isseoio-oaoiynco1.jpg
Ο Μίλτος Σαχτούρης διαβάζει ποιήματά του:
1.Η Αγία (Χ.)
2.Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον Πόρο
3.Ένας κόσμος νεκρός
…και άλλα ποιήματα
(από το cd#2, του περιοδικού “Νέα Συντέλεια”, εκδόσεις Άγκυρα, 2006)

Η ΑΓΙΑ
Χ.
Ήταν εκείνο το φθινοπωρινό απόγεμα που
η Αγία με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε
στο μικρό σκοτεινό δρόμο, που στην πραγματι-
κότητα
δεν υπήρχε καν.
Γιατί αν υπήρχε τότε τι ήταν αυτά τα αίματα
κι οι στρατιώτες που ξεπετάχτηκαν από τους γύρω
δρόμους και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι,
τέσσερεις μήνες, κι όταν πια με λύσανε ήτανε
χειμώνας, έβρεχε συνέχεια κι η Αγία χάθηκε
κι ούτε που ξαναφάνηκε πια.

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ
Και να πού φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλα του κίτρινα καμένα απ’
τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω-γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
– Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
-Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην “Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του•
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατο του.

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΝΕΚΡΟΣ
Ένας κόσμος νεκρός
πίνει το παγωμένο γάλα του
βάρκες πηγαίνουν έρχονται
φέρνουν κι άλλους νεκρούς
μητέρες χάνουν τα παιδιά τους
παιδιά κλαίνε γιατί χάσαν τις μητέρες τους
τέρατα χαρτοπαίζουν:
– Ρίξε το πέντε! ουρλιάζει o νεκρός δολοφόνος
ξάφνου πάλι μιλάει
η κυρία σκατό και καρπούζι
ώσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη
το μαχαίρι της
και ν’ αρχίσει να σφάζει.

(από τη συλλογή «Εκτοπλάσματα», εκδόσεις Στιγμή, 1986)

ΒΑΤΙR DES CΗΑΤΕΑUΧ ΕΝ ΕSΡΑGΝΕ
Στον Roger Milliex

Εδώ και σαράντα χρόνια
o θάνατος στέκει πλάι μου
είναι μι’ ασπροντυμένη κοπέλα
κάθε μέρα μου ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
που και που ρίχνει μια κρυφή ματιά
και με κοιτάζει.
Κι εγώ γράφω κόκκινους στίχους
χτίζω γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία
και περνάνε χρόνια και χρόνια
ασπρίζουν τα μαλλιά της κοπέλας
ασπρίζουν τα μαλλιά του θανάτου
κάθε μέρα μου ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
κι όλο ρίχνει κλεφτές ματιές
ματιές απορημένες
σε μένα
πού ατάραχος πάντα χτίζω
γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία.

ΗΣΥΧΑΣΤΕ
Πρωί-πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου,
είδα το αγγελτήριο του θανάτου μου.
«Τον αγαπημένο μας φίλο…» έγραφε.
Ώστε λοιπόν δεν είχα συγγενείς.
Πήρα γρήγορα ένα ταξί κι ανέβηκα στην Κηφισιά.
Σ’ όλο τον δρόμο υπήρχαν τεράστια πάνω πού
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθόταν σ’ ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
— Εντάξει μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
— Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
— Ησυχάστε
— Ησυχάστε
— Ησυχάστε.

ΑΣΠΡΑ ΩΡΑΙΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΟΠΩΣ ΜΟΥ ΑΡΕΣΑΝ ΠΟΛΥ
Γεμάτο το λιμάνι του Πειραιά από μεγάλα άσπρα καράβια σαν κι αυτό πού μνημονεύω στο τελευταίο ποίημα μου στα «Εκτοπλάσματα».
— Ναι, όλα τα έξοδα μου πληρωμένα —γελάω — και για οποίον τόπο κι αν πάω πληρωμένα —
— γελάω —
Να πάω και να χαθώ μια για πάντα, κόκκινε σκυλοκέφαλε καπετάνιε
να χαθώ μια για πάντα.
(από τη συλλογή “Καταβύθιση”, εκδόσεις Κέδρος, 1990)