
Προορισμός
La poesia non eʼ fatta per nessuno
non per altri e nemmeno per chi la scrive
Eugenio Montale
Για ποιον προορίζεται η ποίηση;
Πάλι βαριά φιλοσοφία για την αποστολή της ποίησης.
Το ποίημα απλώς υπάρχει.
Σαν το νερό που βγαίνει από την πυρωμένη πέτρα,
σαν το αηδόνι που κελαηδάει μονάχο ολημερίς στο δάσος.
Το ποίημα απλώς υπάρχει.
Όταν ο χρόνος όλα θα τα ρημάξει,
τα ποιήματα θα λάμπουν πάνω την άμμο.
Η στοιχειωμένη πόλη
Πόλη των νερών.
Πόλη μου στοιχειωμένη, στα νερά της μνήμης.
Χτισμένη πάνω σε αρχαία σώματα.
Βλέπω πάνω στο γεφύρι ένα πλήθος, τόσο πολλοί.
Δεν είχα φανταστεί ότι ο θάνατος είχε τόσο πολλούς ξεκάνει.*
Στέναζαν από το βάρος του θανάτου.
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Είδα γνωστούς και συγγενείς.
Τον παππού μου είδα που δεν γνώρισα,
να ʼχει στην πλάτη του κρεμασμένο τον γκρα
γυρίζοντας απʼ το κυνήγι.
Και ο άλλος μου παππούς
να πηγαίνει ψέλνοντας μπροστά.
Μετά ένας ένας έπεφταν απ΄ την ψηλή καμάρα.
Δεν ξέρω τίποτα.
Ήμουνα εκεί δεν ήμουνα, τα μάτια μου
δεν μπορούν πια να διακρίνουν.
Τώρα που φτάσαμε στα μισά το μαύρο ξεχωρίζει.
* Δεν είχα φανταστεί ότι ο θάνατος είχε τόσο πολλούς ξεκάνει: [ I had not thought death had undone so many ] Τ.Σ.Έλιοτ, Η Έρημη χώρα, στ.63, μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη.
Η δυστυχία του θανάτου
Στον Αντώνη Φωστιέρη
Έχει παιδάκια ο θάνατος να τα νταντέψει
και να τα νανουρίσει;
Άκληρος είναι ευθυνών.
Ποιος θα δεχόταν να τον νανουρίσει ο θάνατος ;
Δυστυχισμένος είναι ο θάνατος, απόκληρος, διωγμένος.
Αιώνες μόνος δίχως φίλους.
Ποιος θα ʼθελε το θάνατο για φίλο;
Ανάγωγος και αγενής είναι ο θάνατος.
Πάντα ακάλεστος και χωρίς ένα δώρο.
Ποιος θα ʼθελε τα δώρα του θανάτου;
Δυστυχισμένος είναι ο θάνατος,
που ούτε ένα θάνατο δεν έχει.
Πάλι για τα πουλιά
Στον Γιώργη Παυλόπουλο
Γλαρόνια ,χελιδόνια, αβοκέτες, καλαμοκανάδες ,
ασημόγλαροι, θαλασσοσφυριχτήδες, και νυχτοκόρακες,
λευκοτσικνιάδες,σταχτοτσικνιάδες, και πορφυροτσικνιάδες, νανομουγκάνες, χαλκόκοτες και χουλιαρομύτες,
βαλτόπαπιες ,κυνηγόπαπιες και βουτηχτάρια.
Σφυριχτάρια, φλυαρόπαπιες ,κιρκίρια,
σουβλόπαπιες, τσικνόπαπιες, λουφοπρίστες,
βαρβάρες, χήνες, ποντικοβαρβαρίνες και ξεφτάρια,
όρνια, φιδαετοί, χρυσαετοί και θαλασσαετοί,
χρυσογέρακες , πετρίτες και δρυοκολάπτες,
νεροκότσυφες και παπαδίτσες.
Πού πήγαν όλα;
Ο Σπύρος, ο Νίκος, ο Κούλης και ο Στέλιος,
η Άννα, η Ελένη και η Νατάσσα,
ο Μάκης, ο Γιώργος, ο Τάσος και ο Θανάσης,
ο Τριαντάφυλλος, ο Ρίβας και ο Βασίλης,
ο Παναγιώτης, ο Βασιλάκης και ο Γιάννης.
Πού πήγαν όλοι;
Πουλιά κι αυτοί, που χάθηκαν στην μαύρη καταιγίδα της ζωής.
Μνήμη κλεφτοφάναρο
στον Ηλία Γκρή
Το δέντρο που βρέφος σε κρεμάγανε,
για να μη σε φάνε τα σκυλιά,
έγινε στάχτη τώρα πια.
Το τρίκυκλο του πατέρα που χρόνια
συντρόφευε το πρωινό αστέρι
σκουριάζει παρατημένο .
Ο κοντός ξάδερφος με τα μεγάλα όνειρα
και τα ροζιασμένα χέρια
Ο θείος με την ψησταριά και τα καρπούζια
Η βόλτα της Κυριακής στο δημόσιο δρόμο,
με τα κλεφτά δειλά βλέμματα,
Η Άρτα με τη μυρωδιά του ούζου
και των ανεκπλήρωτων ερώτων.
τίποτε δεν υπάρχει πια.
Όλα μια ανάμνηση στις ρωγμές του μυαλού.
Όμως, τη νύχτα πάντα,
στην άκρη του ονείρου,
ένα παιδάκι με ματωμένα γόνατα
παίζει μονάχο του κουτσό
πάνω στο νωπό χώμα της μνήμης.
Αφορμή είναι το ποίημα του Ηλία Γκρή «Διαλεκτική της μνήμης» από την ποιητική συλλογή Αλφειός πρόγονος (Μεταίχμιο 2005).
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες η πρώτη συλλογή του Γιάννη Η.Παππά με τον τίτλο Στην άκρη του ονείρου.
Στην άκρη του ονείρου, την ώρα που οι νεκροί, οι άγγελοι και οι ξεχασμένοι φίλοι περιπλανιούνται στους τόπους της μνήμης και της παιδικής ηλικίας, έρχεται η ποίηση να μιλήσει για την αλήθεια και την ομορφιά των πραγμάτων, να γίνει συλλέκτης ονείρων.
