
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε από την άλλη μεριά του δωματίου κι αμέσως μετά η κούκλα προσγειώθηκε στην αγκαλιά της Φεβρωνίας. Παρά λίγο θα της έπεφτε κάτω και τότε θα χρεωνόταν με πόντους. Οι οδηγίες του παιχνιδιού ήταν ξεκάθαρες. Προσπάθησε να διακρίνει στο μισοσκόταδο το σημείο εκτόξευσης, αλλά δεν τα κατάφερε. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, τα παράθυρα του εγκαταλελειμμένου κάστρου βρισκόντουσαν πολύ ψηλά κι ο αέρας δεν έφτανε μέχρι το επίπεδο που εξελισσόταν το παιχνίδι. Ένα αδύναμο, βρώμικο φως σερνόταν από το άνοιγμα της κάτω πόρτας και έκανε τις φιγούρες πιο πολύ να μπερδεύονται η μια με την άλλη, παρά να διακρίνονται μεταξύ τους. Οι σκιές βάραιναν σιγά-σιγά προς το μοβ. Είχε περάσει πολύ ώρα από τη στιγμή που άρχισαν να παίζουν. Κανείς πια δεν μπορούσε να υπολογίσει. Απλώς η Φεβρωνία θυμήθηκε φευγαλέα πως όταν άρχισαν υπήρχε αρκετό φως, έτσι ώστε στην αρχή μπορούσε να βλέπει τα πρόσωπά τους.
Όταν διαπίστωσαν, πως το πούλμαν του τουριστικού γραφείου, που είχε αναλάβει την ξενάγησή τους, άργησε να έρθει στο ραντεβού που είχαν ορίσει, ήταν ακόμα μεσημέρι. Μόνο πέντε από το γκρουπ είχαν θελήσει να επισκεφτούν το παλιό κάστρο και μια και βρισκόταν μέσα στην προκαθορισμένη διαδρομή, το ταξιδιωτικό γραφείο δεν τους χάλασε το χατίρι. Τους άφησαν λοιπόν εκεί, με σκοπό να γυρίσουν να τους πάρουν, όταν θα τελείωνε η βόλτα για τα ψώνια των υπολοίπων στη γειτονική πόλη. Και οι πέντε στην αρχή χάρηκαν μʼ αυτήν την καθυστέρηση.
Χάρηκαν με τη χαρά του μικρού παιδιού, όταν κάτι αναπάντεχο ανατρέπει το προκαθορισμένο πρόγραμμα και μένει κάποιο περιθώριο στην έκπληξη. Η ζέστη έξω άρχισε να γίνεται απειλητική, μπήκαν στο εσωτερικό του μεσαιωνικού κάστρου για να προφυλαχτούν. Χάρηκαν που θα είχαν χρόνο να το εξερευνήσουν διεξοδικότερα. Κάποιος είπε με ποιητική ή περιπαικτική διάθεση, η Φεβρωνία δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει, πως τώρα θα μπορούσαν να αφουγκραστούν τα μυστικά των χοντρών πέτρινων τοίχων, τους ήχους από τις φωνές, από τις σάλπιγγες, τους λυγμούς των αποχαιρετισμών, τους θρήνους του πένθους, το τρόμο του επερχόμενου κατακτητή, την απελπισία της ήττας. Μέσα στα τουριστικά προγράμματα δεν χωρούν οι ψίθυροι, ούτε το άρωμα μιας εποχής. Αυτά χρειάζονται χρόνο για να φανερωθούν. Και να που τώρα, μια μηχανική βλάβη του πούλμαν, τους χάριζε αναπάντεχα δώρα. Αυτά είπε ο τύπος και χάθηκε περιπλανώμενος στα μικρά, ψηλοτάβανα δώματα του πύργου.
