
“ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΕΤΙ ΠΟΥ ΠΟΥΛΙΕΤΑΙ ΔΕΝ ΈΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΑΞΙΑ”
ASH IN ART, 2007
ΧΡ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Αξία ανεκτίμητη ο χρόνος,
μόνο έτσι βεβαιώνεται το καθετί μας.
Αυτούς τους καιροσκόπους που
μας λένε ζήσε το τώρα
χωρίς να ξέρεις το αύριο γιατί;
Και πώς όσοι ποντάρουν στο τώρα
δικαιώθηκαν ως ανεκτίμητοι στο χρόνο;
Και πώς όσοι ποντάρουν στο αύριο
με σχέδια και μακέτες
είναι στα αζήτητα;
Περίεργα πράγματα.
Μήπως να ζήσουμε
όπως οι αρκούδες στην Ανταρκτική.
Μισό χειμερία νάρκη
μισό κυνήγι για τροφή.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Πέτρες λέει.
Έτσι να τις κάνεις
κυλάνε,
φεύγουν.
Ογκίδια.
Με αγωγή,
θρυμματίζονται.
Πετρώματα,
βράχοι,
νταμάρι είναι;
Καλά τι χωμάτινοι
και κουραφέξαλα;
Μπας και έβαλε
πρώτα δυναμίτιδα
και μετά
πήρε πηλό;
Ν.ΜΠΑΪΚΑΣ
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΤΗΣ …..
Πάντα νομίζω από την παρέα
κάποιος λείπει.
Κάποιον περιμένουμε
να έρθει.
Αν έρθεις, αν, λέω.
Θα είναι αυτό
που στην τέχνη της ανασκαφής
λέγεται «τυχαίον εύρημα».
Γ.ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ
Ο λόγος,
η εσωτερικότητα
στην πραγματικότητα
δεν έρχεται από τα
μέσα έγκατα των πνευμόνων σου.
Έρχεται από τα έγκατα της γης.
Εκεί που οι δύο αυτές τεκτονικές
πλάκες συγκλίνουν.
Κάτι ηλεκτρικές εκκενώσεις
δημιουργούν σπινθήρες.
Όπως τους εσωτερικούς νευρώνες
του εγκεφάλου σου.
Τσακμάκι, τσακμακόπετρα, κάτι τέτοιο,
όταν οι τεράστιες πέτρες συγκρούονται.
Ο κρότος αυτός είναι ο λόγος σου,
η εσωτερικότητα του λόγου σου,
αν έχεις.
Σπάνια γίνεται και τραγούδισμα.
Εσωτερικότητα.
Εάν η ανακάλυψη του εαυτού μας
είναι ταιριαστή με την εξιχνίαση ενός φόνου,
τότε δικαιολογημένα λένε πως τα όποια λάθη
στην υπόθεση οδηγούν στην εξακρίβωση
της αλήθειας.
Από τα λάθη θα βρεις το δολοφόνο.
Δηλαδή ΕΣΕΝΑ.
ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Όταν σπάνια τυχαίνει
να με δω και
να πω είμαι ωραίος,
τότε αυτόματα, αστραπιαία,
στο μυαλό έρχεται
ο θάνατος μου.










Σταύρο διάβασα και τα τρία βιβλία που μου χάρισες στο ΑΣΥΝΑΡΤ. Πρώτα ευχαριστώ και μετά… η άποψή μου. Δεν είμαι κριτικός ποίησης, απλά γράφω κι εγώ, όπως πολλοί από εμάς, όπως όλοι μας, μιας και οι ψυχολόγοι λένε πως για να αντέξουμε τη ζωή, η γραφή είναι εκείνη που μας προσφέρει την εναλλακτική λύση. Στην αρχή, καθώς ξεκίνησα την ανάγνωση, είπα μέσα μου, πως είναι περίπου μία ποίηση συνθημάτων, έτσι ριγμένη στο χαρτί, αβασάνιστα, από ένα πάθος ζωής. ΄Ομως, στη συνέχεια, διαπίστωσα ότι άρχισε να με κερδίζει, αν και γράφω πολύ διαφορετικά. Είμαι της βαρβαρικής “φυλής”, τα φετίχ και τα τοτέμ μου, βαμμένα με μία άγρια πολυχρωμία, μπαίνουν στις τελετουργίες τους, στολισμένα με εξαρτήματα και σύμβολα ονειρικών διαστάσεων, με μία έντεχνη, ασύνειδη όμως, διαδικασία. Πρώτα από όλα τα ποιηματά σου πρέπει να διαβαστούν στο συνολό τους, έτσι “εικονογραφούνται” ως προς το σημαίνον και το σημαινόμενο, έτσι το στίγμα σου ολοκληρώνεται και αναδύεται η περσόνα σου μέσα από τον καθρέφτη τους, με ντροπαλοσύνη θα έλεγα, παρ όλη, την φαινομενική “αναίδεια” μίας κοινότοπης γλώσσας, καθημερινής, του σήμερα, μοδάτης. Η μορφή τους, μορφή δωρική, λιτή, δεν εντυπωσιάζει άμεσα, περνάει ενέσιμα στο αίμα. Η ποίησή σου έχει μία “μαγκιά” που δέν έχει να κάνει με κλισέ εκφοράς, αλλά με τον τρόπο που στέκεται απέναντι στα γεγονότα και δέχεται τις γροθιές και τα φιλιά τους.
ΛΙΟΣΗ ΙΣΜΗΝΗ (ΜΑΡΚΕΛΛΑ)του ΓΕΩΡΓΙΟΥ