Το πρώτο ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Η. Παππά ανήκει στη κατηγορία της ποίησης που κινείται στις αναμνήσεις, στα συναισθήματα, στις εμπειρίες και στα βιώματα του ποιητή και ως αφήγηση γεγονότων και ως ονειρική περιπλάνηση στο υποσυνείδητό του μέσω του ονείρου.
Ο αδυσώπητος χρόνος, το αναπόφευκτο τέλος, η αναπόληση της χαμένης παιδικότητας, οι τόποι της γενέθλιας γης, μνήμες και αποτυπώσεις από εικόνες ενός οριστικά χαμένου χρόνου, η αίσθηση της απώλειας και της φθοράς είναι επίσης βασικά θέματα στην ποιητική του περιπλάνηση.
Βιογραφικό
Ο Γιάννης Η. Παππάς γεννήθηκε στην Άρτα (Χαλκιάδες) το 1962. Τελείωσε το Λύκειο στη Θεσσαλονίκη.
Είναι πτυχιούχος του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Για δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα ιταλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στα Πανεπιστήμια της Perugia και του Bari.
Από το 1990 εργάζεται ως καθηγητής φιλόλογος στην Μέση Εκπαίδευση.
Υπήρξε συνδιευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ελίτροχος της Πάτρας (1993-1999).
Από το 2002 είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Πάτρας και από το 2003 είναι εκδότης-διευθυντής του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού Διαπολιτισμός (www.diapolitismos.gr).
Έχει μεταφράσει τα Ποιήματα του Cesare Pavese, εκδόσεις Printa , 2004.
Μαζί με τον ποιητή Σωτήρη Παστάκα μετέφρασε το αφιέρωμα :12 σύγχρονοι ποιητές που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον τχ.43, Δεκέμβριος 2007, σσ.493-570.
Από τις εκδόσεις του περιοδικού οδός πανός πρόκειται να κυκλοφορήσει η μετάφραση Eugenio Montale, Mottetti, Είκοσι ερωτικά ποιήματα.










Λέω να πω τις σκέψεις μου και για τα τέσσερα.
Προορισμός, λοιπόν. Τα ποιήματα απλώς υπάρχουν-δε χρεάζεται βαριά φιλοσοφία επί της ύπαρξής τους. Το ίδιο, δηλαδή, που διαπίστωσε και ο Νεύτων για τις βαρυτικές δυνάμεις-“δεχόμαστε τις δυνάμεις αυτές, επειδή υπάρχουν”. Δεν μπορώ να πω ότι το βρίσκω πρωτότυπο. Ούτε καν πρωτοτυπία επί του κοινότοπου δεν το βρίσκω. Δε νιώθω τίποτα. Με τι μοιάζει η ύπαρξη του ποιήματος; “Σαν το νερό που βγαίνει από την πυρωμένη πέτρα,
σαν το αηδόνι που κελαηδάει μονάχο ολημερίς στο δάσος”. Το αυτό και για τις παρομοιώσεις. Τίποτα. Τι θα γίνει μετά το χρόνο; “Όταν ο χρόνος όλα θα τα ρημάξει,
τα ποιήματα θα λάμπουν πάνω την άμμο”. Τα ποιήματα θα λάμπουν πάνω στην άμμο-αδύνατον να αντιληφθώ την ισχύ της εικόνας.
Στη στοιχειωμένη πόλη, επανέρχονται θύμησες. Όλους τους αφορούν οι θύμησες της ηλικίας και της καθημερινότητας, όλοι έχουν μιλήσει γι΄αυτές, όχι όμως στα ποιήματα, στην καθημερινότητα: “Θυμάσαι τον παππού που έψελνε πηγαίνοντας μπροστά;” ή “θυμάσαι τον Μπάμπη, που έκλεινε το ‘να μάτι για να κοιτάξει στο μονοφθάλμιο μικροσκόπιο, σα να στοχεύει;”. Όλοι, επίσης, έχουν εφεύρει θύμησες ή τις έχουν δει να εκτείνονται κατόπιν θανάτου…απ’ όλες τις σκοπιές, η μετά θάνατον ζωή είναι εξαντλημένη. Δύσκολο θέμα. “Στέναζαν από το βάρος του θανάτου. Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα”…αναμφισβήτητο γεγονός, κανένα ρίγος…εκφράσεις χιλιοειπωμένες και εξαντλημένες. “Τώρα που φτάσαμε στα μισά το μαύρο ξεχωρίζει”…την εξομολόγηση τη βλέπω και τη συμμερίζομαι. Την ποίηση δε βλέπω. Από το ποίημα, κρατώ το “πόλη των νερών”. Σε συνδυασμό με τον τίτλο, με παρέπεμψε αμέσως σε “νεκρών πόλη”, και η απόκρυψη του γράμματος αποτιμήθηκε ευφυής αντανακλαστικά, γιατί ζωντάνεψε τη φιγούρα του βαρκάρη.
Το αφιερωμένο στον Αντώνη Φωστιέρη ποίημα μου άρεσε. Η όποια υφολογική σύγκλιση με τον ίδιο τον Αντώνη Φωστιέρη (και την Κική Δημουλά) δε με ενοχλεί καθόλου. Ο θάνατος ούτε θάνατο δεν έχει (να παίξει και να πεθάνει).
Το αντίθετο ισχύει για το ποίημα που αφιερώθηκε στο Γιώργη Παυλόπουλο. Οι άνθρωποι-πουλιά μου δημιούργησαν μια προσδοκία για σπουδαία έξοδο. “Πουλιά κι αυτοί, που χάθηκαν στην μαύρη καταιγίδα της ζωής”…περίμενα κάτι εντονότερο από τη “μαύρη καταιγίδα της ζωής”.
Το ίδιο πρόβλημα (αυτό της εξόδου) έχει και το τελευταίο ποίημα. Ίσως είναι καλή ιδέα να αποφεύγει κανείς το παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο. Μου άρεσαν πολύ οι στίχοι
“Το δέντρο που βρέφος σε κρεμάγανε,
για να μη σε φάνε τα σκυλιά,
έγινε στάχτη τώρα πια”.
Κλείνω με αυτούς. Ευχαριστώ.
Πάνω-κάτω συμφωνώ με τις κρίσεις του Δημήτρη Μουζάκη.
