Τέσσερις από τους νέους εγγραφέντες στο απουσιολόγιο του χρόνου.

1.Γιάννης Ζουγανέλης

zouganelis1.jpg
Τα δάχτυλα του Γιάννη, που τόση ώρα κρατούσαν το τέμπο της κουβέντας μας, ξαφνικά έσφιξαν δυνατά το τιμόνι. Πάτησε απότομα φρένο, το δεξί χέρι ταυτόχρονα εκτινάχθηκε προς το στήθος μου, να με συγκρατήσει αν τυχόν κι έφευγα μπροστά. Έτσι κι αλλιώς δεν πηγαίναμε με μεγάλη ταχύτητα. Κάπου εκεί στην Πεύκη, μετά τον ηλεκτρικό της Κηφισιάς, στο σπίτι του Γιάννη Χρυσούλη, πηγαίναμε ή γυρίζαμε. Πάνε χρόνια τώρα, που να θυμάμαι. Κι όμως έζησα πολλά, ζήσαμε πολλά, κι ίσως γιʼ αυτό διατηρούμε ακόμη την δύναμη να μας εκπλήσσουν τα πράγματα, ζητάω ακόμη την έκπληξη και το καινούργιο. Εκείνη τη μέρα, ο Γιάννης μου δίδαξε πώς να σταματάς τα γαυγίσματα ενός σκύλου που σε κυνηγάει. Κοκαλώνοντας το αυτοκίνητο ο Γιάννης, ανάγκασε τον σκύλο που μας αλυχτούσε κι έτρεχε παράλληλα με μας στο διπλανό χωράφι, να σταματήσει απότομα το κυνηγητό του και τα γαυγίσματα.

«Όχι», είπε ο Γιάννης «σιγά, μην μας επιβάλουν και τα σκυλιά το ρυθμό τους»!

Ούτε ο σωματικός πόνος μπορούσε να σταματήσει το δικό του τέμπο, σιγά το σκύλο. Κάποια μέρα είχε οδηγήσει με το δάκτυλο που τίναζε τη στάχτη του τσιγάρου, σφηνωμένο στο τασάκι του αυτοκινήτου για 30 ολόκληρα χιλιόμετρα. Δεν σταμάτησε να το τραβήξει έξω, για να μην καθυστερήσει κι άλλο στο ραντεβού του. Το έβγαλε καταματωμένο, μόνον όταν έφτασε στον προορισμό του, καταματωμένο, ξεσκισμένο, δάκτυλο του Γιάννη Ζουγανέλη.

Ο Γιάννης έπαιζε πάντα το δικό του τέμπο. Για να λέμε την αλήθεια δεν σου άφηνε και πολλά περιθώρια. Ή προσαρμοζόσουν στο δικό του ρυθμό, ή άστα να πάνε…

Δεν ήταν, εύκολος άνθρωπος ο Γιάννης, ας βρει ανάπαυση η ψυχούλα του, να μην βασανίζεται άλλο.

Τα δάχτυλα του Γιάννη, έπαιζαν συνεχώς: στο χείλος του τραπεζιού, στο τιμόνι του αυτοκινήτου, στο χέρι της πολυθρόνας, στο ξύλο της καρέκλας, στο χαρτί του πακέτου με τα τσιγάρα, πάνω στον αναπτήρα, πάνω στο ίδιο του το τσιγάρο που καιγόταν και τον έκαιγε. Δάχτυλα διαρκώς σε κίνηση, ασυγκράτητα. Δάχτυλα νευρικά, απαλά, αθώα, θυμωμένα…δάχτυλα.

Δάχτυλα καθυστερημένα. Μια μέρα, αυτός που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν οδηγούσα, που κατέκρινε την αναπηρία μου στις χειρωνακτικές εργασίες μου έδωσε άθελά του τη ρεβάνς. Έκανε μισή ολόκληρη ώρα για να γράψει μια αφιέρωση στο πρώτο του βιβλίο, «ο ήχος της σάλπιγγος». Είχα τελειώσει το φαγητό μου με την γυναίκα του την Ελένη στην κουζίνα, μπάμιες λαχταριστές με άφθονη φέτα κι ένα καρβέλι χωριάτικο ψωμί, κρασάκι από την ορεινή Κορινθία, κι ακόμη ο Γιάννης να τελειώσει την αφιέρωση. Τα ευλύγιστα δάχτυλα του Γιάννη όταν έπιαναν κονδυλοφόρο και στυλό, παρέλυαν. Του κόστισε άπειρο χρόνο και μόχθο η συγγραφή. Δυσκολευόταν, με τη λευκή σελίδα, αυτός που δεν έτρεμε μπροστά σε τίποτα άλλο. Η γραφή τον καθήλωνε. Τον αποδυνάμωνε, τον έκανε αγαθό κι εύθραυστο, σαν παιδάκι.