Αφού πέρασαν μια-δυο ώρες περιπλάνησης, μαζεύτηκαν πάλι όλοι στο αρχικό σημείο συγκέντρωσης, που είχαν ορίσει να είναι η μπροστινή μεγάλη αίθουσα. Είχε αρχίσει να διαφαίνεται ανησυχία, αμηχανία, ανυπομονησία, βαριεστιμάρα, θυμός. Ώσπου από κάπου έπεσε η πρόταση. Δε παίζουμε κανένα παιχνίδι να περάσει η ώρα;
Η Φεβρωνία μέχρι τώρα είχε σταθεί αρκετά τυχερή κι είχε αποφύγει να «πιάσει» την κούκλα, έτσι είχε μπορέσει να παρακολουθήσει πως αντιδρούσαν οι άλλοι, κάθε φορά που κάποιος τούς την πετούσε, μια και ήταν το κεντρικό σημείο αναφοράς του παιχνιδιού.
Απʼ όσο πρόλαβε να δει ήταν μια σχετικά μεγαλόσωμη κούκλα με πάνινο πρόσωπο ζωγραφισμένο, με μαλακά πάνινα άκρα που κρέμονταν παράλυτα και ντυμένη με πολύχρωμα μακριά ρούχα. Είχε κοκκινωπά μαλλιά στολισμένα με μια βελούδινη κορδέλα. Την είχε αγοράσει το πρωί, από κεντρικό κατάστημα της πόλης, μια κοπέλα του γκρουπ, δώρο για την αδελφή της είχε πει; Για την ξαδέρφη της; Δεν καλοθυμόταν. Το παιχνίδι εξελισσόταν ως εξής: Αυτός που κρατούσε την κούκλα στα χέρια του έλεγε μια ιστορία, που να περιέχει με κάποιον τρόπο την κούκλα, και μετά κάποια στιγμή πετούσε την κούκλα στον επόμενο, ο οποίος έπρεπε με την σειρά του να συνεχίσει την ιστορία που είχε αφήσει στη μέση ο προηγούμενος αυτοσχεδιάζοντας, δίνοντάς τις δικές του διαστάσεις, τη δική του τροπή, και παρατηρώντας ταυτόχρονα τις αντιδράσεις των άλλων, έπρεπε να επιλέξει την κατάλληλη στιγμή, ή τέλος πάντων αυτή που ο ίδιος θα έκρινε ως κατάλληλη, για να πετάξει την κούκλα στον επόμενο, ο οποίος με την σειρά του θα συνέχιζε την ιστορία όπως μπορούσε και πάει λέγοντας, στην κυριολεξία.
Στην αρχή το θέμα φάνηκε εύκολο και διασκεδαστικό. Πρώτος ξεκίνησε αυτός που είχε προτείνει το παιχνίδι και υποτίθεται πως το ήξερε. Η ιστορία του ξετυλίχτηκε άκοπα. Σχετικά γρήγορα κάποιοι άρχισαν να χαλαρώνουν, τότε αυτός βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε και ξεφορτώθηκε την κούκλα, η οποία δεν έπρεπε να πέσει κάτω, γιατί σʼ αυτή την περίπτωση έχανε αυτός που δεν κατάφερε να την πιάσει και χρεωνόταν με έναν επιπλέον γύρο. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να την πιάσει η κοπέλα που την είχε αγοράσει. Μη βρίσκοντας άλλο τρόπο να συνεχίσει την ιστορία, χρησιμοποίησε κάποια βιογραφικά της στοιχεία. Φάνηκε να το κάνει με βιασύνη και νευρικότητα, ίσως να μην είχε πολυκαταλάβει κιόλας τι ακριβώς παιζόταν. Σχετικά γρήγορα την πέταξε στον διπλανό της. Ήταν ένας άντρας γύρω στα σαρανταπέντε που από την αρχή της ξενάγησης φρόντιζε με κάθε ευκαιρία να βρίσκεται κοντά της. Ήταν επομένως ο πιο εύκολος στόχος γι΄ αυτήν. Ο άντρας, όταν