοζαριού
κανάβι της Περσίας.
Παπόρτο έστειλε μού το ο Τειρεσίας.
Το τέλος μέλλει να ’χεις ,’να σκαριού.
Τυφώνες βαροχαμηλά.
Bulletin του θανάτου. Έμμετρον επιθύμιον
Μια μαύρο-μάνα παραλήπτης του μαντάτου
κι αρματωσιά σου όλη abandon η νεκρά. Βογάει το κουπί
ακούει το δοιάκι
Γαλόνια κεντοχρυσαφιά στη μάσκα φάνηκε
δεν τα φορώ βρομίζουν. ψαρόχελιδονάκι
Αερικά απ’ τα σώθια σου μ’ αγγίζουν Γερνέ το καραντί
Καθώς με σέρνεις στης μποτζάρει το σκαράκι
ο ναϊνάς ζητά
αβύσσου τα μυχά. πρυμιό το αεράκι
Τυφώνες βαροχαμηλά.
Bulletin του θανάτου.
Μια μαύρο-μάνα παραλήπτης του μαντάτου
κι αρματωσιά σου όλη abandon η νεκρά
Γαλόνια κεντοχρυσαφιά
δεν τα φορώ βρομίζουν.
Αερικά απ’ τα σώθια σου μ’ αγγίζουν
kαθώς με σέρνεις στης αβύσσου τα μυχά.
Αγαπητέ Τυρταίε,
είστε προικισμένος, ως φαίνεται, να τροφοδοτείτε τη μεταμεσονύχτια πλήξη των ομοτέχνων
με μία λογοπαικτική τεχνική, αλάνθαστης δεξιότητας… Με αντιμάχεστε, μέχρι θανάτου.
Φανταστείτε: ως και το, σχεδόν αιματηρό του ερυθρού φόντου της οθόνης μου, επιχείρησε ανοιχτά μια ρήξη μαζί σας,
μεταδίδοντας νόσημα… Περιμένετε! …Είδατε πόσο αφελώς σας απάντησα ενωρίτερα . Ας μη το μακρύνουμε… «Τα τέρπειν άμα και διδάσκειν» τα της τεκμηριωμένης γνώσης και χωρίς κανείς να υποστεί τη ζημίαν .
Ευθύνη παρά του γράφοντα όσα….
Συγχαρητήρια για το πόνημά σας. Συνοψίζει την κοσμοθεωρητική σας αντίληψη παράλληλα με την διαλεκτική . Κινείται σε κατεύθυνση ανάδειξης των ανθρωπίνων στιγμών αξιών και εκφάνσεων. ( Άλλωστε ο κύκλος των ξενιτεμών, των χωρισμών και αποχαιρετισμών, για μας έκλεισε… αυτά έμειναν να θυμόμαστε! Καλή σας νύχτα.
Μιας και τʼ αρχίσαμε…
Μάλκο
Στη Μέλανι Μπέιτς
Έχει για σπίτι μια σπηλιά
και πότε μια καμπίνα.
Στʼ αλαργινά ακρογιάλια του
σύφιλες, καραντίνα.
Έχει για γούστο τα prive
του Παναμά μοντέλα.
Κεντήματα βλεννόρροιας
σε ξακουστά μπορντέλα.
Τραβά την Κόκα, το LSD
σε τρίφυλλο χασίσι,
κι όποιος κοτάει να παραβγεί
να ʼρθεί να του μιλήσει.
Άει να δούμε, θα μπορούν
περήφανου τα μπράτσα;
Πώς να κατέχει ο άμοιρος
πως είναι από την πιάτσα.
Ξέρω, τον βλέπεις διαβαστή
τελώνιο της θαλάσσης.
Σαν του λασκάρει ο κάβος του
πούθε να τον γελάσεις!
Θα λες: Του πρέπει μια θηλιά
και μαχαιριά στην πλάτη…
Όμως, τιμά τους φίλους του,
που του ʼβγαλαν το μάτι.
Γιʼ αυτό, τους στέλνει μήνυμα
σε καμπινέ του πλοίου,
στο πρώτο του ξεκίνημα,
στον εθισμό του Οπίου.
Στον Κουλουροποιό
Με εκτίμηση
Γ. Μανέτας
Πάει ο Αλβανός στο περίπτερο και λέει του περιπτερά: Φίλο, τέλει ένα παγωτό Κεράσι. Του το δίνει ο περιπτεράς, το παίρνει ο Αλβανός και πάει να φύγει. Ε!!! του φωνάζει ο περιπτεράς, δεν θα πληρώσεις το παγωτό;;
Ντεν πειράζει φίλο, εγώ κεράσει αύριο….
@ 26 ” ¨Εγώ πάντως θα ……… του απέτυχαν “.