zouganelis.jpg

Ίσως, να είχε τη γραφή στο νου του όταν εκείνη την ίδια μέρα με το σκύλο, μου έλεγε πως κανένας δεν μπορεί να είναι πάνω από την τέχνη που υπηρετεί. Η κουβέντα ήταν για τους μουσικούς, θυμάμαι. Ο Γιάννης δεν παραδέχονταν μουσικό που δεν ίδρωνε στην εκτέλεση του κομματιού του. Που δεν νοτίζοταν το πουκάμισο του από τον ιδρώτα, και το παπιγιόν δεν ξέφευγε έστω λιγάκι από τη θέση του, το μουσικό που δεν του έβγαιναν ανάγλυφες οι φλέβες κάτω από το δέρμα του, τον μουσικό που τέλειωνε την παράστασή του ατσαλάκωτος, με τον αέρα πως είναι υπεράνω της τέχνης του-ΟΧΙ. Δεν μπορούσε να δει όλους αυτούς που έθεταν χάρη στο ταλέντο τους εαυτόν εκτός και υπεράνω της τέχνης. Απλός υπηρέτης ήταν και υπήκοο της Τέχνης θεωρούσε τον εαυτό του. Αλίμονο αν γινόταν το αντίθετο. «Την Τέχνη δεν την φτιάξαμε εμείς, Παστάκα», έλεγε, «την βρήκαμε. Τους κανόνες της δεν τους ρυθμίζουμε εμείς. Εμείς μπορούμε μόνον να την υπηρετούμε κι αυτήν και τους κανόνες της».

«Σε λυπάμαι που δεν οδηγείς. Είναι η μόνη απόλαυση που την έχεις κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου». Κάπου εκεί κοκάλωσε το ΙΧ, κι άφησε τον σκύλο αποσβολωμένο στα χωράφια της Πεύκης. Αποσβολωμένος κι εγώ, με το θάνατό του. Ήθελε πολύ ένα αφιέρωμα στον Χρυσούλη, έφυγε πρώτος εκείνος, και δεν το πρόλαβα. Τώρα πέθανε κι ο Γιάννης. Τα δάχτυλά του ξέρω ότι κρατάν το ρυθμό όλων όσων τον γνώρισαν και τους…περιμένουν….

(Πηγή:Σωτήρης Παστάκας, Mνήμη Γιάννη Ζουγανέλη, Περιοδικό “Οροπέδιο” # 2, Χειμώνας 2006)


2. Κλείτος Κύρου

eynio.bmp
Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1921 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάστηκεως επί το πλείστον στον τραπεζικό τομέα. Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1974-1976). Ασχολήθηκε με την ποίηση, τη μετάφραση, το θέατρο και την κριτική του κινηματογράφου. Το 1988 του απονεμήθηκε το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του «Τα πουλιά και η αφύπνιση», το οποίο δε δέχτηκε. Το 1992 βραβεύτηκε από την Ελληνική Εταιρία Μεταφραστών Λογοτεχνίας για τη μετάφραση του έργου του Μάρλοου «Δόκτωρ Φάουστους» και το 1994 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για την τραγωδία του Σέλλεϋ «Οι Τσέντσοι». Το 2005 η Ακαδημία Αθηνών τού απένειμε για το σύνολο του ποιητικού του έργου, το βραβείο «Ουράνη». Το σύνολο του έργου του (1943-1997) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αγρα».Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες.
Aπό την συλλογή: Κραυγές της νύχτας
Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
α προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους.
Από τη συλλογή: Περίοδος χάριτος, 1992
Η άλλη διάσταση
Αυτά που λέγαν πάντοτε οι μεγάλοι τα λες τώρα κι εσύ με
τη σειρά σου και είναι γνώση η δροσερή σκυτάλη που σου
έχουν παραδώσει άλλα χέρια συνετά
Με τον καιρό απομακρύνονται τα εμπόδια που σου κόβανε τη
θέα προς το βυθό του χρόνου σε κατέχει μια επιείκεια η μνήμη
κι οι αισθήσεις τώρα πιο ελαστικές
Στήνουν γύρω σου παγίδες τις καλύπτουνε προσεχτικά όπως
άλλοτε με χρώματα πολέμου κι είναι τα όνειρα κι οι ελπίδες
τα γνωστά εκείνα υλικά ταρίχευσης που σε γλιτώνουν τελικά
από τον κατακλυσμό
Η θάλασσα όπου κολυμπούσες κάποτε και ψάρευες έπηξε στη
θέση της φυτρώσαν πάρκα και οικοδομές φωνές μικρών παι-
διών λικνίζονται στον άνεμο που είναι η στίλβη των μαιτών
σου οι θέσεις που υποστήριζες
Όλα είναι ένας αντικατοπτρισμός μια διάσταση μέσα σε μια
άλλη διάσταση βρίσκεσαι μισός στον αέρα κι ο υπόλοιπος ένα
εκτόπλασμα χάνεσαι μέσα στη βουή του καταρράχτη που σε
παρασέρνει.
Και το άλλο πρωί στο πρόγευμα
Ξανά το αρνητικό της ταινίας με τις μαύρες χαρές
Το πρόγραμμα οι υποχρεώσεις το αλληλέγγυο σύστημα
Ο φαύλος κύκλος που δεν πολυγωνίζεται.