πήρε την κούκλα στα χέρια του έδειξε μεγάλη αμηχανία. Την κοίταξε για κάποια δευτερόλεπτα, προσπαθώντας μάλλον να αντλήσει κάτι απ΄ αυτήν. Στο τέλος αναγκάστηκε να πιάσει το νήμα της ιστορίας από κει που το είχε αφήσει η κοπέλα και άρχισε να διηγείται όπως μπορούσε το κομμάτι του. Η φωνή του άρχισε να βαθαίνει. Ο ήλιος από ώρα είχε γείρει πίσω από το κάστρο. Το φως όλο και λιγόστευε. Οι υπόλοιποι τον παρακολουθούσαν προσεκτικά. Ο τρόπος που αναφερόταν στην κούκλα θύμιζε ερωτευμένο. Όση ώρα την κρατούσε, τα χέρια του ασυναίσθητα έπαιζαν με τα μαλλιά της. Ταχτοποιούσε τις πτυχές της μακριάς της φούστας, κουνούσε τα εύκαμπτα πάνινα άκρα της. Της έδινε κίνηση σαν επιδέξιος μαριονετίστας. Έτσι όπως την κρατούσε και γέμιζε την αγκαλιά του, φαινόταν μεγαλύτερη. Οι μισοί κοιτούσαν την κούκλα κι οι άλλοι μισοί αυτόν. Η Φεβρωνία πρόσεξε πως είχε αρχίσει να την ταυτίζει με κάποια, ίσως με το κορίτσι που βρισκόταν δίπλα του. Κάποια στιγμή, κι ενώ όλοι έμοιαζαν να το έχουν τελείως ξεχάσει, με αναπάντεχη ταχύτητα πέταξε την κούκλα στην γυναίκα που βρισκόταν ακριβώς απέναντί του. Την πέτυχε κοντά στο στομάχι. Η γυναίκα ίσα που πρόλαβε και την άρπαξε την τελευταία στιγμή. Για κλάσματα του δευτερολέπτου η κούκλα ανέμισε στο κενό. Τα ρούχα της θρόισαν, τα μαλλιά της κυμάτισαν, και καθώς προσγειωνόταν στο διάφραγμα της γυναίκας, είχε ανασηκωμένο το ζωγραφιστό της πρόσωπο σαν να την κοιτούσε.
Ήταν μια λεπτοκαμωμένη γυναίκα γύρω στα εξήντα, με γλυκό πρόσωπο και ζωηρά μάτια. Η αύρα μια παλιάς ομορφιάς την τύλιγε ολόκληρη. Κοίταξε την κούκλα προσεκτικά. Μετά από μικρή σιγή, η φωνή της ακούστηκε συρτή. Άρχισε να ξετυλίγει την ιστορία της. Μιλούσε για την ίδια κοπέλα, που ήδη είχε περιγράψει ο προηγούμενος παίκτης, ο σαρανταπεντάρης, μόνο που τώρα την πέρασε σε μια επόμενη ηλικία. Μιλούσε για μια νέα με γλυκό πρόσωπο και ζωηρά μάτια, με σπουδές αρχαιολογίας και όνειρα, για ένα γάμο κι ένα χωρισμό, για διλήμματα καριέρας και αποφάσεις που δεν ολοκληρώθηκαν, για σοβαρές ιατρικές εξετάσεις και ημερομηνία λήξεως. Η άρθρωσή της είχε μια στρογγυλάδα, ο τόνος της ήταν ήρεμος και σταθερός και οι αναπνοές ανάμεσα στα λόγια της είχαν σωστή διάρκεια και βάθος έμπειρου ηθοποιού. Οι άλλοι γύρω παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Η γυναίκα χωρίς να αλλάξει καθόλου στάση στο σώμα της άρχισε να κοιτά εξεταστικά τους τέσσερις συμπαίκτες της, σαν να προσπαθούσε κάτι να μαντέψει. Χωρίς να ανασηκωθεί, μένοντας εντελώς ανέκφραστη και χωρίς κάτι να μαρτυράει την αμέσως επόμενη κίνησή της, πέταξε απότομα την κούκλα πίσω στην κοπέλα που την είχε αγοράσει.