Εσείς τι εχέγγυα έχετε κύριε Περιηγητά
που θα μας πείθουν ότι καταλάβατε τι
θέλει να πει ο ποιητής και κατ’ επέκταση
να βαρύνει η γνώμη σας πως ο Μικρούτσικος
και μόνο ενέκυψε στη ποίηση του Καββαδία
με αποτέλεσμα να δώσει αριστουργήματα !!!
Μήπως έφθασε ποτέ στ’ αυτιά σας η μελοποίηση
του Ηλία Αριώνη και Νότη Χασάπη.
Μάλλον όχι , γιατί δεν έχουν και οι δύο χρηματίσει
Υπουργοί Πολιτισμού .Είναι τελείως έξω από
το γαμημένο σύστημα .
Όλα τα ανωτέρω είχα αποφασίσει να καταπιώ
μα καθώς φαίνεται αυτή η απάντηση σας
γέννησε θράσος 17 πιθήκων .
Λέμε πάντα αυτά που παράγει το μυαλό .
Δεν ζουλάμε την κοιλιά μας και ότι βγει.
“Εγώ πάντως θα συμφωνήσω…” ξεκινάει η παράγραφος Τυρταίε. Αυτό σημαίνει ότι είναι η προσωπική μου άποψη και δεν είναι κανένας υποχρεωμένος να συμφωνήσει με αυτήν!
Δεν είπα επίσης ότι όλα είναι αριστουργήματα, όμως – ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ- το “7 Νάνοι στο S/S Cyrenia” είναι απ’ τα ωραιότερα Ελληνικά τραγούδια!
Τέλος, όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, έχω ακούσει τους Ηλία Αριώνη και Νότη Χασάπη (σαν ΞΕΜΠΑΡΚΟΥΣ βέβαια, δεν ξέρω αν έχουν και κι άλλες προσωπικές δουλειές πάνω στον Καββαδία). Οι ΞΕΜΠΑΡΚΟΙ λοιπόν -πάλι κατα την άποψή μου- βρίσκονται μίλια μακριά απ’ τον Καββαδία. Τον Καββαδία όπως τον καταλαβαίνω εγώ βέβαια. Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, η αγάπη προς τον ποιητή και μια κιθάρα νομίζω!
Είχε καταξιωθεί πολλά χρόνια πριν γίνει υπουργός ο Μικρούτσικος…. Αυτά τα ποιήματα, αν δεν με απατά η μνήμη μου, τα μελοποίησε γύρω στα 1979. Αμφισβητείτε, αγαπητέ Τυρταίε, την αξία του Μικρούτσικου, αλλά και του Καββαδία;;;
Αν είναι δυνατόν!!!!!
Αυτό είναι ΒΡΙΣΙΑ, τουλάχιστον!
Ωστόσο, συγχαρητήρια και πάλι για το πόνημά σας! Όσο συνεχίζω να το διαβάζω τόσο μου αρέσει…
@ 47 Δεν ξέρω ποιος παράγων επέδρασε και βγάλατε
το αυθαίρετο συμπέρασμα πως αμφισβητώ την
αξία του Μικρούτσικου .
Απλώς δεν ανέχομαι να διατυπώνουν μία γνώμη
έστω και προσωπική , που αδικεί , άλλα εξ ίσου
αξιόλογα άτομα που παράγουν πολιτισμό .
Τώρα πως καταλαβαίνετε τον Καββαδία εσείς
και ο αγαπητός Περιηγητής , για να λέτε πως
τον αμφισβητεί , άτομο του ιδίου χώρου , είναι
απορίας άξιο .
Σε ότι αφορά το πόνημά μου , λόγοι αβροφροσύνης
επιβάλουν ένα ευχαριστώ , όμως δεν αλλοιώνουν
κατ’ το ελάχιστον τα όσα προανέφερα .
Αγαπητέ Τυρταίε,
με αφορμή το τελευταίο σας ξέσπασμα , δώσατε την εντύπωση της αμφισβήτησης…
Σίγουρα και άλλοι καλλιτέχνες παράγουν έργο, ωστόσο, νομίζω πως ο Μικρούτσικος το πάλεψε μέχρις
εξαντλήσεως… Μία τουλάχιστον φορά επί παραγγελία από τον εφοπλιστή Φαφαλιό, νομίζω, και την δεύτερη
με την τωρινή τους μορφή, που κατʼ εκτίμηση όλων, φέρουν αυτή τη διαχρονικότητα…. Αν ζητούσατε την γνώμη μου,
θα σας απαντούσα πως χωρίς τη μελοποίηση του Μικρούτσικου, ο Καββαδίας, θα ήταν γνωστός μόνο στους κύκλους μας.