3. Γιάννης Γκοβόστης

aeuiico-aeiauooco12.jpg
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1934. Γιος του ιδρυτή του ομώνυμου εκδοτικού οίκου, Κώστα Γκοβόστη, που εξέδωσε πολλούς και μεγάλους συγγραφείς σε δύσκολες εποχές. Ο Γιάννης Γκοβόστης γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στα βιβλία. «Οι αναμνήσεις μου αρχίζουν από το 1941, όταν πιτσιρίκος πήγαινα στο μαγαζί της οδού Ακαδημίας 79, ένα ημιυπόγειο, όπου μαζεύονταν όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί του πατέρα μου», θυμόταν ο Γιάννης Γκοβόστης σε συνέντευξή του στην «Κ» το 2003. Ηταν η παρέα των πνευματικών ανθρώπων της εποχής, τους οποίους συνέδεε η αγάπη για τη λογοτεχνία και η αγάπη για την Αριστερά. Ολοι περνούσαν από το βιβλιοπωλείο της οδού Ακαδημίας: «Μου έχει μείνει αξέχαστη η φιγούρα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Κι έλεγα στη μάνα μου: “Γιατί ο κύριος φοράει πούδρα;” Εμπαιναν πολλοί: από τον Σικελιανό μέχρι τον Ελύτη. Ηταν το στέκι των συγγραφέων». Και μη φανταστεί κανείς ότι η σοβαρότητα και η αυστηρότητα ήταν το διαβατήριο για την είσοδο στο βιβλιοπωλείο της οδού Ακαδημίας, τότε. Η πλάκα και τα πειράγματα ήταν στην ημερήσια διάταξη. «Μια φορά, ο Ψαθάς είχε γράψει ένα χρονογράφημα με θέμα “Καβγάς στου Γκοβόστη”. Η παλιοπαρέα τού έκανε μήνυση, πήραν τα λεφτά της αποζημίωσης και πήγαν ένα Σαββατοκύριακο και τα ήπιαν στον Πόρο. Ανάμεσα σʼ όλα αυτά έβγαιναν και τα βιβλία• σημαντικά βιβλία». Δίπλα σʼ όλους αυτούς -τον Γιάννη Ρίτσο (που ήταν για πολλά χρόνια επιμελητής κειμένων του εκδοτικού οίκου), τον Αρη Αλεξάνδρου (τον εμβληματικό μεταφραστή των Ρώσων κλασικών), τον Κώστα Βάρναλη και τόσους άλλους- ο Γιάννης Γκοβόστης ήξερε από νωρίς πώς βγαίνουν τα βιβλία. Ετσι, όταν το 1958 πέθανε ξαφνικά ο πατέρας του, ανέλαβε την εκδοτική επιχείρηση. Η εποχή είχε ήδη αλλάξει, το κλίμα επίσης. Ομως, μέχρι πριν από ένα χρόνο περίπου, οπότε σταμάτησε να πηγαίνει για λόγους υγείας στις εκδόσεις «Γκοβόστη», στη Ζωοδόχου Πηγής πλέον, κοίταζε όλα τα βιβλία πριν το «τυπωθήτω». Είναι η ιδιότητα του παλιού εκδότη, που έχει απευθείας επαφή με το κάθε βιβλίο του. Γελαστός άνθρωπος, αισιόδοξος, αυτοσαρκαστικός, ο Γιάννης Γκοβόστης είχε και μια πολύ καλή τύχη: να συνεχίσει την πορεία του εκδοτικού οίκου ο γιος του Κώστας, στον οποίο έχει από χρόνια εμπιστευτεί τη διαχείριση των εκδόσεων.

