ieeio-aaaaeadhco1.jpg

Εδιτώ

Ο,τι θα διαβαστεί εδώ μέσα
είναι και ψέματα
είναι κι αλήθειες
έχει κι ευρήματα·
τα είχα όμως όλα πάει
στόν Κρυφοκλάψω Απόψε Άγγελέ Μου
Πούπουλο Ανάλαφρο Της Μνήμης Μου
Της Νοσταλγίας Μου Πουλί
και μόλις του ʼδωσα ένα φιλί
μου τα ʼκανε όλα να διαβάζονται σαν ποιήματα

Ξύλο καί βροχή

Το ξύλο πέφτει έξω βροχή
τα δάκρυα και τα αίματα ραντίζουνε τον τόπο
αλλά κι εσύ, το πως διαλέγεις να το πεις
δείχνει σα να μην έχεις άλλο τρόπο

Στο δρόμο για το σινεμά

Αν θέλουμε να έχουμε μυστήριο
σαν τα αστυνομικά και σαν τα φίλμ νουάρ
πρέπει να βρέχει για καλά, στο δρόμο για
το σινεμά «Αστήρ» και όχι να χιονίζει

Το να χιονίζει πάει αλλού
σε πάει σε άλλες ιστορίες που χαθήκανε
τότε που ʼταν στις δόξες του, της Ιωνίας, το «Μιρουάρ»·
ή πρέπει να έχει ησυχία, συννεφιά
ο δε καιρός να είναι χλιαρός ακόμη ―ακόμη·
θα ʼπρεπε όμως, απʼ την άλλη, κι ο αέρας
να σου σηκώνει μέρα νύχτα το γιακά
και να σου παίρνει το κασκόλ και το καπέλλο
ή η η!
να σου αφήνει το μαντήλι, το καπέλλο και τα γάντια
και να σου παίρνει ―αν έχεις― το παλτό

Μπορεί επιτέλους, ότι και καιρό να κάνει
μια ιστορία να γράφεται νουάρ
―για όσο υπάρχει και κυλάει το μελάνι―
αρκεί στο πλάι του δρόμου να υπάρχει ένα ντουβάρι
η νύχτα να ʼρχεται συνέχεια κουβάρι
και του φονιά το ―φονεμένο του― ζευγάρι
να του ξαναπιστώνει τη ζωή του σαν βουάρ

Το αίμα του σφαγμένου πετεινού

Μιλούσε δύο γλώσσες ο μπαμπάς μου·
έμεινε πρώτα αναλφάβητος στα τούρκικα
με το «σεφερπελίκι»
κι ύστερα, στην «οπισθοχώρηση» για Νέα Ιωνία
―όπου ξοδέψαμε και όλη τη ζωή μας―
έμεινε αγράμματος και στα ελληνικά.
Τώρα εκείνος κείται συνοστεί στους τενεκέδες
κι εγώ ευκαιρώ ―ο αγαθιάρης του θεού―
στο κατακάθι αυτής της ιστορίας
στις όχθες της μελαγχολίας μου εκεί
να διαπερνώ και να υποδύομαι τους άλλους

να ανεβαίνω απʼ τα θεμέλια στην υγρασία της
όπως το αίμα του σφαγμένου πετεινού
να τη διασκελίζω και να λούζομαι
μες απʼ τις σκονισμένες φτέρνες της
κι έκει, στους μαρμαρένιους αστραγάλους

Θεέ μου, ήμαρτον

Απʼ το υγρό που στάζει η αγάπη μας
μπορεί ο πικραμένος να ποτιστεί.
Μία σταγόνα φτάνει, ίσα με δάκρυ
μες στο καζάνι της ημέρας.
Σκύβεις στον πάτο του διαλύματος
και να τα ιζήματα˙
είναι αυτά που δεν αξίζει
να τα κάνουμε ζητήματα

Απʼ το διάλυμα αυτό πίνει κανείς, δροσίζεται
σηκώνει το κεφάλι
και στο παράθυρό του ατενίζει το θεό
να τον κοιτάει

