724359558325.jpg
Καλήν εσπέραν αφεντάδες

Καλήν εσπέραν αφεντάδες, καλώς ορίσατε κυράδες.
Μέλισσες μάζεψαν τη γύρη, την φέρανε στο πανηγύρι.
Οι μέλισσες ζυμώνουν μέλι, ήλιε μου φάε και μην σε μέλει.
Τα φίδια φέραν το φαρμάκι, τα παλικάρια το μεράκι.
Το μπρούσκο βράζει στο βαρέλι, ήλιε μου πιές και μη σε μέλει.
Με όσα κι αν πω κι ό,τι κι αν δείτε, να μη μου παραξενευτείτε.
Όσα χωράνε στην αλήθεια, δεν τα βαστάν τα παραμύθια.

Κελαϊδάνε οι γαϊδάροι και γκαρίζουν τα πουλιά.
Βγάζει κρίνους η τσουκνίδα, σκόρδα η τριανταφυλλιά.
Η πορτοκαλιά κρεμμύδια και καρπούζια η μηλιά.

Θέλω να σ’ έχω και να μ’ έχεις, τα μυστικά μου να κατέχεις.
Τα μάτια σου είναι ο ουρανός μου και το τραγούδι σου ο καημός μου.
Γαλάζια θάλασσα η ποδιά σου, άστρα στολίζουν τα μαλλιά σου.
Ο Αυγερινός σαν πρωτοφέξει, ο ήλιος θά ‘ρθει να σε κλέψει.
Θά ‘χει βιολιά για να χορέψεις και δώρα για να σε πλανέψει.

Βόσκουν βάρκες στο λιβάδι, χορταριάζει ο ουρανός.
Βγαίνει ο ήλιος απ’ τη δύση, κακκαρίζει ο Αυγερινός
και τ’ αυγά κλωσάει ο λύκος, πού ‘καμε ο πετεινός.
Άγιε μου Γιώργη καβαλάρη έβγα ψηλά στο κεφαλάρι,
βάλε και την αρματωσιά σου, καβάλα στ’ άλογο και βιάσου.
Το δράκο χτύπα να σκοτώσεις, την κοπελιά να ‘λευτερώσεις.
Η κοπελιά είναι δική σου κι είναι γλυκιά σαν το ψωμί σου
και δρσερή σαν το κρασί σου, η κοπελιά είναι δική σου.



Τ΄Ανάπλι

Τρία καράβια φέρανε ξανθό κρασί στ’ Ανάπλι.
Καράβια δώστε μου ξανθό κρασί να ξεδιψάσω
φέρτε την κούπα τη χρυσή και τ’ αργυρό λαήνι
πίνω απ’ την κούπα την χρυσή και μέθυσεν η κούπα.
Απ’ το λαήνι ξεδιψώ, μεθά και το λαήνι
γνέφω του ήλιου για να πιει κι αυτός να ξεδιψάσει.

Πίνει κι ο ήλιος ο καλός, ζαλίζεται και πέφτει.
Πάω στο λιβάδι για χορό, χορεύει το λιβάδι
κι ένα πουλί, μικρό πουλί γλυκολαλεί και λέει:
Στη γης αδειάστε το κρασί και σπάστε το λαήνι,
να δροσιστεί κι η κλεφτουριά που ξάπλωσε στα χόρτα
χωρίς χεράκια για να πιει, πόδια για να χορέψει.

Ο Ξεριζωμός

Μαρμαρωμένε βασιλιά, τι όνειρο, τι παγανιά
ο τάφος σου άδειος και σε μια γωνιά
μια χούφτα λόγια, αδιάβαστα χαρτιά.
Μαρμαρωμένε βασιλιά τι όνειρο, τι παγανιά
αντί για σε αναστήθηκε η Τουρκιά η Πόλη πάει
και η Σμύρνη στη φωτιά, διπλοχαμένη Αγιά Σοφιά
στερνή φωνή στην ερημιά την Προύσσα καίνε
και στο Αϊβαλί σταυρός αγκάθι ξύδι και χολή.
Χαμένη γη και προσφυγιά τα πόδια εδώ, αλλού η καρδιά
κομμάτια μου ψάχνω να βρω να κάνω ρίζα να ξανασταθώ
και να φωνάξω με φωνή που να ματώσουν οι ουρανοί
όλοι μας σφάζαν και μας πνίγανε μαζί,
Εγγλέζοι, Γάλλοι κι Αμερικανοί.

Μαρμαρωμένε βασιλιά, τι όνειρο τι παγανιά
μες του πετρέλαιου τη δροσοσπηλιά
να σ’ αναστήσω ήρθα μ’ όνειρα παλιά
πέτρινε πεθαμένε βασιλιά.

Κατακαημένο Αϊβαλί και παινεμένο Αϊδίνι
χαροκαμένο Εσκή Σεχήρ αρχοντοπούλα Σμύρνη.
Κλάψτε για το Καραχισάρ και για τα Μοσχονήσια,
δουλεύει ο Χάρος στα Βουρλά κι ο θάνατος στην Προύσσα.
Από πού παν στο Κασαμπά στην Πάρσα και στ’ Αξάρι
δεν πάνε πια στην Αμισσό στο Ακχισάρ ή στο Αξάρι.

Το μεγάλο μας τσίρκο

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν’ ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω,
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω.
Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό,
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό.
Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες,
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες
και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ’ την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί.

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι.
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες.
Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί.
Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες,
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες.
Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι,
σαράντα με το λάδι και το ξύδι
κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε,
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι.
Οι αγώνες πούχεις κάνει δεν φελάνε
το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε.
Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή,
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί.

Προσκύνημα

Πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινοπώρου
πίσω απ’ τα πετρωμένα στάχυα του καλοκαιριού
πάμε κι εμείς στα παιδιά που κοιμήθηκαν
κάτω απ’ τα ματωμένα νύχια του περιστεριού
πάμε να δεις στην αυλή που μεγάλωσαν

Δυο παιδιά ερωτευμένα
δυο παιδιά του χαμού

Ορέστη απ’ το Βόλο
Μαρία απ’ τη Σπάρτη
γυρεύω το γιο μου
Μαρία απ’ τη Σπάρτη
Ορέστη απ’ το Βόλο
την κόρη μου θέλω

Δυο παιδιά ερωτευμένα
δυο παιδιά του Χαμού

Ορέστη απ’ το Βόλο
Μαρία απ’ τη Σπάρτη
γυρεύω το γιο μου
Μαρία απ’ τη Σπάρτη
Ορέστη απ’ το Βόλο
την κόρη μου θέλω

Ερμηνευτές: Νίκος Ξυλούρης, Τζένη Καρέζη, Κώστας Καζάκος