Μόνο που η “στοιχειωμενη πόλη” μου άρεσε περισσότερο.
Χαίρομαι στ’ αλήθεια όταν διαβάζω σχόλια επί της ουσίας του ποιήματος κι έχουν να κάνουν με εφαρμογή αισθητικών-αξιολογικών κριτηρίων.
Νομίζω πως έτσι ανοίγεται η προοπτική για μια συζήτηση που δεν αφορά πρόσωπα μα κάτι βαθύτερο:
Πώς αξιολογείται ένα ποίημα;Υπάρχει αντικειμενικά Ωραίο;…
Κι ένα ακόμη ζήτημα που θα ήθελα να θίξω:
είναι πάντα η πρωτοτυπία το ζητούμενο σ’ ένα ποίημα;
Τότε τι συμβαίνει με τις “πεζολογίες” του Καβάφη;…
Νομίζω ότι η πρωτοτυπία αποκτά σημασία όταν η απουσία της (λόγω χρήσης κοινων τοπών) αναστέλει το ποιητικό αποτέλεσμα – αυτό που στην καθομιλουμένη θα αναφέραμε ως το στοιχείο που ‘απογειώνει’, και μετατρέπει την απλά εύτακτη συνεύερεση στίχων σε ολοκληρωμένο ποίημα.
Συμφωνώ πάντως με τη γενική τοποθέτηση του Κυριαζή. Τα σχόλια και των δύο προηγούμενων αναγνωστών με έκαναν (παραδόξως) να θέλω να διαβάσω τη συλλογή πιο προσεκτικά.
Φίλε Γιάννη, ξέρεις ότι την ανάγκη εντοπισμού σου του αντικειμενικά υπεριπτάμενου (με την πλατωνική έννοια) Ωραίου δεν τη συμμερίζομαι. Θα χαρακτήριζα την προσέγγιση αυτή θεοσφύζουσα προσέγγιση, δεδομένου ότι σφύζει μεταφυσικών καταβολών. Δεν καταλαβαίνω την ανάγκη της θείας ετυμηγορίας για το Ωραίο, τη στιγμή που η τέχνη φτιάχνεται από ανθρώπους για ανθρώπους και στερείται μαθηματικής (άρα και αποδεικτικής) λογικής.
Γνώμη μου είναι πως ο άνθρωπος ουδέποτε θα καταφέρει να αποδείξει το Ωραίο στην τέχνη-η τέχνη, με άλλα λόγια, δε θα γίνει ποτέ επιστήμη. Ποτέ το ποίημα δε θα αποδειχθεί Ωραίο, όπως αποδεικνύεται η μεταβολή της μάζας του σώματος επί κινήσεως με την ταχύτητα του φωτός ή η δημιουργία πεπτιδίων με ηλεκτρικές εκκενώσεις σε προσομοιωμένες συνθήκες της αναγωγικής πρωτοατμόσφαιρας και των πρόδρομων απλών μορίων.
Το Ωραίο στην τέχνη αναδύεται μέσα από τη λαϊκή ετυμηγορία, που ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο και από εποχή σε εποχή. Παράφρων, λοιπόν, o Blake για τους σύγχρονούς του, για μένα (και πολλούς σύγχρονούς μου) μεγαλοφυΐα.
Για τους λόγους αυτούς, πρέπει κανείς να αποφεύγει τους αφορισμούς και τις παπικές κρίσεις. Κανένα έργο τέχνης δεν πρέπει να πετιέται-κάθε έργο τέχνης περιμένει την εποχή, κι ας μην έρθει ποτέ. Κέρδος της ανθρωπότητας είναι η ανακάλυψη του ωραίου στο προηγουμένως αδιάφορο ή άσχημο. Όση φροντίδα, λοιπόν, και ενέργεια επί ματαίω σπαταλάται στην απόδειξη του Ωραίου, χρησιμότερο θα ήταν να δαπανάται για την άσκηση του κοινού δε διαφορετικές “λογικές” τέχνης και στην οχύρωση θεσμών για την ανάδειξη (μέσω αδιάβλητων, αξιοκρατικών μηχανισμών) της.
Αν πρόκειται ποτέ να απαντηθεί το γιατί αρέσει αυτό που αρέσει (αν και δεν είναι αυτή η απάντηση στο αιτούμενό σου περί αντικειμενικά Ωραίου), η απάντηση αυτή-σε βεβαιώ-θα έρθει μέσα από το αντικείμενο της νευροφυσιολογίας και της ανθρώπινης ηθολογίας.
Απαντώντας στο ερώτημά σου-ναι, για μένα, η πρωτοτυπία είναι πάντοτε ζητούμενο. Το δύσκολο, βέβαια, είναι να ορισθεί η πρωτοτυπία. Θα αρκεσθώ σε παραδείγματα. Η ιδιότυπη καβαφική ειρωνεία, παρούσα σε όλο το έργο του Αλεξανδρινού, είναι ισχυρή πρωτοτυπία. Ο Καβάφης ειρωνεύεται συχνά με το δικό του τρόπο της ριγορριπίδος. Πρωτοτυπία, άλλωστε, εντόπισα και στο “Πόλη των νεκρών”-και μόνη της η έκφραση σκιρτά μέσα μου, για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω.
Το αντίθετο συμβάινει με “τη μαύρη καταιγίδα της ζωής”. Δε νιώθω τίποτα.
Η αξιοκρατία φίλε Δημήτρη που ζητάς να ισχύει στο χώρο της τέχνης δεν προυποθέτει μια προ-υπάρχουσα αντικειμενική αισθητική αξία που πρέπει να αναγνωριστεί;…
Αλλιώς,αν δεν υπάρχει δηλ. το αντικειμενικά Ωραίο,γιατί τότε να μην υπάρχει κι η αναξιοκρατία,αφού πρέπει όπως λες όλα τα έργα τέχνης να περιμένουν την εποχή τους…(Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται και με την αναξιοκρατία)
Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν “νόμοι” για το Ωραίο,έτσι ώστε να θεμελιώνεται ο κλάδος της Αισθητικής ως παρακλάδι της φιλοσοφίας.
Αυτό άλλωστε αποδεικνύει κι η δική σου “παπική
κρίση” για τον Αλεξανδρινό:
“Η ιδιότυπη καβαφική ειρωνεία, παρούσα σε όλο το έργο του Αλεξανδρινού, είναι ισχυρή πρωτοτυπία.”