Τώρα το πράμα αυτό, αν θές
το αφήνεις να πικράνει απʼ τον καιρό
να το ʼβρει εχθρός περαστικός
να γονατίσει κι όπως πίνει
ή να του φύγει το καπέλλο πρός στιγμή
―μαύρη μια μέρα―
κι αυτός νʼ απλώσει τα ποδάρια του να τα συλλάβει
με τα νύχια στον αέρα
ή ―για τη δόξα της αγάπης μας― να πιεί, να πιεί, να πιεί
να στραβοκαταπιεί ―θεέ μου, ήμαρτον―
και να του πάρει ο διάολος τον πατέρα

Μήνυμα χωρίς χρέωση

Καλά ―αν― και σώνει θέλουμε τη ρίμα εκεί
τύφλα να έχει κι η κυρία Γραμματική.
Παράδειγμα·
δε θα ʼθελα να σε φοβίσω
μα είσαι στον πάτο της Αβύσσο

Είναι δε μερικές φορές ―δεν είνʼ και κρίμα―
που τύφλα να ʼχει και η Ρίμα.
Παράδειγμα·
δι θα ʼθιλα να σας φουβίσου
μα είστι ―απʼ ουότι φαίνητι―
στουμπάτου της Αβύσσο

Το τριλαμπές ρητό

Περάστε πάνω στό μονόκλινο λάκκο τους φτεροκοπάνε
οι σπιτικές μας λέξεις·
σμήνος γεμάτο τραύματα χωρίς προορισμό
ήχοι κι απόηχοι, μουρμουρητά, σφυρίγματα
γέλια, ανάσες καί θυμοί
χαρές καί πλανταγμοί
ξυλοφορτώματα, φιλιά, φώτα και φωτισμοί
τουρκόφυτα πλατύφυλλα κι ομηρικά πολύποδα
τεμάχια ξυλόμορφα και στιχερά κρακελαρίσματα
σε λούστρο επάνω κρεμεζιού
σσν απειλές μιας Κεραμοκρατούσας.
Κύριοι σʼ αυτό το στάσιμο ταξίδι στα αζήτητα
με έρημες λέξεις μου και αδέσποτες,
πράγματʼ αγνοιάρικα
με σχέσεις και σχεδιασμούς σε πέλαγος αυτοθυμίας
χαθήκαν οι δακτυλουργοί
οι γειτονιές χαθήκανε
και τώρα το είδος τους
στην ιδική μου αθανασία πια
με αγγίγματα ικετευτικά
στην κιβωτό του σώματός μου στηρίζεται για να σωθεί.
Για καφέ τώρα ας καθήσουμε με όποιον θέλει, όπως όπως
να το κοιτάξουμε όλο πάλι απʼ την αρχή
να συμμαζέψουμε τʼ άγνωστα ρήματα και τα ρημάδια
και μετά, το τριλαμπές ρητό των παραγράφων
σαν ημερήσια διάταξη να διαβαστεί.
Περάστε
Κύριοι
Για καφέ

Ώρα καλή στην πρύμη τους!

Φεύγει η χώρα. Αποπλέει.
Σιγά σιγά τραβιέται σαν
το υπερωκεάνειο.
Παίρνει μαζί της πράγματα άγνωστα.
Φόρτωνε αυτή από καιρό αλλά καί μεις δέν παίρναμε χαμπάρι

Φεύγει, χωρίς να πάρει κάτι κι από μας
και χωρίς τίποτα να μας αφήσει.
Μένει μονάχα λίγη γης να την πατούμε
και κάποια ακόμη αντικείμενα που δε χρειάστηκαν ποτέ
και δόστου εμείς να τα διαφυλάμε αλύπητα
κάποιες λεξούλες μας παλιές κιτρινισμένες
και κάτι πεθαμένα μας ―τεμάχια λιγοστά εις τον καθένα―
μνήμες, κρυμμένα εγκεφαλικά αποτιτανωμένα

Με ποιον θα μείνουμε; Ποιούς χάνουμε;
Μήπως ούτε τον κόπο για το ύστατο νυχτερινό ταξίδι εκείνο
δε χρειάζεται να κάνουμε!

