aoratopl.jpg

Ενηλικίωση
Δοκιμιακά
[1]
Θυμάσαι και θυμάσαι. Λάμψεις ενός χαμένου προσεχούς που έγιναν πετρώματα και παρελθόν. Μέσα από της μνήμης τα αρχεία ανασύρεις στιγμιότυπα. Η μνήμη-διασώστης, στο ναυάγιο των ημερών, σώζει από μας μονάχα αυτό που σώζεται με τα σωσίβια.
Όμως ποιος είν’ εκείνος που θυμάται? κι επιμένει να θυμάται μες στα χάσματα. Εκείνος που συνδέει, στις εναλλασσόμενες στροφές τις σκορπισμένες κόπιες και τις κόπιτσες. Τα ανεξερεύνητα στάδια της αύξησης (με πλήθος επιλήσμονες? με λιποτάκτες και ριψάσπιδες σε κάθε βήμα). Ποιος είν’ εκείνος που συνδέει κι αρχειοθετεί (ακοίμητος φρουρός) τα φευγαλέα πρόσωπα σε ενιαίον όλον, απ’ όπου η φωσφορική μας τριποδίζει ύπαρξη στον αχαλίνωτο της καλπασμό.
Ποια είναι η κόκκινη κλωστή που υφαίνεται και ξεϋφαίνεται μέσα στους φιόγκους της φωτιάς. Μα το στημόνι στο εργόχειρο μένει το ίδιο.


Ποιος είν’ αυτός που βγαίνει απ’ της μορφής το κέλυφος για να μετρήσει την αόρατη έκλειψη του άστρου του (σαν αστροναύτης στο κενό, έξω απ’ τη βαρύτητα, στο θαλαμίσκο). Ποιος ρωτά. Ποιος ο επόπτης και ποιο το εποπτευόμενο. Ποιος διαφθείρει τα παιδιά που υπήρξε, ποιος εγκαλεί και ποιος δικάζει τους μεγάλους. Ποιος είν’ εκείνος που θρηνεί μες στους σπασμένους κρίκους, αν όχι αυτό το πολυπρόσωπο, μέσα στον Έναν, πλήθος, που μας σκορπά και μας αθροίζει. Αν όχι εκείνο που ενώ χάνεται στην περιφέρεια του κύκλου, μας ονειρεύεται, στο κέντρο
του.
Σου έλεγα πάντα: η φωτιά θα μας κρίνει. Κι η φωτιά θα μετρήσει τα έργα μας.
Ύστερα μπήκανε ποτάμια ανάμεσα, βουνά, και χάθηκαν τα ίχνη σου. Πού μ’ άφησες μονάχο μες στις ερημιές, με όλα τα μονοπάτια θρομβωμένα. Με κάθε όνειρο καρφί στον κρόταφο. Σ’ έναν καιρό παρωχημένων αισθημάτων.
Βλοσυροί άνεμοι με υιοθέτησαν.
*

Όπως φλεγόμουν κάποτε μες στις δροσιές, τώρα τα άνθη μου σωριάζω μες στ’ αποκαΐδια σου.
(Είναι, άραγε ακόμη, μ’ ένα μέρος του, σ’ εκείνο το παιδί, αυτός που εκεί κάτω τώρα στο μηχανουργείο του ερέβους εποπτεύει την παραγωγή; Αναγνωρίζει τάχα κάποιο ίχνος απ’ αυτό εκεί που μόλις αφημένο ξεκουράζεται κάτω απ τα πλατιά χάδια της ζέστης’ και γεύεται το χρόνο που κοιμάται ξαπλωτός στα αμέριμνα βαμβάκια του – και, προς χάριν, έχει για λίγο αποσύρει τα βαρυτικά του πεδία;)
Σπρώχνει η παχύσαρκος Αυθαιρεσία κι ολοένα διευρύνει, τα αίθρια των ενηλίκων. Δεν έχει χώρο για παιδιά η συμπαγής στρεψίνους κάμαρα. Δεν έχει ένδυμα για εκείνα ο προκρούστης-νους μας: ο πανούργος ενδυματολόγος. Με δύο δάχτυλα στα χείλη η γραία Εξομοίωση επιβάλλει Ησυχία. Και με αβρές χειρονομίες τακτοποιεί το δαμασμένο σώμα μας στο αναπηρικό του καροτσάκι (διάβαζε: στον μηχανοκίνητο καιάδα του). Σειρές, σαν κληρωτοί στρατιώτες που κάλεσαν την κλάση τους• περνούνε κι εναλλάσσονται ολοένα, σπρωγμένοι από νεοσύλλεκτους κι άνηβους νέους ως πέρα στ’ ασχημάτιστα ακόμη βρέφη. Σε τέλεια σύνταξη μέσα στη δίκαιη εναλλαγή? «και την φθοράν εις ταύτα γίγνεσθαι κατά το χρεών και τίσιν αλλήλοις της αδικίας κατά την του χρόνου τάξιν».
Είμαστε όλο εκείνο το πλήθος που βαδίζει σιωπηλό ή χαίρεται μέσα στον Έναν. Όλο εκείνο το πλήθος που μας υπακούει. Και υπακούοντας μας υπερβαίνει.
Φύγανε τα παιδιά. Ολοένα φεύγουν χωρίς να μας εγκαταλείπουν ποτέ.
[2]
Με απορροφά το μαύρο και το λαίμαργο του ψεύδους. Μεγαλώνω σημαίνει φαρμακώνω το παιδί και βασιλεύω. Ενηλικιώνομαι θα πει σαν άστρο σκοτεινιάζω από τη μαύρη του εκτοπίσματος μου τρύπα. Μεταλλάσσω σε μαντεμένια αντλία την καρδιά μου? πολύβουη και ξένη μες στο πλήθος? Σαν παλιά ομιλία παιδιών σε ρυάκι αφανισμένο που ακόμη κελαρύζει? κι απ’ το αδιάκοπο μουρμουρητό, το λησμονώ? δεν το θυμάμαι. Γίνομαι αυθύπαρκτος θα πει εξοντώνω τον πλησίον. Μονώνω με περλίτη παλαιών αισθημάτων γειτνιάσεις. Μαθαίνω προφανείς μηχανισμούς” πάει να πει εγκαταλείπω παιδικά μετόπισθεν. Αθώα τουφέκια. Και εισέρχομαι ως δαίμων στην ήπειρο της πανουργίας, Ανατινάζω τα γεφύρια της εσώτατης πατρίδας? πάει να πει ότι ποτέ δεν θα γυρίσω. Παρωδώ αθωότητες και νοσταλγίες. Μετατρέπω το χάδι μου σε πλήγμα. Το φλοίσβο του σώματος σε καγχασμό. Την αγάπη σε οικόπεδο προικώο. Με θρησκόληπτους φανατισμούς χτίζω ένα παλίμψηστο τέμενος με σώματα απόντων. Μια απέραντη τοιχογραφία-οχυρό από φωνές παιδιών εντοιχισμένων.