Την Καλημέρα μου σε όλους.
Φίλε Γιάννη, αν η ανθρωπότητα συμφώνησε ότι είμαι ο πάπας, θα δεχτώ ότι η ρήση μου είναι παπική-ειδάλλως, είναι, απλώς, η γνώμη μου, και μια θέαση της πρωτοτυπίας στο έργο του Καβάφη (όχι η μόνη και ουχί εξαντλητική).
Η αξιοκρατία δεν προυποθέτει μια προ-υπάρχουσα αντικειμενική αισθητική αξία που πρέπει να αναγνωριστεί. Προϋποθέτει τη δύσκολη-όπως διαπιστώνω-εμπέδωση του γεγονότος ότι, ιδανικά, θέλουμε τη διάκριση της τέχνης που επιλέγει το πεπαιδευμένο κοινό, με τις όποιες σύγχρονες ενδοαντιθέσεις του αλλά και τις αντιθέσεις μεταξύ εποχών.
Κατάργηση της αξιοκρατίας, οδηγεί σε διάκριση (επίπλευση, προβολή, κυριαρχία, διάλεξε όποια λέξη νομίζεις) της τέχνης όχι στη βάση της έντασης και του μεγέθους του πληθυσμού που κατάφερε να εκφράσει/συγκινήσει, αλλά στη βάση της συγγένειας, της διαπλοκής, του αμοιβαίου οφέλους, του πελατειακού δούναι και λαβείν και του συμφέροντος.
Τοιουτοτρόπως οδηγούμαστε σε “νεκρή επίπλευση”-τέχνη που δεν εκφράζει και δεν αφορά σε κανέναν.
Τυχαία λες υποφέρει η ποίηση;
Aς επιμείνουμε στο ερώτημα, εφόσον αυτό εγείρεται.
Aς τολμήσουμε να το επαναθέσουμε σε όλο του το βάρος, έστω κι αν αυτό μπορεί να μας προκαλεί μια κάποια δυσφορία, κι ακόμα γι’ αυτήν ακριβώς τη δυσφορία που μπορεί να μας προκαλεί, κι ας μην βιαζόμαστε να ξεμπερδεύουμε γρήγορα μαζί του.
Θέλουμε ίσως να πάμε παρακάτω. Καλώς. Επιζητούμε την απάντηση. Άριστα. Διανύσαμε όμως όλη την πορεία του ερωτήματος; Θέσαμε εαυτούς εντός του; Θέσαμε το ερώτημα με τη δέουσα ειλικρίνεια, που στη γλώσσα της σκέψης σημαίνει ριζικά και με την αντίστοιχη εμβρίθεια; Nιώσαμε πιεστική την αναγκαιότητα της ύπαρξής του στον ορίζοντα της συνείδησής μας;
Είναι απαραίτητη τούτη η εμμένεια, άνευ της οποίας στοχασμός ούτε νοείται ούτε υφίσταται.
Υπάρχει, λοιπόν, το αντικειμενικώς ωραίο; Αν ναι, πώς αυτό ορίζεται; Κι ακόμα, πώς μπορούμε να φτάσουμε στην κατάκτηση μιας τέτοιας γνώσης; Ποιο είναι το “είναι” της ομορφιάς;
Βολκώφ
Φίλε μου Δημήτρη,
το “πεπαιδευμένο κοινό” σε τι ακριβώς και από ποιους έχει εκπαιδευθεί;…
Όπως καταλαβαίνω,ωραίο έργο τέχνης-ποίημα κτλ- για σένα είναι αυτό που εκφράζει-συγκινεί ένα σημαντικό μέρος του κόσμου-άρα η ποσοτική απήχηση του έργου,για σένα,απηχεί και το ανάλογο μεγαλείο του.
Είναι ασφαλές αυτό;Η Βανδή δηλ. εκπροσωπεί το
“ωραίο” στο τραγούδι γιατί έχει κάνει πολλούς πλατινένιους δίσκους;…
Κι αν μιλήσουμε πάλι για “ποιότητα της συγκίνησης”,που αισθάνεται μόνο το “πεπαιδευμένο κοινό” ,θα πρέπει πάλι αυτήν να την ορίσουμε…Να πω εδώ πως αυτές οι πτυχές του θέματος ρέπουν προς τον ελιτισμό και μου είναι δύσκολο να συμφωνήσω….
Όσο για την ποίηση που υποφέρει,μερικές φορές μ’ αφήνει παντελώς αδιάφορο-μάλλον γιατί δεν την πονώ περισσότερο απ’ τους ανθρώπους που υποφέρουν και δεν καταλαβαίνουν τίποτε από ποίηση.
(Έχω μια περίεργη σχέση αγάπης και μίσους για την ποίηση-όποιος έχει παρακολουθήσει τα όσα γράφω,αυτό το ξέρει….)
@Μίχο,
η ύπαρξη αισθητικών κριτηρίων δεν οφείλονται στην ύπαρξη αντικειμενικώς υπαρκτής αισθητικής αξίας προς αξιολόγηση;…
Ποια είναι αλήθεια αυτά τα αισθητικά κριτήρια;Μπορούν να μας οδηγήσουν σε ασφαλείς κρίσεις;….Πολύ θα ήθελα τη γνώμη σου…
@Θεοδόση,
τα ερωτήματα που θέτεις είναι ουσιώδη και μακάρι να ήξερα τις απαντήσεις του.Κι εγώ αυτά ρωτάω…
Μόνο και μόνο για τη χαρά της συζήτησης,θα ήθελα να ψάξουμε λίγο….φιλολογικά τι σημαίνει ο συνδυασμός των δύο αυτών λέξεων “αντικειμενικώς Ωραίο”-ξέρω ότι πολλοί παθαίνουν αλλεργία με τη “φιλολογία”,(ονόματα δεν αναφέρω,Μίχους δε θίγουμε….:) )αλλά ίσως αυτό να προσφέρει κάτι:
Ωραίο:οτιδήποτε προκαλεί ευχαρίστηση,απόλαυση.
Αντικειμενικά:το να αποδίδεις πιστά τα πραγματικά δεδομένα.
Παρατήρηση:Και τα δύο προΰποθέτουν την ύπαρξη του κρίνοντος προσώπου για να χαρακτηριστούν ως τέτοια.
