
7.
Ονειρεύτηκα οτι το όνειρο τελείωσε
Και ξύπνησα.
Σκοτάδι.
Δίχως φεγγάρι δίχως αστέρια
Μόνος στον κόσμο.
Κοίταξα πίσω και μη βλέποντας τίποτα
Η πίστη μου υποχώρησε
Την κέρδισα ξανά κοιτάζοντας μπροστά
Μεγαλώνει μόνο μέσα στο μέλλον.
15.
Το αίμα σου πίνουμε, ήλιε μου
Καθισμένοι στο χορτάρι
Με αίμα ο Λόγος σου
Τη γη πρασινίζει
Και γίνεται άνθος η ψυχή
Κι ολάκερη ανοίγει
Το αίμα σου να πιεί
που τ’ άστρα κυριεύουν.
484.
Χέρια που ξαπόστασαν σε στήθη
Που το Αιώνιο γιο φωνάζουν
Χέρια που ζύμωσαν ψωμιά
Για το ψωμί των Ευχαριστιών,
Χέρια που από το στεφάνι του μετώπου του
Σταχυολόγησαν τα αγκάθια
Από τον αιμάτινο ανθό των δακτύλων
Ρημαγμένα από αγάπη
Χέρια από σταυρό σε γη
Σάρκα που την ψυχή τυλίγει,
Χέρια φτερά, που τη στοργή
Σήκωσαν ψηλά στον ουρανό.
Ξεχορτάριασε την καρδιά μου
Με τα χέρια σου, μάνα δικιά μου!
1.376
Με όνειρα είσαι υφασμένη καρδιά μου.
Ο μοναχικός σου αργαλειός ολολυγή
Το νου μου σχίζει.
Τραγουδούσε ο Θεός όταν σε έπλεκε.
Ο αργαλειός του
Ηταν το τραγούδι του θανάτου,
Το τραγούδι που ξυπνάει.
Ζωγράφισε την πλάση
Στην ανάποδη της πλέξης σου
Ζωγράφισε το τίποτα
Πορτραίτο των παθών σου.










Πρίν φύγω γιά τή Σύρο είπα νά ρίξω μιά ματιά νά δώ τί κάνει και τί λέει η “εικονική σας ” συντροφιά.
Τί εκπληξη νά αρχίζεις την εβδομάδα μέ Ουναμούνο ! Θυμάμαι τόν ασύγκριτο του “Παί- κτη ” -Ο Κώστας Βραχνός που έκανε τή διατριβή του στήν Ισπανία πάνω στόν Σοφό της Σαλμάνγκας καί νομίζω ειδικά πάνω στήν παρουσία του Θανάτου στό έργο του , έχει πολλά νά πεί καί όχι από κείνα τά τουρτουρα ακαδημαϊκίστικα ή τ άλλα τά συνήθως άφτερα καί ξεπουπουλιασμένα των ” Πανεπιστημιακών “. Δέν έχω τήν ηλ. διεύθυνσή του ούτε χόνο τώρα νά ψάξω αλλιώς θά του έστελνα τά παραπάνω Καί τί φωτογάφία !!! . Οταν γυρίσω , ισως .
Ευχαριστώ πολύ ωστόσο κ. Αραβανή γιά τό πρωίνο δώρο.
*
Στήν ‘Πάροδο ” του Κώστα Ριζάκη στή Λαμία οι τιμώντες τόν Λειβαδίτη θά δούν , σέ δυό τεύχη νομίζω από τώρα , πολλές εργασίες γιά τόν Ποιητή. Παρατήρησα από τά σχολια πόσο αγαπημένος σας είναι .
*
Τέλος μέ συγκινήσατε , μορέ παιδιά ” Αγκύρας ” (κατά τό γάτες Αγκύρας -ά υ θ ε ν τι κ έ ς εννοείται , μέ τή βούλα, σάν τήν Ρωξάνη -τώρα πού νά΄σας πώ γιά τήν Ρωξάνη της Ηρώς ), άκόμα κι εμένα πού ανατράφηκα από τήν
” πουτάνα ” – σίγουρα έσείς πού τά ξέρετε ολα , καθώς επίσης παρατηρώ , θά ξέρετε καί ποιάν αποκαλούσανε ” πουτάνα ” καί… ” πολύ τήν κράτησες “καί… “φέρτην κι από δώ ” , κι άλλα οπως δέν τά έζησα στά ξερονήσια βέβαια αλλά τά άκουσα εκ στόματος ” πατρός και υιού της πουτάνας ” , οταν ήμουνα 20 χρόνων.