Θεωρώ, λοιπόν, πως το σύμπαν συνωμότησε στο να βρεθούν δύο γίγαντες την καταλληλότερη στιγμή…
Δύο μαγικοί κόσμοι συνενώθηκαν, του λόγου και της μουσικής και το αποτέλεσμα είναι προφανές και αδιαμφισβήτητο…
Υ.Γ
Πρέπει δίκαια να συνυπολογίσουμε ΚΑΙ την παρακαταθήκη που αφήνει ο Μ. στη δική του συντεχνία .
Με εκτίμηση
Γ. Μανέτας
Κλείνοντας τον διάλογο μαζί σας καθώς
και Περιηγητικά σας αφιερώνω αυτό .
Εμείς , εσείς , και η θάλασσα
Αθήνα 17 /6/ 2009
Για τους περισσότερους από εσάς η θάλασσα είναι !!!
μία ιερόδουλη ( πουτάνα) που σας πήρε μία βίζιτα
έστω και ομοφυλοφιλική.
Για κάποιους από εμάς η γυναίκα μας είναι !!!
είναι η κυρά μας και ας είναι πόρνη , εταίρα.
Στον κόσμο αυτό τον φαλλοκρατικό
είναι το μόνο θηλυκό που με το έτσι θέλω
έχει πολλούς άνδρες .
Συζύγους , αγαπητικούς , νταβατζήδες , μαστροπούς.
Που ναι!!! την αγαπάμε , την μυζούμε , την εκδίδουμε .
Που ίσως !!! μας δίνει το κορμί της , την ψυχή της.
Που όμως !!! μας πνίγει , την ώρα που εσείς αγναντεύετε.
Χάρηκα που τα είπαμε και που δώσαμε ζωή σε μια ξεχασμένη σελίδα….
Εγώ θα μείνω…
Με τις καλύτερες ευχές μου για έναν χειμώνα δημιουργικό
σας αποστέλλω το
Ναϊάς
Στην Olivia Souza
Έλα γοργόνα, Ναϊάς,
Νηρηίδα του Αιγαίου!…
Αχείμαντος θα καρτερώ
τʼ αχείλι να φιλήσω
χαλίστρωτο, να περπατάς
στο λάμπος, μες στη λόχμη
θα σʼ αγρικώ κατάνακρα,
θʼ αλαλαγώ στον βράχο.
Κι όταν τη ρήχη, θα διαβείς
πεζή πάνω στο κύμα,
θα σου συρίξω μια φορά,
κοντά να σε προπέμψουν
εφτά γοργόνες του βυθού
σε μένα να σε δώσουν.
– Το αλόγημά σου βιαστικό,
να ʼρθώ μέσα στο Μάη…
Μʼ αυτό το γράμμα, ερωτικός –
περίχαρος λογιάζεις
πως έχεις πόθο, έγνοια του νου
μιαν απαρχή που θά ʼρθει!…
“Η μόνη μου παράκληση όμως θα ‘τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.”
Αγαπητέ περιηγητή, στείλτε μια εργασία σας…
Θα σας απαντήσω!
Μετά από αυτούς τους διαλόγους και τον οίστρο ποιητικής κατάθεσης δεν θα ήταν άσχημη μία κίνηση για ένα ποστ με ποιήματα αφιερωμένα ή επηρεασμένα από τον Καββαδία και γενικότερα με ποίηση που χρησιμοποιεί ως εργαλείο την ναυτική ορολογία…
Κύριε Γιώργο Ν. Μανέτα αυτά εδώ είμαι μία ποιητική συλλογή από μόνα τους.
Ευχαριστούμε
@26 “Τα όποια μικρά λάθη ή παραλείψεις δεν επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα.”
Προφανώς υπάρχουν και λάθη και παραλείψεις. Με την πρώτη ευκαιρία ωφείλουμε να κάνουμε ένα χτένισμα.
@ 46 “Τέλος, όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, έχω ακούσει τους Ηλία Αριώνη και Νότη Χασάπη (σαν ΞΕΜΠΑΡΚΟΥΣ βέβαια, δεν ξέρω αν έχουν και κι άλλες προσωπικές δουλειές πάνω στον Καββαδία). Οι ΞΕΜΠΑΡΚΟΙ λοιπόν -πάλι κατα την άποψή μου- βρίσκονται μίλια μακριά απ’ τον Καββαδία. Τον Καββαδία όπως τον καταλαβαίνω εγώ βέβαια. Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, η αγάπη προς τον ποιητή και μια κιθάρα νομίζω!”
Διαφωνούμε για τους Ξέμπαρκους αλλά αυτό είναι το ωραίο!
Καλά ταξίδια!