Η κούκλα πέταξε για λίγο στον αέρα χωρίς βάρος, σαν ακυβέρνητο φτερό. Τα ρούχα της θρόισαν, τα μαλλιά της κυμάτισαν, έμοιαζε να μικραίνει και καθώς πλησίαζε την κοπέλα πέφτοντας άνοιξαν τα πάνινα χέρια της σαν αγκαλιά. Η κοπέλα αντί νʼ απλώσει τα χέρια να την πιάσει, πισωπάτησε τρομαγμένη. Η κούκλα προσγειώθηκε μπρούμυτα στο πάτωμα. Η κοπέλα ξέμεινε να την κοιτά για κάποια δευτερόλεπτα σκυμμένη πάνω της. Ακούστηκαν προτροπές, μουρμουρητά, «πιάσε την λοιπόν!». Η κοπέλα σαν υπνωτισμένη υπάκουσε, σήκωσε την κούκλα, την έσφιξε στην αγκαλιά της κι άρχισε να μιλά με άχρωμη φωνή για έναν άντρα, για έναν έρωτα, για μια σχέση, για μια εγκυμοσύνη. Η φωνή της κοβόταν από δύσπνοια, άρχισε να τρέμει. Έσφιξε πιο δυνατά την κούκλα στην αγκαλιά της, την παραμόρφωσε και κλαίγοντας ψέλλιζε, «είναι νεκρή, είναι νεκρή, δεν το βλέπετε;…είναι νεκρή».
Στο μεγάλο δωμάτιο επικρατούσε αμήχανη σιγή. Η κοπέλα σηκώθηκε από τη θέση της κι άρχισε να γυρίζει γύρω- γύρω στο χώρο με μάτια θολά. Άθελά τους όλοι όταν στεκόταν μπροστά τους, οπισθοχωρούσαν. Μετά από μερικές περιφορές της κοπέλας, η Φεβρωνία άνοιξε τα χέρια της. Η κούκλα προσγειώθηκε στην αγκαλιά της. Από την άλλη άκρη του δωματίου ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης.
Η Φεβρωνία κάθισε κουρασμένη σʼ ένα πέτρινο σκαλί. Δεν κοίταξε καθόλου την κούκλα. Είχε καρφώσει με επιμονή το βλέμμα στη κοντή τζιν φούστα της. Την είδε να θαμπώνει, να μακραίνει, νʼ αλλάζει χρώματα. Ταχτοποίησε με τα μάτια τις βελούδινες πτυχές της. Ένιωθε εξάντληση, της ήταν αδύνατο να κάνει έστω και την παραμικρή κίνηση. Δεν είχε χέρια, δεν είχε πόδια, δεν είχε τίποτα. Δοκίμασε να μιλήσει, ήξερε πως ήταν η σειρά της, όλοι περίμεναν να ακούσουν την ιστορία της. Το στόμα της ήταν στεγνό, δεν είχε λόγια, δεν ήξερε. Ένιωσε το πάνινο σώμα να την καλύπτει ολόκληρη, «δεν με βλέπουν» σκέφτηκε, «μέσα σʼ αυτή την ακινησία θα με περνάνε για νεκρή». Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια παραμέρισε τα πολύχρωμα βελούδα, έσπρωξε το πάνινο σώμα από πάνω της και ανασηκώθηκε ελαφρά.
«Εδώ είμαι» ψιθύρισε «απλώς ήθελα λίγο να ξεκουραστώ».
Στο σκοτεινό δωμάτιο αντήχησε σαν σάλπιγγα, το κλάξον του πούλμαν.
ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ
Στο λιτό, σχεδόν άδειο, δωμάτιο αντήχησε σήμα εξωτερικής κλήσης, απάντησε ο αυτόματος τηλεφωνητής και κατέγραψε το μήνυμα.
Την ειδοποιούσαν από το Κέντρο πως έπρεπε να περάσει το βράδυ για το πρόγραμμα. Το έκαναν πάντοτε βράδυ που οι βιορυθμοί είναι πιο χαλαροί και είχαν καλύτερα αποτελέσματα.