Μέ συγκινήσατε μορέ …”Αγκύρας ” , μέ τήν στοργή σας στήν παλιά έκδοση. Μπράβο σας, – δέν τό λέω ” μητροπατρικάκά ” καί από δήθεν καθέδρας αλλά από τήν καρδιά μου .
Οσο γιά τήν modest proposal του Θανάση διά Σωτηρίου γιατί μου θύμισε τόν τρελλο Ιρλανδό παππα τόν Suift μέ τήν δική του Modest Proposal ( πού έχει πιά μεταφραστεί ΄στή γλώσσα μας ) και ΄τσακίζει ακόμα και τά δικά΄μας κόκκαλα ο αγριος σαρκασμός του, εκτός από κείνα της εποχής του. Γιατί μου τή θύμισε ; Δέν γνωρίζω. Πιθανόν ΄νά φταίει τό …” μετριοπαθής ” !
Σωτήρη μου, στήν επόμενη συνεδρία μέ τόν Θανάση σου , δώσε του την αγάπη μου – νεκροί και ζωντανοί τήν ίδια δίψα εχουνε -έχουμε γιά αγάπη.
Ηθελα ακόμα νά σας πώ τί βρήκα στή Σύρα στά “μεταχειρισμένα ” ενός βιβλιοπωλείου αναφορικά μέ τόν Παπαδίτσα αλλά ….τήν άλλη φορά. Ερρωσθε , Νατάσα Κ.
Γειά σου καί σένα.
Χωρίς περιστροφές : διαισθητικά βέβαια περίμενα, μάλλον από σένα , πώς θά δώσεις τήν έξήγηση στήν κατάπτυστη “ονομασία ” πνευματικής τροφής πού ανέφερα στό αλλο μήνυμα, αλλά εσύ προτίμησες νά πάς από τήν Ισπανία στή Θεσσαλίκη ( άν εκεί είναι ο τόπος του Σαλαμάνκα – πάντα νόμιζα πώς είναι ” στου Σαλαμάνκα ” , οπως καί Καλαμπόκας κι οχι Καλαμπάκας (άλλά μπορεί νά πληκτρολογήθηκε λάθος σάν τά πάμπολλα τά δικά΄μου ) ΄Νά τό πάρει τό ποτάμι ;
Φεύγω τελεδίκα αύριο πρώι πρωί , άν ζούμε , και μιάς κι άφήσαμε τούς ” σοφούς ” και πιάσαμε τούς ρεμπέτες , τί νά φέρω από τήν πατρίδα του Μάρκου ; Μεζεδάκια δέν μεταφέρονται αλλά …λουκούμια , χαλβαδόπιτες, ανθολούκουμο, ραχάτ ή παστέλια … πές το΄/ πέστε το κι εγινε ! Δέν ξέρω καί πόσοι είστε , ούτε πού θά τά αφήσω, άλλά η πραγματικότητα έχει πάντα τίς χαραμάδες της , επομένως από κάπου θά ξεμυτίσεις / – ετε στό πραγματικό.
Η γιαγιά ( σας ) Ν.Κ.
ένα ακόμα ωραίο ποίημα από την συλλογή cancionero στην τόσο ωραία απόδοση της Ελένης Γκίνη
1.242
Γαλήνη, λίκνισμα, νήμα, νανούρισμα.
Είναι το νερό που μουρμουρίζει
Το τραγούδι του.
Το τραγούδι της κάθε μέρας,
Της αιώνιας αγωνίας,
Της καρδιάς.
Νερό, η πρώτη αδερφή,
Που σβήνει την επιθυμία
Της φλόγας.
Αυτή που πλένει την ενοχή
Που ποτίζει και λιπαίνει το χώμα
Του πόνου.