(πηγή: Καθημερινή, 10/1/06)


4. Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς

exgonatas10.jpg

Γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1924 και ήταν γόνος οικογένειας πολιτικών με καταγωγή από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, αλλά δεν ταυτίστηκε ποτέ με κανένα πολιτικό στρατόπεδο. Στο σχολείο ήταν συμμαθητής με τον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη, με τον οποίο τον συνέδεσε βαθειά φιλία. Σπούδασε Νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος σε μεγάλες εταιρείες. Η πρώτη του εμφάνιση στα Γράμματα έγινε το 1945 με την ποιητική συλλογή Ο ταξιδιώτης. Αργότερα συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Π. Παπαδίτσα στην έκδοση του περιοδικού Πρώτη Ύλη (1959–1964). Το 1959 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή Η κρύπτη. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων: Το βάραθρο (1963), Οι αγελάδες (1963), Ο φιλόξενος καρδινάλιος (1986) και Η προετοιμασία (1991). Η τελευταία του συλλογή αφηγημάτων με τίτλο Τρεις δεκάρες κυκλοφόρησε εντός του 2006. Υπήρξε επίσης σπουδαίος μεταφραστής. Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για την Επιλογή από τις Voces του Αντόνιο Πόρτσια. Έχει ακόμα μεταφράσει έργα των Ιβάν Γκολ, Γκυστάβ Φλωμπέρ, Γκέοργκ Kρίστοφ Λίχτενμπεργκ, Πιέρ Μπεττενκούρ, κ.ά.

To δάσος
Ανεβαίνοντας το λόφο αντίκρισα στον ορίζοντα τις ατέλειωτες πλούσιες φυλλωσιές του δάσους, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Δεν ένιωσα όμως καμιά δροσιά στην ψυχή μου. Φτάνοντας στην κορφή παρατήρησα πως ο λόφος κι από την άλλη μεριά ήταν ολότελα γυμνός. Σ’ όλη την έκταση γύρω ούτε ένας κορμός δέντρου. Μόνο στον ουρανό πλέανε αθόρυβα τα φύλλα, τα αμέτρητα πράσινα φύλλα πού είχα δει από μακριά, σα δίχτυα κρεμασμένα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Τρέμανε όλα μαζί στον αέρα, μα δε σκόρπιζαν, όπως τ’ αστέρια, μ’ όλο πού κανένα κλαδί, κανένα κοτσάνι δεν τα βαστούσε.
Δεν κρατήθηκα. “Και πώς ξεκουράζονται εκεί τα πουλιά;”, είπα.”Σ’ αυτά τα δέντρα έρχονται μόνο οι σκιές των πουλιών να καθίσουν”, μου εξήγησαν ήσυχα με μια φωνή οι δύο άγνωστοι που με συντροφεύαν.”Ναί. Βλέπω”, φώναξα. “Κοπάδια πουλιά κουρνιάζουν στα φυλλώματα χωρίς τα κορμιά τους”.Οι σύντροφοι μου κοιτάχτηκαν μ’ απορία.
“Εσύ ποιός είσαι που μπορείς και τα βλέπεις;”, γυρίζει και μου λέει ανήσυχος ο ένας. Πριν προλάβω ν’ απαντήσω, σκύβει στον διπλανό του και τους ακούω που ψιθυρίζουν:
“Πώς βρέθηκε αυτός μαζί μας; Για δώσ’ μου τον κατάλογο να ρίξω μιά ματιά”.
“Δεν τον έχω απάνω μου. Μα τί τον ρωτάς; Αφού είδε, δικός μας θα ‘ναι κι αυτός. Σ’ τό ‘χω ξαναπεί, να κλείνεις καλά όταν βγαίνεις”.Για πρώτη φορά τους πρόσεξα καλύτερα, τυλιγμένους στο λεπτό μενεξεδί φως του δειλινού. Φορούσαν τα ίδια ρούχα, τα ίδια πουκάμισα, τις ίδιες άσπρες γραβάτες και τα χλωμά τους πρόσωπα με το μικρό μαύρο μουστάκι ήταν ολόιδια.”Είσαστε δίδυμοι;”, τους ρώτησα.Δε μ’ απάντησαν. Έστησαν μπρος μου έναν μεγάλο καθρέφτη. Κοιτάχτηκα κι είδα πως φορούσα κι εγώ τα ίδια ρούχα, την ίδια γραβάτα και πως το πρόσωπο μου, αγνώριστο, κατακίτρινο, ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο με το δικό τους.Η καμπάνα σήμανε μακριά. Με πήραν απ’ το χέρι κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε αμίλητοι τη χωματένια σκάλα. Ψηλά από πάνω μας φαινότανε ο ουρανός σκούρος γαλάζιος, στολισμένος με τα πρώτα αστέρια. Άνοιξαν τη φαρδιά καγκελόπορτα και μ’ έσπρωξαν σ’ έναν απέραντο κήπο, γεμάτον άσπρους στρογγυλούς βράχους. Πουθενά δε φαίνονταν λουλούδια. Μονάχα πρασινάδες. Όμως μιά γνώριμη άχνα ανέβαινε μέσα απ’ τη γη, μεθυστική σα λιβάνι.

[εκδόσεις “στιγμή”, αθηνα 1992]

(Επιμέλεια-ιδεασμός-παρουσίαση: Σπύρος Αραβανής)