Η χώρα φεύγει, εμείς εδώ

Ο καπετάνιος τους μας βλέπει και αδιαφορεί, μα τα
λίγα φτερά φωτός που έχουν μείνει πέφτουν πάνω μας
και δείχνουν πως
μονάχα έτσι άξιζε ετούτος ο φαρδύς
πλατύς πληθυντικός στα ρήματα

Μες στα παλιά εμπορικά

Όταν ψωνίζω απʼ τα παλιά εμπορικά, νοιώθω αθάνατος
σαν επισκέπτης στη παλιά μου τη ζωή μετά από χρόνιο
πεθαμό
όπως τον ξέρουμε όλοι να συμβαίνει, μʼ εκείνους στις
παραλογές
που μπαινοβγαίνουν στη ζωή με πατερίτσες και φτερά
αλατζαδένια
κίτρινοι κατακίτρινοι ―οι νεκρούλιακες― σαν το κερί
και μας κοψοχολιάζουν

Εκεί σʼ αυτά τα μαγαζιά με τα υφάσματα στά ράφια
που οι φωνές μέσα στά χνούδια παγιδεύονται και δε γυρίζουν
―κι είναι παράλογος ο λόγος για έναν ακόμη θάνατο―
σε κείνα τα περάσματα λοιπόν, να και ξανά
που δικαιώνεται η μνήμη να
να τα κασμήρια, τα τουίντ, να οι φανέλλες, τα λινά
τα καμηλό, τα ντρίλινα, οι τσόχες, τα ρεγιόν
να τα μπροκάρ, να οι ταφτάδες, τα βελούδα τους
να με το εγγλέζικο κασμήρι στα χεράκια του ο μπαμπάς
να παζαρεύει να λοιπόν
να τα κοτλέ, να οι πασμάδες, οι αλπακάδες, τα σιφόν
και στον λαμπτήρων τη χλωμάδα επιτέλους
να νάτο να ψιθυριστά να φτερουγίζει
νάτο το μέλλον πού ʼχε τέτοιο παρελθόν

Που να βρεθούν!

Που να βρεθούν, ρωτάτε εμένα!
που να βρεθούνε σάρκα και οστά
απατηλά μου όνειρα!

Καλά, ας πούμε ότι αυτών τα εξαρτήματα δεν κάνουνε!
―των εκρηγμένων, των πατλαματζήδων
των πλακωμένων και των λερωμένων
ίσως και των κουβαριασμένων δηλαδή
τα μαύρα αίματα― δε σας ταιριάζουν!

Τόσοι σφαγμένοι όμως ―λούτσα
στο κεκραμένο αίμα τους― που ταξιδεύουνε
με το ποτάμι του χρόνου
παλιά σκηνώματα, κορμιά αχαλίνωτα
μέρη σωμάτων και προσκυνήματα νωπά

Αυτά!
Που πάνε μόνα τους αυτά τα πράματα;
ποιος θα τα πάρει;

Για ποιους αυτοί τα πάθανε και πανικόβλητα εσείς
δρόμο να παίρνετε και να μη φτάνετε
πρωί πρωί, στης πόλης μέσα τα σοκάκια,
που ―ως γνωστόν όπως
το Σώμα είναι ο Καιρός κι είναι κι ο Τόπος―
από τον πυρετό αυτού του κόσμου εξορίζεστε
τρέχετε, φεύγετε ―η περιουσία μου εσείς― μακριά
και στο Ποτέ και μες στην Ουτοπία ασφαλίζεστε!

Πεντόβολο

Του Καιρού εινʼ εκμαγεία
―και μόνο δικά του―
εκείνα του Έρωτα
και του Θανάτου

Κι αν αυτό η Ιστορία
το χρειάζεται, εκείνη
θα κρατήσει τη χρήση
και την ευθύνη

Ο καθένας το ξέρει
―κι εγώ τι παραπάνω!―
στα κορμάκια ο Χρόνος
σβήνει όνειρα επάνω

Στο σημείο αυτό
για καλύτερα λέω να
πάρω αυτή τη στροφή
κι άλλη μιαν επί πλέον

Το λοιπόν
για το Σώμα που λέγαμε
ότι είναι και Ψυχή, αν το θέλεις κι εσύ να υποθέσεις
είναι ―ναι― το κερί
πού φωτίζει, μωρό μου, τις Σχέσεις

Φύλλα ημεροδείκτη

Θάνατος θάνατος, αχ κι Έρωτας ―αυτοί―
γυμνούς μας παίρνουν αγκαλιά
οι κοστουμιές μας καμαρώνουν κορδωμένες στη γωνιά
σα να ʼταν πρόσκαιρη ποτέ αυτή η περίπτυξη
μένουν για κάμποσο καιρό κι αυτές γυμνές από ανθρώπους
ύστερα παίρνουνε μονάχες τους ζωή
άλλοι τις κουβαλάνε
κι έπονται