Σκέφτηκε την ώρα. Στον απέναντι τοίχο εμφανίστηκε η διαφάνεια με το ψηφιακό ρολόι, εικοσιπέντε και πέντε, επομένως είχε ακόμη τρεις ώρες μέχρι να σκοτεινιάσει. Αυτό το και πέντε, που συμπτωματικά εμφανιζόταν πάντοτε όταν αναρωτιόταν για την ώρα, τής έσπαγε τα νεύρα. Χρόνια τώρα η ίδια ιστορία. Συμπτωματικά. Τουλάχιστον αυτό ισχυριζόταν και στον εαυτό της και στους γύρω της όταν αργοπορούσε, και αργοπορούσε πάντα, μα πάντα, σαν να το είχε βάλει στοίχημα με κάποιον αθέατο συμπαίκτη. Παρʼ όλο που η εποχή δεν είχε περιθώρια για δικαιολογίες και καθυστερήσεις, εκείνη επέμενε, σαν να κρεμόταν η ζωή της απʼ αυτά τα πέντε λεπτά, ή σαν να ήταν ότι μπορούσε να περισώσει από τον παλιό καιρό. Σαν να στηριζόταν σʼ αυτά τα πέντε η ισορροπία και η λειτουργία της κάθε ημέρας. Έκλεβε το χρόνο όπως μπορούσε, από παντού. Τον τέντωνε από την μια, τον ψαλίδιζε από την άλλη, πάντα εκτεθειμένη βρισκότανε. Κατά βάθος ίσως να την διασκέδαζε η όλη κατάσταση, μʼ ένα τρόπο αλλόκοτο, διαφορετικά θα είχε διορθώσει τη συμπεριφορά της. Έμοιαζε όμως σαν να της ταίριαζε καλύτερα ο παλιός χρόνος, σαν να προσπαθούσε να τον επαναφέρει έστω για λίγο, έστω μόνο για κείνη, πράγμα φυσικά ανέφικτο.
Τα βράδια ονειρευόταν σκηνές από ιστορίες που τις είχε διηγηθεί πριν πολλά χρόνια η γιαγιά τής γιαγιάς της, για τότε που ο χρόνος ήταν τελείως διαφορετικά διαμορφωμένος απʼ ότι τώρα. Έβλεπε πως ήταν μεσημέρι και όλοι στο σπίτι κοιμόντουσαν- τότε κοιμόντουσαν και την ημέρα με το φως- και έκλεβε, λέει, γλυκό από το ράφι, και το γλυκό σαν να άλλαζε γεύση γινόταν πιο γλυκό; ή πιο πικρό; Σʼ αυτό το σημείο πάντα μπερδευόταν και ξυπνούσε. Μέχρι την α΄ φάση ωριμότητας περίπου, απλώς ξυπνούσε, προβληματιζόταν για λίγο ως προς το θέμα της γεύσης κι ύστερα το ξέχναγε. Μετά για ένα μεγάλο διάστημα το όνειρο είχε χαθεί από τον υπναγωγό της ορίζοντα. Τελευταία όμως επανήλθε επίμονα και το θέμα της γεύσης, γινόταν όλο και πιο βασανιστικό. Ξυπνούσε κάθιδρη και καθόταν για ώρα με διεσταλμένα μάτια στο σκοτάδι προσπαθώντας να θυμηθεί, να καταλάβει. Πού είχε γίνει άραγε το λάθος στην εγγραφή;
Όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερα άλυτα ερωτήματα έκαναν την εμφάνισή τους. Στην αρχή είχε σκεφτεί πως πρώτα θα τα έλυνε και μετά θα προχωρούσε στη δράση. Όμως αυτό το σχέδιο δεν απέδωσε. Ευτυχώς που τώρα, στον νέο διαμορφωμένο χρόνο, υπήρχαν τρόποι να συμπληρώσει κάποια από τα κενά που είχαν δημιουργηθεί στην ζωή της, εξʼ αιτίας αυτού του πολύπλοκου χαρακτήρα της.