Άρα το “αντικειμενικά” δεν αφορά σε μια ιδιότητα του αντικειμένου που φέρει πάνω του ως σφραγίδα,ανεξάρτητα από τον κρίνοντα…
Κανείς να προχωρήσει το συλλογισμό;…
Και κάτι άλλο,έτσι,γιατί η “φιλοσοφία” θέλει και τη χαλάρωση:
Ποιος διάολος ρε Δημήτρη έχει εκπαιδεύσει τα μάτια των αντρών κι αναγνωρίζουν με το πρώτο το Ωραίο στα φιλήδονα χείλη μιας Μπελούτσι;…. 🙂
Θα θέσω ένα ερώτημα – πρόταση προς εξέταση:
πριν περάσουμε στον προβληματισμό περί της ύπαρξης ή μη της αντικειμενικότητας του “ωραίου”, μήπως πρέπει να “επισκεφθούμε” την ετυμολογικώς ακριβή σημασία του “ωραίου”(= αυτό που έχει ολοκληρώσει έναν κύκλο ωρίμανσης, είναι ή βρίσκεται “στην ώρα του”); Μήπως το “ωραίο” , έτσι ιδωμένο, λειτουργήσει ως πυξίδα στη συζήτηση αυτή;
Καλησπέρα σε όλους!
“Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις”.
Ορθότατα, Fuji…
Βολκώφ
Γιάννη, ξεκινώ με την Μπελούτσι. Το παρακάτω είναι αποσπασματάκι (χαριτωμένο) από τη διπλωματική μου εργασία. Δεν ξέρω πόσο θα σε φωτίσει, αλλά στο χαρίζω.
“…Όπως και στην περίπτωση της ζήλειας, έτσι και σε αυτήν της ελκυστικότητας, μια αμιγώς κοινωνιολογική θεώρηση θα μπορούσε να την διερευνά ως γεγονός σχετιζόμενο με τη διαφήμιση, τον κινηματογράφο, τα περιοδικά, τα κατά περιόδους πρότυπα κ.λ.π. Σε αντίθεση (μερικώς, τουλάχιστον) προς την αντίληψη αυτή, η κοινωνιοβιολογική θεώρηση αντιτάσσει πως η ομορφιά, ευρίσκεται στις προσαρμογές αυτού που τη βλέπει (Kαφετζόπουλος, 1999:249). Προφανώς οι «προσαρμογές» δεν είναι άλλες από τις «εξελικτικές προσαρμογές». Στην εισαγωγική αυτή παράγραφο για το ζήτημα της ελκυστικότητας κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν τα πειράματα των Langlois et al (Langlois et al., 1987) που έγιναν σε βρέφη τα οποία «δε διαβάζουν Vogue και δε βλέπουν τηλεόραση», όπως ισχυρίζεται η ίδια η Judith Langlois. Bρέφη τριών έως έξι μηνών τοποθετήθηκαν μπροστά από οθόνες, εις τις οποίες προβάλλονταν δύο εικόνες προσώπων. Η μια εικόνα είχε επιλεγεί ως ελκυστική από ενήλικα άτομα, η άλλη, επίσης από ενήλικα άτομα, είχε επιλεγεί ως μη ελκυστική. Στη μελέτη αυτή παρατηρήθηκε ότι τα βρέφη προσήλωναν το βλέμμα τους σημαντικά περισσότερο στα ελκυστικά πρόσωπα, σε σχέση με τα μη ελκυστικά. Τα πειράματα της Langlois επαναλήφθηκαν έκτοτε πολλάκις άλλοτε με εικόνες ανδρών, άλλοτε γυναικών, ακόμη και άλλων παιδιών, και σε κάθε περίπτωση τα βρέφη προσηλώνονταν πολύ περισσότερο στα προεπιλεγμένα από τους ενήλικες πρόσωπα ως ελκυστικά παρά στα μη ελκυστικά. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής αποτελούν ισχυρότατη ένδειξη πως η αντίληψη της ελκυστικότητας έχει γενετική βάση.
Στην περίπτωση των ανδρών, η ελκυστικότητά τους είναι επόμενο να έχει άμεση σχέση με τα φυσικά προσόντα που εκείνοι θα έπρεπε να διαθέτουν κατά την περίοδο εξέλιξης του Homo sapiens στην οποία αυτός ζούσε ως κυνηγός και τροφοσυλλέκτης. Χαρακτηριστικά στους άνδρες που θεωρούνται ελκυστικά είναι η αμφίπλευρη συμμετρία σε πρόσωπο και σώμα, το ανεπτυγμένο μυικό σύστημα, ο αυξημένος δείκτης μέσης-γοφών και ώμων-γοφών σε σχέση με τις γυναίκες (Καφετζόπουλος, 1999:249 και Hughes et al., 2002). Τα φυσικά αυτά χαρακτηριστικά συνδέονται με ιδιότητες όπως η αυξημένη αντίσταση σε ασθένειες, τα αυξημένα επίπεδα τεστοστερόνης, η σωματική δύναμη, η ευκινησία και η ταχύτητα, ενώ συνδέονται και με χαρακτηριστικά της προσωπικότητας όπως η ισχύς αυτής, η επιβλητικότητα και το κύρος. Στην αναζήτηση των «καλών γονιδίων» του συντρόφου που θα επενδύσει στα μικρά της, τα θηλυκά έχουν αναπτύξει γενετικά αντανακλαστικά αντίληψης του ωραίου, τα οποία έχουν ως στόχο την αναπαραγωγική επιτυχία και τη μεταβίβαση των γονιδίων τους σε επόμενες γενεές. Ομοίως και στις γυναίκες, η λεπτή μέση, το λευκό, λείο και στιλπνό δέρμα, τα ξανθά μαλλιά, τα μακριά πόδια, η φαρδιά λεκάνη, το μεγάλο στήθος, ο μειωμένος δείκτης μέσης-γοφών και ώμων-γοφών σε σχέση με τους άνδρες, η αμφίπλευρη συμμετρία σε πρόσωπο και σε σώμα είναι δείκτες υγείας, αντίστασης σε ασθένειες, ικανότητα θρέψεως των απογόνων προ του σταδίου του απογαλακτισμού (μεγάλο στήθος), ευκολίας της γέννησης των μικρών (φαρδιά λεκάνη) , των επιπέδων των οιστρογόνων (απόσταση μέσης-γοφών), της ικανότητας παραγωγής βιταμίνης D για την ανάπτυξη των οστών των μικρών (ανοικτόχρωμα χαρακτηριστικά) κ.