Από την άλλη πάλι
καίγονται καίγονται τά όνειρα στον έρωτα, επειδή
έτσι μονάχα βλέπονται

Και τι να λέμε τώρα δηλαδή
Που ʼναι σα να έχουν όλα ειπωθεί·
δύσκολα δύσκολα, αχ πεθαίνουμε γιατί
άλλοι από μας έχουν δουλειά
και άλλοι πάλι ντρέπονται

Νάλι. Νούλι. Νά

Έχω μία πάθηση από καιρό που σέρνεται στα πόδια μου
και μυστικά και δυτικά κι οριστικά της λύπης
και είμαι και ʼγώ εδώ που υπογράφω
ένας από τους ασθενήδες κι ένας πάσχοντας
από την πάθηση πού λέγεται˙
Δεν Είμαι Πια Βουβός ―Όπως Με Ήξερες―
Και Συ Για Πάντα Λείπεις
Πες τι σου κάνω απόψε μάνα μου ―στη νύχτα μέσα―
και προπαντός τι δε σου κάνω!
Λέγε, που απλώνουνε τα χέρια μου μες στα σκοτάδια
νʼ αγγίξουν το κατηφεδένιο δέρμα σου
και βρίσκουν το καρέ του κομοδίνου
κι ακόμη πιο ύστερα χαϊδεύουν το χαρτί ενός τεφτεριού
με τα ορνιθοσκαλίσματα της χτεσινής βραδιάς
αντί να φτάσουνε στο ρίγος των ορθάνοιχτών σου μύρων
που στο σκοτάδι σέρνω επάνω στο χαρτί τα βήματά μου
―κι η πένα μου να στάζει―
αντί να ψάξω τη συνάφεια με τα υγρά σου πέταλα
που όλο φτάνω ασθμαίνοντας με νέες καλικατζούρες και
νυχτογραφήματα
με το πικρό μελάνι μου
νʼ απλώνει παραμύθια στο χαρτί, για πράματα
που ʼχουνε, δήθεν, γίνει ισάξια λόγια!
Έχουμε μπλέξει για καλά με τη φενάκη αυτή των λέξεων
πού κλέψανε και πνίξαν στη ντροπή
το δίκιο και τα θαύματα του Αλόγου.
Πες τι σου γράφω απόψε, μάτια μου
και προπαντός τι δε σου πιάνω!
Θα ʼτανε όλα αλλιώτικα χωρίς τα λόγια
αυτά που άλλοτε μοιάζει να μας ταξιδεύουν μες στα όνειρα
κι άλλοτε πάλι να μας σέρνουν στο μηδέν.
Τί να σου κάνω μάνα μου! Τί κάνω τώρα!
Τί να σου κάνω μάνα μου που δεν…!

Σπουδαία υπονοούμενα

Παφλάζουνε οι λουλουδάρες της πικροδάφνης στη γειτονιά
καταμεσίς στο πλακόστρωτο.
Λάμπει ένα φωτοστέφανο ρόδινης σκόνης
την ώρα που περνάω από δίπλα
και μέσα στο δοξαστικό αυτό και περίλυπο γύρο
είπα μήπως προλάβω, βιαστικά
να κηδέψω το Υπόλοιπο Σώμα

Και επιτέλους…

Οι ώρες του βίου σε σπρώχνουνε, όπως
μικραίνει η μέρα μακραίνει ο τόπος·
επίσης
περνώντας η ώρα
μικραίνει η χώρα!
Δεν είμαι όμως και απολύτως σίγουρος γιʼ αυτά·
κάπου κι εγώ τα έχω ξανακούσει
ΝΙΚΟΣ ΓΑΖΕΠΗΣ

Γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία το 1938. Είναι αρχιτέκτονας (ΑΠΘ 1966) μελετητής και κατασκευαστής ειδικών επιφανειών χώρου. Έκανε μία ατομική έκθεση ζωγραφικής στη Δημ. Βιβλιοθήκη της Ν. Ιωνίας το 1989 και έχει εκδώσει δύο συλλογές με ποιήματα.