Η ώρα τώρα ήταν είκοσι έξι και πέντε, μάλλον έπρεπε νʼ αρχίσει να ετοιμάζεται. Πάτησε το πλήκτρο του βεστιαρίου. Στην διαφάνεια εμφανίστηκαν πολλές φωτογραφίες χρωματικών συνόλων. Οι περισσότερες συνθέσεις εμπεριείχαν το πορτοκαλί, ήξερε ότι της ταίριαζε, φώτιζε τα κατάμαυρα μάτια της και συνδυαζόταν κομψά με τις μοβ αποχρώσεις των μαλλιών. Ήταν ψηλή γυναίκα και παρʼ όλο που είχε ένα λεπτό γυμνασμένο σώμα, τον τελευταίο καιρό πάντα διάλεγε φαρδιά σύνολα από εύκαμπτες ίνες αλουμινίου. Της άρεσε να φαντάζεται την κίνηση και τον ήχο. Κατέληξε σʼ ένα λιλά με κίτρινους μετακινούμενους στροβίλους. Σε κάθε κίνησή της, οι κίτρινες κηλίδες στροβιλίζονταν με ταχύτητα αντίστροφα. Λάτρευε τα φουτουριστικά παιχνίδια στο ντύσιμό της. Πατώντας τον κατάλληλο συνδυασμό ψηφίων στη διαφάνεια μπήκε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου στο θάλαμο του βεστιαρίου. Έτοιμη!
Ήταν από τις λίγες γυναίκες που κρατούσαν ακόμα κάποια «παραδοσιακά» στοιχεία, αισθανόταν πως της έδινε έναν αέρα κάπως σοφιστικέ, ξεχώριζε. Σε αντίθεση με την μεγάλη πλειοψηφία, αυτή επέμενε στο «ντύσιμο», έστω με ολόγραμμα. Της φαινόταν τρομερά ακαλαίσθητο και ισοπεδωτικό το γενικό στυλ της κολλητής ψηφιακής φόρμας.
Πήγε για λίγο στο δωμάτιο της οθόνης. Ήθελε να σκεφτεί για μια τελευταία φορά αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει σε λίγες ώρες. Αν και το είχε εξετάσει από όλες τις πλευρές ή τουλάχιστον έτσι πίστευε, ήθελε λίγο ακόμα. Έπρεπε να συγκεντρωθεί.
Όσο ήταν μικρή ούτε που το σκεφτόταν. Ένιωθε πως είχε όλο τον καιρό μπροστά της για να αποφασίσει σχετικά με τέτοια δύσκολα θέματα. Και τον είχε. Όμως ακόμα και αυτός ο διαφορετικά διαμορφωμένος χρόνος κάποτε πέρασε, και να την τώρα στη β΄ φάση ωριμότητας- ή αλλιώς, μετρώντας με τον παλιό τρόπο κοντά στα ογδόντα πέντε- που έπρεπε να πάρει κάποια απόφαση.
Εκείνη βέβαια, αρχικά, αλλιώς το είχε φανταστεί. Έτσι όπως το έβλεπε τα βράδια στο βιντεογουόλ του υπνοδωματίου της, λίγο πριν κοιμηθεί, καθώς γλιστρούσε στον ύπνο της σιγά-σιγά σαν παραμύθι, μέσα από παλιές ιστορίες. Γυναίκες εύθραυστες, με τα μαλλιά τους λυτά και στο φυσικό τους χρώμα να αστράφτουν στο ακίνδυνο και δυνατό ακόμα, φως του ήλιου. Με φαρδιά πάντα ρούχα για να χωρά η φουσκωμένη κοιλιά τους. Και πως καμάρωναν γιʼ αυτή την προσωρινή τους παραμόρφωση. Παρατηρούσε τα μάτια τους που γυάλιζαν, το δέρμα τους πως έλαμπε από ένα εσωτερικό μυστικό φως. Μερικές δεν δίσταζαν να δείξουν και γυμνή την κοιλιά-φωλιά τους. Πόσο έντονη σωματικότητα! Τέτοια λατρεία και προσήλωση στην παραμόρφωση η Γ μόνο στην περίοδο του εξπρεσιονισμού και του κυβισμού είχε εντοπίσει. Άσε που αν δεν τύχαινε να δει, στο οικογενειακό τους αρχείο, αυτές τις μισόγυμνες γυναίκες με τις τσιταρισμένες κοιλιές, δεν θα το πίστευε πως έτσι γινόταν παλιά. Κι ήταν όλες νέες, πολύ νέες, σχεδόν παιδιά, πως τους το επέτρεπαν; Και συνήθως κάπου δίπλα ή λίγο πάρα κει υπήρχε κι ένας αρσενικός, που χαμογελούσε ή ακουμπούσε την παλάμη του τρυφερά στο σημείο που το ρούχο τέντωνε επιδεικτικά.