λ.π. (Καφετζόπουλος και Hughes et al., ibid). Υπάρχουν, βεβαίως, και παράγοντες ελκυστικότητας, όπως το υψηλό οικονομικό επίπεδο και η εξουσία, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με φυσικά χαρακτηριστικά, εντούτοις αποτελούν παράγοντες εξίσου σημαντικούς και καθοριστικούς με αυτούς των φυσικών προσόντων. Το γεγονός, εξάλλου, ότι μια γυναίκα έλκεται από την εξουσία και την ισχύ περισσότερο, ίσως, και από τα φυσικά-σωματικά προσόντα (Ellis, 1992), έχει άμεση σχέση με την έννοια της γονικής επενδύσεως του αρσενικού προς τα μικρά της, όπως αυτή περιγράφηκε προηγούμενα, και την αυξημένη πιθανότητα αναπαραγωγικής επιτυχίας και επιβίωσης των απογόνων, άρα και της επιτυχημένης μεταβίβασης γονιδίων σε επόμενες γενεές…”
Φαινόμενο Βανδή. Παρατήρηση πρώτη: πότε είναι τζιζ κακό να ονοματίζουμε και πότε όχι; Το παράδειγμά σου πληροί την ποσοτική προϋπόθεση. Πληροί, όμως, την προϋπόθεση του πεπαιδευμένου κοινού; Πόσο ενημερωμένο μουσικά είναι το κοινό που την επιλέγει (και μη μου πεις ότι είναι ενημέρωση η ύπαρξη δίσκων κλασσικών συνθετών στα στατώ των δισκοπωλείων); Πόσο έχει βάλει το χεράκι της στην επιλογή το μιμίδιο (για να θυμηθώ και τον Dawkins που αρέσει στο Βόα) της παρέας, της διαφήμισης, της νεοελληνικής νεοπλουτοσκυλαδικοκουλτούρας; Έπειτα, σε τελική ανάλυση, αμφιβάλλεις ότι η αντίληψη του Ωραίου είναι μια δυναμική κατάσταση; Τα άπειρα παραδείγματα μεταστροφής/αλλαγής δε σε πείθουν; Ρωτάς ποιος θα εκπαιδεύσει-καλύτερα να ρωτήσεις ποιος εκπαιδεύει ανεπαρκώς. Αυτό ξέρω να σου το πω. Εσύ, άλλωστε, θα πρέπει να το ζεις καθημερινά. Δεν καταλαβαίνω, τέλος, γιατί το συμπάσχειν με το συνάνθρωπο αντιτίθεται στο συμπάσχειν με τη νοσούσα ποίηση. Προς τι ο αμοιβαίος αποκλεισμός;
Αγαπητέ μου φίλε Δημήτρη,
ΣΥΜΦΩΝΩ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ,κι ας μην την κατέχω τη βιολογία όπως εσύ, με τις απόψεις που εκφράζεις στη διπλωματική σου εργασία…
Αν υπάρχει ένας λόγος που χαίρομαι να συζητώ μαζί σου είναι γιατί διαθέτεις τετράγωνη λογική… 🙂
Αντιθέτως οι περισσότεροι φιλόλογοι “θολώνουν” τα νοήματα,ίσως για να κρύψουν με την ασάφεια την αδυναμία διατύπωσης ξεκάθαρων απόψεων.
Σ’ αυτό συμφωνώ και με το Μίχο που μας..αποστρέφεται…
Επί της ουσίας τώρα:
όταν ρώταγα για την Μπελούτσι,αν έδινα εγω την απάντηση,θα έλεγα ακριβώς αυτό:η ίδια τους η φύση…Η έννοια της ομορφιάς ενδογενώς λέω εγώ,γενετικά λες εσύ,ενυπάρχει μέσα μας-κι αν αυτό ισχύει για τα μωράκια που καμία πλύση εγκεφάλου δεν έχουν υποστεί ακόμη,το ίδιο πρέπει να ισχύει και σε άλλους χώρους για εφαρμογή αυτών των απόψεων,όπως η τέχνη.
Το μωρό δεν εκπαιδεύτηκε από κανέναν για να προτιμήσει το ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ, τελικά,όπως αποδεικνύεται,ελκυστικό πρόσωπο αντί του αντιπαθητικού.
Να λοιπόν που με το παράδειγμά σου ίσως μπορούμε να μιλήσουμε για το αντικειμενικά ωραίο στην εξωτερική εμφάνιση ενός ανθρώπου.
Μα είναι και κάτι άλλο:άραγε….υπάρχει αντικειμενικά άσχημο;Αντικειμενικά κακό ποίημα;;;;…..Και ρωτώ αυτό,διότι αν υπάρχει,τότε,δεν μπορεί παρά να υπάρχει και το αντίθετό του,δηλ. αντικειμενικά ωραίο ποίημα.
Αγαπητέ Δημήτρη,νόμιζα πως ήξερες αρκετά αντικειμενικά άσχημα ποιήματα.Εκτός κι αν δεν τα θεωρείς αντικειμενικά άσχημα,οπότε είναι ανεπίτρεπτο για κάτι σχετικό,αβέβαιης ποιότητος ,να εκφράζεις τόσο απόλυτες απαξιωτικές κρίσεις…
Όσο για τον πόνο της ποίησης….αναφέρθηκα με σχετική αδιαφορία,γιατί μερικές φορές μας διαφεύγει πως εκτός από την ποίηση….υπάρχει κι η ζωή.
Τώρα… για την αναφορά σε πρόσωπα….όπως της Βανδή,έκανα την εξαίρεση για χάρη του παραδείγματος.
Δεν αναφέρομαι απαξιωτικά σε πρόσωπα που γράφουν ποίηση,γιατί μπορεί αυτό να πληγώνει.
Αλλά η Βανδή ….χέστηκε αν δεν αρέσει σε μας… 🙂
Γιάννη, λες
“Η έννοια της ομορφιάς ενδογενώς λέω εγώ,γενετικά λες εσύ,ενυπάρχει μέσα μας-κι αν αυτό ισχύει για τα μωράκια που καμία πλύση εγκεφάλου δεν έχουν υποστεί ακόμη,το ίδιο πρέπει να ισχύει και σε άλλους χώρους για εφαρμογή αυτών των απόψεων,όπως η τέχνη”.