Εκπέμπω σήματα SOS προς κύριο Γελασάκη:
OΧΙ κι ΕΣΕΙΣ…
Αγαπητέ κύριε Γελασάκη
Για το αποτέλεσμα, αλλά και για τον κόπο που κατεβάλλατε για τον ΑΚΜΠΑΡ της θαλασσινής ποίησης, είστε άξιος συγχαρητηρίων.
Για την κριτική σας σκέψη, έρευνα και καταγραφή, από καρδιάς σας ευχαριστούμε εμείς, οι εραστές της θάλασσας.
Γιατί τιμώντας τον Καββαδία, έμμεσα ή άμεσα, τιμάτε έναν ολόκληρο κλάδο ομοτέχνων.
Τον τελευταίο καιρό, ακούγεται συχνότερα το ρήμα ΕΠΗΡΕΑΖΩ…
Φανταστείτε πόσο άσχημα θα νοιώθατε αν κάποιοι έγραφαν για την εργασία σας αυτή: «Τι μας λέει τώρα ο Γελασάκης …
Αναμασά την ίδια τροφή και συμπεριφέρεται όπως ο …. Ή σκέφτεται όπως ο….» Η κριτική, έχει το αλάθητο, νομίζετε…;
Θέλω να πω, πως στην ποίηση δεν υπάρχουν όρια. Αντιγραφές και απομιμήσεις υπάρχουν, φτηνές ή και ισάξιες των προτύπων και πρωτοτύπων, όταν όμως ενυπάρχεις, βιωματικά σε έναν κλάδο (εν προκειμένω….) έχεις λόγο και αιτία να γράψεις, γιʼ αυτά σου τα βιώματα.
Η φόρμα ή δομή, που προσωπικά ακολούθησα, είναι αυτή της παραδοσιακής ποίησης, η τεχνική είναι η συνηθέστερη,
οι εικόνες που παρουσιάζει ο λόγος είναι προσωπικής μαρτυρίας και βίωσης – φανταστείτε πόσο δύσκολες είναι οι εικόνες στην εποχή μας… – και θέλω να πιστεύω, πως στο σύνολο των ποιημάτων, αποτιμώνται αξίες ηθικής τάξης. Γιατί λοιπόν, κακόπιστα και κακόγουστα η συντεχνία – και προς Θεού δεν ομιλώ για εσάς, αλλά ούτε και για εμένα – απαντά ασυνάρτητα και αμήχανα, με συγκεκριμένα ρήματα;;; Γιατί ο θεωρός δεν καταθέτει και μόνο την κριτική του αποτίμηση;;; Γιατί δεν παρατηρεί και μόνο τα θετικά ή αρνητικά ως όφειλε να κάνει;;;
Και επειδή δεν θέλω να σας κουράσω άλλο, σας λέγω πως η ποιητική τέχνη και τεχνική, δεν στηρίζετε σε κανέναν παρά μόνο, στη θάλασσα την γαληνεμένη που έχει ο κάθε άνθρωπος μέσα του… Εσείς, δηλαδή, κι εγώ. ΕΜΕΙΣ!!! Σε αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε και τότε, θα το δείτε, ο κόσμος μας θα γίνει καλύτερος.
Με εκτίμηση στο πρόσωπό σας
Γ. Μανέτας
Και για να συμπληρώσω στα παραπάνω…
Απευθύνομαι σε αυτούς που δεν ακολούθησαν αυτές τις δομές.. Βέβαια, δεν φταίνε, γιατί κανείς δεν τους αποθάρρυνε ή τους διόρθωσε στο να γίνουν καλύτεροι. Τώρα, βλέπουμε έναν συρφετό δυσνόητων και ανόμοιων λέξεων και φράσεων δίχως νόημα, χωρίς συνοχή, δομή και αξία. Η άποψή μου είναι, πως για να γίνεις ποιητής πρέπει να σπάσεις τα μούτρα σου… Να ξεγυμνώσεις την ψυχή σου, να γίνεις ένα με τα σκατά, προκειμένου να βελτιώσεις την απόδοσή σου και να διευρύνεις τους ορίζοντές σου…
Γνωρίζετε, άδικα πόσοι, μέμφονται ή συναινούν επί των σωματίων, και είναι δήθεν… Που βεγγαλικά εκτοξεύτηκαν!… Που τρέφονται απʼ τις σάρκες
των ικανών και άξιων παρεμποδίζοντάς τους… Και όλʼ αυτά, γιατί έγραψαν, δήθεν…
Ξέρετε πόσοι; Ένας σκασμός…
Εις το διηνεκές
Γ. Μανέτας
ΕΓΩ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΡΩΤΗΣΩ ΠΟΤΕ ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΕΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΟΛΥ ΝΑ ΜΕ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΤΕ.
Φωτεινή, πάρε σε αυτό το τηλέφωνο, είναι του ΥΕΝ.
210-4191271