Όμως από τότε άλλαξαν πολλά.
Οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, τα ίδια τα φύλα, οι απαιτήσεις και η οργάνωση της κοινότητας, η αισθητική, το μέτρημα του χρόνου. Ο χρόνος και ο τρόπος αναπαραγωγής από ιδιωτική επιλογή, έγινε κρατική υπόθεση.
Υπήρχαν ίσως, κάπου, κάποιες εξαιρέσεις. Γυναίκες ή ζευγάρια με επίγνωση του φύλου τους, που μακριά από τις μητροπόλεις γεννούσαν τα παιδιά τους με τον παλιό τρόπο. Αυτοί όμως ανήκαν στο περιθώριο.
Η Γ συχνά ένιωθε εγκλωβισμένη αν και είχε αντισταθεί όπου και όπως μπορούσε. Η γενετικά τροποποιημένη γάτα της πήδησε στην αγκαλιά της. Είχε συνηθίσει τα ολογράμματα, δεν την φόβιζαν πια. Η Γ ένιωσε τη ζεστή γούνα του ζώου. Ο μέσος όρος των κατοίκων αυτού του μπλοκ δεν θα μπορούσε ούτε να διανοηθεί κάτι τέτοιο, σκέφτηκε με ανακούφιση, σαν να απαντούσε σε κάποιον αόρατο κατήγορο. Για τους περισσότερους ήταν θέμα αισθητικής και φυσικά έλλειψη εξοικείωσης. Τι δουλειά έχει ένα ζώο στην ανθρώπινη κοινότητα; Έστω και γενετικά βελτιωμένο, που σημαίνει ότι δεν έχει καθόλου βιολογικές ανάγκες τροφής-αφόδευσης, παρά συντηρείται μόνο με ειδικούς ορούς, παρόμοιους μʼ αυτούς των ανθρώπων.
Το γεγονός ότι δεν συντασσόταν σε πολλά πράγματα με την κοινότητα, από την μια την έκανε να νιώθει περήφανη και την ανακούφιζε και από την άλλη την γέμιζε άγχος και φόβο. Ποτέ δεν ήταν εύκολο πράγμα η διαφοροποίηση, πόσο μάλλον τώρα. Τις βαθύτερες σκέψεις της δεν τις εμπιστεύτηκε παρά μόνο σʼ έναν άνθρωπο, στον μοναδικό άντρα που ερωτεύτηκε. Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεδιαλύνει μέσα της αν τον αγάπησε κιόλας, όπως έλεγαν κάποτε, πάντως για το ότι τον ερωτεύτηκε ήταν σίγουρη.