Δε σου φαίνεται επισφαλής η εξομοίωση της όποιας καταβολής στο γενετικό επίπεδο σχετικώς με την αντίληψη της ελκυστικότητας, με εκείνη της αντίληψης της τέχνης; Αυτό που μπορώ να σου πω εγώ, είναι ότι άλλο “καταβολή” κι άλλο “ντετερμινισμός”. Μπορώ, επίσης, να σου πω ότι στην αντίληψη (με την ευρύτερη δυνατή έννοια) πλειάδα παραγόντων διαδραματίζει ρόλο (σαφώς και επιγενετικοί παράγοντες).
Γιάννη, λες επίσης
“Αγαπητέ Δημήτρη,νόμιζα πως ήξερες αρκετά αντικειμενικά άσχημα ποιήματα.Εκτός κι αν δεν τα θεωρείς αντικειμενικά άσχημα,οπότε είναι ανεπίτρεπτο για κάτι σχετικό,αβέβαιης ποιότητος ,να εκφράζεις τόσο απόλυτες απαξιωτικές κρίσεις”
Υπόδειξέ μου, σε παρακαλώ, Γιάννη, τις απόλυτα απαξιωτικές κρίσεις μου. Έχω βαρεθεί να λέω-ΚΑΙ ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΕΠΑΝΑΛΑΒΩ-ότι εκφράζω, απλώς, την άποψή μου.Η άποψή μου-θα μου επιτρέψεις-είναι όσο ευμενής ή δυσμενής επιθυμεί. Δάφνες καθολικότητας και αντικειμενικότητας δε διεκδικεί. Άρα: ένα ποίημα που το βρίσκω ΤΕΡΑΤΟΥΡΓΗΜΑ δε σημαίνει ότι είναι κιόλας, ακόμη κι αν η ανθρωπότητα ολάκερη συμφωνεί μαζί μου (διότι-όπως ουκ ολίγες φορές έχει συμβεί-και εγώ αλλά και η ανθρωπότητα μπορεί να αλλάξουμε γνώμη). Ανεπίτρεπτο, θα σου αντέτεινα εγώ, είναι να χαρακτηρίζεις το αυτονόητο δικαίωμα στην άποψή μου (την υποκειμενική) ανεπίτρεπτο.
Το διαχωρισμό ποίησης-ζωής εξακολουθώ να μην τον αντιλαμβάνομαι. Τα της ποίησης στην ποίηση. Τα των υπολοίπων, στα υπόλοιπα. Έτσι λέω εγώ.
Τέλος, σχετικά με αυτή σου την άποψη
“Δεν αναφέρομαι απαξιωτικά σε πρόσωπα που γράφουν ποίηση,γιατί μπορεί αυτό να πληγώνει.
Αλλά η Βανδή ….χέστηκε αν δεν αρέσει σε μας…”
Θα σου πω ότι σε ό,τι αφορά στην αναζήτηση μιας ηθικής συμπεριφοράς, προσπαθώ να μην την εξαρτώ από την αντίδραση των στους οποίους απευθύνεται. Συνεπώς, για μένα, είτε είναι ορθό να ονοματίζουμε χάριν παραδείγματος είτε όχι
(δεν έχω αποφανθεί επ’ αυτού). Το αν θα χεστεί ή όχι αυτός που χάριν παραδείγματος ονοματίζω είναι ενδεχομένως οσμηρό, αλλά αδιάφορο.
Always a privilege (at least for me) our fights, my friend.
Η ομορφιά-ελκυστικότητα ενός προσώπου που αντιλαμβάνεται “καθαρά” ένα μωρό, με την ομορφιά ενός ποιήματος έχουν κάτι κοινό:
την έννοια της ομορφιάς.
Κι αν μπορεί στη μια περίπτωση αυτή να λαμβάνει αντικειμενικές διαστάσεις,δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και στην άλλη περίπτωση,γιατί την ομορφιά την αντιλαμβανόμαστε με το ίδιο”όργανο” σε όλες τις περιπτώσεις:τον εγκέφαλο.
Αν το μωρό είναι tabula rasa και αντιλαμβάνεται το ωραίο ανεπηρέαστο από άλλους εξωγενείς παράγοντες,γιατί το ίδιο να μη συμβαίνει και μ’ ένα ωραίο ποίημα;…
Το μετρήσιμο της ωραιότητας ίσως να είναι σχετικό με τη δομή του εγκεφάλου μας κι αυτός δεν μπορεί παρά με τις όποιες διαφοροποιήσεις να είναι για όλους ίδιος,δηλ. ανθρώπινος…
Ενδιαφέρον θα παρουσίαζε η επισήμανση των αισθητικών κριτηρίων(π.χ. αρμονία,αναλογία,ρυθμός,αντίθεση κτλ.)
Δημήτρη,δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν υπάρχει αντικειμενικά άσχημο-κακό ποίημα κι έχω μια βεβαιότητα,για ορισμένα τέτοια τουλάχιστον,ότι είναι αδύνατον κάποτε να αναγνωριστούν ως ωραία…Μη μ’ αναγκάσεις για χάρη παραδείγματος να παραθέσω κάποιο και στενοχωρήσουμε κόσμο…. 🙂
Αυτό αυτομάτως με οδηγεί και στην αποδοχή του αντικειμενικώς ωραίου.
Φυσικά αυτό δε γίνεται αντιληπτό από κάποιο θείο ον-προσεγγίζεται με ανθρώπινες αξιολογικές κρίσεις…
Όσο για απαξιωτικές σου κρίσεις,μη με βάζεις στον κόπο να κάνω copy-paste τα όσα έχεις ….σούρει στο Σταχτούρη (για κοίτα που ρίμαρα κιόλας… 🙂 )
Τέλος,όσον αφορά στην προσαρμογή του λόγου και των κρίσεων ανάλογα με το κρινόμενο πρόσωπο,να πω ότι ίσως αυτό να οφείλεται στην παιδαγωγική μου αντίληψη να απευθύνομαι κάθε φορά με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο στους μαθητές μου,ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές τους-κι αυτό δεν είναι αδικία μα αναγνώριση και σεβασμός της διαφορετικότητας…
Φίλε Γιάννη, δεν αρνούμαι ότι έχω σούρει στο Σαχτούρη, αρνούμαι , απλώς, ότι προσέδωσα στην κρίση μου ανυπέρβλητη και αντικειμενική διάσταση. Επ΄αυτού , δέχομαι όσα copy paste αντέχεις.
