Από τη συλλογή “Σχέδια για ένα Καλοκαίρι” το ποίημα “Επιφάνια, 1937”
Εταιρία Γενικών Εκδόσεων ΑΕ, Πρώτη έκδοση 1964

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937
Τʼ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
γαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα
μαλλιά σου
χρυσά’ τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδε-
βαράν.
Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της
βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου˙ στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε
ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού
σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.
Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν
εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.







Στιγμές 1975.
Με την Ανθή στις μεγάλες διαδηλώσεις.
Και μετά, μόνοι στο σπίτι του Μάνου, στους Αμπελόκηπους. Η Ρούλα, είχε φύγει στη Ρώμη. Και η φωνή του Καλογιάννη να σέρνεται: κράτησα τη ζωή μου… Τριάντα τόσα χρόνια μετά: να μαζεύεις τα κομμάτια, μιας ζωής που δε μπόρεσες να κρατήσεις και σκόρπισε στους πέντε ανέμους….
Ρε μάγκα μου αυτό το τραγουδάω όλο και απνευστί. Στο δίσκο είναι από ζωντανή ηχογράφηση στο Παρίσι μαζί με το Ήλιος και χρόνος. Πριν το ορατόριο ακούς τη φωνή του Τζων Γουιλσόν Ζε μανταινιμαβί έτσι ακούγεται.Μόλις τελειώνει η εκτέλεση ακούς ακόμα και τη φωνή του Καλογιάννη που φωνάζει το Θεοδωράκη. Λοιπόν το τοπίο του ποιήματος είναι η διαδρομή από το Θεοξένεια, το ξενοδοχείο σανατόριο ως τα Χάνια στο Πήλιο, όπως συμφύρεται με το χειμώνα στο Προξενείο της Κορυτσάς…Και μου έλεγε η Ντορούλα η Τσάτσου η γλυκιά μου, πριν πεθάνει: Είσαι της οικογενείας κι εσύ. Ωραίο πάθος που φάγαμε τα χρόνια μας… Τωρα μας κάνουν αέρα στα λιμπά τα δημοσιογραφάκια και οι φιλόλογοι του εκδότη Τυφλοσούρτη με τα ευπώλητα…
συμφωνώ με τα λόγια του κ. Μίχου και ιδιαίτερα με τις τρεις τελευταίες αράδες.
Η μελωποίηση του Θεοδωράκη, η απαγγελία στα γαλλικά απο τον συχωρεμένο Μοντάν, η συνταρακτική ερμηνεία του Καλογιάννη, η άψογη χορωδία, και πάνω απ΄όλα οι μεστοί στίχοι του μεγάλου Ιωνα αποτελούν σταθμό στην ελληνική δισκογραφία (όχι βέβαια στον τωρινό αχταρμά)
ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΟΦΑ!!!!!
“Κράτησα τη ζωή μου κατά το πλάγιασμα της βροχής…” δηλαδή δεν πήγα κόντρα στον καιρό. Η κάθε λέξη παραπέμπει σε κάτι, τίποτα δεν είναι τυχαίο στον Σεφέρη. Ούτε τα φτηνά αισθήματα και οι συναισθηματισμοί έχουν θέση εδώ. Καλλίτερα να σιωπούμε.
Eξαιρετική η μελοποίηση του Μίκη, δεν λέω…, όμως κάπου το ποίημα του Σεφέρη αδικείται. Ίσως γιατί η μουσική γεννά μια συγκεκριμένη διάθεση, ίσως γιατί ταυτίζεται με την εποχή γύρω από την δικτατορία, ίσως γιατί η μουσική απευθύνεται και καταγράφεται σε άλλα κέντρα στον εγκέφαλό μας, χθες, μέρα της ποίησης, έ!…,είχα την αίσθηση μετά από πολλά-πολλά χρόνια (λάτρευα αυτό το τραγούδι, ακόμη και μέσα στις αναμνήσεις μου) ότι οι στίχοι του Σεφέρη σαν να έχουν καρφωθεί πάνω στη μουσική του Μίκη και περιορίζονται στο να γεννούν εικόνες, ιδέες, συναισθήματα ή να αφήνουν μια πόρτα ανοιχτή για καινούργιες αναγνώσεις στο μέλλον. Σωτήρη σε χαιρετώ!
Η πρώτη ερμηνεία του έργου που είχε γίνει από τον Μπιθικώτση, αλλά και εκείνη της χορωδίας Τρικάλων, μου είχαν κάνει ήδη τρομερή εντύπωση. Βρισκόμουν στη Γαλλία όταν ακουσα πρώτη φορά την ερμηνεία από τον Καλογιάννη με τον Yves Montant να προηγείται μεταφράζοντας το ποίημα στα Γαλλικά. Έμεινα κυριολεκτικά άφωνος με την εκπληκτική απόδοση του έργου ολοκληρωμενου με την υπέροχη συνοδεία της χωροδιας! Απέκτησε μια άλλη διάσταση και αναδείχθηκε ανάγλυφα η βυζαντινή μουσική που κυριαρχεί στο έργο.
Ο Αντώνης Καλογιάννης, που έφυγε χθες από τη ζωή, μαζί με τον Μίκη μας άφησαν κληρονομιά ένα πραγματικό μνημείο τέχνης για το οποίο όλοι μας πρέπει να τους ευγνωμονούμε !