stixakias.jpg

να που θα ήθελα να δω γραμμένο το stixakias
Πρώτη φορά με κάλεσαν να παίξω σε παιχνίδι
να πω –λέει- που θα ʽθελα γραμμένο να με δω
όχι όπως συνηθίζεται πάνω σε κάποιο αρχίδι
μα ούτε και στην κορυφή του ιστολογίου εδώ
Έκαμα πέντε επιλογές -όσα τα δάχτυλά μου-
και άμα μπουν όλες μαζί η μια δίπλα στην άλλη
δίνουν μια μεγαλόπρεπη μούντζα στην αφεντιά μου
μια μούντζα αυτοκρατορική που διόλου με προσβάλει


Στη θέση του αντίχειρα σαν πρώτη επιλογή
στην πλώρη θέλω να με δω σε στόλο από πλοία
να σκίζω τους ωκεανούς που βρέχουνε τη γη
και να με σέρνουνε μουνιά -να βγει κι η παροιμία-
Σα δεύτερη επιλογή -στου δείχτη μου τη θέση-
θα ʽθελα το όνομα να δω σε κάποιου τάφου πλάκα
γιατί αν το δω, θα πει πως ζω κι αυτό θα μου αρέσει
να είμαι ο πρώτος που έπιασε το θάνατο μαλάκα
Σαν τρίτη -στον παράμεσο- -βαράτε παλαμάκια!-
των στίχων μου ο άνεμος προτού κι αυτός κοπάσει
θα το ʽθελα ένα CD σε στίχους του stixakia
κι ας είμαι ο μοναδικός που θα το αγοράσει
Σαν τέταρτη -στο δάχτυλο, που λέγεται μικρό-
-αυτό που όταν βγει απ το αυτί είναι πολύ πικρό-
stixakias θα ʽθελα να δω ως tattoo να φιγουράρει
στης Monica τον πισινό κι εκείνη να γουστάρει
Σαν πέμπτη μου επιλογή –εδώ όλοι λέτε Γιούχου-
Θα ήθελα πάρα πολύ να μπω και να μοστράρω
σε μια γενναία επιταγή στη θέση δικαιούχου
κι ας ξέρω πως το δάχτυλο που απέμεινε θα πάρω

Κουλτούρα να φύγουμε


Σου αρέσει η άνετη ζωή και τα πολλά τα λούσα
ταυτόχρονα όμως προσπαθείς να εντρυφείς σε γνώσεις
ποτέ μου δε φαντάστηκα τι ζόρι θα τραβούσα
με σένα που έμπλεξα μικρή, πάει, θα με τελειώσεις
Κουλτούρα κι άγιος ο Θεός, θέατρα, παραστάσεις
με σέρνεις και με κουβαλάς σε κάτι εκδηλώσεις
το πνεύμα σου και το μυαλό γυρεύεις να χορτάσεις
σκέψου και μένα μια φορά, θα με υποχρεώσεις
Τρελαίνεσαι για ποίηση και κινηματογράφο
ακούς με πάθος κλασσικούς στο i-pod και λιώνεις
σου αρέσουν όλα αυτά που εγώ στα αρχίδια μου τα γράφω
όμως με αυτή την τακτική, ποτέ δε με καυλώνεις
Δεν πάει η γόβα με το ροκ κι η ποίηση με Gucci
δεν ομορφαίνει η ζωή με κρύσταλλα swarovski
πιάσε το φιλντισένιο μου, λιγάκι, το μαρκούτσι
κι έλα να σου απαγγείλω, εγώ, γαμήσι α-λά Bukowski
να δεις για πότε γίνομαι θυσία του Ταρκόφσκι

Emo


Πήγες και μου ʽβαψες τα ωραία σου ματάκια
αγόρι πράμα και ο κόσμος τι θα πει
δεν τα γουστάρεις τα κωλοκηφησιωτάκια
γιατί είναι trendy και χαλάν΄ τη συνταγή
Σκεπάζεις με τη φράντζα το ένα μάτι
για να μη βλέπεις την ασχήμια της ζωής
είναι η καρδούλα σου παράπονα γεμάτη
κι αυτό τον τρόπο βρήκες τώρα να τα πεις
Για σένα είπαν στις εφημερίδες στις ειδήσεις
-σκέψου ασχολήθηκε ακόμα και ο Αυτιάς-
όμως εσύ ούτε στιγμή να μη νομίσεις
πως κάποιος νοιάστηκε. Μικρέ, απλά πουλάς
Ωραίες κόντρες στον καιρό της εφηβείας
Emo με trendy καρεκλάδες με φρικιά
γνωστά τερτίπια μιας βαριάς βιομηχανίας
που ξέρει μόνο πώς μετράνε τα κουκιά
Μπρος στη μιζέρια του αριθμού του ενικού
είναι ωραίο το ανήκειν σε ομάδες
μα έχε τα μάτια σου ανοιχτά καλού κακού
γιατί είναι ύπουλες του κόσμου οι Συμπληγάδες
Κάνε ό,τι θες, μικρέ, εσύ κι ό,τι γουστάρεις
γίνε αν θες emo, γίνε skater ή trendy
γίνε hip hoper τη ζωή σου να ραπάρεις
αρκεί με πάθος να το ζεις αυτό το γλέντι…

ρομαντικό δείπνο
Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
σε αγαπώ και σε θέλω πολύ
μια κουβέντα κακιά δε σου λέω
γιατί ξέρω αυτό σε ενοχλεί
Καθισμένοι κι οι δυο στο τραπέζι
Ομορφούλα μου εσύ προκομμένη
με φατσούλα γλυκιά πετιμέζι
Και κορμί που νεκρούς ανασταίνει
Με κεριά, πορσελάνινα πιάτα
με χεράκια λεπτά και δραστήρια
μου προσφέρεις εσύ τη σαλάτα
κι εγώ βάζω κρασί στα ποτήρια
Τι έχεις φτιάξει μικρή μου για μένα!
-η καρδιά μου ανοιγμένη βεντάλια-
τόσα πιάτα ωραία, στολισμένα
Τα κοιτώ και μου τρέχουν τα σάλια
Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
Τρέχει η μύτη…σου πιάνω το χέρι
σε αγαπώ και γι αυτό δε σου λέω
πως γαμάς το φαΐ στο πιπέρι

Για ποιον
Ποια ανόητη ευφυΐα επιβουλεύεται
αυτά που έχω με κόπο αποκτήσει
ποιο στόμα με δαγκώνει και με γεύεται
ποια πόρνη το κορμί μου έχει αγαπήσει

Ποια θάλασσα με πήρε μεσοπέλαγα
ποιο αφιλόξενο λιμάνι με έχει χάσει
ποιος θάνατος με κοίταζε και γέλαγα
και ποιο μαχαίρι έχει στα χέρια μου σκουριάσει

Ποιο τρυφερό τραγούδι έχω στα χείλη μου
ποιες νότες και ποια μελωδία ξεχασμένη
για ποιον να γράψω ένα στίχο –το καντήλι μου!-
για ποιο πουκάμισο αδειανό… για ποια Ελένη…

Γνήσιος απόγονος του Σουρή και με ποιότητα που θα ζήλευαν πολλοί από τους ριμαδόρους στη Στέππα του δήθεν μεταμοντέρνου… Πυκνώνει την επικαιρότητα και την κάνει άρωμα στη μνήμη… Με την αναγκαία αυτοαναφορικότητα που είναι το αλάτι και η κριτική της καταπληκτικής του αυτής ευκολίας να παράγει την καθημερινή μας αναγκαία δροσιά και να εισπράττει την αγάπη μας.
Γ. Μίχος