Την εξομοίωση αντίληψης ελκυστικότητας με την αντίληψη του ωραίου στην τέχνη τη θεωρώ αντιεπιστημονική. Όσο συνιστά γεγονός η “γενετική καταβολή” , άλλο τόσο συνιστά γεγονός και η ” επιγενετική επιρροή”. Σε κάθε ζήτημα,οι δύο παράμετροι πρέπει να εξετάζονται παράλληλα και σε βάθος. Μόνον έτσι μία έρευνα διατηρεί τη σοβαρότητά της. Όπως δε, αντιλαμβάνεσαι, πείραμα ανάλογο με αυτό της ελκυστικότητας ( αναφέρομαι σε αυτό της Langlois) δεν μπορεί να γίνει για ποιήματα- και ούτε, βέβαια, το πείραμα της Langlois μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε επιχειρηματολογία περί της ποιητικής αντίληψης.
Φαντάζομαι ότι θα συμφωνήσεις, Γιάννη, πως η ισονομία δεν επιδέχεται προσαρμογές βάσει της διαφοράς στην προσωπικότητα. Όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο ανεξαρτήτως των διαφορών στο χαρακτήρα τους. Όσο , λοιπόν, κατάλληλη είναι η προσαρμοσμένη συμπεριφορά του καθηγητή, τόσο ακατάλληλη είναι η προσαρμοσμένη αυστηρότητα του νόμου. Το θέμα του ονοματισμού ( το κατά πόσο δηλαδή ενδείκνυται , χάριν παραδείγματος, να ονοματίζουμε) εγώ το αντιλαμβάνομαι ως περίπτωση ( σαν την ισονομία) μη επιδεκτική προσαρμογών.
Αγαπητέ Δημήτρη,όπως φαίνεται ο καθένας θα μείνει με τις απόψεις του…
Μου ζήτησες κατά λέξη:
“Υπόδειξέ μου, σε παρακαλώ, Γιάννη, τις απόλυτα απαξιωτικές κρίσεις μου.”
Αν δεν είναι οι θέσεις σου για το Σαχτούρη τέτοιες ΑΠΟΛΥΤΑ απαξιωτικές κρίσεις,τότε δεν ξέρω τι είναι… 🙂
Όταν μάλιστα με αφορμή την περίπτωση Σαχτούρη διατείνεσαι για διαδικασίες με τις οποίες θα κριθούν οι άξιοι ποιητές,αναρωτιέμαι πώς αυτό θα μπορούσε να συμβεί, αν δεν είναι “βαθμολογήσιμη”-“αξιολογήσιμη” με αντικειμενικά κριτήρια η ουσία ενός ποιητικού έργου.
Όσο για το ¨ονοματιστό”:
Δεν πρόκειται για ισονομία μα για ζήτημα αρχής.Και δεν πρόκειται για ένα μόνο ζήτημα αρχής αλλά για δυο διαφορετικά ζητήματα αρχής:
α)να θέλω να μην πληγώνω τους “αδύνατους”
β)να μη μ’ ενδιαφέρει αν θα πληγώσω ποτέ τους “δυνατούς”.
Και στα δυο είμαι σταθερός.
Άρα, καμιά αντίφαση…
Φυσικά δικό σου δικαίωμα να θες είτε να τους πληγώνεις όλους αν πρέπει,ή να μην πληγώνεις κανέναν.
Καλό σου βράδυ φίλε!
Πιότερο κι απ’ τη Φίλιννα
φοβάμαι αυτές τις λέξεις.
Αν πρέπει να διαλέξεις
προτίμησε τα πήλινα
απ’ τα χρυσά, που λάμπουν.
Έμεινε αζευγάρωτος ο τελευταίος σου στίχος
αν δεν τσιμπάει ο kyriaz,σκέψου τι κάνει ο Μίχος;… 🙂
Αθλητή του αδυνάτου,
μοιάζεις με τον Παλαμά.
Γι’ αυτό θες ζευγαρωμένο
κάθε στίχο στον καμβά.
Όμως κάποτε το χιόνι
θε να λιώσει, θα φανείς
μόνος κι έρημος στο αλώνι,
δίχως Μίχο και γονείς.
Την ισχύ εν τη ενώσει
και στο στίχο θα τη βρεις.
Αν δε θες να ζευγαρώσει,
πως δε στο ‘πα μη μου πεις…
(με προκαλούσε η ομοιοκαταληξία του 2ου στίχου,μα προσπαθώ να είμαι όσο γίνεται ευγενής 🙂 )
Ώστε
Λιώνει το χιόνι;
Αποχρωματίζεται
Τ’ άσπρο σεντόνι;
Όχι, κ. Λυκοτραφίτη. Όχι.
Κύριε Κυριαζή,
Ας μην συνεχίσουμε να αφήνουμε την ποίηση να εκπίπτει σε επίπεδο τετραστίχων λαικού ημερολογίου. Ευτυχώς που ο κ. Μουζάκης έκανε μια προσπάθεια να σώσει λίγο την κατάσταση -άν και το ότι έχουν λιώσει τα χιόνια τα αλλοτινά ήδη απ’ τις μέρες του Βιγιόν αποτελεί κοινό τόπο, άν όχι από πιο παλιά…
Κανείς, άλλωστε, δεν σας προκάλεσε σε τίποτα.
Εκεί είναι η Φίλιννα, χαμογελώντας, και συνεχίζει να αναπνέει χάρις στη μεταγραφή σας.
Συμφωνώ κύριε Λυκοτραφίτη.
Δεν είχα σκοπό να επιτεθώ σε κανέναν.
Χιουμοριστικά προσπάθησα να σας απαντήσω σε κάτι που έμοιαζε ειρωνικό σχόλιο.
Αν κατάλαβα λάθος συγχωρέστε με.
Καλή Ανάσταση (αν πιστεύετε σ’ αυτήν)!