9789608378537.jpg
Χαρούμενος
Του άρεσε να χαζεύει στους δρόμους
Να χαιρετάει τους περαστικούς, με τα βαμμένα του,
αραιά μαλλιά
Να ονειρεύεται ταξίδια
με τα γυαλιστερά τροχοφόρα
Να γεμίζει την τσάντα του με σέξυ εσώρουχα
που’ βλεπε στις βιτρίνες των καταστημάτων
Να μυρίζει τ’ αρώματα στα μπουκαλάκια
που του θύμιζαν την μυρωδιά του έρωτα.

Μα ανόητοι πιτσιρικάδες
τον πήραν για αλλοπαρμένο
σκορπώντας τη βία πάνω
στο ονειροπόλημά του

Η ώριμη καρδιά του δεν άντεξε τον εφιάλτη
κι ένα μοναχικό βράδυ
έλιωσε χωρίς κραυγή

σε κάποιο πεζοδρόμιο
της οδού Σατωβριάνδου.

Η ατολμία μου, πόσα μου στερεί…
Φεύγουν οι μέρες. Κυλούν τα χρόνια
Λιγοστεύει η άμμος στο αμμορολόι
κι εγώ ακόμα το θάρρος να βρω
τη στιγμή ν΄αδράξω
τη ζωή ν’ αγκαλιάσω. Μόνο
δίπλα της, σαν παιδί ντροπαλό στέκω
και ονειροβατώ

Μικρή η απόσταση μεταξύ μας
Ένα βήμα μας χωρίζει
μα άβυσσος γίνεται
που λίγο-λίγο με καταβροχθίζει.

Ηλιοβασιλέματα
Πόλεμος χρωμάτων στον ουρανό του δειλινού
Στρατιές πορφύρες, χρυσές, άγριες, μαβιές
τον ήλιο, τον ηλιάτορα σκοτώνουν.

Πάνω
Στην κόψη του ορίζοντα
ο ήλιος πέφτει
Ξεσκίζοντας τα σπλάχνα του
Ματώνει η οικουμένη.

Δημώδες
Ένα κομμάτι μάρμαρο
Ένας σβόλος χώμα
τα όνειρά μας γίνονται
και τα μαλάματά μας όλα.

Το τραγούδι, που δεν είναι τραγούδι
Η μοναξιά
τυλίγεται σε μια δίνη
ανακωχών και συμβιβασμών
από την άλλη πλευρά, την αθέατη

Χαμογελώ και ανοίγω ένα-ένα
τα πέταλα του εαυτού μου

Αίρω την εγωπάθειά μου
Γίνομαι τρωτή, επιθυμητή
Γίνομαι κάποια άλλη

Το φεγγάρι εγείρει τον πόθο των υδάτων

Φεγγοβολώ σαν μέταλλο
σαν κάτοπτρο σπασμένο στα δύο
εν μέσω επιθυμίας και φυγής

Το είδωλό μου στα μάτια σου
μια λεπτή φεγγαρακτίδα
μια λεπτεπίλεπτη λεπίδα

θα εξαπολύσω μια μουσική κραυγή
θα εκτοξεύσω έναν ψαλμό

Θα αφήσω το τραγούδι μου
να κελαρύσει μεσα από την κιθάρα

που φυλάει την Άρτεμη
την Εκάτη
τον μανδύα της υποταγής.