(Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2006)

rilke.jpg
Η γέννηση της Μαρίας
Ω πόσο στους Αγγέλους στοίχισε, που σε ψαλμούς
δεν έσπευσαν καθώς κανείς ξεσπάζει σε λυγμούς,
παρʼ ότι γνώριζαν: τη νύχτα αυτή θα γεννηθεί
Μητέρα για τον Γιο, τον Έναν, που σύντομα θα εμφα-
νιστεί.

Σιωπηλοί ψηλά αιωρούνταν κι έδειχνε το χέρι τους εκεί
που, απόμερη, βρισκόταν η αγροικία του Ιωακείμ-
κι ένιωθαν εντός τους και στο χώρο να πυκνώνει κάτι
αγνό,
μα δεν έπρεπε κανείς τους να κατέλθει σε Αυτόν.

Γιατί είχε ήδη το ζευγάρι ταραχθεί από το γεγονός.
Και μια γειτόνισσα ήλθε, κι έκανε πως ήξερε τα πάντα,
και δεν γνώριζε το πως-
κι ο γέροντας, προσεκτικός, πήγε και έπαψε τον μυκηθ-
μό
μιας σκούρας αγελάδας. Αφού ποτέ κάτι παρόμοιο δεν
είχε συμβεί στο παρελθόν.


Οι υποψίες του Ιωσήφ
Πάσχιζε ο Άγγελος να του εξηγήσει,
κι έσφιγγε ο άντρας τις γροθιές του: μα, δεν βλέπεις
πως είναι ολόδροση σαν όρθρος
Θεού σε κάθε πτυχή της;

Τον κοίταξε εκείνος σκυνθρωπός
και μόνο ψιθύρισε: τι έπαθε λοιπόν, τι έτσι την αλλα-
ξε;
Κι ο Άγγελος κραύγασε: ακόμη δεν κατάλαβες, ξυλουρ-
γε;Το έργο Του πραγμάτωσε μες στη γυναίκα αυτή ο
Θεός.

επειδή φτιάχνεις σανίδες –με τόσην-έπαρση-
θέλεις, αλήθεια, να σου απολογηθεί Αυτός
που, ταπεινός, το ίδιο ξύλο κάνει
φύλλα να βγάζει κι άνθη;

Κι εννόησε ο άντρας τον Λόγο του Αγγέλου.
κι έντρομο σήκωσε το βλέμμα
μα είχε ο Άγγελος χαθεί. Κι έβγαλε τον χοντρό
σκούφο του αργά ο Ιωσήφ και δόξασε το Θεό.
Πιετά
Τώρα η δυστυχία μου πληρούται
κι ανέκφραστη με κατακλύζει.
Κοκαλώνω όπως η πέτρα
μες την καρδιά της κοκαλώνει.
Κι έτσι σκληρή, γνωρίζω μόνο ένα:
μεγάλωσες-
….και μεγαλώνεις
για να γίνεις μεγαλύτερος ακόμη πόνος,
απ΄αυτόν που μπορεί η καρδιά μας νʼαντέξει.
Κείτεσαι τώρα πάνω στην κοιλιά μου
και πλέον δεν μπορώ
να σε γεννήσω.