Οι σκέψεις της ήταν έντονες κυλούσαν με ταχύτητα η μια μετά την άλλη. Στο δωμάτιο της οθόνης ο μεγάλος τοίχος πλημμύρισε εικόνες. Το πρόσωπο ενός άντρα με φωτεινά μάτια σʼ ένα ψυχρό μπλε χρώμα, που ομόρφαινε πολύ όταν γελούσε, ένα τοπίο εξοχικό –μάλλον σε ολόγραμμα, γιατί στην οθόνη εμφανίστηκαν τα χαρακτηριστικά φωσφορίζοντα κυβάκια- και ένας περίπατος, ναι, τότε ήταν που του πρωτομίλησε. Έμοιαζε αρκετά διαφορετικός από τους άλλους, της κρατούσε το χέρι τρυφερά, μερικές φορές μάλιστα έβγαζε τους ειδικούς προστατευτικούς φακούς για τη μόλυνση και είχε δει τα μάτια του γυμνά, ήταν πιο όμορφα, ή τέλος πάντων, τότε όλα λίγο-πολύ επάνω του της φαινόντουσαν όμορφα. Του είχε μιλήσει για τη σχέση της με το χρόνο και πόσο ασφυκτική αισθανόταν την παρουσία της κοινότητας, του είχε διηγηθεί και κάποιες ιστορίες της προγιαγιάς της. Φαινόταν πως άκουγε, πως συμμεριζόταν τις σκέψεις της. Όταν όμως του μίλησε για το θέμα της αναπαραγωγής και του είπε πως φανταζόταν τη διαδικασία για κείνη, η αντιμετώπισή του την απογοήτευσε τελείως. Ειδικά όταν έφτασε στις λεπτομερείς περιγραφές με τις φουσκωμένες κοιλιές και τα τσιταρισμένα ρούχα, το πρόσωπό του συσπάστηκε τόσο από άρνηση και αηδία, που η Γ δεν άντεξε να ξαναδεί την παραμορφωμένη εικόνα του και την απώθησε βαθιά. Τόσο βαθιά που δεν ξαναφάνηκε ποτέ στο δωμάτιο της οθόνης. Ήταν και το τέλος, μετά από λίγο σταμάτησαν να βλέπονται. Η εικόνα είχε χαλάσει και για τους δυο. Στο δωμάτιο της οθόνης εμφανίστηκαν παράσιτα.
Προσπάθησε να μην θυμάται. Προσποιήθηκε ακόμα και στον εαυτό της πως το ξεπέρασε, αν και ένιωθε πόσο την είχε επηρεάσει. Από τότε δεν τόλμησε να ξαναμιλήσει σε κανέναν γιʼ αυτό το θέμα. Τα χρόνια περνούσαν και ήταν πολύ απασχολημένη με άλλα ζητήματα, αυτό το είχε σχεδόν ξεχάσει. Μάλιστα νόμιζε πως και η κοινότητα το είχε ξεχάσει, κι αυτή η φευγαλέα σκέψη κάπως την ανακούφιζε. Μέχρι πριν ένα μήνα περίπου, που της έστειλαν την πρώτη ειδοποίηση. Στην αρχή ξαφνιάστηκε, πού την θυμήθηκαν τώρα; Η β΄ φάση ωριμότητας δεν είναι και η καταλληλότερη γιʼ αυτή την ιστορία. Άλλωστε ένιωθε πως πλησίαζε στο και πέντε της ύπαρξής της. Και να, που αυτοί την θυμήθηκαν τώρα, δίνοντάς της ουσιαστικά παράταση χρόνου. Την πρώτη ειδοποίηση την αγνόησε. Οι υπεύθυνοι της κοινότητας όμως επέμειναν, της έστειλαν δεύτερη.
Της εξηγούσαν πως έπρεπε οπωσδήποτε να συμμετάσχει σε κάποιο από τα προγράμματα αναπαραγωγής. Η κοινότητα αντιμετώπιζε έντονο πληθυσμιακό πρόβλημα και περνούσε περίοδο βαθιάς κρίσης. Έτσι επιστράτευαν και τη β΄ φάση ωριμότητας. Της πρότειναν δύο λύσεις.
Είχε να διαλέξει ανάμεσα στην απʼ ευθείας εργαστηριακή αναπαραγωγή, ή μπορούσε να επιλέξει τη μέθοδο της προσομοίωσης. Στην ειδοποίηση τής εξηγούσαν πως στη πρώτη λύση, που απευθυνόταν στους οικονομικά ασθενέστερους, δεν υπήρχε δυνατότητα επιστροφής.
Αντιθέτως στη δεύτερη, στη μέθοδο της προσομοίωσης μπορούσε να γίνει επιστροφή του παιδιού οποιαδήποτε στιγμή.
Αναρωτήθηκε για την ώρα. Στον απέναντι τοίχο εμφανίστηκε η διαφάνεια με το ψηφιακό ρολόι, πλησίαζε είκοσι οκτώ και πέντε.
Σηκώθηκε αποφασιστικά.
Τα προγράμματα προσομοίωσης ήταν πάντα ακριβή στην εκκίνησή τους.









